Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Λύπη ἤ χαρά γιά τό ἐκκλησιαστικό παρελθόν μας;

Τοῦ Πρωτ. Θωμᾶ Βαμβίνη

Ὁρισμένες φορές δείχνουμε σάν νά εἴμαστε ἀνίκανοι νά σηκώσουμε τό βάρος τοῦ παρελθόντος μας, τό βάρος τῆς ἱστορίας μας. Μᾶς ἐνδιαφέρει τό παρόν καί τό μέλλον. Τό παρελθόν τό βλέπουμε γεμάτο πληγές, ἁμαρτήματα, ἀνούσιες διενέξεις, γι’ αὐτό προσπαθοῦμε νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τίς ἐπιρροές του, ὥστε νά σχεδιάσουμε τό μέλλον χωρίς ἐξαρτήσεις ἀπό τήν πολύτιμη πείρα πού μᾶς προσφέρει.

Τά παραπάνω δέν ἀφοροῦν γενικά τήν ζωή τοῦ κόσμου. Ἀφοροῦν εἰδικά τό πῶς ἀντιλαμβάνονται τήν ζωή μέσα στό Σῶμα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ὁρισμένα μέλη της, τά ὁποῖα δείχνουν ὅτι διακατέχονται ἀπό μιά καχυποψία γιά καθοριστικά γεγονότα τοῦ παρελθόντος της. Ἡ καχυποψία αὐτή φαίνεται ὅτι προέρχεται ἀπό τήν προώθηση, πάσῃ θυσίᾳ, τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς τῆς ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν, μέ «ἀμοιβαῖο σεβασμό τῶν μελῶν τῶν  χριστιανικῶν κοινοτήτων», ὁ ὁποῖος «ἀποκλείει κάθε μορφή προσηλυτισμοῦ». Ἡ ἑνότητα αὐτή δέν θεωρεῖ ἀπαραίτητη τήν κοινή δογματική πίστη, γι’ αὐτό καί ἀντιστέκεται στόν ἱεραποστολικό ζῆλο γιά προσέλκυση στό ὀρθό σωτήριο δόγμα τῶν ἑτεροδόξων.

Ὁ λόγος γι’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἑνότητα εἶναι κοινωνιολογικός καί ὄχι θεολογικός. Τρέφεται ἀπό τό εὐμετάβολο συναίσθημα καί ὄχι ἀπό τήν θεολογική ἀρετή τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία «οὐδέποτε ἐκπίπτει». Τό ἴδιο καί ἡ καχυποψία γιά τίς «θεολογικές διενέξεις» τοῦ παρελθόντος. Δέν γίνεται κατανοητή ἡ ἐμμονή τῶν ἁγίων Πατέρων στήν ἀκρίβεια τοῦ δόγματος. Ἡ ἀποβολή τῶν αἱρετικῶν θεωρεῖται «διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας» καί ὄχι διάσωση τῆς ἑνότητας τῶν πραγματικῶν μελῶν της μεταξύ τους καί μέ τήν κεφαλή της, τόν Χριστό.

Ἐπισημαίνουμε ὅτι μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας τό παρελθόν δέν τό ἀντιμετωπίζουμε μέ ψυχολογικούς-συναισθηματικούς ὅρους. Δέν εἶναι αὐτό πού γεμίζει τήν ψυχή μας, μέσῳ τῆς μνήμης, μέ ἐνοχές καί τύψεις. Δέν εἶναι αὐτό γιά τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά μετανοήσουμε. Διότι δέν μιλᾶμε γιά κάποιους μεμονωμένους ταλαίπωρους ἀνθρώπους μέ βεβαρημένη συνείδηση. Μιλᾶμε γιά τήν Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Χριστός ἦλθε, εἶναι παρών στήν Ἐκκλησίας Του, ἀλλά καί πρόκειται νά ἔλθη ἐν δόξῃ. Τό παρελθόν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός καί οἱ Ἅγιοί Του. Ταυτόσημο καί ἀπαράλλακτο εἶναι τό παρόν καί τό μέλλον Της. Εἶναι ὁ Χριστός καί οἱ Ἅγιοί Του. Οἱ γνῶμες τῶν «ἰδιωτῶν» καί ὅσων βρίσκονται στά κατώτερα στάδια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς δέν ἀποτελοῦν τήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί καθοδηγοῦνται ἀπό τούς «ποιμένες καί διδασκάλους», ὥστε νά φθάσουν κάποτε κι αὐτοί στό νά βεβαιωθοῦν «χάριτι τῇ καρδίᾳ» γιά τήν πίστη.

Κάθε ἄνθρωπος, εἴτε εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας εἴτε ὄχι, εἶναι ἐνδεχόμενο νά πιέζεται ἀπό τό παρελθόν του. Ὅλοι, πάντως, ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας, ἡ ὁποία δέν τελειώνει ποτέ. Εἶναι ὅμως φοβερή ἐκκλησιολογική ἁμαρτία νά θεωρεῖται ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὅπως κάθε ταλαίπωρος θνητός, ἔχει ἀνάγκη μετανοίας γιά πράξεις τοῦ παρελθόντος της, δηλαδή γιά πράξεις τῶν ἁγίων Πατέρων της, οἱ ὁποῖοι συνοδικῶς ἀποφάνθηκαν.

Οἱ ἄνθρωποι πού βλέπουν μέ αὐτόν τόν τρόπο τό παρελθόν τῆς Ἐκκλησίας δείχνουν ὅτι ἔχουν τάσεις παρέκκλισης ἀπό τό ζωογόνο ρεῦμα τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως. Καθιστοῦν προβληματική γιά τόν ἑαυτό τους τήν διαδοχή τῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς, πού μεταδίδονται μέ τήν πνευματική ἐν Χριστῷ γέννηση, ἡ ὁποία διακονεῖται ἀπό πνευματικό πατέρα, φορέα τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως. Ἀντί νά ζοῦν ἀκραιφνῶς τήν θεολογία, ζοῦν περισσότερο τήν πολιτισμική ἐξέλιξη τοῦ κόσμου, ὅπως τήν ἐννοοῦν καί τήν προωθοῦν οἱ ἄνθρωποι τοῦ παρόντος αἰῶνος.

Τέτοιες νοοτροπίες ἐμφανίζονται στόν χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἀπό τίς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 20ου αἰώνα, τότε πού ἀποφασίστηκε νά «ἀνοιχθῆ» ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στό ἑτερόδοξο τμῆμα τῆς Οἰκουμένης.

Παράλληλα στίς δεκαετίες αὐτές ἔχουμε τήν ἐμφάνιση στήν Εὐρώπη, ἀλλά καί στήν Ἀμερική, δύο κινημάτων μέ ἔντονο τό στοιχεῖο τῆς ἀμφισβήτησης τῆς παραδόσεως. Εἶναι κινήματα πού ἐκδηλώθηκαν στό χῶρο τῆς τέχνης, ἀλλά πού ἐπέδρασαν καί στήν ἀρχιτεκτονική, ἀκόμη καί στήν πολιτική. Τά κινήματα αὐτά εἶναι ὁ Φουτουρισμός καί ὁ Ντανταϊσμός. Ὁ Φουτουρισμός ἀντιτάχθηκε στίς παλιές τεχνοτροπίες, τήν παράδοση, τήν ἠθική, τήν ἀρχαιολογία, τά μουσεῖα, τίς βιβλιοθῆκες κ.λπ. καί ὕμνησε τήν ταχύτητα καί τίς βιομηχανικές πόλεις. Ὁ Ντανταϊσμός γεννήθηκε ἀπό τήν ἀπογοήτευση πού δημιούργησε σέ πολλούς ὁ πρῶτος παγκόσμιος πόλεμος, πού σήμανε γι’ αὐτούς τήν «χρεωκοπία ἑνός ὁλόκληρου πνευματικοῦ, πολιτιστικοῦ καί κοινωνικοῦ συστήματος». Ὁ Ντανταϊσμός «ἀποσκοποῦσε, μέ τήν διακωμώδηση καί τό παράλογο, τό τυχαῖο καί τήν ἐνόραση, νά καταστρέψη τήν παραδοσιακή κοινωνία, παιδεία καί τέχνη γιά νά ἐπανεύρη τήν αὐθεντική πραγματικότητα».

Στά κινήματα αὐτά ἡ «αὐθεντική πραγματικότητα» συνδέεται ἀφ’ ἑνός μέν μέ τόν τεχνολογικό θρίαμβο τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν φύση, ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τήν ἀντιπαράθεση πρός τίς παλιές τεχνοτροπίες, τήν παράδοση, τήν ἠθική ἤ, σέ πιό ἀκραία μορφή, μέ τήν καταστροφή τῆς παραδοσιακῆς κοινωνίας, τῆς παιδείας καί τῆς τέχνης.

Τά κινήματα αὐτά στήν συνέχεια ἐξαφανίστηκαν, δημιούργησαν ὅμως στήν κοινωνία μιά ἀτμόσφαιρα, πού ἐπηρέασε πολλούς. Μιά παράλληλη μέ αὐτούς κίνηση, χωρίς ἄμεσους ἀποδεδειγμένους ἐπηρεασμούς, εἶναι τό ἄνοιγμα τῶν Ὀρθοδόξων πρός τούς ἑτεροδόξους, τό ὁποῖο ἀπό μερικούς συνδέεται μέ τήν σχετικοποίηση τῶν διαφορῶν πού μᾶς κληρονόμησε τό παρελθόν, ἀκόμη καί μέ τήν λύπη «διά τήν ἐξαιτίας τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί ἁμαρτωλότητας ἀπώλεια ἑνότητας».

Σέ πρόσφατο κείμενο (κοινό ἀνακοινωθέν Πατριάρχου Μόσχας καί Πάπα Ρώμης μετά τήν συνάντησή τους στήν Κούβα) διαβάζουμε: «Παρά τήν κοινή Παράδοση τῶν δέκα πρώτων αἰώνων, ἐπί σχεδόν μία χιλιετία οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί οἱ Ὀρθόδοξοι στερούμεθα τῆς Εὐχαριστιακῆς κοινωνίας. Μᾶς χωρίζουν οἱ πληγές τῶν συγκρούσεων τοῦ μακρινοῦ καί τοῦ προσφάτου παρελθόντος, μᾶς χωρίζουν καί οἱ διαφορές ὡς πρός τήν κατανόηση καί τήν ἑρμηνεία τῆς πίστεώς μας στό Θεό, Ἕνα ἐν Τρισί προσώποις, τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, τίς ὁποῖες κληρονομήσαμε ἐκ τῶν προκατόχων μας. Λυπούμεθα διά τήν ἐξαιτίας τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί ἁμαρτωλότητας ἀπώλεια ἑνότητας, γενομένη ἀσυμφώνως πρός τήν Ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ: “ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν” (Ἰω. 17, 21)».

Ὅμως, τό «ἵνα πάντες ἓν ὦσι» δέν ἀποτελεῖ αὐτοτελή ἐντολή. Τό «ἵνα», μέ τό ὁποῖο εἰσάγεται ἡ πρόταση, δηλώνει ὅτι τό «πάντες ἓν ὦσι» εἶναι ἀποτέλεσμα ὅσων προηγοῦνται, μεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι τό αἴτημα πρός τόν Πατέρα: «ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι»(17, 17). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τό: «ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου», τό ἑρμηνεύει ὡς ἑξῆς: «ἁγίους [αὐτούς] ποίησον διά τῆς τοῦ Πνεύματος δόσεως καί τῶν ὀρθῶν δογμάτων». Προϋπόθεση τοῦ «ἵνα πάντες ἓν ὦσι» εἶναι ἡ λήψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ στερέωση τῆς πίστεως πάνω στά ὀρθά δόγματα. Τά ὀρθά δόγματα μάλιστα πραγματοποιοῦν τήν κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά γίνη ἱκανός νά δεχθῆ τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἐπισημαίνει αὐτό τό γεγονός λέγοντας: «Ὥσπερ, ὅταν λέγῃ, “Καθαροί ἐστε διά τόν λόγον, ὅν λελάληκα ὑμῖν”, καί νῦν τό αὐτό φησι· «Παίδευσον, δίδαξον τήν ἀλήθειαν’». Τό «παίδευσον» ἀφορᾶ στήν εὐαγγελική ἄσκηση, τήν πρακτική ἀρετή, ἡ ὁποία ἀνοίγει τήν ἀκοή τῆς ψυχῆς, ὥστε νά προσλαμβάνη ἐναργέστερα τήν διδασκαλία τῆς ἀλήθειας.

Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ ἑνότητα «εἰς ἕν» γιά τά «τετελειωμένα» μέλη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ζητούμενο. Εἶναι γεγονός. «Μέλη τῆς Ἐκκλησίας», κατά τόν π.Ἰ. Ρωμανίδη, «εἶναι ὅσοι ἔχουν τόν ἀρραβώνα τοῦ Πνεύματος καί οἱ τεθεωμένοι». Σέ αὐτούς κατοικεῖ ὁ Χριστός, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί μέσα στόν Χριστό κατοικεῖ ὁ Πατέρας· «ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν» (17, 23), ὅπως λέει ὁ Χριστός στήν συνέχεια τῆς Ἀρχιερατικῆς Του Προσευχῆς.

Ὁ μακαριστός π.Ἰ. Ρωμανίδης ἐπίσης ἔλεγε:  «Δέν μποροῦμε νά ξεχωρίσουμε τόν Χριστό ἀπό τήν Ἐκκλησία, οὔτε τήν Ἐκκλησία ἀπό τόν Χριστό. Στόν Παπισμό καί Προτεσταντισμό γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ τοῦ Σώματος καί τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ κανείς νά μετέχη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, χωρίς νά εἶναι μέλος τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατο».(Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική, τ.Β΄, σ.266)

Γι’ αὐτό δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά «διαφορές ὡς πρός τήν κατανόηση καί τήν ἑρμηνεία τῆς πίστεώς μας στό Θεό», ἀλλά γιά διαφορετική πίστη, ἀφοῦ ἡ θεολογία τῶν Πατέρων μας γιά τόν «Ἕνα ἐν Τρισί προσώποις Θεό» διαφέρει ἀπό τήν θεολογία τοῦ Παπισμοῦ.

Ἐν τέλει ἀσύμφωνη πρός τήν Ἀρχιερατική Προσευχή εἶναι ἡ ἀδυναμία «τῆς τοῦ Πνεύματος [λήψεως]», λόγῳ ἀλλοίωσης τῶν ὀρθῶν δογμάτων.

Ετικέτες: Ἐπίκαιροι Σχολιασμοὶ

  • Προβολές: 1164

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance