• Αρχική
  • Τεῦχος 241 - Αὔγουστος 2016
  • Κωνσταντίνου Π. Χαραλαμπίδη: Ἡ ἀνθρώπινη καρδιά καί οἱ καρδιές τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου στήν Χριστιανική Εἰκονογραφία

Κωνσταντίνου Π. Χαραλαμπίδη: Ἡ ἀνθρώπινη καρδιά καί οἱ καρδιές τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου στήν Χριστιανική Εἰκονογραφία

τοῦ Κωνσταντίνου Π. Χαραλαμπίδη, Ὁμ. Καθηγητοῦ ΑΠΘ

Στό τεῦχος 220 ἔτος ΙΘ΄, Νοέμβριος 2014, τῆς μηνιαίας ἔκδοσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», σσ 7 καί 12, φιλοξενεῖται ἄρθρο τοῦ πανεπιστημιακοῦ συναδέλφου καί ἀντεπιστέλλοντος μέλους τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν κ. Ἀντωνίου-Αἰμιλίου Ταχιάου μέ τίτλο «ἡ περί καρδίας ἀντίληψη στήν βυζαντινή πνευματικότητα». Μέ ἀφορμή αὐτή τήν δημοσίευση ὁ ὑποφαινόμενος, ὡς ἱστορικός τῆς βυζαντινῆς τέχνης καί γνώστης τῆς δυτικῆς, ἐπιθυμεῖ νά προσθέσει ἕναν ἄλλο σπουδαῖο σπόνδυλο στό θέμα αὐτό πού ἀφορᾶ τήν χριστιανική εἰκονογραφία.

Τό ζωτικότατο ἀνθρώπινο ὄργανο τῆς καρδιᾶς, κέντρο ὀρθῆς ἐπιβίωσης καί συναισθηματικῆς λειτουργίας μέ τόσες φιλολογικές, φιλοσοφικές, βιβλικές, πατερικές, λειτουργικές καί ὑμνολογκιές ἀναφορές καί μέ ἕναν συμβολισμό στόν προχριστιανικό καθημερινό βίο πού κληρονομήθηκε καί στόν χριστιανικό, συνιστᾶ κέντρο ἀναφορᾶς ἔκφρασης, αἰσθημάτων, ἐκτίμησης, ὑπολογισμοῦ, παρατήρησης, ἀπόφασης καί τόσων ἄλλων διαχρονικά, ἀπό τόν ἄνθρωπο τῶν σπηλαίων μέχρι καί τόν σημερινό τῆς ἠλεκτρονικῆς ἐποχῆς. Γνωστοί εἶναι οἱ χαρακτηρισμοί τῆς καρδιᾶς τῆς πόλης ( centrum historicum), τῆς καρδιᾶς τοῦ χειμώνα (περίοδος ἸανουαρίοΚωνσταντίνου Π. Χαραλαμπίδη: Ἡ ἀνθρώπινη καρδιά καί οἱ καρδιές τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου στήν Χριστιανική Εἰκονογραφίαυ-Φεβρουαρίου), τῆς καρδιᾶς τῆς νύκτας (μεσάνυκτα), τῆς καρδιᾶς τοῦ προβλήματος (ὁ πυρήνας αὐτοῦ), τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀθλητισμοῦ (τό κεντρικό σημεῖο), τῆς καρδιᾶς τοῦ μαρουλιοῦ (τό τρυφερότερο μέρος) καί τόσοι ἄλλοι ἀναφερόμενοι στήν ἕδρα τῶν παρορμητικῶν συναισθημάτων καί τῶν συγκινησιακῶν ἀντιδράσεων, στίς ἔννοιες θάρρους, ὑπομονῆς, ἐπιθυμίας, εἰλικρίνειας καί ἄλλων παρεμφερῶν.

Παρά τήν μεγάλη γλωσσική, νοηματική, συμβολική καί ἐμβληματική χρήση τοῦ ὅρου «ἡ καρδιά» στήν καθημερινή πρακτική καί στήν λαϊκή ἔκφραση, ὅμως ἀπουσιάζει ἡ εἰκονογραφική ἀπόδοσή της στόν χῶρο τῆς θρησκευτικῆς τέχνης τῆς Ἀνατολῆς. Βέβαια, παρατηρεῖ κανείς στήν προχριστιανική καί μεταχριστιανική διακοσμητική παράδοση, μεταξύ τόσων ἄλλων φυτικῶν, ζωϊκῶν καί γεωμετρικῶν παραστάσεων, τήν ἀπεικόνιση καρδιόσχημων ἀντικειμένων σέ ἐπιδαπέδια καί ἐπιτοίχια ζωγραφικά καί ψηφιδωτά ἔργα ποικίλων εἰκονογραφικῶν θεμάτων. Τό ἴδιο γίνεται καί στήν τέχνη τῶν ἀγγείων, τῶν λυχνιῶν, τῶν πίθων, τῶν ἐπίπλων, τῶν λειτουργικῶν σκευῶν καί τόσων ἄλλων ἀντικειμένων καθημερινῆς ἀνθρώπινης χρήσης (ἀντικείμενα μικροτεχνίας) γιά διακοσμητικούς ἤ καί συμβολικούς λόγους. Εὐρείας χρήσης παλαιόθεν εἶναι καί οἱ παραστάσεις καρδιᾶς τρυπημένης μέ βέλος καί τῆς χάραξης τῶν ἀρχικῶν γραμμάτων ἤ καί ὁλόκληρων τῶν ὀνομάτων τῶν ἐρωτευμένων ἑτεροφύλων προσώπων πού ἐκφράζουν τό ἀνθρώπινο ἐρωτικό πάθος τους.

Ἡ ἀρχαία ἑνωμένη Ἐκκλησία ποτέ δέν αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη ἀπεικόνισης τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς ἤ ἄλλων ὀργάνων τοῦ ἀνθρώπινου σώματος ἤ περισσότερο ἀκόμη τῆς καρδιᾶς τοῦ ἱδρυτῆ της Θεανθρώπου Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου Μαρίας, μή ἐνδιαφερόμενη γιά τίς σωματικές αὐτές καί ὀργανικές λεπτομέρεις τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας ἦταν πάντοτε ὁ συμβολικός γιά ὅλα τά πλάσματα καί τά κτίσματα τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ μέχρι τήν εἰρήνευση αὐτῆς μέ τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων τοῦ 313 καί κατόπιν ὁ ἱστορικός, δογματικός καί ὁ λειτουργικός ἱστορώντας τίς θεῖες προσωπικότητες καί ὄχι τά σαρκικά μέλη καί τά ἀνθρώπινα ὄργανα, ἐκφράζοντας τίς δογματικές ἀποφάσεις τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί λειτουργώντας στήν ἐμπέδωση τῶν διδασκομένων θεωρητικά μέ τό λόγο καί τή γραφίδα καί ἀπεικονιζομένων πρακτικά στούς τοίχους ἤ ὅπου ἀλλοῦ τῶν λατρευτικῶν χώρων μέ ὑλικά μέσα τό χρῶμα, τήν ψηφίδα ἤ ὅ,τι ἄλλο παρεμφερές. Τό ἴδιο ἔγινε καί παγιώθηκε σέ ὅλη τή βυζαντινή περίοδο μέχρι τό 1453 καί κατόπιν στήν μεταβυζαντινή, μέχρι καί σήμερα στήν νεοβυζαντινή.

Ἡ δυτική θεολογική σκέψη ἀποβλέποντας σέ μιά περισσότερο ἀνθρώπινη καί ὑλική ἱκανοποίηση, σέ μιά λογική ἀπάντηση στά ζητήματα δόγματος καί λατρείας, ἀξιοποίησε αὐτήν τήν φυσιοκρατική καί λογοκρατική ἀντίληψή της γιά τήν ἀπεικόνιση ὄχι μόνο τῆς θείας καί ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά προχώρησε καί στήν παράσταση λειτουργικῶν λεπτομερειῶν καί ἐκφράσεων τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Τριαδικῆς Θεότητας, ὅπως καί σέ ἄλλα πρόσωπα, τῆς Θεοτόκου καί τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἐξηγεῖται τό εἰκονογραφικό θέμα τῆς καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ ( cor Christi, cuore di Christi, Coeur du Christ κ.λ.π.) ἤ τῆς καρδιᾶς τῆς Μαρίας (Θεοτόκου) (cor Mariae, cuore di Maria, Coeur de Marie κ.λ.π.)

Ἡ τέχνη τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας μέ βάση τήν παλαιοδιαθηκική διδασκαλία (π.χ. Γ΄ Βασιλειῶν, 3,12. Παροιμίαι, 3,4. Δανιήλ, 2,30), τήν καινοδιαθηκική (π.χ. Ματθαίου, 5,8. Μάρκου, 6, 52. Ρωμαίους 1, 21,24, Φλιππησίους 4,7) περί τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἕδρας τῆς φυσικῆς καί τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς ἀγάπης, τήν λειτουργική παράδοση (sursum corda- ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας στό ἀνατολικό τυπικό), τήν πατερική (π.χ. ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου, ὅτι ἡ καρδιά εἶναι τό σύμβολο τοῦ θείου καταγωγίου (καταλύματος, καταφυγίου)) καί τῆς μεσαιωνικῆς ἐμπειρίας τῶν μυστικῶν, ἀποτύπωσε μέ διάφορα ἔργα ζωγραφικῆς, γλυπτικῆς, χαρακτικῆς καί ἄλλα τήν συμβολική καί ἀλληγορική ἔννοια τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, προσωποποιημένων ἀρετῶν ἤ κακῶν, ἄλλων φυσικῶν προσώπων καί βέβαια τῆς καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς καρδιᾶς τῆς Θεοτόκου, ὅπως θά ἀναφερθοῦμε ἀμέσως.

Ἡ ἀρχαία ἑνωμένη Ἐκκλησία ποτέ δέν αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη ἀπεικόνισης τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς ἤ ἄλλων ὀργάνων τοῦ ἀνθρώπινου σώματος ἤ περισσότερο ἀκόμη τῆς καρδιᾶς τοῦ ἱδρυτῆ της Θεανθρώπου Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου Μαρίας, μή ἐνδιαφερόμενη γιά τίς σωματικές αὐτές καί ὀργανικές λεπτομέρεις τοῦ ἀνθρώπου.

 

 

Στό παρεκκλήσιο τῆς Arena (ὑπόλοιπα ρωμαϊκοῦ ἀμφιθεάτρου τοῦ Α΄ αἰ. μ.Χ) ἤ μέ τήν ὀνομασία τῶν Scrovegni στήν βορειοϊταλική πόλη Padova, ἤ παράσταση τῆς Caritas (Ἀγάπης), μέ ρωμαϊκό γυψοκονίαμα (stucco romano), συμπεριλαμβανόμενη σέ μιά σειρά δεκατεσσάρων ἀλληγορικῶν ἀπεικονίσεων τῶν ἀρετῶν καί τῶν κακῶν (ψυχομαχία), ὡς προσωποποιημένη γυναίκα, φέρει ἀνθρώπινη καρδιά στό ὑψωμένο δεξιό χέρι, τήν ὁποία λαμβάνει ἀπό τόν Θεό καί σέ Αὐτόν συγχρόνως τήν παραδίδει. Πρόκειται γιά ἔργο τοῦ Ἰταλοῦ ζωγράφου καί ἀρχιτέκτονα Giotto di Bondone (περίπου 1266-1337), τῆς πρώτης δεκαετίας τοῦ ΙΔ΄ αἰ.

Κωνσταντίνου Π. Χαραλαμπίδη: Ἡ ἀνθρώπινη καρδιά καί οἱ καρδιές τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου στήν Χριστιανική ΕἰκονογραφίαΠροσωποποιήσεις ἐκτός τῆς Ἀγάπης, ὅπως τῆς Φιλίας (Amicitia), τῆς Προσευχῆς (Oratio), τῆς Ὁμόνοιας (Concordia) καί ἄλλων ὑπαρξιακῶν ἐννοιῶν συναντᾶ κανείς σέ καλλιτεχνικά ἔργα τοῦ ὕφους μπαρόκ, στά ὁποῖα ἡ ἀνθρώπινη καρδιά ἀποτελεῖ εἰκονογραφική λεπτομέρεια. Ἡ Ζηλοτυπία (Φθόνος, Invidia) ὡς δύσμορφη γυναίκα μέ τήν ἀλλόκοτη καρδιά της καταβροχθιζόμενη ἀπεικονίζεται σέ πινακίδιο τοῦ Ἐθνικοῦ Γερμανικοῦ Μουσείου τῆς Νυρεμβέργης, τῶν μέσων τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ. Ὡς ἀλληγορικό ἔμβλημα ἡ καρδιά παριστᾶ τήν Φιληδονία ( Voluptatis amor) καί Πλεονεξία (Aviditas) τοῦ ἀνθρώπου σέ ὑστερογοτθική παράσταση τῶν δέκα ἐντολῶν. Ἡ ἁμαρτωλή ἀνθρώπινη καρδιά, κατά τόν ΙΖ΄ καί ΙΗ΄ αἰ. εἶναι πρό πάντων θέμα πολλῶν θρησκευτικῶν ἐμβληματικῶν συμβολικῶν καί ἐποικοδομητικῶν βιβλίων γραμμένων ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἀπό Ἰησουΐτες μοναχούς καί βρίσκεται περισσότερο ὡς ἐμβληματικό θέμα σέ ἀπεικονίσεις προσευχομένων καί σέ διακοσμήσεις μνημείων. Ἡ καρδιά συνιστᾶ ἀρεστό θέμα τοῦ θρησκευτικοῦ τάγματος τῶν Καρμηλιτανῶν μοναχῶν μέ ἀντιπροσωπευτικά παραδείγματα τά «Βιβλία τῆς ψυχῆς», τῆς ἡγουμένης Isabella τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν Κολωνία τῆς Γερμανίας, τῶν ἐτῶν 1640-1650, ὡς τήν ἀπεικόνιση καρδιᾶς στήν πρόσοψη τῆς ἐκκλησίας τῶν Καρμηλιτανῶν, στήν ὡς ἄνω γερμανική πόλη τοῦ 1716.

Στήν τέχνη τοῦ μπαρόκ ἰδιαίτερα ἀνήκουν παραδείγματα ἁγίων μέ χαρακτηριστικό γνώρισμά τους τήν καρδιά, ὅπως ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος καί ἡ ἁγία Μπριτζίντα τῆς Σουηδίας. Ἡ καρδιά χαρακτηρίζεται ὡς φλογερή καί ἀκτινοβολοῦσα (ἀγάπη στόν Θεό) ἤ μέ βέλος διατρυπημένη (θεϊκή ἀγάπη, προδρομική, θά λέγαμε, εἰκονογραφική μορφή τῶν πολύ μεταγενεστέρων ἐρωτικῶν συμβόλων πού εἴδαμε παραπάνω) ἤ μέσω ἰδεολογικῶν-ἐννοιολογικῶν σημείων τοῦ Χριστοῦ (σταυρός, μονόγραμμα). Ἡ μυστική θεϊκή ἕνωση τῆς ἁγίας Θηρεσίας τῆς Avila, γίνεται κατανοητή σέ πολλές παραστάσεις μέσω τῆς καρδιᾶς καί τοῦ βέλους. Ἀργυρές καί χρυσές καρδιές χρονολογούμενες μεταξύ ΙΣΤ΄ καί ΙΘ΄ αἰ. πολύ ἐκτιμώμενες ἀπό τόν λαό, ἀποτελοῦν προσφορές του στόν Χριστό καί στήν Θεοτόκο, ὅπως π.χ. στόν καθεδρικό ναό Notre Dame au Pilier (ἡ Κυρία μας- Θεοτόκος-στόν Στύλο) τῆς γαλλικῆς πόλης Chartres. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον προκαλοῦν οἱ λατρευτικές  τιμές στήν θρησκευτική τελετή γιά τίς καρδιές τῶν νεκρῶν στούς ἡγεμονικούς (δυναστειῶν) οἴκους τῆς Val-de-Grase (κοιλάδα τῆς Χάριτος) στό Παρίσι, τῆς ἐκκλησίας-μετοχίου- τῶν Αὐγουστινιανῶν μοναχῶν στήν Βιέννη καί τῆς βαυαρικῆς πόλης Altotting.

Ἡ δυτική διδασκαλία γιά τήν καρδιά τοῦ Χριστοῦ ὀφείλεται στήν ἀνάπτυξη καί στήν ἐμπέδωση τῶν θρησκευτικῶν ἰδεῶν καί παραστάσεων ἀπό τούς λεγόμενους Μυστικούς (1250–1350). Ἀργότερα ὁρισμένα Θεολογικά ἔργα, λειτουργικά τυπικά (π. χ. Officium cordis Christi ) γιά τό θέμα αὐτό καί τά ὁράματα τῆς Marie Marguerite Alacogue (1673 – 1675), μοναχῆς, μυστικῆς, μέ τόν Χριστό, τήν Θεοτόκο, τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους, καταγόμενης ἀπό τή γαλλική Βουργουνδία, ἀπέβησαν τά ἀποφασιστικά μέσα γιά τήν πραγματοποίηση τῆς τιμητικῆς αὐτῆς ἐκδήλωσης γιά τήν καρδιά τοῦ Χριστοῦ.  Παπικές ἀποφάσεις τοῦ ΙΗ΄καί τοῦ ΙΘ΄αἰ. ἐπικύρωσαν τήν θρησκευτική αὐτή ἑορτή.

Ὡς εἰκονογραφικό θέμα ἡ καρδιά τοῦ Χριστοῦ, κατ’ ἀρχάς στήν Γερμανία τοῦ ΙΕ΄αἰ., καθορίζεται ὡς σύμβολο τοῦ ἀγαπώμενου καί πάσχοντα Σωτήρα Χριστοῦ. Μέ τίς σκηνές τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μέ τήν τιμή τῆς ἁγίας λόγχης καί τῆς πληγῆς τοῦ Χριστοῦ συνδέεται τό ὑπόψη θέμα ἤ ἀκόμη τά Arma Christi (ὄργανα τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ). Ὡς παραδείγματα σχολιάζονται ὁ πίνακας τοῦ Κανόνα ἑνός λειτουργικοῦ βιβλίου (missale) τῶν Αὐγουστινιανῶν μοναχῶν, στή Βιβλιοθήκη τοῦ Σεμιναρίου γιά τούς κληρικούς, στήν Κολωνία, τοῦ 1436, ὅπου ἐμφανίζεται ἡ καρδιά τοῦ Χριστοῦ μέ τό μεγάλο τραῦμα πρό τῶν δοκῶν τοῦ σταυροῦ, περιβαλλόμενη ἀπό τά Arma Christi. Σέ ζωγραφική παράσταση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στόν ἐνοριακό ναό τοῦ Mellaun, τοῦ νότιου Τυρόλου τῆς Αὐστρίας, τοῦ 1464, ἀναγνωρίζονται ἡ διατρυπημένη ἀπό τή λόγχη καρδιά τοῦ Χριστοῦ στό σταυρό, φερόμενη ἀπό ἄγγελο, οἱ τρεῖς ἧλοι (καρφιά) καί ἄλλα Arma Christi. Ἡ καρδιά τοῦ Χριστοῦ ὡς παιδιοῦ ἀπεικονίζεται σέ ξυλόγλυπτο ἔργο τοῦ 1492 μέ τήν ἐπιγραφή σέ ἑλληνική μετάφραση «Στήν καρδιά τοῦ πατέρα μου βρῆκα αὐτούς τούς πόνους». Μιά μοναδική παράσταση σέ χαλκογραφία τοῦ μουσείου χαλκογραφιῶν στό Βερολίνο, τοῦ 1467 ἐμφανίζει τόν Χριστό ὡς παιδί ἐντός σχηματοποιημένης καρδιᾶς, στερεωμένης στήν κάθετη δοκό σταυροῦ, περιβαλλόμενου ἀπό δενδρύλλια ροδιᾶς, ἐπί τῶν ὁποίων  κάθονται ἤ στέκονται τέσσερις πτερωτοί γυμνοί ἐρωτιδεῖς. Περιελισσόμενη ταινία μέ κείμενο στή γοτθική γραφή περιθέει τήν ὅλη αὐτή συμβολική σύνθετη ἀπεικόνιση. Ἀκόμη περισσότερο σύνθετη καί εὑρηματική εἶναι ἡ σχετική παράσταση τοῦ γερμανοῦ ζωγράφου, χαράκτη καί εἰκονογράφου βιβλίων  Lucas Cranach (1472 – 1553), ἔργο τοῦ 1505, ὅπου συναπεικονίζεται ἡ καρδιά τοῦ Χριστοῦ μέ φλόγες καί στεφάνι ὑπεράνω τῆς καρδιᾶς. Πρόκειται γιά μιά προδρομική σκηνή ἀπόδοσης λατρευτικῶν τιμῶν στήν καρδιά τοῦ Χριστοῦ. Ἡ καρδιά εἶναι μεγάλων διαστάσεων, καλά σχεδιασμένη, ἐπάνω σέ ἕνα οἰκόσημο, φερόμενο ἀπό τέσσερις ἀγγέλους. Ἐντός τῆς καρδιᾶς ἀπεικονίζεται ὁ σταυρός σέ σχῆμα τοῦ μυστικοῦ  Τ  μέ τόν σταυρωμένο Χριστό. Στό κάτω μέρος τῆς παράστασης μέσα σέ ἕνα τοπίο μέ τυπικά γερμανικά φυσιογνωμικά στοιχεῖα διακρίνονται προσευχόμενοι γονυπετεῖς ἡ Θεοτόκος, ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί δύο ἅγιοι προστάτες κατά τῶν λοιμῶν.

 

 

Ἡ δυτική θεολογική σκέψη ἀποβλέποντας σέ μιά περισσότερο ἀνθρώπινη καί ὑλική ἱκανοποίηση, σέ μιά λογική ἀπάντηση στά ζητήματα δόγματος καί λατρείας, ἀξιοποίησε αὐτήν τήν φυσιοκρατική καί λογοκρατική ἀντίληψή της γιά τήν ἀπεικόνιση ὄχι μόνο τῆς θείας καί ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ.

 

 

 

 

Κατά τόν ΙΖ΄αἰ. ἕως τόν ΙΘ΄αἰ. παρατηρεῖται συχνά σέ παραστάσεις ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού ὑποδεικνύει τή θεϊκή φλογώδη καρδιά Του.  Ὁ εἰκονογραφικός τύπος τοῦ ΙΗ΄αἰ. χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀπεικόνιση τῆς καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ μέσω τῆς χαίνουσας, τῆς αἱμάσσουσας πλευρικῆς πληγῆς καί μέσω ἑνός, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, μέ τή μορφή χοάνης, ἀνοίγματος σέ αὐτήν, ἀπό τήν ὁποία ἀναδύονται κάποιες πύρινες φλόγες καί ὁ σταυρός. Στόν ΙΗ΄αἰ. σημειώνεται ἡ εἰκονογραφική συνήθεια ὕπαρξης τῆς καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ, ὅπως σέ προκαλύμματα (antependia) ἁγίων Τραπεζῶν καί σέ κιβώρια αὐτῶν. Ὡς παράδειγμα μνημονεύεται ἡ στηθαία μορφή τοῦ Χριστοῦ στόν ἐνοριακό ναό τῆς μονῆς Βενεδικτίνων Tegernsee (  ἀπό τοῦ Η΄αἰ. μέ προστάτη τόν ἅγιο Κουϊρίνο (sanctus Quirinus)) στή γερμανική περιοχή τῆς Ἄνω Βαυαρίας, τῶν μέσων τοῦ ΙΗ΄αἰ., ὅπου ὁ Χριστός καταδεικνύει τήν καρδιά Του, εἰκονιζομένη μέσα σέ δόξα (gloria , mandorla) πρό τοῦ στήθους Του. Ἀκόμη ἀναφέρεται ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἰδιωτικῆς συλλογῆς, τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ ΙΗ΄αἰ., στό ὁποῖο, ἐνῶ ὁ Χριστός καταδεικνύει τήν ὑπεράνω αὐτοῦ ἐμφανιζομένη καρδιά Του, ἄγγελος ὁδηγεῖ παιδί (ἀπεικόνιση ψυχῆς)  καί ὁ Θεός –Πατήρ καί τό ἅγιο Πνεῦμα ὡς περιστέρι παρίστανται ἐπάνω ἀπό τήν καρδιά Του. Στήν ὄψιμη περίοδο τοῦ ΙΖ΄αἰ. καί πρῶτο τρίτο τοῦ ΙΗ΄αἰ. ἡ καρδιά τοῦ Χριστοῦ προορίζεται γιά τό ἀρτοφόριο (ostensorium) και τά δισκοπότηρα τῆς Θείας Εὐχαριστίας μέ συμβολική ἔξαρση τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ καί τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Μερικές φορές λείψανα τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ παρουσιάζονται σέ εἰδικά καρδιόσχημα κιβώτια, ὅπως π.χ. ἡ λειψανοθήκη τοῦ ἁγίου αἵματος τῆς γερμανικῆς πόλης Weissenau, τοῦ 1737. Ζωγραφικός πίνακας στήν ἐκκλησία τῶν Καρμηλιτανῶν τῆς Λισαβώνας, πορτογαλικῆς πρωτεύουσας, τοῦ 1780, ἀπεικονίζει τή λατρευτική τιμή πρός τήν καρδιά τοῦ Χριστοῦ μέσω τῶν τεσσάρων σημείων τοῦ ὁρίζοντα. Ἡ παράσταση τοῦ καρδιοφόρου (πρβλ. τούς κεφαλοφόρους μάρτυρες καί τούς ὀφθαλμοφόρους μάρτυρες ἐπίσης τῶν ρωμαϊκῶν διωγμῶν) Χριστοῦ ἀπαγορεύεται ἀπό τήν ἐπίσημη λειτουργική παράδοση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἐπιτρέπονται ἀπεικονίσεις Αὐτοῦ μέ τήν καρδιά Του πρό τοῦ στήθους Του ἤ μέ τήν ἀκτινοβολοῦσα τραυματισμένη πλευρά.

Ἐπίσης γιά τήν τιμητική προσκύνηση τῆς καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἀφιερωθεῖ στήν δυτική Εὐρώπη ἐκκλησίες μέ τήν ἀντίστοιχη ὀνομασία. Μερικοί τέτοιοι ναοί εἶναι π.χ. τοῦ Sacro Cmore di Gesu (Ἱερά καρδία τοῦ Ἰησοῦ), γοτθικῆς τέχνης, ἐντός τῶν τειχῶν τῆς Ρώμης ἤ ἀκόμη στήν ἴδια πόλη τοῦ Sacro Cuore del Suffragio (Ἱερά Καρδιά τῆς Βοήθειας –παράκλησης), πλησίον τοῦ Μεγάρου τῆς Δικαιοσύνης, κατά μῆκος τοῦ ποταμοῦ Τίβερη, γοτθικῆς τέχνης, τοῦ 1890.  Ἀκόμη στή γαλλική πρωτεύουσα, στό Παρίσι, εἶναι πολύ γνωστός ὁ ναός Sacre Coeur (Ἱερά Καρδία). Πρόκειται γιά βασιλική στή Montmartre μέ ἔναρξη ἀνοικοδόμησης τό 1875 καί ἀποτελείωση τό 1914. Ἐπιβλητικά μέρη τοῦ ναοῦ εἶναι ὁ τροῦλος ὕψους ὀγδόντα μέτρων καί τό κωδωνοστάσιο ἑκατό μέτρων. Μερικές φερώνυμες ἐκκλησίες ἔχουν πλούσιο θεματικό ἐμβληματικό τοιχογραφικό διάκοσμο, ὅπως ἡ κολλεγιακή ἐκκλησία τῆς Καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ στή βαυαρική πόλη τῆς Γερμανίας Eichstatt μέ τοιχογραφίες τοῦ 1721. Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγεται ἡ προσωποποίηση τῶν τεσσάρων σημείων τοῦ ὁρίζοντα πού φέρουν τήν καρδιά στό χέρι καί ἡ προσφορά τῆς καρδιᾶς τῶν ἀνθρώπων πού γίνεται σαφής μέσω ἑνός ὀστράκου μέ φλογώδη καρδιά. Τέσσερα ἐμβλήματα συνοδεύουν τήν κύρια ἀπεικόνιση.

Τό εἰκονογραφικό θέμα τῆς καρδιᾶς τῆς Θεοτόκου, τοῦ πλέον προσφιλοῦς γυναικείου θείου προσώπου στή Χριστιανική Ἐκκλησία, μέ ὅλη τή μακρά καί πυκνή πνευματική παράδοση στό δογματικό, στό λατρευτικό καί στό ἠθικό πεδίο εἶχε ἐγκαίρως καί τήν εἰκονογραφική ἐφαρμογή του σέ καλλιτεχνικά ἔργα, ἤδη ἀπό τόν ΙΔ΄αἰ. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρεται ὁ κώδικας «Miracles de Notre Dame» (Θαύματα τῆς Θεοτόκου), ἀποκείμενος στήν Ἐθνική Βιβλιοθήκη στό Παρίσι, νέα γαλλικά ἀποκτήματα, ἀριθ’ 24541, φ. 234 τῶν μέσων τοῦ ΙΔ΄αἰ. Στήν ὑπόψη μικρογραφία ἕνας πρίγκηπας γονυπετεῖ ἔμπροσθεν τῆς ἔνθρονης Θεοτόκου μέ τό παιδί –Χριστός στήν ἀγκαλιά της, ἐνῶ στό ἀριστερό χέρι της καρδιά πού τήν πιέζει στό στῆθος της.  Ὁ Χριστός εὐλογεῖ μέ τό δεξιό χέρι Του τόν γονυπετῆ ἄρχοντα καί φέρει στό ἀριστερό χέρι τήν καρδιά. Ἡ μικρογραφία αὐτή βρίσκεται σέ ἕνα φύλλο τοῦ ὡς ἄνω χειρογράφου, στοῦ ὁποίου τήν ἀρχή εἶναι γραμμένη ἡ φράση «Ave gratia plena» (Χαῖρε χάρις πλήρης).

Ἡ καρδιά τῆς Θεοτόκου διακρίνεται σέ παραστάσεις τῆς Σταύρωσης τοῦ Χριστοῦ μέχρι τόν ΙΓ΄αἰ. ὡς ἔνδειξη τοῦ πόνου, ἐνῶ ξίφος διατρυπᾶ τό στῆθος της. Ἄλλη παράσταση τοῦ πόνου εἶναι ἡ λεγόμενη Pieta (κατά λέξη οἶκτος, στοργή, εὐλάβεια κλπ) καί στήν εἰκονογραφική γλῶσσα ἡ Θεοτόκος μέ τό νεκρό Χριστό στηριζόμενο στά γόνατά της μέ ἀφετηρία τό γερμανικό Vesperbild, δηλαδή εἰκόνα τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας ἀπό τόν ΙΔ΄αἰ. καί μέ μεγάλη προσέγγιση στήν  imago pietatis ( εἰκόνα εὐλάβειας – οἴκτου), ὅπου στήν περίπτωση αὐτή τό ξίφος ἔχει διαπεράσει τό στῆθος της.

Οἱ δύο καρδιές τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου ἐμφανίζονται στόν ΙΖ΄αἰ. Ὡς παράδειγμα προσάγεται μετάλλιο στό ὁποῖο ἀναγνωρίζεται μιά καρδιά μέ τή γαλλική ἐπιγραφή «Coeur de Iesus Dieu en moi » (Καρδιά τοῦ Ιησοῦ ὁ Θεός σέ ἐμένα) στή μιά πλευρά, ἐνῶ στήν ἀντίστροφη παρίσταται πάλι μιά καρδιά μέ τή γαλλική φράση « Coeur  de Marie, Moi en Dieu» (Καρδιά τῆς Μαρίας (Θεοτόκος), ἐγώ στόν Θεό ), τῶν ἐτῶν 1660 – 1670. Ἄλλα παραδείγματα ἐπαναλαμβάνουν τή σκηνή αὐτή στήν Ἱσπανία καί στήν Αὐστρία, στά τέλη τοῦ ΙΖ΄αἰ.

Ἀπό τόν ΙΕ΄- ΙΣΤ΄αἰ. γίνεται εἰκονογραφική χρήση τοῦ θέματος τῆς μητέρας τῶν ἑπτά πόνων (Madomua – madre dei sette dolori ), τῆς ὁποίας ἡ καρδιά, στό στῆθος, διατρυπᾶται ἀπό ἕνα ἤ ἑπτά ξίφη.  Ἀργότερα ἀπό τόν ΙΖ΄αἰ., σέ παραστάσεις τῆς Θεοτόκου, ἡ καρδιά κρέμεται στό λαιμό, πρᾶγμα πού συνιστᾶ ἕνα ἀφιέρωμα (ex voto) μέ ἰσχυρή λατρευτική σημασία τοῦ ὀνόματος τῆς μητέρας τοῦ Θεανθρώπου. Ἐπίσης παλαιότερα ἀγάλματα τῆς Θεομήτορος φέρουν τήν καρδιά στό λαιμό, ὅπως ἡ Notre Dame (Θεοτόκος μας) τῆς γαλλικῆς πόλης Chartres (au Pilier, στό Στύλο), ἡ Unser Lieben Frau (Ἀγαπητή μας Θεοτόκος) στήν ἑλβετική μονή Einsiedeln – τῶν Ἐρημητῶν, θεομητορικό προσκύνημα ἀπό τά μέσα τοῦ Ι΄αἰ. περίπου) καί ἡ Notre Dame τῆς καναδικῆς πόλης Cap–de-la–Madeleine (Ἀκρωτήριο τῆς Μαγδαληνῆς).

Ἡ ἀπεικόνιση τῆς Θεοτόκου μέ τήν καρδιά στό χέρι ἤ ἐπί τοῦ στήθους ἔλαβε εὐρεῖα διάσταση κατά τόν ΙΗ΄αἰ., μέ διαφόρους συμβολισμούς. Ὁ ἰταλός ζωγράφος Pompeo Girolamo Batoni (1708 -1787), ὁ σημαντικότερος τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, ζωγράφισε μέ ἔμπνευση τή διδασκαλία τῶν Ἰησουϊτῶν μοναχῶν μία «Madonna» (Θεοτόκος) τῆς ἱερᾶς καρδίας (Sacro cuore). Αὐτή παρίσταται ἔνθρονη, φέροντας τόν Χριστό στά γόνατά της, ἐνῶ στό ἀριστερό χέρι της κρατεῖ τήν φλεγόμενη καί μέ ἀκάνθους στεφανωμένη καρδιά της. Πολυάριθμα ἀντίγραφα τῆς ἀπεικόνισης αὐτῆς ἐπιδεικνύουν ὑπεράνω τοῦ ἀριστεροῦ χεριοῦ τῆς Θεομήτορος τήν καρδιά της. Στήν ἐποχή μας ἀκόμη συναντᾶ κανείς αὐτά τά ἔργα σέ διάφορες ἐκκλησίες καί σέ μοναχικές ἀδελφότητες τῆς Ρώμης.

Μία ἀλληγορική ζωγραφική παράσταση τοῦ ἰταλοῦ καλλιτέχνη Caricchia (ΙΘ΄αἰ.) στήν ἐκκλησία τοῦ Sant’ Eustachio (Εὐστάθιος) στή Ρώμη, τοῦ 1804, παριστᾶ τή Θεοτόκο, αἰωρούμενη, μέ τήν καρδιά ζωγραφισμένη στό στῆθος, μέ σκῆπτρο στό δεξιό χέρι, τούς ἀρχαγγέλους Γαβριήλ καί Μιχαήλ, τόν πάπα πού λαμβάνει τήν τιάρα ἀπό τήν Θεομήτορα καί τά τέσσερα σημεῖα τοῦ κόσμου, ὡς γυναικεῖες ὑπάρξεις, προσφορά τῆς γῆς. Ἀπό τό 1850 μέχρι σήμερα οἱ ἐξελισσόμενοι εἰκονογραφικοί τύποι τοῦ ὑπόψη θέματος εἶναι πολυάριθμοι καί ἐμπνευσμένοι περισσότερο ἀπό τήν ἀσκητική διδασκαλία καί λιγότερο ἀπό τήν καλλιτεχνική πεῖρα.
      
Βιβλιογραφία: Enciclopedia Cattolika, ΙV (1950), ἄρθρο Cuore di Gesu (ἐκτενής διδασκαλία καί λατρευτική παράδοση γιά τήν καρδιά τοῦ Χριστοῦ), σς. 1059-1064, ἄρθρο Cuore di Maria (ἐκτενής διδασκαλία καί λατρευτική παράδοση γιά τήν καρδιά τῆς Θεοτόκου) σσ. 1064-1066. Lexikon der Christlichen Ikonographie, ΙΙ (1970), ἄρθρα Herz, σσ 248-250, Herz Jesu, σσ 250-254. Marienlexikon, 3 (1991) ἄρθρα: Herz Jesu, σσ 162-163, Herz Maria, σσ 163-171.

  • Προβολές: 1228

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance