Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Πῶς βυθιστήκαμε σέ τέτοιο σκοτάδι;

τοῦ Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει στόν κόσμο γιά νά πραγματοποιῆ διαρκῶς τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Δηλαδή, νά «λύνη τά ἔργα τοῦ διαβόλου», νά ἀπελευθερώνη τούς ἀνθρώπους ἀπό τήν δυναστεία τοῦ μισανθρώπου πνεύματος καί νά μεταθέτη τόν νοῦ τῶν «γηγενῶν» ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό, βοηθώντας τους νά ἀποξενωθοῦν ἀπό τήν νοοτροπία τοῦ πεπτωκότος κόσμου. Γιά τήν διαδικασία αὐτῆς τῆς «ἀπογείωσης» προβάλλει στά νοερά μάτια τῶν ἀνθρώπων τόν «ξένον τόκον», τόν Θεάνθρωπο Χριστό, καθώς καί τά «ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς», μέ τά ὁποῖα Αὐτός «ἐνέπλησε» τίς ἀκοές, τίς συνειδήσεις καί τίς καρδιές τῶν μαθητῶν Του καί αὐτοί τά κατέγραψαν καί μᾶς τά παρέδοσαν ὡς ἐπίγεια πνευματική πύλη τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ.

Εἶναι σαφές ἀπό τίς παραπάνω συνοπτικές διατυπώσεις ὅτι ἡ Ἐκκλησία, στήν οὐσία τῆς ἀποστολῆς της, δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, οὔτε ἀποβλέπει σέ στόχους πού ἐξαντλοῦν τό νόημά τους σ΄ αὐτόν τόν μάταιο κόσμο. Αὐτό δέν σημαίνει, βέβαια, ὅτι ἀρνεῖται τήν κτίση τοῦ Θεοῦ. Ἀρνεῖται τήν συντήρηση τῆς φθορᾶς καί θέλει τήν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνιση τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτό εἶναι ἄδικος κόπος κάθε προσπάθεια πού ἀποβλέπει στό νά γίνη κατανοητή ἡ ὕπαρξή της καί ἡ στόχευση τοῦ ἔργου της ἀπό αὐτούς πού μένουν μέ τήν θέλησή τους (καί κάποιοι μέ φανατισμό) ἐγκλωβισμένοι στόν παρόντα αἰώνα.

Ἔχοντας μάλιστα ὑπόψη μας τήν προτροπή τοῦ ἀπ. Παύλου γιά «ἐξαγορά τοῦ καιροῦ» (τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς μας), ἐπειδή, ὅπως λέει, «οἱ μέρες εἶναι πονηρές», ὡς ἔξυπνοι καί δραστήριοι ἔμποροι, ὀφείλουμε νά μήν ἐξαντλοῦμε τόν ἑαυτό μας σέ «ἄδικους κόπους», σέ ἀτελέσφορες συζητήσεις μέ τούς μή ἔχοντες «ὦτα ἀκούειν». Ἄλλωστε, «οἱ μέρες εἶναι πονηρές», ἐπειδή μέσα σ’ αὐτές ἀναπτύσσει δράση ὁ πονηρός, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ καί μέσα ἀπό «ποιμαντικές συνάφειες» μέ κοσμικούς ἀνθρώπους νά διαφθείρη τά νοήματα τῶν καρδιῶν μας.

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος στόν ΜΓ΄ Ὕμνο του γράφει, ὅτι ὁ Χριστός τοῦ εἶπε: «Οὐ βούλομαι ποιμαίνειν σε τινά τῶν μή θελόντων»(στίχ.50).

Ὅμως, γιά τήν ἐνίσχυση τῆς καλῆς ἀδιαφορίας πρός τίς «ἄκαρπες ποιμαντικές συνάφειες», εἶναι ὠφέλιμο νά φωτίζουμε τήν διάνοιά μας καί μέ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἐν προκειμένῳ εἶναι χρήσιμο νά θυμόμαστε ὅτι ὁ Χριστός ἔχει πεῖ: «οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν»(Ἰωάν. 6,44). Ὁ Θεός, βέβαια, «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι». Ὅλοι ὅμως δέν σώζονται. Ὁ αὐτοπροαίρετος ἄνθρωπος μπορεῖ καί ἀντιστέκεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅσοι θέλουν τήν ἀληθινή ζωή καί ἀγαποῦν «ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθάς», πρέπει νά κρατοῦν τόν ἑαυτό τους σέ τέτοια κατάσταση, ὥστε νά μποροῦν νά ἀκοῦνε πάντα τήν κλήση τοῦ οὐρανίου Πατρός, ὁ ὁποῖος ἑλκύει «πάντα ἄνθρωπον» πρός τόν Υἱό Του, τήν μόνη «ὁδό» πρός τόν Πατέρα. Ὁ Χριστός εἶναι «ὁδός» πρός τόν Πατέρα μέ τήν Ἐκκλησία Του. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ μυστικός καί πραγματικός δρόμος πρός τόν οὐράνιο Πατέρα.

Ὁπότε, προφανῶς, περιττεύει κάθε συζήτηση μέ ὅσους «οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει» καί γι’ αὐτό, σύμφωνα μέ τόν ἀπ. Παῦλο, «παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα»(Ρωμ. 1, 28). Οἱ σκέψεις τους, μαζί μέ τίς ἐπιθυμίες τους, κινοῦνται σέ πορεῖες ἀσύμβατες πρός τήν ὁδό τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὅσο μένουν στήν «περηφάνεια» τους (τήν διαδηλούμενη καί διατυμπανιζόμενη) ἡ ἀσυμβατότητα παραμένει, δηλαδή δέν ὑπάρχει κοινό ἐπίπεδο συμφωνίας μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή, οὔτε κανένα σημεῖο ἐπαφῆς. Ὅπου, βέβαια, ὑπάρχει ταπεινή ἐπίγνωση τῆς ἀστοχίας στήν πίστη καί τῆς ἀδιέξοδης κίνησης τῶν ἐπιθυμιῶν, οἱ ὁποῖες πρέπει νά τιθασευτοῦν καί νά κινηθοῦν, μέ τήν ἡνιοχεία τοῦ νοῦ, στήν φυσικότητα πού περιγράφει ὁ δημιουργικός λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ἡ ἀσυμβατότητα καταστρέφεται.

Ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά δράση. Νά προσλάβη τόν ἄνθρωπο καί νά τόν θεραπεύση.

Ζοῦμε ὅμως σέ ἐποχή πού κυριαρχεῖ ἡ ὕβρις, δηλαδή ἡ ποικιλόμορφη ἀθεΐα, πού συνδυάζεται μέ τήν ὑπεράσπιση τῶν δικαιωμάτων τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία ἀκόμη καί στίς πιό ἐξόφθαλμες φθοροποιές ἐπιδράσεις της πάνω στήν φύση τῶν ἀνθρώπων, ἔχει ἀποκτήσει, ὑπό τήν προσχηματική προστασία τῶν «δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου», μιά ἀφύσικη παρρησία. Διαδηλώνεται κομπαστικά. Καί βλέπουμε «μετά δέους καί ἀπορίας», ὅτι ὄχι μόνον ἔχει χαθῆ κάθε ντροπή, ἀλλά οἱ «ντροπές», ὅπως τίς ἐννοοῦσε παραδοσιακά ὁ λαός μας, ἔχουν κατασταθῆ, τρόπον τινά, κοινωνικά κριτήρια, ἀφοῦ ἡ στάση μας ἀπέναντί τους τείνει νά καθιερωθῆ ὡς κριτήριο προοδευτικότητας.

Τό σημαντικότερο ὅμως εἶναι ὅτι μέ τίς νομοθετικές πρωτοβουλίες πού νομιμοποιοῦν «τὰ μὴ καθήκοντα», ἀλλοιώνονται στόν πολύ λαό τά κριτήρια τοῦ σοβαροῦ καί τοῦ γελοίου, τοῦ εὐγενοῦς καί τοῦ ἀγενοῦς, τοῦ ὑψηλοῦ καί τοῦ χαμερποῦς. Γιατί οἱ πολιτικοί νόμοι ὁρίζουν πλαίσια ζωῆς, διδάσκουν ἦθος καί ὑποβάλλουν ἤ ἀλλοιώνουν κριτήρια. Ὡς ἀπόδειξη ἀλλοιώσεως τῶν «παραδοσιακῶν» κριτηρίων θά ἀναφερθοῦμε στούς σχολιασμούς κάποιων περιστατικῶν, τά ὁποῖα κίνησαν ἔντονες συζητήσεις τόν τελευταῖο καιρό καί ἔχουν σχέση μέ τήν πολιτική νομιμοποίηση τῆς συμβίωσης τῶν ὁμοφύλων ζευγαριῶν.

Πρῶτο περιστατικό εἶναι ἡ προσβολή τοῦ ὀρθοδόξου ἱερατικοῦ σχήματος μπροστά στόν Μητροπολιτικό Ναό τῶν Ἀθηνῶν ἀπό δύο νεαρούς, οἱ ὁποῖοι ντυμένοι μέ ράσα καί καλυμμαύχια θέλησαν νά πλήξουν τήν εὐλάβεια τοῦ πιστοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ, ἐπιδεικνύοντας τήν ἀσχημοσύνη τοῦ ἤθους τους μέ ὁμοφυλικούς ἀσπασμούς ἐν μέσω «ὑπερήφανων» συνθημάτων.

Δεύτερο εἶναι τό «εὐλαβές» χειροκρότημα, σέ ὀρθία «εὐλαβητική» στάση, μέ τό ὁποῖο τίμησε ἡ πλειοψηφία τῶν Βουλευτῶν τοῦ Κοινοβουλίου τήν ὁμάδα τῶν ὁμοφυλοφίλων, πού ἦρθε νά ἐποπτεύση τήν διαδικασία ἀπό τό θεωρεῖο τῆς Βουλῆς, τήν ὥρα μάλιστα πού ἔδιναν εἰς ἀλλήλους θριαμβευτικούς ὁμοφυλικούς ἀσπασμούς.
Τά περιστατικά αὐτά σχολιάστηκαν μέ διαφόρων ἐντάσεων δηκτικότητες ἀπό ἱστοσελίδες καί ἔντυπα πού θέλουν νά στηρίζονται στήν λαϊκή μας παράδοση. Ἀπό τά μεγάλα τηλεοπτικά καί ἄλλα μέσα, ὅμως, πέρασαν σχεδόν ἀσχολίαστα, ἀντιμετωπίσθηκαν περίπου σάν κάποιες φυσικές αὐτονόητες ἀντιδράσεις.

Δέν συνέβη ὅμως τό ἴδιο μέ τήν κριτική πού ἄσκησαν στό πολυσυζητημένο νομοθέτημα ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, σέ κάποιες περιπτώσεις (εἶναι ἀλήθεια) μέ πολύ ἔντονες διατυπώσεις, στίς περισσότερες, ὅμως, μέ πολλή διάκριση, ἀγάπη γιά κάθε ἄνθρωπο καί νηφάλιο ἀποδεικτικό λόγο. Κάποιοι, ἀπό τά μεγάλα Μ.Μ.Ε., ἀντιδρώντας στόν λόγο τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀνθρώπων, βρῆκαν τήν εὐκαιρία (ἴσως λόγῳ ἐθισμοῦ τοῦ θυμικοῦ τους σέ τέτοιες ἀντιδράσεις) νά μιλήσουν γιά Μεσαίωνα, σκοτεινούς χρόνους καί ἄλλα συναφῆ.

Προφανῶς, οἱ ἀντιδράσεις τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας (τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, Ἱεραρχῶν καί Θεολόγων), δέν συνιστοῦσαν προσβολή τοῦ ἱερατικοῦ σχήματος ἤ τῆς δημοσίας αἰδοῦς, οὔτε παρενόχληση τῆς θρησκευτικῆς καί ἠθικῆς συνείδησης τῆς πλειονότητας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε ἦταν ἐπικρότηση (μέ κρότηση τῶν χειρῶν) τῆς «περηφάνειας» ὅσων διακατέχονται ἀπό ροπές πρός «τὰ μὴ καθήκοντα», ὥστε νά λάβουν «σκοτεινούς χαρακτηρισμούς», νοοτροπίας σκοτεινῶν αἰώνων, Μεσαίωνα κ.λπ..

Ἦταν πρόσκληση σέ εἰλικρινῆ διάλογο. Ἦταν λόγος ἐκκλησιαστικός, γιά νά βοηθηθῆ ὁ κάθε ἄνθρωπος νά γνωρίση καί νά ἀπολαύση τήν φύση του στήν προοπτική τῆς μεταμορφώσεώς της μέσα στό Φῶς τοῦ Θεοῦ.

Νά σημειωθῆ ὅτι ἡ ἀποτυχία αὐτοῦ τοῦ ὑψηλοῦ στόχου συνιστᾶ γιά τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας αἰτία πνευματικοῦ πένθους, ἀφοῦ συνδέεται μέ τόν πνευματικό θάνατο, ὁ ὁποῖος στίς μέρες μας ὑποβοηθεῖται νομοθετικά. Διότι ἡ προβολή, ὡς νομίμων, τρόπων τῆς ζωῆς («φυσικῶν» ἤ «ἀφύσικων») πού ἐγκλωβίζουν τούς ἀνθρώπους στά ὅρια τῆς βιολογικῆς ζωῆς, ὑποβοηθᾶ τόν πνευματικό θάνατο. Παρεμποδίζει, καί σέ κάποιους ἀκυρώνει, τήν ἐν Χριστῷ ὑπέρβαση τῶν πιεστικῶν ἀπαιτήσεων τοῦ σώματος. Δηλαδή, παρεμποδίζει ἤ ἀκυρώνει τήν ἀπόλαυση τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος· τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ζωή.

Ἡ Ἐκκλησία μέ τούς ἀνθρώπους της ἔχει ὑποχρέωση νά νουθετῆ τά μέλη της, νά κηρύττη «πάσῃ τῇ κτίσει» τήν ἀλήθεια της καί νά πενθῆ γιά τόν πνευματικό θάνατο τῶν θεοειδῶν ἀνθρώπων.

Στό πένθος αὐτό δέν ἐπιβιώνει τίποτε τό ἀγενές, γελοῖο ἤ χαμερπές, διότι κινεῖται ἀπό ἀληθινή ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο, γνώση τοῦ λόγου τῆς ὑπάρξεώς του καί ἔρωτα πρός τόν Θεό.

Πέρασε, λοιπόν, σχεδόν ἀσχολίαστη ἀπό τά μεγάλα Μ.Μ.Ε., σάν μιά συνηθισμένη εἴδηση, ἡ προσβολή τοῦ ἱερατικοῦ σχήματος ἔξω ἀπό τόν Μητροπολιτικό Ναό τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῷ χαρακτηρίστηκε Μεσαίωνας ἡ φωτιστική καί ἀνακαινιστική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Πῶς βυθιστήκαμε σέ τέτοιο σκοτάδι ἀδιακρισίας;

Πάντως, φαίνεται ὅτι στίς μέρες μας εἶναι σωτήριο νά εἶναι κανείς ἐκτός ἐποχῆς. Γιά νά μπορεῖ νά κρατᾶ τήν ἀκεραιότητά του καί νά ἔχη καθοδηγούς τούς ἁγίους Πατέρες, τά «πυξία τοῦ Πνεύματος», τούς «λύχνους τῆς διακρίσεως».

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 1375

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance