ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Ἡ ὀντολογία τοῦ προσώπου καί ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος

Γεώργιος Σίσκος Δρ. Θεολογίας

 

Τὸ κείμενο μεταφρασμένο στὰ Ἀγγλικὰ: The Ontology of the Person and the Holy and Great Council

 Τὸ κείμενο μεταφρασμένο στὰ Ρουμανικὰ: „Ontologia persoanei” și Sfântul și Marele Sinod

Κείμενο μέ τίτλο Logomachy, Orthodoxy, and the Holy and Great Council μέ ἡμερομηνία 7/6/2016 τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Δρ. Doru Costache ἀνέβηκε στήν ἐπίσημη ἱστοσελίδα τοῦ Γραφείου Τύπου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο (https://www.orthodoxcouncil.org/-/logomachy-orthodoxy-and-the-holy-and-great-council), μέ θέμα τήν κριτική τῶν θέσεων τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου ἀναφορικά μέ τή θεολογία τοῦ προσώπου, κατά τήν παρέμβαση του στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ θέμα: Τὰ οὐσιαστικὰ προβλήματα μὲ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο.  (http://www.parembasis.gr/images/AGIA_MEGALH_SYNODOS_2016/NAYPAKTOY-IEROTHEOY_AMSOE-problemata-1.pdf).

Τό κείμενο τοῦ ρουμάνου συντάκτη, μέ διακριτή εἰρωνεία καί μέ τόνο δημοσιογραφικῆς ὑπεραπλούστευσης, μέμφεται τόν μητροπολίτη Ναυπάκτου γιά «ἀντί-περσοναλιστική σταυροφορία», ἡ ὁποία θεωρεῖ ὅτι ἐπισυμβαίνει ἐκτός τόπου καί χρόνου ἀναφορικά μέ τήν Ἁγία καί Μεγάλη σύνοδο καί μάλιστα προδίδοντας, κατά τήν ἐντύπωσή του, ὑπερβολικά ἀνθρώπινα πάθη καί παιχνίδια ἐξουσίας. Ἐνταγμένος, μάλιστα, ὁ ρουμάνος συντάκτης στό κλίμα τῆς ἀμερικανο-αὐστραλιανῆς «κουλτούρας» δίνει στήν κριτική τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου ἀναφορικά μέ τήν ὀντολογία τοῦ προσώπου (ἡ ὁποία ἀποτέλεσε μέρος τῶν ἐπισήμων ἐπιστολῶν πρός τή σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) τόν τίτλο «παιχνίδι θρόνων», δηλαδή τόν τίτλο μιᾶς ἀπό τίς χειρότερες σειρές τῆς ἀμερικανικῆς τηλεόρασης, στήν ὁποία μεταξύ βασιλικῶν οἴκων συμβαίνουν ἀμέτρητες δολοφονίες, ἴντριγκες καί ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ ψυχολογικές διαστροφές καί σαρκικές ἀνωμαλίες.

Τό κείμενο τοῦ ρουμάνου συντάκτη μεταξύ ἄλλων παρουσιάζει τις ἑξῆς θέσεις:

«Ἡ ἐπίθεση τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου περιέχει τήν ἐξωφρενική δήλωση ὅτι ἡ θεολογία τοῦ προσώπου, μέ τό κατεξοχήν γνώρισμά της, τήν ἐλευθερία τῆς προσωπικῆς θέλησης, ὡς διακριτῆς ἀπό τόν ἀναγκαστικό χαρακτήρα τῆς φυσικῆς βούλησης, ἐκμηδενίζει τόν Τριαδικό Θεό. Μέ τό νά ἀντιτίθεται στή γλώσσα τοῦ προσώπου ὡς θεολογικά ἔγκυρης, ὁ Μητροπολίτης Βλάχος ἀρνεῖται στή σύγχρονη θεολογία τό καθῆκον της νά μεταδώσει τή σοφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, μέ τρόπους πού λαμβάνουν ὑπόψη τίς τρέχουσες συνθῆκες μας καί νά φτάσει στά ἀκροατήρια τοῦ σήμερα. Ἡ ἀντίθεση τοῦ Μητροπολίτη στή σύγχρονη προσωποκεντρική θεολογία δέν ἔχει κανένα παραδοσιακό ἔρεισμα καί φαίνεται νά ἐξαρτᾶται ἀπό ξένους τρόπους σκέψης. Ὁ Μητροπολίτης ἐπιβεβαιώνει ἐξωφρενικά ὅτι ὁ σύνδεσμος μεταξύ τῆς βούλησης καί τοῦ προσώπου καταστρέφει τόν Τριαδικό Θεό μέ τήν εἰσαγωγή τριθεϊσμοῦ. Οἱ δηλώσεις τοῦ Μητροπολίτη Βλάχου συνδέονται μέ τή Βαβυλώνια αἰχμαλωσία τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας σέ ξένους, Δυτικούς μεσαιωνικούς τρόπους σκέψης. Ὁ Μητροπολίτης Βλάχος εἶναι τῆς γνώμης, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τό νατουραλισμό ἢ τόν μονοφυσιτισμό του (ὅπως ὁρίζεται ἀνωτέρω), ὅτι ἡ θέληση ἀνήκει στήν φύση καί ὅτι δέν ὑπάρχει θέληση στό πρόσωπο. Ἡ Ἐκκλησιαστική παράδοση βρίσκεται σέ σταθερή καί συνεπῆ ἀντίθεση μέ τίς ἀπόψεις του».

