Κύριο ἄρθρο: Κωνσταντινούπολη - Ἁθήνα

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Πρόσφατα διάβασα ένα σημαντικό βιβλίο με τίτλο: “Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο αλύτρωτος ελληνισμός της Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου μετά το Συνέδριο του Βερολίνου 1878”, το οποίο συνέγραψε ο κ. Χρήστος Καρδάρας.

Στην πραγματικότητα το βιβλίο αυτό αναφέρεται στην στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά την διάρκεια της πρώτης Πατριαρχίας του Ιωακείμ του Γ’ (1878 - 1884) πάνω στα προβλήματα που αντιμετώπισε ο αλύτρωτος ελληνισμός της Μακεδονίας, της Θράκης και της Ηπείρου στα τέλη του 19ου αιώνος. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ ήταν ένας μεγάλος Πατριάρχης, ο οποίος, πριν εκλεγή στον Πρωτόθρονο θρόνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήταν Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και εγνώριζε τα προβλήματα της περιοχής.

Δεν είναι εύκολο να μεταφέρη κανείς εδώ τα βασικά συμπεράσματα του αξιόλογου αυτού βιβλίου. Εκείνο που θα ήθελα να υπογραμμίσω είναι ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τόσο στην περίοδο εκείνη που αναφέρεται στο βιβλίο, όσο και πριν και μετά από αυτήν διαπνεόταν και διαπνέεται από το οικουμενικό πνεύμα του ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, και δεν περικλείεται σε μικροεθνικές ενέργειες και εκδηλώσεις.

Αυτό είναι σημαντικό να λέγεται, γιατί πράγματι μεταξύ της Πρωτεύουσας του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, την Αθήνα, και την Κωνσταντινούπολη υπήρχε διαφορά απόψεων πάνω σε θέματα πολιτικής και εθνικής ζωής.

Θα ήθελα στην συνέχεια να παρουσιάσω ένα μικρό τμήμα από το βιβλίο αυτό, που δείχνει αυτήν την διαφορετική τοποθέτηση, που έχει μεγάλη σημασία και για την σύγχρονη ζωή. Γράφει ο κ. Χρήστος Καρδάρας για την διαφορετική ιδεολογική ταυτότητα μεταξύ της Αθήνας και της Κωνσταντινούπολης:

“... ο βασικός στόχος της πολιτικής του ελληνικού κράτους ήταν να ταυτιστεί το κράτος με το έθνος. Για την υλοποίηση του στόχου αυτού επεδίωκε την επέκταση των συνόρων του μέχρι τα σημεία εκείνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα οποία υπερτερούσε το ελληνικό στοιχείο. Αντίθετα το Πατριαρχείο και το ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης, ήδη από τους προεπαναστατικούς χρόνους, διαπνέονταν από το οικουμενικό ιδεώδες του Βυζαντίου. Σύμφωνα με αυτό ο Ελληνισμός, αφού πρώτα γινόταν η κυρίαρχη δύναμη μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τελικά θα απέβαινε ουσιαστικός κληρονόμος της, μεταμορφώνοντάς την σε “οθωμανικό κράτος του ελληνικού έθνους”.

Ένα γεγονός που αποδεικνύει τη μεγάλη απήχηση των απόψεων αυτών στους ανώτερους κύκλους των ομογενών της Κωνσταντινούπολης, ήταν το σχέδιο του βαθύπλουτου ομογενούς Γεωργίου Ζαρίφη, που αποκάλυψε τον Ιούλιο του 1878 στον Άγγλο Πρέσβη A.H. Layard. Το σχέδιο αυτό πρέβλεπε την ένωση της Ελλάδας και της Τουρκίας για την ίδρυση αυτοκρατορίας κατά το πρότυπο της Αυστροουγγαρίας. Είναι προφανές ότι οι ομογενείς της Κωνσταντινούπολης διαπνέονταν από το οικουμενικό ιδεώδες, που επεδίωκε την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και το οποίο μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με τη σύμπραξη της Πύλης.

Τελικά, με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η εθνική ιδέα μπόρεσε να επιβληθεί στην οικουμενική. Όμως το οικουμενικό ιδεώδες συνέχισε όλο το 19οαι. να αποτελεί το βασικό άξονα της πολιτικής του Πατριαρχείου, το οποίο με πνεύμα χριστιανικής συναδέλφωσης και δικαιοσύνης προσπαθούσε να σταθεί μακριά από το “φυλετισμό” και τις εθνικιστικές διαμάχες, που είχαν προκύψει ανάμεσα στο ποίμνιό του.

Είναι φανερό λοιπόν ότι η πανορθόδοξη οικουμενική πολιτική του Πατριαρχείου δεν του επέτρεπε διακρίσεις μεταξύ των ορθοδόξων εθνικών ομάδων της δικαιοδοσίας του. Εξάλλου σύμφωνα με το σύστημα των “ Millet”, που είχε υιοθετήσει ο οθωμανικός κρατικός μηχανισμός από το 1454, και τα οποία στηρίζονταν σε αυστηρά θρησκευτικούς και όχι σε φυλετικούς ή γλωσσικούς δεσμούς, όλοι οι ορθόδοξοι των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας και των αραβικών επαρχιών της αυτοκρατορίας ανήκαν στην ελληνορθόδοξη κοινότητα (Millet-i Rum ή Rum Milleti) της οποίας προΐστατο ο Οικουμενικός Πατριάρχης ως πνευματικός και εθνικός αρχηγός της (Milletbasi: Εθνάρχης).

Έτσι ο Πατριάρχης ήταν υπεύθυνος ενώπιον της Πύλης όχι μόνο για τις εκκλησιαστικές αλλά και για τις εκπαιδευτικές και τις κοινωνικές δραστηριότητες του Rum Milleti.

Οι κυβερνήσεις της Αθήνας όμως παραβλέποντας την ευαίσθητη θέση και τις πολλαπλές υποχρεώσεις που επέβαλε στο Πατριαρχείο το σύστημα αυτό της οθωμανικής διακυβέρνησης, επεδίωξαν να το καταστήσουν όργανο της εξωτερικής τους πολιτικής. Ήταν αναπόφευκτο λοιπόν να ξεσπάσει διαμάχη ανάμεσα στα δύο κέντρα του Ελληνισμού, με βασικότερο σημείο διαφωνίας την πρωτοκαθεδρία στην χάραξη της εθνικής πολιτικής”.

Θα μπορούσε κανείς να βγάλη πολλά συμπεράσματα από την σημαντική αυτή παρατήρηση του συγγραφέως του βιβλίου που προαναφέραμε. Εκείνο, όμως, που μπορεί να σημειώση είναι ότι πράγματι το Πατριαρχείο, όχι μόνο πριν την επανάσταση του 1821, αλλά και μετά από αυτήν διαπνεόταν από μια άλλη αντίληψη, διακατεχόταν από την μεγάλη ιδέα της Ρωμηοσύνης, της επανασυστάσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αυτή που μάθαμε να ονομάζουμε Βυζάντιο, γιατί έτσι μας το δίδαξαν οι δυτικοί. Μέσα από αυτήν την προοπτική πρέπει να εξετάσουμε πολλές ενέργειες του Πατριαρχείου στην πρόσφατη ιστορία. Δεν μπορεί να ταυτισθή με μικροεθνικές, εθνικιστικές και ρατσιστικές νοοτροπίες.

Δυστυχώς, όμως, μερικοί “ελλαδικοί” δεν μπόρεσαν να ερμηνεύσουν με αυτόν τον τρόπο τις κατά καιρούς ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γι’ αυτό σκανδαλίζονταν από την στάση των Πατριαρχικών. Έτσι εξηγούνται μερικές ιστορικές αναλύσεις που στρέφονται εναντίον των Πατριαρχικών ενεργειών. Πρέπει, όμως, να το καταλάβουμε ότι ο ελληνισμός δεν μπορεί να περικλεισθή και να εκφρασθή πλήρως από τον ελλαδισμό, και η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να εκτιμηθή μέσα από ηθικιστική και φυλετική προοπτική.

Όλα αυτά εγράφησαν για δυο βασικούς λόγους. Ο πρώτος, για να μην είμαστε επιπόλαιοι, όταν πρόκειται να χαρακτηρίσουμε ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως φιλοτουρκικές. Είναι κρίμα, και θα τολμούσα να πω έγκλημα εναντίον της αληθείας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει μια ολόκληρη ιστορία εθνικών αγώνων και προσφορών. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι κατά καιρούς ελληνικές κυβερνήσεις δεν πρέπει να δημιουργούν προσκόμματα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο στην μεγάλη του αποστολή, ούτε και να θέλουν να το περικλείσουν σε μικροσκοπιμότητες. Πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει να επιτελέση μεγάλο έργο, καθώς επίσης, ότι και οι πολιτικοί μας θα πρέπει να πάρουν μαθήματα, όπως έχω γράψει άλλοτε, από τον τρόπο που χειρίζονται οι Πατριαρχικοί τα διάφορα θέματα, γιατί, ενώ το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει κληρονομήσει την πείρα μιας μεγάλης παράδοσης, η Αθήνα υστερεί σημαντικά.

Βλέπω το Οικουμενικό Πατριαρχείο μέσα από την προοπτική της Ρωμηοσύνης, δηλαδή του οικουμενικού ελληνισμού και της Ορθοδόξου πίστεως. Κάθε αλλοίωση αυτών των μεγεθών δημιουργεί προβλήματα στην μεγάλη του αποστολή. Μέσα από αυτήν προοπτική πρέπει όλοι να το σεβόμαστε.

Ετικέτες: ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ

  • Προβολές: 1404

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance