Ἐπιστολή πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν Πανορθόδοξο Σύνοδο

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἐπιστολὴ Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου σὲ pdf

Ἡ Ἐπιστολὴ μεταφρασμένη στὰ Ἀγγλικά:

Epistle of Metropolitan of Nafpaktos to the Holy Synod of the Church of Greece for the Holy and Great Council, March 5th, 2016

 

Μ α κ α ρ ι ώ τ α τ ε  Π ρ ό ε δ ρ ε,

Ἔχοντας ὑπ' ὄψη τό ὑπ' ἀριθμ. Πρωτ. 755/351/16-02-2016 Συνοδικό ἔγγραφο, μέ τό ὁποῖο καλούμαστε νά καταθέσουμε τίς ἀπόψεις μας γιά τά κείμενα πού πρόκειται νά συζητηθοῦν στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἔχω νά καταθέσω τά ἀκόλουθα.

Στά κείμενα τά ὁποῖα ἐγκρίθηκαν ὁμοφώνως ἀπό τήν Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Σαμπεζύ-Γενεύη 21-28 Ἰανουαρίου 2016) ὑπάρχουν μερικά σημεῖα τά ὁποῖα χρήζουν περαιτέρω ἐπεξεργασίας καί διορθώσεως.

Βεβαίως, σύμφωνα μέ τόν Κανονισμό τῆς Ὀργανώσεως καί Λειτουργίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ἄρθρο 11) οἱ τροπολογίες, οἱ διορθώσεις καί οἱ προσθῆκες στά κείμενα αὐτά μποροῦν νά γίνουν κατά τίς συζητήσεις κάθε θέματος στήν ὁλομέλεια τῆς Συνόδου, ὕστερα ἀπό διατυπούμενες προτάσεις τροπολογιῶν, διορθώσεων ἤ προσθηκῶν. Ἡ δέ ἔγκριση τῶν τροπολογιῶν, μετά τήν ὁλοκλήρωση τῆς συζητήσεως θά γίνη μέ τήν ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας ἀπό τίς ἀντιπροσωπεῖες ὅλων τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κατά τίς ἐργασίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ τροπολογίες πού δέν θά γίνουν ὁμοφώνως ἀποδεκτές δέν θά ἐγκριθοῦν.

 

 

Ἡ φράση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συμμετέχει σέ θεολογικούς διαλόγους «ἐπί τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως, βάσει τῆς πίστεως καί τῆς παραδόσεως, τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς ἀπολεσθείσης ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν», ὑποδηλώνει ὅτι δέν ἰσχύει αὐτό πού ὑποστηρίζεται σέ ἄλλο σημεῖο, ὅτι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας «εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ»

 

 

Αὐτό σημαίνει ὅτι κάθε Ἐκκλησία καί ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τό δικαίωμα νά ἔχη ἄποψη καί ψῆφο γιά κάθε θέμα πού θίγεται στά κείμενα καί πού θά συζητηθοῦν. Ἔτσι, δίνεται ἐλευθερία διατύπωσης κάθε ἄποψης καί εἴμαστε ὡς Ἀρχιερεῖς ὑποχρεωμένοι νά τό πράξουμε.
Νομίζω ὅτι κυρίως σέ δύο κείμενα πρέπει νά γίνουν οἱ ἀπαραίτητες διορθώσεις.

1. «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον»

Στό κείμενο αὐτό παρατηρεῖται μιά σύγχυση ὁρολογίας, ἡ ὁποία πιθανόν νά προέρχεται ἀπό τήν ἑνοποίηση δύο κειμένων, ἤτοι τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» καί τοῦ κειμένου «Ὀρθοδοξία καί Οἰκουμενική κίνησις».

Ὅμως, ἐάν δέν γίνουν οἱ ἀναγκαῖες τροποποιήσεις, τότε στό συγκεκριμένο κείμενο θά ἐπικρατῆ θεολογική καί ἐκκλησιολογική διγλωσσία, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάρμοστη σέ συνοδικά κείμενα καί μάλιστα σέ κείμενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
Συγκεκριμένα:

α) Ὁρολογία

Εἶναι ὀρθή ἡ ἐπικεφαλίδα τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», γιατί παρουσιάζεται ἀκριβής ὁρολογία, ἤτοι «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» ἀφ' ἑνός καί «λοιπός Χριστιανικός κόσμος» ἀφ' ἑτέρου. Ἐπίσης, πολλές ἐκφράσεις τοῦ περιεχομένου τοῦ κειμένου συντονίζονται πρός τήν ἐπικεφαλίδα, ὅπως «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς» (ἄρθ. 1), «μετά τῶν ἐξ αὐτῆς διεστώτων, τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν» (ἄρθ. 4), «πρός τούς ἐκτός αὐτῆς» (ἄρθ. 6).