 

 

Ὁ Lossky, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ συντάκτης, ὡς ἐρευνητικά τίμιος καί εἰλικρινής χριστιανός ἀναφέρει ὅτι ἡ θεολογία τοῦ Προσώπου δέν ὑπάρχει στούς Πατέρες, ἐνῶ τό πιό ἐκπληκτικό εἶναι ὅτι ὁμολογεῖ τήν ἀμηχανία του μπροστά στήν πατερική ἀπόδοση τῆς θέλησης στή φύση.

 

 

Ἡ ὁλοφάνερη ἄγνοια τοῦ ρουμάνου συντάκτη, ἀναφορικά μέ τήν ἀνάλυση τῆς ἀπόρριψης τοῦ περσοναλιστικοῦ λεξιλογίου, τήν ὁποία ἔπραξε ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου συνοδικά (http://www.parembasis.gr/index.php/menu-teyxos-236/4432-2016-03-05) πρίν ἀπό τό κείμενο «Τά οὐσιαστικά προβλήματα μέ τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», προδίδει μόνη της τόν ἀτυχῆ ἐρασιτεχνισμό τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ draft τοῦ ρουμάνου συντάκτη. Ἡ δέ τοποθέτηση τοῦ ρουμάνου συντάκτη ὅτι ἡ κριτική τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου συμβαίνει ἐκτός τόπου καί χρόνου, φανεροῦσα ἰδιοτέλειες καί προσωπικά πάθη, δυστυχῶς μαρτυρεῖ ὅτι ἡ συνείδηση τοῦ ἴδιου τοῦ ρουμάνου συντάκτη εἶναι ἐκτός τόπου καί χρόνου. Τά κείμενα τῆς Συνόδου, ἂν μείνουν ὡς ἔχουν, πρόκειται νά ἐπικυρώσουν καί νά θεσμοποιήσουν συνοδικά μιά ὁρολογία, ἐν προκειμένῳ τῆς «ὀντολογίας τοῦ προσώπου», ἡ ὁποία ἔχει μιά σειρά θεολογικῶν σημαινομένων γιά τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τήν ἔννοια τῆς ἄσκησης, τήν ἔννοια τῆς φύσης, τήν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, τήν ἔννοια τῆς θέωσης, τήν ἔννοια τῆς μέθεξης στόν ἐν Τριάδι Θεό καί πολλά ἄλλα.

1.    Μεθοδολογία καί στόχευση τῆς περσοναλιστικῆς ἑρμηνευτικῆς

Ὁ τρόπος τῆς πατερικῆς πρόσληψης τῆς φιλοσοφικῆς ὁρολογίας ἀφορᾶ τήν καινοτόμηση τῶν ὀνομάτων πρός τήν ἀλήθεια τῶν ἐν Χριστῷ πραγμάτων. Ἀντίθετα, ὁ τρόπος τῆς περσοναλιστικῆς ἑρμηνευτικῆς εἶναι ἡ πρόσληψη τῶν πατερικῶν ὅρων, ἡ ἀλλαγή τῶν πατερικῶν σημαινομένων καί ἡ ἀντικατάστασή τους μέ τά σημαινόμενα τῆς σύγχρονης φιλοσοφίας καί κάθε σύγχρονης σκέψης, ἡ ὁποία καθιστᾶ ἑλκυστική τήν περσοναλιστική κατασκευή. Αὐτό βαπτίζεται συχνά ἀπό τούς περσοναλιστές ὡς ποιμαντική εὐαισθησία κατά μίμηση τῆς σάρκωσης τοῦ Λόγου. Ἀντιθέτως, ἡ μαθητεία στούς πατερικούς ὅρους καί τά σημαινόμενά τους χαρακτηρίζεται ὡς ἀρχαιολατρεία, ἄγονος ἱστορισμός καί μουσειακή παράθεση ἑνός ἄψυχου πολιτισμοῦ.

Τό χάσμα τῆς ἡμιμάθειας βαθαίνει, ὅταν τό περσοναλιστικό ἀφήγημα κάνει λόγο γιά τόν διάλογο τῶν πατέρων μέ τούς αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς τους, μιά ὁλοφάνερα ὑπεραπλουστευμένη καί τραγικά παραποιημένη ἐκδοχή τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας, ὅταν διαβάσει κανείς γιά παράδειγμα τούς προλόγους τῶν ἀντιρρητικῶν ἔργων τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου κατά Ἀρειανῶν, τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων κατά Εὐνομίου, τίς ἐπιστολές τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου πρός Νεστόριο, τοῦ Ἁγίου Μαξίμου γιά τό Σεβῆρο Ἀντιοχείας καί τούς μονοθελῆτες, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ πρός τούς Λατίνους.

 

 

Ἡ λανθασμένη χρήση τοῦ ὅρου «ἀνθρώπινο πρόσωπο», γιά τόν ἄνθρωπο, ὡστόσο, ἔχει ὁδηγήσει σέ θεωρήσεις, οἱ ὁποῖες ἐκλαμβάνουν τήν κοινωνία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὡς ἐφαρμογή τῆς φύσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τρόπο ἀντίθετο στή σαφῆ διδασκαλία τῶν (θεοφόρων) Πατέρων καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

 

 

Τό ἴδιο φυσικά ἰσχύει καί γιά τό ἕτερο ἰδεολόγημα περί πολιτιστικῆς προσαρμογῆς τῶν Πατέρων στίς ἀνάγκες τῆς ἐποχῆς τους κατά τήν πρόσληψη τῶν φιλοσοφικῶν ὅρων, ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ πατέρες ὁμολογοῦν ὅτι προτιμοῦν τούς ἁγιογραφικούς ὅρους, ἀλλά ἀναγκάζονται νά χρησιμοποιήσουν τούς φιλοσοφικούς ὅρους πρός ἀντίκρουση τῶν αἱρετικῶν, καθώς οἱ φιλοσοφικοί ὄροι εἰσάγονταν αὐτούσια μέ ὅλη τήν πρωτολογική καί ἐσχατολογική τους σημασιολογία ἀπό τούς αἱρετικούς καί διοχετεύονταν στήν χριστιανική πίστη, ἀλλοιώνοντας τό περιεχόμενό της. Κλασικές περιπτώσεις ἐπ΄ αὐτοῦ εἶναι ἡ φιλοσοφική διατήρηση τῆς ἁπλότητας τῆς θείας οὐσίας μέ τίς λύσεις τοῦ δυναμικοῦ καί τροπικοῦ Μοναρχιανισμοῦ, ἡ φιλοσοφική εἰσαγωγή τοῦ ἀγεννήτου μόνο γιά τόν Θεό Πατέρα ἀπό Ἀρειανούς καί Εὐνομιανούς καί τό φιλοσοφικό ἀξίωμα τῆς ἀντιοχειανῆς παράδοσης ὅτι κάθε φύση φανερώνεται ἀναγκαῖα ἰδιοϋποστάτως, πού ἔστρεψε τούς Νεστοριανούς στήν ἀκραία διαίρεση καί τούς Ἀντιχαλκηδόνιους στήν ὁμολογία μιᾶς μόνον φύσεως γιά τό Χριστό.

Ὁ τρόπος τῆς συγκεκριμένης θεολογικῆς ἑρμηνευτικῆς, ἡ ὁποία διαπερνᾶ τό πλεῖστο μέρος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ὑφίσταται μερικές μόνο  δεκαετίες, ἐνῶ ἔχει δεχθεῖ ἤδη σοβαρότατη κριτική ἀπό κληρικούς καί σοβαρό ἀριθμό ἀκαδημαϊκῶν καί θεολόγων. Ἡ κειμενική τεκμηρίωση τῆς συγκεκριμένης θεολογικῆς ἑρμηνευτικῆς εἶναι ἐξαιρετικά ἀσθενής. Ἀτυχῶς, βασίζεται σέ ἀποκομμένα χωρία τά ὁποῖα ταιριάζουν γλωσσικά στίς ἰδεολογικές στοχεύσεις της. Μόνο νά προστρέξει, βέβαια, κανείς σέ ὁλόκληρη τή σελίδα τοῦ παραπεμπόμενου χωρίου, ἀντιλαμβάνεται λίαν συντόμως τήν ἀλλοίωση τῶν κειμενικῶν νοημάτων πρός χάριν τῶν ἐπιθυμητῶν περσοναλιστικῶν συμπερασμάτων.

2.    Πρόσωπο - Ἐλευθερία - Θέληση  

Ὁ πυρήνας τῆς περσοναλιστικῆς ῥρμηνευτικῆς εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ Προσώπου. Αὐτή κατορθώνεται στόν ἴδιο τό Θεό, διά τῆς θέλησης τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὁ ὁποῖος ἐλευθερώνεται ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης του. Τά ὑπόλοιπα Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑφίστανται ἀπό τήν ἐλευθερία τοῦ Πατρός νά γεννήσει τόν Υἱό καί νά ἐκπορεύσει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐνῶ ἡ ὕπαρξή τους παραμένει γεγονός ἐλευθερίας χάρη στήν κοινωνία τῆς ἀγάπης διά τοῦ ὑποστατικοῦ θελήματος ἑκάστου Προσώπου νά ἐπιλέγει ἐλεύθερα αὐτή τήν κοινωνία. Στόν περσοναλισμό γίνεται λόγος εὐθέως γιά τρία ὑποστατικά θελήματα. Ἔκπληξη δημιουργεῖ τό γεγονός ὅτι ὁ ρουμάνος συντάκτης, μέ διατριβή στόν ἅγιο Μάξιμο, ἀγνοεῖ (;) τίς πολλαπλές ἀναφορές τοῦ ἁγίου Μαξίμου ὅτι τρία ὑποστατικά θελήματα συνεπάγονται τριθεΐα καί διάσπαση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἂν τό θέλημα εἶναι ὑποστατικό, ὅπως εἶναι διαφορετική κάθε ὑπόσταση, ἔτσι θά εἶναι διαφορετική καί ἡ θέληση κάθε Θείου Προσώπου μέ ἀποτέλεσμα τρεῖς διαφορετικούς Θεούς. Ὁ Lossky, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ συντάκτης, ὡς ἐρευνητικά τίμιος καί εἰλικρινής χριστιανός ἀναφέρει ὅτι ἡ θεολογία τοῦ Προσώπου δέν ὑπάρχει στούς Πατέρες, ἐνῶ τό πιό ἐκπληκτικό εἶναι ὅτι ὁμολογεῖ τήν ἀμηχανία του μπροστά στήν πατερική ἀπόδοση τῆς θέλησης στή φύση.

 

 

Ὑπηρετώντας τήν θέση ὅτι τό πρόσωπο δέν νοεῖται ἄνευ σχέσης, περσοναλιστικά κείμενα ἀπορρίπτουν π.χ τή Φιλοκαλία, τίς εὐχές τῆς θείας Μεταλήψεως καί ἄλλα, διότι κατά τή γνώμη τῶν περσοναλιστῶν ὑπηρετοῦν μιά ἀτομιστική σωτηρία.

 

Φυσικά, οἱ περσοναλιστές, συμπεριλαμβανομένου τοῦ ρουμάνου συντάκτη, εἶναι τόσο μοιραῖα καθηλωμένοι στήν προτεραιότητα τοῦ προσώπου ἀπέναντι στή φύση, ὥστε κάθε δήλωση περί φυσικῆς θέλησης νά ἀντιμετωπίζεται ἀπό αὐτούς ὡς δυτική οὐσιοκρατία. Ἀδυνατοῦν νά ἑρμηνεύσουν ἰσορροπημένα φύση καί ὑπόσταση. Λεκτικά διαβεβαιώνουν ὅτι δέν ὑπάρχει ὑπόσταση χωρίς φύση καί τό ἀντίθετο, ἀλλά ἐν τοῖς πράγμασι μένουν καθηλωμένοι μέ τέτοιο τρόπο στήν προτεραιότητα τοῦ προσώπου, ὅπου κάθε δήλωση περί φυσικοῦ θελήματος καί φυσικῶν ἐνεργειῶν στιγματίζεται ὡς σχολαστική οὐσιοκρατία. Ὡστόσο,  ἡ φυσική καταγωγή τῆς Θείας Θέλησης δηλώνεται πολλαπλᾶ στό διάλογο τοῦ ἁγίου Μαξίμου μέ τόν Πύρρο, σέ ὅλα τά θεολογικά καί πολεμικά ἔργα τοῦ ἁγίου καί κυρίως στά ἀνθολόγια τῆς συνόδου τοῦ Λατερανοῦ (649) καί τῆς Στ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου μέ τίτλο «Περί θελημάτων φυσικῶν».

3.    Φύση καί ἀναγκαιότητα

Ἡ ταύτιση φύσης καί ἀνάγκης, δηλαδή ὅτι κάθε φυσικό γεγονός ἀποτελεῖ μιά ἀναγκαιότητα, ἐνῶ ἡ θέληση πού προέρχεται ἀπό τό πρόσωπο εἶναι ἕνα γεγονός ἐλευθερίας, χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς Ἀρειανούς γιά νά ἀποδείξουν στό Μέγα Ἀθανάσιο ὅτι ὁ Υἱός εἶναι γέννημα τῆς βουλήσεως τοῦ Πατρός, δηλαδή κτίσμα. Χρησιμοποιήθηκε ἀπό τόν Ἀπολινάριο Λαοδικείας, γιά νά ἀποδείξει ὅτι κάθε ἀνθρώπινος νοῦς εἶναι ἀναγκαῖα ἁμαρτωλός καί ἄρα ὁ Χριστός δέν εἶναι δυνατόν νά προσλάβει ἀνθρώπινο νοῦ. Χρησιμοποιήθηκε ἀπό τό Θεόδωρο Μοψουεστίας, γιά νά ἀποδείξει ὅτι ὁ Θεός δέν ἐνοικεῖ ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους οὔτε κατά τήν οὐσία του καί οὔτε κατά τήν ἐνέργειά του. Χρησιμοποιήθηκε ἀπό τόν Νεστόριο Κωνσταντινουπόλεως καί τόν Θεοδώρητο Κύρου, γιά νά ἀποδείξουν πώς ἡ καθ΄ ὑπόστασιν ἕνωσις γιά τήν ὁποία μιλοῦσε ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καταργοῦσε τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ Λόγου, συνεπῶς ἡ μόνη ἀληθινή ἕνωση Θεοῦ καί ἀνθρώπου ἦταν ἡ ταυτοβουλία τῶν δυό προσωπικῶν, ὑποστατικῶν θελημάτων τοῦ ἀνθρώπου Ἰησοῦ καί τοῦ Θεοῦ Λόγου. Χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς μονοθελῆτες, γιά νά ἀποδείξουν ὅτι ἂν ὁ Χριστός ἔχει δυό θελήματα, αὐτά θά βρίσκονται σέ ἀναγκαία ἐναντίωση μεταξύ τους καί ὅτι τό ἀνθρώπινο θά εἶναι ἁμαρτωλό, ὁπότε ὁ Χριστός πρέπει νά ἔχει ἕνα ὑποστατικό θέλημα. Ἐπίσης, χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς μονοθελῆτες, γιά νά δείξουν ὅτι ἕνα ἀνθρώπινο φυσικό θέλημα ὡς ἀναγκαῖο θά δέσμευε τή θέληση τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ὁ Χριστός θά ἔπρεπε νά ἔχει ἕνα ὑποστατικό θέλημα.

Ὁ περσοναλισμός διά τῆς ταύτισης φύσης καί ἀνάγκης, δηλαδή ὅτι κάθε φυσικό γεγονός ἀποτελεῖ μιά ἀναγκαιότητα, ἐνῶ ἡ θέληση πού προέρχεται ἀπό τό πρόσωπο εἶναι ἐκείνη πού ἐξασφαλίζει τήν ἐλευθερία, συχνά ἐπαναλαμβάνει τά ἴδια ἐπιχειρήματα μέ τά παραπάνω. Γιά τόν περσοναλισμό, ἡ ὑποστατική θέληση τοῦ Πατρός ἐξασφαλίζει τήν ἐλευθερία ἀπό ὁποιαδήποτε ἀναγκαιότητα τῆς θείας οὐσίας. Ἡ σάρκωση ἐλευθερώνει τόν Υἱό ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τῆς Θείας Φύσης του. Τό γνωμικό θέλημα τοῦ Χριστοῦ (sic) εἶναι ἐλεύθερο ἀπό κάθε ἀναγκαιότητα Θεότητας καί ἀνθρωπότητας. Καί ὅλα αὐτά, ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας καί οἱ Καππαδόκες μαρτυροῦν τόν ἀποκλεισμό κάθε ἀναγκαιότητας ἀπό τή Θεία φύση. Ἐκ παραλλήλου, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής μαρτυροῦν ὅτι κανένα κτιστό νοερό ὃν δέν εἶναι ἀναγκασμένο.

4.    Ταύτιση κτιστότητας καί ἁμαρτίας

Ἡ κτιστότητα στόν περσοναλισμό συχνά ταυτίζεται μέ τήν ἁμαρτία, μέ ἄξονα ἑρμηνείας τό Ρωμ. 7, 14-2:

«Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ὁ νόμος πνευματικός ἐστιν· ἐγὼ δὲ σαρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν. ὃ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ.  εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω τοῦτο ποιῶ, σύμφημι τῷ νόμῳ ὅτι καλός.  νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω. εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία.  εὑρίσκω ἄρα τὸν νόμον τῷ θέλοντι ἐμοὶ ποιεῖν τὸ καλόν, ὅτι ἐμοὶ τὸ κακὸν παράκειται· συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου».

 

 

Ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πράγματι ὑψηλή, ἀλλά τό ὀρθό θεμέλιο τῆς ἀξίας του ἔγκειται ἀκριβῶς στήν κτιστή διάκρισή του ἀπό τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, στή ζωή τῆς Ὁποίας καλεῖται ὡστόσο καί τήν εἰκόνα τῆς Ὁποίας ὁ ἴδιος φέρει μυστικά.

 

 

Οἱ περσοναλιστές ἐδῶ διαβάζουν τή σύγκρουση φύσεως καί προσώπου, δηλαδή τή σύγκρουση τῆς ἐγγενῶς ἁμαρτωλῆς φύσης καί τοῦ ἐλεύθερου προσώπου. Ἀντί νά διαβάζουν τόν νόμο τῆς ἁμαρτίας πού ἐνοικεῖ στούς ἀνθρώπους, διαβάζουν τήν ἁμαρτία ὡς τήν ἴδια τήν ἀνθρώπινη φύση, ἀπό τήν ὁποία πρέπει νά ἀπαλλαγοῦν. Λίαν ἀτυχῶς καί ὁ ἴδιος ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου ἐπιβεβαιώνει τοῦ λόγου τό ἀληθές λέγοντας: «Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μίλησε στούς Ρωμαίους γιά τήν σύγκρουση τοῦ «νόμου τοῦ νοῦ [mind]» καί τό «νόμο τοῦ σώματος.» Ναί, δέν χρησιμοποίησε τίς λέξεις πρόσωπο καί φύση, ἀλλά αὐτό δέν μπορεῖ κανείς νά τό ἀναμένει ἀπό ἕνα χριστιανό τοῦ πρώτου αἰῶνα οὕτως ἢ ἄλλως. Παρ’ ὅλα αὐτά, δέν εἶναι ἡ διάκρισή του μία διάκριση ἀνάμεσα στήν προσωπική ἐλευθερία καί τή φυσική νομοτέλεια [determinism];» Δηλαδή, ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας εἶναι φυσική νομοτέλεια. Τό ἐρώτημα πού ἀβίαστα γεννᾶται εἶναι: Ὁ Θεός δέν δημιουργεῖ τή φύση; Συνεπῶς, ὁ Θεός δημιουργεῖ τήν ἁμαρτία; Πόσο ἀπέχει αὐτή ἡ θεώρηση ἀπό τόν ἀπολλιναρισμό καί τίς μανιχαϊστικές του συνέπειες; Φυσικά, ὁ συντάκτης δέν εἶναι ὁ μόνος πού ἑρμηνεύει οὕτως. Εἶναι προφανές ὅτι αὐτές οἱ περσοναλιστικές μεταφορές δέν ἔχουν καμιά σχέση μέ τήν θεολογία τῶν ὀρθοδόξων πατέρων οὔτε κειμενικά, πολύ περισσότερο βέβαια οὔτε πνευματικά.

5.    Ἡ ἀπόρριψη τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης

Πέραν ἀπό τίς ἀνιστόρητες καί κειμενικά αὐθαίρετες θέσεις ἐντοπισμοῦ τῆς σχεσιακῆς ὀντολογίας τοῦ προσώπου στά πατερικά κείμενα, ἔστω καί ἔτσι – κειμενικῶς αὐθαίρετα δηλαδή – κανένα θεολογικό πρόβλημα δέν θά προέκυπτε μέ τίς συγκεκριμένες σημασιολογήσεις καί τή χρησιμοποίησή τους, ἂν δέν ὑπηρετοῦσαν τήν ἀπόρριψη τοῦ νοήματος τῶν κειμένων τῆς πατερικῆς παράδοσης. Ὑπηρετώντας τήν θέση ὅτι τό πρόσωπο δέν νοεῖται ἄνευ σχέσης, περσοναλιστικά κείμενα ἀπορρίπτουν π.χ τή Φιλοκαλία, τίς εὐχές τῆς θείας Μεταλήψεως καί ἄλλα, διότι κατά τή γνώμη τῶν περσοναλιστῶν ὑπηρετοῦν μιά ἀτομιστική σωτηρία, ἡ ὁποία δέν φανερώνει τήν ἱδρυτική συνθήκη τῆς ὀντολογίας τοῦ προσώπου, τό νά ὑπάρχει δηλαδή τό πρόσωπο σέ σχέση μέ κάποιο ἄλλο πρόσωπο. Μέ ἄλλα λόγια, κατά τούς περσοναλιστές τά κείμενα αὐτά ὄζουν μιᾶς ἀτομιστικῆς πνευματικότητας (ὅπως στήν περίπτωση τῶν γκουροῦ), ἡ ὁποία ὑπηρετεῖ τίς ὁρμέμφυτες ἀνάγκες τῆς ἐνστικτώδους θρησκευτικότητας.

6.    Ὁ παραμερισμός τοῦ ἀποφατισμοῦ καί ὁ θεολογικός αὐτοσχεδιασμός: Συνέπειες

Ἡ διαστρέβλωση τῶν πραγμάτων καί τῶν κειμένων φθάνει στό ἀποκορύφωμά της μέ τά τσιτάτα τοῦ τύπου «οἱ κριτικοί τῆς ὀντολογίας τοῦ προσώπου εἶναι ἐγκλωβισμένοι στή βαβυλώνια αἰχμαλωσία τοῦ σχολαστικισμοῦ». Ἐνῶ ἡ παράδοση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό Μ. Ἀθανάσιο, τούς Καππαδόκες, τόν ἅγιο Μάξιμο, τόν ἅγιο Συμεών τό Νέο Θεολόγο ρητῶς ἀποτρέπει κάθε διανοητική ἐνασχόληση μέ τόν τρόπο ὑπάρξεως τῶν Θείων Προσώπων, ἡ περσοναλιστική ἑρμηνευτική ἀσχολεῖται μέ τό πῶς ἀγαπῶνται τά Θεῖα Πρόσωπα μεταξύ τους, μέ τήν ψυχανάλυση τῶν Θείων Προσώπων, μέ τό γιά ποῖο λόγο ἀναγκαῖα ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός διαμέσου σχολαστικῶς κατονομασμένων σχημάτων τοῦ τύπου: χρειάζεται τό Τρίτο πρόσωπο γιά νά ὑπερβαίνεται ἡ ἐγωιστική ἀγάπη μεταξύ τῶν ἄλλων δύο Θείων Προσώπων.

 

 

Ρητῶς ἀναφέρεται, ὡς κοινός περσοναλιστικός τόπος πλέον, ὅτι τό πρωτεῖο τοῦ ἐπισκόπου ἢ κάποιων πατριαρχείων σέ σχέση μέ ἄλλα πατριαρχεῖα, ἔχει δογματική θεμελίωση στήν Ἁγία Τριάδα. Ὅλα αὐτά ἦταν ἀδιανόητες ἑρμηνεῖες μέχρι πρίν κάποιες δεκαετίες στό σύνολο τῆς παράδοσης.

 

 

Μέ αὐτόν τόν τρόπο, καταρτίζεται εὐκαίρως ἀκαίρως μιά περσοναλιστική ἀνθρωπολογία καί πρόταση ζωῆς, ἡ ὁποία παρακάμπτοντας ἀπολύτως τό σαρκωμένο παράδειγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν μιμητῶν του ἀποστόλων, μαρτύρων, ὁσίων καί ἁγίων, ἀναπαύεται μακαρίως στήν ἐλευθερία τῶν σχέσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος, κατά τήν ὁποία ἕκαστος βγάζει ὅ,τι ἀνθρωπολογικό συμπέρασμα ἐπιθυμεῖ γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή καί βολικό γιά τόν ἴδιο, ἐνῶ μέ μιά παράλληλη ἀόριστη καί ἄσαρκη (ἀπό τό Χριστό καί τούς Ἁγίους του) ἀγαπολογία κατά τά πρότυπα πάλι τῶν σχέσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος, λύνεται κάθε ἀνθρωπολογικό πρόβλημα κατά τό δοκοῦν, ὅπως ἐπίσης καί τά ἐκκλησιολογικά ζητήματα προσέγγισης τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν. Συναφῶς, ἐνίοτε σύμφωνα μέ τήν περσοναλιστική ἀντίληψη, ἕνας πιστός, πού ἀκολουθεῖ τά κείμενα τῶν Ἁγίων, τούς Ἱερούς Κανόνες καί τά θέσμια τῆς Ἐκκλησίας, κρίνεται ὡς ἠθικιστής, φαρισαῖος, γεροντόπληκτος ἢ γεροντολάγνος, ἀδυνατῶν νά κατανοήσει τό βαθύ νόημα τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας καί συρρικνούμενος στά ἀντικειμενοποιημένα σχήματα μιᾶς παρελθούσας παράδοσης. Ἀτυχῶς, τέτοια πράγματα ἔχουν εἰπωθεῖ ἀκόμα καί γιά ἀναγνωρισμένους Ἁγίους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἐν προκειμένῳ ἔχει ἐνδιαφέρον ἡ συνοδική ἀνακοίνωση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τήν ἴδια ἀκριβῶς κριτική μέ τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου στά τῆς ὀντολογίας τοῦ προσώπου (ἀγγλικό κείμενο: http://www.pravoslavie.ru/english/92464.htm, ἑλληνική μετάφραση: http://aktines.blogspot.gr/2016/05/rocor.html). Ἐκεῖ διαβάζει κανείς:

«Τά προβλήματα πού ἐμπεριέχονται στό κείμενο μέ τίτλο «ἡ Ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στόν σημερινό κόσμο» εἶναι πιό λεπτοῦ καί θεολογικοῦ χαρακτήρα… Ἡ καρδιά τοῦ προβλήματος ἔγκειται στήν ἐπίμονη, μέσα στό κείμενο, χρήση τοῦ ὅρου «ἀνθρώπινο πρόσωπο» ἀντί τῆς ὀρθῆς χρήσεως τοῦ ὅρου «ἄνθρωπος» καί στήν ἑδραίωση τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἀναφορῶν τοῦ κειμένου ἐπί ποικίλων παραλλαγῶν αὐτῆς τῆς φράσεως. Ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἀνθρώπινο πρόσωπο» γιά τόν ἄνθρωπο ἐμφανίζεται σέ ἀξιοσημείωτο βαθμό στόν Ὀρθόδοξο διάλογο μόνο ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Βλαδίμηρου Λόσκυ, (ὁ ἴδιος αὐτός ἀναγνώρισε τήν καινοτομία του στήν χρήση τοῦ ὅρου)· καί παρότι ἔχει περίπου καθιερωθεῖ στούς σύγχρονους διαλόγους, οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν συνεπεῖς στή χρήση τοῦ Γραφικοῦ καί λειτουργικοῦ ὅρου «ἄνθρωπος». Στήν Ὀρθόδοξη Γραμματεία, ὁ ὅρος «πρόσωπο» χρησιμοποιεῖται κυρίως σέ σχέση μέ τά Θεῖα Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιά νά ἐπιβεβαιώσει τή μοναδική Ὑπόσταση  τοῦ κάθε Προσώπου – τοῦ  Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος - ἀλλά ἐπίσης καί τή μοναδική ὑποστατική πραγματικότητα τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ, στόν Ὁποῖον ἡ Θεία καί ἡ ἀνθρώπινη φύση συνυπάρχουν «ἀσυγχύτως, ἀναλλοιώτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» (ὅροι της Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου). Ὁ ὅρος αὐτός δέν χρησιμοποιεῖται, σχεδόν ποτέ, γιά τό ἀνθρώπινο ὄν (στό ὁποῖο δέν ὑφίστανται τέτοιες διακρίσεις), παρεκτός ὅταν ἡ ἀναφορά στόν ἄνθρωπο γίνεται στό πλαίσιο τῆς Τριαδολογικῆς ὁρολογίας, ἀκριβῶς γιά νά καταδειχθεῖ ἡ ἀπόλυτη διάκριση ἀνάμεσα στό δημιούργημα-κτίσμα καί στό Ἄκτιστο – διότι ἂν καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι «κατ’εἰκόνα καί καθ’ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ», οὐδόλως ὁμοιάζει στήν κτιστότητά του, μέ Αὐτόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι Ἄναρχος […]

Ἡ ἐξάπλωση τῆς ἐσφαλμένης χρήσης τοῦ ὅρου «ἀνθρώπινο πρόσωπο» γιά τόν ἄνθρωπο, τά τελευταῖα 75 χρόνια, ἔχει ὁδηγήσει σέ πολλές διαστρεβλώσεις τῆς θεολογικῆς ὁρολογίας, στό πεδίο τῆς Δογματικῆς – μία ἀπό τίς πλέον ἀξιοσημείωτες εἶναι ἡ ἰδέα ὅτι ὑπάρχει «κοινωνία τῶν Θείων Προσώπων» στήν Ἁγία Τριάδα, θέση πού διατυπώνεται ρητῶς στό ἐν λόγῳ κείμενο. Οἱ ἀκριβεῖς θεολογικές συζητήσεις κατά τόν 4ο καί τόν 5ο αἰῶνα, ξεκαθάρισαν ὅτι ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἑνωμένοι σέ μιά ἀΐδιο κοινωνία οὐσίας (μέ διακριτά ὑποστατικά ἰδιώματα τῶν Τριῶν Προσώπων - τό γεννητόν τοῦ Υἱοῦ, τό ἐκπορευτόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν μοναρχία τοῦ Πατρός), καί ἐνῶ συνυπάρχουν πάντοτε σέ ἀλληλοπεριχώρηση, δέν ὑφίσταται μεταξύ τους κοινωνία τῶν Προσωπικῶν (ὑποστατικῶν) Ἰδιωμάτων τους. Ἡ λανθασμένη χρήση τοῦ ὅρου «ἀνθρώπινο πρόσωπο», γιά τόν ἄνθρωπο, ὡστόσο, ἔχει ὁδηγήσει σέ θεωρήσεις, οἱ ὁποῖες ἐκλαμβάνουν τήν κοινωνία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὡς ἐφαρμογή τῆς φύσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τρόπο ἀντίθετο στή σαφῆ διδασκαλία τῶν (θεοφόρων) Πατέρων καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἐπί πλέον, τέτοια λανθασμένη ὁρολογία περί τῆς Ἁγίας Τριάδος δημιουργεῖ νέα ἀνθρωπολογικά προβλήματα, τά ὁποῖα προκύπτουν ἀπό μία θεώρηση «τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» «ὡς κοινωνίαν προσώπων ἀντανακλώντων κατά χάριν διά τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τήν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι ζωήν καί κοινωνίαν ταῶν Θείων Προσώπων» (ἄρθ. 2.α – μία ἀπό τίς πλέον προβληματικές φράσεις τοῦ κειμένου). Παρότι εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου (ἡ θεματική τοῦ ἄρθρου 2), εἶναι δωρεά πού ἐκπορεύεται ἀπό τό γεγονός, ὅτι αὐτός ἔχει δημιουργηθεῖ «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ, ἐντούτοις οὔτε ἡ ζωή του στήν εὐρύτερη κοινωνία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, οὔτε ἡ ἐλευθερία  πού ἀσκεῖ ἐντός αὐτῆς, εἶναι συγκρίσιμες μέ τήν ἐλευθερία τῶν Θείων Προσώπων, ἡ ὁποία ἐκφράζεται στήν αἰώνια ἀλληλοπεριχώρησή τους […]

 

 

Λεκτικά διαβεβαιώνουν ὅτι δέν ὑπάρχει ὑπόσταση χωρίς φύση καί τό ἀντίθετο, ἀλλά ἐν τοῖς πράγμασι μένουν καθηλωμένοι μέ τέτοιο τρόπο στήν προτεραιότητα τοῦ προσώπου, ὅπου κάθε δήλωση περί φυσικοῦ θελήματος καί φυσικῶν ἐνεργειῶν στιγματίζεται ὡς σχολαστική οὐσιοκρατία.

 

 

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσδιορίζεται, ἐσφαλμένα, ὡς ἀνθρώπινο πρόσωπο, τό ὁποῖο ἀντανακλᾶ μιά λανθασμένη ἀντίληψη περί μιᾶς «κοινωνίας τῶν Θείων Προσώπων" στήν Ἁγία Τριάδα, τότε ἡ «ὑψηλή ἀξία» του θεωρεῖται κατ’ ἀνάγκην μέ ἀνακριβεῖς ὅρους. Ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πράγματι ὑψηλή, ἀλλά τό ὀρθό θεμέλιο τῆς ἀξίας του ἔγκειται ἀκριβῶς στήν κτιστή διάκρισή του ἀπό τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, στή ζωή τῆς Ὁποίας καλεῖται ὡστόσο καί τήν εἰκόνα τῆς Ὁποίας ὁ ἴδιος φέρει μυστικά, κάτι πού τόν καθιστᾶ μοναδικό σέ ὅλη τήν κτίση, καθότι αὐτός μπορεῖ νά φθάσει στήν ὁμοίωση μέ τόν Θεό, μέσω τῆς (κατά χάριν) θεοποίησης τῆς φύσεώς του.

Ἡ φράση «ἀνθρώπινο πρόσωπο» θά ἔπρεπε νά ἀντικατασταθεῖ σέ ὅλη τήν ἔκταση τοῦ κειμένου μέ τόν πιό ἱκανοποιητικό ὅρο "ἄνθρωπος", εἰδικά σέ φράσεις-κλειδιά ὅπως «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου».

 

7.    Ἡ περίπτωση τοῦ πρωτείου στόν περσοναλισμό

Ἔχοντας καταργήσει ἢ καλύτερα ἀνασημασιολογήσει τήν ἔννοια τοῦ ἀποφατισμοῦ στήν πατερική παράδοση, οἱ περσοναλιστές, διαμέσου ἀρειανικῆς ἐπιχειρηματολογίας, ἀφοῦ κατοχυρώσουν μιά ἐντελῶς ἀστήρικτη – κειμενικά – ἔννοια πρωτείου στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Πατρός (ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται ἐσχάτως καί ἀπό μουσουλμάνους γιά νά κατοχυρώσουν τή μονοθεΐα τοῦ Πατρός καί τήν ἄρνηση τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδή χρησιμοποιοῦν κείμενα Ὀρθοδόξων, γιά νά ἀποδείξουν τήν ἀνυπαρξία τῆς Ἁγίας Τριάδος), στή συνέχεια μεταφέρουν αὐτή τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐπί τῶν ἄλλων δυό Θείων ὑποστάσεων στόν ἐπίσκοπο, γιά νά κατοχυρώσουν ἕνα ὅλως ἰδιότυπο πρωτεῖο τοῦ ἐπισκόπου καί τῆς τάξης τῶν πατριαρχείων στήν Ἐκκλησία. Ρητῶς ἀναφέρεται, ὡς κοινός περσοναλιστικός τόπος πλέον, ὅτι τό πρωτεῖο τοῦ ἐπισκόπου ἢ κάποιων πατριαρχείων σέ σχέση μέ ἄλλα πατριαρχεῖα, ἔχει δογματική θεμελίωση στήν Ἁγία Τριάδα. Ὅλα αὐτά ἦταν ἀδιανόητες ἑρμηνεῖες μέχρι πρίν κάποιες δεκαετίες στό σύνολο τῆς παράδοσης.

Ἐπιλογικά

Ἐπιλογικό ἐρώτημα: Δέν εἶναι προφανές ὅτι μιά συνοδική κατοχύρωση αὐτῆς τῆς ὁρολογίας ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, θά κατοχυρώσει αὐτές τίς τοὐλάχιστον ἀντί-παραδοσιακές ἑρμηνεῖες; Ἂν ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου κάκιστα ἀγνοεῖ ὅλα τά παραπάνω, δέν μπορεῖ νά  χαρακτηρίζει τήν κριτική τους ὡς «παιχνίδι θρόνων». Ἂν ἀγνοεῖ τήν κριτική τῆς ὀντολογίας τοῦ προσώπου, ὡς ἐπαγγελματίας ἀκαδημαϊκός ἂς ἀναζητήσει τή βιβλιογραφία τῶν ὁμοτέχνων του. Κυριότατα, ὅμως, ὠς  ἱερέας ἂς ἀναλογιστεῖ τήν εὐθύνη του καί ἂς μελετήσει μέ σοβαρότητα τά κείμενα τῆς παράδοσης πού κλήθηκε νά ὑπηρετήσει.

Καταληκτικό Ὑστερόγραφο: Τραγική ἐντύπωση προκαλεῖ ἡ προσφυγῆ τοῦ συντάκτη στόν Ρουμάνο κεκοιμημένο γέροντα πατέρα Arsenie Papacioc. Ἂς ἀναζητήσει ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος στό διαδίκτυο  τίς βιντεοσκοπημένες θέσεις τοῦ Ρουμάνου πατρός γιά τήν οἰκουμενική κίνηση, τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου, τίς προϋποθέσεις τῶν ἐκκλησιαστικῶν διαλόγων καί ἂς τίς συγκρίνει μέ τό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ὅπως ἐπίσης καί μέ τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου, ὅπως ἀναπτύσσεται στόν ὀρθόδοξο θεολογικό περσοναλισμό. Ἐκεῖ ἴσως ἀνακαλύψει ὅτι ἡ λογομαχία δέν εἶναι γιά τίς λέξεις, ἀλλά γιά τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.-

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.