Ὅμως, ἄλλες ἐκφράσεις πού ὑπάρχουν στό κείμενο, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἤ Ὁμολογιῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ' αὐτῆς» (ἄρθ. 6) πρέπει νά προσαρμοσθοῦν πρός τόν τίτλο γιά νά μή ἐπικρατῆ διγλωσσία.

Ἑπομένως, θά πρέπει νά ἀντικατασταθῆ ἡ φράση «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» μέ τήν φράση: «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γνωρίζει ὅτι ταυτίζονται τά χαρισματικά μέ τά κανονικά ὅριά της, καθώς ἐπίσης γνωρίζει ὅτι ὑπάρχουν καί ἄλλαι Χριστιανικαί Ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπεκόπησαν ἐξ αὐτῆς καί δέν εὑρίσκονται ἐν κοινωνίᾳ μετ' αὐτῆς».
Τό ἴδιο νά γίνη καί σέ ἄλλες φράσεις.

β) Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας

Εἶναι ὀρθή ἡ φράση τοῦ κειμένου πού ἀναφέρεται στήν ἑνότητα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ὅτι «ἡ Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας» (νά προστεθῇ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) «εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ» (ἄρθ. 6), γιατί ὅπως καί πάλι ὀρθῶς τονίζεται «ἡ εὐθύνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διά τήν ἑνότητα, ὡς καί ἡ οἰκουμενική αὐτῆς ἀποστολή ἐξεφράσθησαν ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων», οἱ ὁποῖες «ἰδιαιτέρως προέβαλον τόν μεταξύ τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας ὑφιστάμενον ἄρρηκτον δεσμόν» (ἄρθ. 3).

Ὅμως, ἄλλες φράσεις τοῦ κειμένου, στίς ὁποῖες ὑπονοεῖται ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀπολεσθῆ καί γίνονται προσπάθειες γιά τήν ἀποκατάστασή της, πρέπει νά διορθωθοῦν.

Συγκεκριμένα:
Ἡ φράση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συμμετέχει σέ θεολογικούς διαλόγους «ἐπί τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως, βάσει τῆς πίστεως καί τῆς παραδόσεως, τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς ἀπολεσθείσης ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» (ἄρθ. 5), ὑποδηλώνει ὅτι δέν ἰσχύει αὐτό πού ὑποστηρίζεται σέ ἄλλο σημεῖο, ὅτι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας «εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ» (ἄρθ. 6).

 

 

Oἱ Τρεῖς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, (Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε΄ , Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος, Ἱεροσολύμων Παρθένιος) τό ἔτος 1756 ἐξέδωσαν ὅρο μέ τόν ὁποῖον ἑρμηνεύουν τούς Κανόνες. ....Μέ τόν ὅρο αὐτό ἀποδέχονται στήν Ὀρθοδοξία τούς ἐκ τῆς Δύσεως αἱρετικούς ὡς «ἀνιέρους καί ἀβαπτίστους».

 

 

Ἑπομένως, πρέπει νά διορθωθῆ αὐτή ἡ φράση γιά νά μή φανῆ ὅτι στίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἐπικρατεῖ διγλωσσία, ὅτι δέν ὑφίσταται καθαρή διδασκαλία, ἀλλά ἀφήνονται «ἀνοικτά παράθυρα» γιά ἄλλες ἑρμηνεῖες.

Θά πρέπει νά γραφῆ: «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συμμετέχει εἰς τούς διαλόγους μετά Χριστιανῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς διαφόρους Χριστιανικάς Ὁμολογίας, διά τήν ἐπαναφοράν των εἰς τήν πίστιν, τήν παράδοσιν καί τήν ζωήν της».

γ) Θεολογικοί διάλογοι, σέ σχέση μέ τό Βάπτισμα

Στό κείμενο ὑπάρχει μία παράγραφος πού ὑπενθυμίζει τήν «βαπτισματική θεολογία», ἡ ὁποία εἶναι βασική θέση τῆς Β΄Βατικανῆς Συνόδου. Πρόκειται γιά τήν παράγραφο:
«Αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (κανόνες 7 τῆς Β΄καί 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῶν συνόδων)» (ἄρθρ. 20).

Οἱ Κανόνες 7 τῆς Β΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποφαίνονται γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον γίνονται ἀποδεκτοί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία αἱρετικές ὁμάδες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατ' ἀκρίβειαν καί κατ' οἰκονομίαν.

Ὁ 95ος Κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού ἐπαναλαμβάνει τόν 7ο Κανόνα τῆς Β΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζει νά ἀναβαπτίζωνται οἱ Εὐνομιανοί «τούς εἰς μιάν κατάδυσιν βαπτιζομένους» καί νά ἀναβαπτίζωνται οἱ Μοντανιστές καί οἱ Σαβελλιανοί «τούς υἱοπατορίαν δοξάζοντας, καί ἕτερά τινα χαλεπά ποιοῦντας καί πάσας τάς ἄλλας αἱρέσεις». Σαφέστατα γίνεται λόγος γιά ἀναβάπτιση, ὅταν ὑπάρχη μία κατάδυση, ταύτιση τοῦ Πατρός μέ τόν Υἱό καί ἄλλες αἱρέσεις.

Εἶναι σημαντικό ὅτι οἱ Τρεῖς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, (Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε', Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος, Ἱεροσολύμων Παρθένιος) τό ἔτος 1756 ἐξέδωσαν ὅρο μέ τόν ὁποῖον ἑρμηνεύουν τούς Κανόνες αὐτούς σέ σχέση μέ τούς Δυτικούς, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται στήν Ὀρθοδοξία. Μέ τόν ὅρο αὐτό ἀποδέχονται στήν Ὀρθοδοξία τούς ἐκ τῆς Δύσεως αἱρετικούς ὡς «ἀνιέρους καί ἀβαπτίστους», προφανῶς διότι ὑπάρχει διαφορά καί στό Τριαδικό Δόγμα, λόγῳ τῆς διδασκαλίας περί filioque καί κτιστῆς θείας ἐνέργειας (actus purus), καί ὑπάρχει διαφορά καί στόν τύπο, διότι δέν γίνεται κατάδυση, ἀλλά «ἐπίχυση» καί «ραντισμός» μετά τήν ἐν Τριδέντῳ Σύνοδο. Ἑπομένως, στόν ὅρο αὐτό τῶν Τριῶν Πατριαρχῶν ὑπάρχει σαφέστατη ἑρμηνεία τῶν Κανόνων αὐτῶν σέ σχέση μέ τήν σύγχρονη πραγματικότητα. Παρατίθεται τό ἀπόσπασμα:

«Τῇ τε δευτέρᾳ καί πενθέκτῃ ἁγίαις Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, διαταττομέναις τούς μή βαπτιζομένους εἰς τρεῖς ἀναδύσεις καί καταδύσεις, καί ἐν ἑκάστῃ τῶν καταδύσεων μίαν ἐπίκλησιν τῶν θείων ὑποστάσεων μή ἐπιβοῶντας, ἀλλ' ἄλλως πως βαπτιζομένους ὡς ἀβαπτίστους προσδέχεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ προσιόντας. Τούτοις τοίνυν τοῖς θείοις καί ἱεροῖς διατάγμασιν ἑπόμενοι καί ἡμεῖς, τά μέν τῶν αἱρετικῶν βαπτίσματα, ὡς ἀπᾴδοντα καί ἀλλότρια τῆς ἀποστολικῆς θείας διατάξεως καί ὕδατα ἀνόνητα, ὡς ὁ ἱερός Ἀμβρόσιος καί ὁ μέγας φησίν Ἀθανάσιος, καί ἁγιασμόν μηδένα παρέχοντα τοῖς ταῦτα δεχομένοις, καί πρός κάθαρσιν ἁμαρτημάτων οὐδέν ὠφελοῦντα, ἀπόβλητα καί ἀποτρόπαια ἡγούμεθα. Τούς δ' ἐξ αὐτῶν ἀβαπτίστως βαπτιζομένους ὡς ἀβαπτίστους ἀποδεχόμεθα προσερχομένους τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει, καί ἀκινδύνως αὐτούς βαπτίζομεν, κατά τούς ἀποστολικούς καί συνοδικούς κανόνας, οἷς ἀοράτως ἐπιστηρίζεται ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ καί ἀποστολική καί καθολική Ἐκκλησία, ἡ κοινή μήτηρ πάντων ἡμῶν. Καί ἐπί ταύτῃ τῇ κοινῇ ἡμῶν διαγνώσει καί ἀποφάνσει σφραγίζομεν τόν Ὅρον ἡμῶν τοῦτον ταῖς ἀποστολικαῖς καί συνοδικαῖς διαταγαῖς συνᾴδοντα, διαβεβαιοῦντες αὐτόν δι' ἡμετέρων ὑπογραφῶν».

Εἶναι φανερόν ὅτι τά ὅσα γράφονται στό ἄρθρο 20 τοῦ κειμένου πού καταρτίσθηκε γιά νά ἐγκριθῆ ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, γίνεται προσπάθεια ἐμμέσως νά ἀνακληθῆ ὁ ὅρος αὐτός τῶν Τριῶν Πατριαρχῶν πού στηρίζεται στήν ὅλη ἐκκλησιαστική παράδοση. Ὅπως δέ προαναφέρθηκε, ἀπό τόν 8ο αἰώνα καί μετά σέ Χριστιανικές Ὁμολογίες εἰσήχθησαν οἱ αἱρέσεις τοῦ filioque καί τοῦ actus purus καί ἡ ἀντικανονική βάπτιση τῶν «Ρωμαιοκαθολικῶν» διά τῆς ἐπιχύσεως καί ραντισμοῦ, μετά τήν ἐν Τριδέντῳ Σύνοδο, ὅπως καί διάφορες αἱρετικές ἀπόψεις σέ ἄλλες Ὁμολογίες.

 

 

Γίνεται λόγος γιά «κοινωνία θείων προσώπων», γιά τό ὅτι ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἶναι «κοινωνία προσώπων» πού ἀντανακλοῦν «κατά χάριν ... τήν ἐν Ἁγίᾳ Τριάδι ζωήν καί κοινωνίαν τῶν θείων προσώπων» .. τά ὁποῖα εἶναι ἀπαράδεκτα θεολογικῶς, γιατί γίνεται σύγχυση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου, μεταξύ τῆς ἑνότητος τῶν ἀνθρώπων καί τῆς ἑνότητος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

 

 

Ἑπομένως, γιά νά ὑπάρξη ἑνότητα σκέψεως σέ ὅλο τό κείμενο στό ὁποῖο γράφεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅτι ἡ ἑνότητα «εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ», ὅτι ὑπάρχουν καί «οἱ ἐκτός αὐτῆς», πρέπει ἡ παράγραφος αὐτή νά τροποποιηθῆ ὡς ἑξῆς:
«Αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν γίνονται ἐπί τῇ βάσει τῆς πίστεως καί πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως προσδιορίζονται ἀπό τάς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ εἰσδοχή ἑτεροδόξων εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν γίνεται μέ τήν ἀρχήν τῆς ἀκριβείας καί τῆς οἰκονομίας. Ἡ δέ οἰκονομία τηρεῖται, ὅταν μία Χριστιανική Ὁμολογία τελεῖ τό βάπτισμα μέ τριτήν κατάδυσιν καί ἀνάδυσιν κατά τήν ἀποστολικήν καί πατερικήν μορφήν καί τήν ὁμολογίαν τῆς Ἁγίας, ὁμοουσίου καί ἀδιαιρέτου Τριάδος».


2. «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ»

Στό κείμενο αὐτό πέρασαν μερικές φράσεις οἱ ὁποῖες, ἐνῶ χρησιμοποιοῦνται κατά κόρον ἀπό τούς ὀρθοδόξους, ἐν τούτοις προέρχονται ἀπό τήν σύγχρονη ὑπαρξιστική φιλοσοφία καί τόν γερμανικό ἰδεαλισμό.

Πρόκειται γιά τίς φράσεις «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» καί «κοινωνία προσώπων», οἱ ὁποῖες πρέπει νά ἀντικατασταθοῦν μέ τίς φράσεις «ἀξία τοῦ ἀνθρώπου» καί «ἑνότητα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων».

Στό τελικό κείμενο πού ὑπεγράφη στήν Σαμπεζύ-Γενεύη (21-28 Ἰανουαρίου 2016) ἔγινε κάποια βελτίωση τοῦ προηγουμένου κειμένου, πού εἶχε καταρτισθῆ ἀπό τήν Ε΄Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (10-17 Ὀκτωβρίου 2015), ἐν τούτοις ὅμως παρέμειναν μερικές φράσεις πού κάνουν λόγο γιά τήν «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» καί πρέπει νά γίνη περαιτέρω βελτίωση.
Συγκεκριμένα:

α) Ἄνθρωπος καί ὄχι ἀνθρώπινο πρόσωπο

Ὀρθῶς στό κείμενο ἀναφέρονται χωρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Εὐσεβίου καί τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας πού ὁμιλοῦν γιά τήν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ἐπίσης, γίνεται λόγος γιά τήν «προστασίαν τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου» (Α', ἄρθ. 2), «τό σχέδιον τοῦ Θεοῦ διά τόν ἄνθρωπον» (Α΄, ἄρθ. 1).

Ὅμως στό τελικό κείμενο παρέμειναν μερικές φράσεις ἀπό τό παλαιότερο κείμενο, ὅπως «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» (Α΄, ἄρθ. 1), «κοινή ἀποδοχή τῆς ὑψίστης ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» (Α΄, ἄρθ. 3), «θεωρήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» (Β΄, ἄρθ. 3).

Ἑπομένως, πρέπει τό κείμενο νά ἑνοποιηθῆ καί ὅπου γίνεται λόγος γιά «ἀνθρώπινο πρόσωπο» νά ἀντικατασταθῆ μέ τήν λέξη «ἄνθρωπος», πού τήν ἀντιλαμβάνονται ὅλοι.

β) Κοινωνία προσώπων

Στό κείμενο ὑπάρχει μιά παράγραφος προβληματική ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς. Γράφεται:
«Ἕν ἐκ τῶν ὑψίστων δώρων τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον, τόσον ὡς συγκεκριμένου φορέα τῆς εἰκόνος τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὅσον καί ὡς κοινωνίαν προσώπων, ἀντανακλώντων κατά χάριν διά τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τήν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι ζωήν καί κοινωνίαν τῶν θείων προσώπων ἀποτελεῖ τό θεῖον δῶρον τῆς ἐλευθερίας» (Β΄, ἄρθ. 1).

Στήν παράγραφο αὐτή γίνεται λόγος γιά «κοινωνία θείων προσώπων», γιά τό ὅτι ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἶναι «κοινωνία προσώπων» πού ἀντανακλοῦν «κατά χάριν ... τήν ἐν Ἁγίᾳ Τριάδι ζωήν καί κοινωνίαν τῶν θείων προσώπων» καί ὅτι αὐτό «ἀποτελεῖ τό θεῖον δῶρον τῆς ἐλευθερίας», τά ὁποῖα εἶναι ἀπαράδεκτα θεολογικῶς, γιατί γίνεται σύγχυση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου, μεταξύ τῆς ἑνότητος τῶν ἀνθρώπων καί τῆς ἑνότητος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

 

 

Οἱ σύγχρονες θεωρίες περί τοῦ «ἀνθρωπίνου προσώπου» καί μάλιστα περί τῆς «ἱερότητος» καί τῆς «ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» συνδέουν τήν φύση μέ τήν ἀναγκαιότητα καί τήν ἁμαρτία, καί τό πρόσωπο μέ τήν ἐλευθερία, τήν θέληση-βούληση καί τήν ἀγάπη. Τέτοιες ἀπόψεις θυμίζουν ἀρειανισμό καί μονοθελητισμό πού ἔχουν καταδικασθῆ ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους.

 

 

Πρέπει νά ἀντικατασταθῆ ἡ παράγραφος αὐτή μέ τήν παράγραφο:
«Ὁ Θεός ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμόιωσιν Αὐτοῦ καί τοῦ ἔδωσε τό νοερόν καί τό αὐτεξούσιον: "Ὁ πλάσας ἀπ' ἀρχῆς τόν ἄνθρωπον, ἐλεύθερον ἀφῆκε καί αὐτεξούσιον, νόμῳ τῷ τῆς ἐντολῆς μόνῳ κρατούμενον" (Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ΙΔ, Περί φιλοπτωχίας, 25.PG 35, 892A). Ἡ ἐλευθερία καθιστᾶ μέν τόν ἄνθρωπον ἱκανόν νά προοδεύῃ πρός τήν πνευματικήν τελειότητα, ἀλλά, συγχρόνως, ἐμπερικλείει τόν κίνδυνον τῆς παρακοῆς, τῆς ἀπό Θεοῦ αὐτονομήσεως καί, δι' αὐτῆς, τῆς πτώσεως, ἐξ οὗ καί αἱ τραγικαί συνέπειαι τοῦ κακοῦ ἐν τῷ κόσμῳ».

Αἰτιολόγηση τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ὅρων

Γιά νά αἰτιολογηθῆ τό γιατί προτείνεται ἡ ἀντικατάσταση τοῦ ὅρου «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» μέ τόν ὅρο «ἀξία τοῦ ἀνθρώπου» καί ἡ ἀπάλειψη τῆς φράσεως «κοινωνία τῶν προσώπων κατ' ἀντανάκλασιν τῆς κοινωνίας τῶν θείων προσώπων» θά τονισθοῦν ἐπιγραμματικῶς οἱ θεολογικές θέσεις.

1. Οἱ Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος καθόρισαν ὅτι ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι Τρία Πρόσωπα, ἔχουν ἴδια οὐσία-φύση-ἐνέργεια καί ἰδιαίτερα ὑποστατικά ἰδιώματα (ἀγέννητο, γεννητό, ἐκπορευτό). Τό πρόσωπο ὁρίζεται ὡς οὐσία μετά τῶν ὑποστατικῶν ἰδιωμάτων.

2. Στόν Τριαδικό Θεό ὑπάρχει ἀλληλοπεριχώρηση τῶν θείων Προσώπων, ὄχι κοινωνία προσώπων. Δηλαδή, ὁ Πατήρ κοινωνεῖ τήν οὐσία Αὐτοῦ στόν Υἱό διά τῆς γεννήσεως, καί στό Ἅγιον Πνεῦμα διά τῆς ἐκπορεύσεως. Ἔτσι, ὁ Πατήρ κοινωνεῖ τήν οὐσία Του στά ἄλλα Πρόσωπα, ὄχι ὅμως τό Πρόσωπό Του καί τό ὑποστατικό Του ἰδίωμα. Ἔτσι, ὑπάρχει κοινωνία φύσεως-οὐσίας, ἀλληλοενοίκηση καί ἀλληλοπεριχώρηση προσώπων καί ὄχι κοινωνία προσώπων.

3. «Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπόστασιν καί πρόσωπον καί ἄτομον τό αὐτό ἐκάλεσαν» (ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός). Ὁ Χριστός εἶναι ἕνα πρόσωπο πού ἔχει δύο φύσεις πού ἑνώθηκαν στό πρόσωπό Του ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως. Ἔτσι, ἕνα εἶναι τό πρόσωπο καί ἕνα ἄτομο. Ἡ λέξη ἄτομο ἀποτελεῖται ἀπό τό στερητικό α καί τήν λέξη τομή καί σημαίνει «τό μή τεμνόμενον μηδέ μεριζόμενον» (ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός). Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐνῶ ὁ Χριστός ἔχει δύο φύσεις, ὅμως δέν τέμνονται στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Λόγου Χριστοῦ. Ἡ διάκριση μεταξύ προσώπου καί ἀτόμου προέρχεται ἀπό τήν δυτική φιλοσοφία.

4. Γιά τόν ἄνθρωπο οἱ Πατέρες χρησιμοποίησαν κυρίως τόν ὅρο ἄνθρωπος. Ὑφίσταται δέ χαώδης διαφορά μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Ὅ,τι γίνεται στόν Τριαδικό Θεό, δέν γίνεται στόν ἄνθρωπο. Ἡ θεολογική ἔννοια τοῦ ἀνθρώπου ἐκφράζεται στόν ὅρο «κατ' εἰκόνα» καί «καθ' ὁμοίωση», πού σημαίνει ὁδηγεῖται πρός τήν θέωση.
Σέ μερικά πατερικά κείμενα γίνεται λόγος γιά τόν ἄνθρωπο ὡς ὑπόσταση, ἀλλά πάντοτε μέ τήν θεολογική ἔννοια τοῦ κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἀρχή τῆς ὑποστάσεως (Ἑβρ. γ΄,  14). Καί μέ αὐτήν τήν ἔννοια γράφει καί ὁ Γέροντας Σωφρόνιος καί ὄχι ἀπό πλευρᾶς συγχρόνου φιλοσοφίας.

5. Ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ, ὁ ὁποῖος εἰσάγει στό ὀρθόδοξο λεξιλόγιο τά περί προσώπου στόν ἄνθρωπο, ἐν τούτοις παρατηρεῖ: «Ὅσο γιά μένα, πρέπει νά ὁμολογήσω ὅτι μέχρι τώρα δέν ἔχω συναντήσει στήν πατερική θεολογία κάποια πλήρη θεωρητική ἐπεξεργασία περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἡ ὁποία νά συνυπάρχη μέ τίς σαφέστατες διδασκαλίες περί τῶν θείων Προσώπων ἤ Ὑποστάσεων».

6. Τό πρόβλημα ὅμως δέν εἶναι μόνον ὁ ὅρος πρόσωπο γιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά τό ὅτι οἱ σύγχρονες θεωρίες περί τοῦ «ἀνθρωπίνου προσώπου» καί μάλιστα περί τῆς «ἱερότητος» καί τῆς «ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» συνδέουν τήν φύση μέ τήν ἀναγκαιότητα καί τήν ἁμαρτία, καί τό πρόσωπο μέ τήν ἐλευθερία, τήν θέληση-βούληση καί τήν ἀγάπη. Τέτοιες ἀπόψεις θυμίζουν ἀρειανισμό καί μονοθελητισμό πού ἔχουν καταδικασθῆ ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους.

7. Ἡ βούληση καί τό αὐτεξούσιο δέν εἶναι τοῦ προσώπου, ἀλλά τῆς φύσεως. Τό πρόσωπο εἶναι ὁ θέλων, ἡ θέληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καί τό θέλημα εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς θελήσεως τοῦ θέλοντος. Ὅταν ἡ βούληση-θέληση θεωρῆται ὡς ὑποστατική, δηλαδή τοῦ προσώπου, τότε κάθε θεῖο Πρόσωπο ἔχει δική του θέληση, βούληση, ἐλευθερία, πράγμα πού καταλήγει στήν τριθεΐα. Ἡ ΣΤ΄Οἰκουμενική Σύνοδος ἐπιβάλλει καθαίρεση στόν Ἐπίσκοπο καί τούς Κληρικούς, καί τούς μοναχούς καί λαϊκούς τούς ἀφορίζει, ὅταν δέχωνται ὑποστατική θέληση.

8. Ἔτσι, ἐνῶ ἡ σχολαστική θεολογία ταυτίζει τήν ἐνέργεια μέ την οὐσία, οἱ σύγχρονες περσοναλιστικές θεωρίες συνδέουν τήν ἐνέργεια-βούληση μέ τό πρόσωπο καί εἰσάγεται ἕνας βολονταριστικός (βουλησιοκρατικός) περσοναλισμός.

Ἐπειδή ὑπάρχουν ὅλα αὐτά τά προβλήματα, γι' αὐτό στό κείμενο θά πρέπει νά ἀντικαταστασθῆ ὁ ὅρος «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» μέ τόν ὅρο «ἀξία τοῦ ἀνθρώπου» καί νά διορθωθοῦν ὅλες οἱ συναφεῖς ἐκφράσεις. Ἄν δέν γίνη αὐτό, τότε θά καταστρατηγηθῆ ὅλο τό ἄλλο κείμενο καί, τό κυριότερο, ἡ ἐνδεχόμενη ἀπόφαση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου θά διαφοροποιηθῆ καί θά ἀντιπαρατεθῆ πρός τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀπό τῆς Δ΄ καί ἐν συνεχείᾳ.

Θέτοντας αὐτά ὑπ’ ὄψιν σέ Σᾶς, Μακαριώτατε, καί στούς Σεβασμιωτάτους Ἀρχιερεῖς, διατελῶ.

Ετικέτες: ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (2016)

  • Προβολές: 2633