Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνός: Ἁγία Ποπλία ἡ Ὁμολογήτρια, 9 Ὀκτωβρίου

Ἡ ἁγία Ποπλία γεννήθηκε στήν Ἀντιόχεια τό 4ο αἰώνα, ἐπί βασιλείας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, καί ἔζησε μέχρι τίς ἡμέρες τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτη. Ἀπό τόν γάμο της ἀπέκτησε ἕναν γιό, τόν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἀνετράφη «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου», ἔγινε Ἱερεύς, καί ὅταν χήρεψε ἡ Ἀρχιεπισκοπή Ἀντιοχείας τοῦ προτάθηκε νά τήν ἀναλάβη. Ἀρνήθηκε, ὅμως,  ταπεινά καί ἔτσι παρέμεινε στόν δεύτερο βαθμό τῆς ἱερωσύνης μέχρι τό τέλος τοῦ ἐπιγείου βίου του.

Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνός: Ἁγία Ποπλία ἡ Ὁμολογήτρια, 9 ὈκτωβρίουἩ ἁγία Ποπλία, μετά τήν ἐνηλικίωση τοῦ γιοῦ της καί τόν θάνατο τοῦ συζύγου της, ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικά στό Θεό. Παρέλαβε στό σπίτι της ὀρφανές παρθένες, τίς ὁποῖες προστάτευε καί παράλληλα τίς ὅπλιζε μέ τά πνευματικά ὅπλα τῆς πίστεως, οὕτως ὥστε νά ζοῦν κατά Χριστόν, νά τόν ὁμολογοῦν μέ ἀνδρεία καί παρρησία, καί ἄν χρειασθῆ, νά σφραγίσουν τήν ὁμολογία τους μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου τους. Ὅταν κάποτε πῆγε στήν Ἀντιόχεια ὁ Ἰουλιανός ὁ παραβάτης, γιά νά ἐνθαρρύνη τούς εἰδωλολάτρες, πέρασε μπροστά ἀπό τό σπίτι τῆς Ποπλίας καί ἐκείνη τόν ὑποδέχθηκε μέ ἕναν τρόπο πού, σίγουρα, δέν τοῦ προκάλεσε εὐχαρίστηση. Ἔψαλλε δυνατά, μαζί μέ τίς εὐσεβεῖς παρθένες, τόν ὕμνο: «Τά εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καί χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων∙ στόμα ἔχουσι καί οὐ λαλήσουσι, ὀφθαλμούς ἔχουσι καί οὐκ ὄψονται, ὦτα ἔχουσι καί οὐκ ἐνωτισθήσονται, οὐδέ γάρ ἔστι πνεῦμα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν» κλπ. Ὁ Ἰουλιανός θύμωσε καί ἔστειλε ἀνθρώπους ἀπό τήν συνοδεία του, γιά νά τήν ἐπιτιμήσουν αὐστηρά καί νά τῆς συστήσουν νά μήν τό ἐπαναλάβη. Ἀλλά ὅταν ξαναπέρασε, ἄκουσε καί πάλι τήν Ποπλία μαζί μέ τήν συνοδεία της νά ψάλλουν δυνατά τό: «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καί διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί αὐτοῦ, καί φυγέτωσαν ἀπό προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν». Τότε ἔδωσε ἐντολή νά τήν συλλάβουν καί νά τήν μαστιγώσουν σκληρά καί ἐνελέητα, χωρίς νά δείξη κανέναν σεβασμό στό προχωρημένο τῆς ἡλικίας της. Διέταξε, ὅμως, νά μήν τήν θανατώσουν, ἀλλά νά τήν ἀφήσουν ζωντανή, γιά νά πονᾶ καί νά ὑποφέρη. Ἐκείνη, πλημμυρισμένη ἀπό τήν ἀγάπη στόν ἀληθινό Θεό, πυρπολημένη ἀπό τό ἄσβεστο πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί γεμάτη ἀπό πνευματική χαρά καί ἐσωτερική εἰρήνη, συνέχισε τό θεάρεστο ἔργο της, καί ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ, «πλήρης ἡμερῶν» καί «πλήρης ἀγαθῶν ἔργων».

Ὁ βίος καί ἡ πολιτεία της μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή νά τονίσουμε τά ἀκόλουθα:

Κανένα ἀπό τά τυραννικά καθεστῶτα δέν μπόρεσε ποτέ νά ἀνεχθῆ τό κήρυγμα τῆς ἀγάπης, καί γενικά τό φιλάνθρωπο  ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, παρά τό ὅτι οἱ ἡγέτες τους ἔβλεπαν πώς τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἄνθρωποι καθ’ ὅλα ἔντιμοι, ἀλλά καί νομοταγεῖς πολίτες, ὅταν, βέβαια, οἱ νόμοι τοῦ Κράτους δέν ἦταν ἀντίθετοι μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι τό Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν μακραίωνη ἱστορική πορεία της ἀντιμετώπισε τό μένος πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ὁπλισμένοι μέ τά ὅπλα τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, ἀλλά καί ποτισμένοι μέ μεγάλη δόση ἀλαζονείας, προσπάθησαν μέ πολλούς καί ποικίλους τρόπους νά τήν ἀποδυναμώσουν ἤ καί νά τήν ἀφανίσουν, μέ σκληρούς καί ἀνελέητους διωγμούς ἐναντίον τῶν μελῶν της, καί κυρίως τῶν Ἐπισκόπων, τῶν Κληρικῶν καί τῶν Μοναχῶν. Ἐπίσης, μέ τό γκρέμισμα Ἱερῶν Ναῶν, μέ τό κλείσιμο Μοναστηριῶν, καί γενικά μέ κάθε τρόπο, τόν ὁποῖο τούς ἐνέπνεε τό ἄσβεστο μίσος ἐναντίον της, ἀλλά καί ὁ διάβολος, ὁ ἐχθρός τῆς ἀνθρωπίνης σωτηρίας.

 

 

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δέν μισοῦν καί δέν ἀποστρέφονται κανέναν, ἔστω καί ἄν εἶναι «σκολιός», ἀσεβής καί διεστραμμένος, ἀλλά ἀποστρέφονται τήν ἁμαρτία, τήν παρά φύση συμπεριφορά καί τά ἁμαρτωλά ἔργα.

 

 

Βέβαια, οἱ διωγμοί, στήν πραγματικότητα, δέν ἔβλαψαν τήν Ἐκκλησία, ἀλλά, ἀντίθετα, τήν βοήθησαν νά ἁπλώση βαθειές ρίζες μέσα στίς καρδιές τῶν πιστῶν, μέ ἀποτέλεσμα νά εἶναι σέ θέση νά ἐπιδείξη ἀναρίθμητο πλῆθος Μαρτύρων, σέ ὅλες τίς ἐποχές. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Ἐκκλησία μετά ἀπό κάθε σκληρό καί ἀνελέητο διωγμό ἦταν πιό ἰσχυρή, καί τά μέλη της, οἱ Χριστιανοί, ἦταν πιό δυνατοί στήν πίστη, πιό ὥριμοι, πιό συνετοί, γεμᾶτοι ἀνδρεία καί λεβεντιά.

Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, οἱ κατά καιρούς διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας ἀπεδείχθησαν τραγικές ὑπάρξεις. Παρέμειναν, δυστυχῶς, στήν πλειοψηφία τους ἀμετανόητοι καί εἶχαν τραγικό τέλος. Ἔφυγαν ἀπό τόν μάταιον αὐτόν κόσμο ντροπιαμένοι, ἐξευτελισμένοι καί μέ ἀτιμωτικό θάνατο, ἐπειδή ἰσχύει ὁ πνευματικός νόμος, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖον ὅ,τι κάνει κανείς τό βρίσκει μπροστά του, καί στόν παρόντα αἰώνα καί στόν μέλλοντα. Καί ὁ Ἰουλιανός ὁ παραβάτης ἤ ἀποστάτης δέν ἀποτέλεσε ἐξαίρεση. Ἀφοῦ παρέμεινε πεισματικά ἀμετανόητος ὑπέστη ἀτιμωτικό θάνατο, ὁποιαδήποτε ἐκδοχή καί ἄν ἰσχύη γιά τό τέλος του.

Σύμφωνα μέ τούς ἱστορικούς τῆς ἐποχῆς του, ὁ Ἰουλιανός φονεύθηκε σέ ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Περσῶν. Σύμφωνα, ὅμως, μέ μιά παράδοση, τήν ὁποία ἀναφέρει ὁ Χρονογράφος Ἰωάννης Μαλάλας καί τήν ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἰωάννης Νικίου, καθώς καί ἄλλοι μεταγενέστεροι Χρονογράφοι, φονεύθηκε ἀπό τόν μάρτυρα Μερκούριο. Αὐτή ἡ ἐκδοχή ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τούς Χριστιανούς, ὅπως τό ἀποδεικνύει καί ἡ ἐκκλησιαστική τέχνη τῆς ἁγιογραφίας. Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στό διήγημά του «Λαμπριάτικος ψάλτης» -σχολιάζοντας μία εἰκόνα, ἡ ὁποία ἦταν ἱστορημένη στόν τοῖχο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ (τοιχογραφία), στόν ὁποῖο τελέσθηκε ἡ Πασχαλινή θεία Λειτουργία πού περιγράφει- γράφει γιά τόν Ἰουλιανό: «Κάτω ἀπό τήν λόγχη τοῦ ἁγίου Μερκουρίου, πελιδνός ὁ παράφρων τύραννος».

Πάντως, ἡ Ἐκκλησία στίς ἱερές ἀκολουθείες της, καί κυρίως στήν θεία Λειτουργία προσεύχεται γιά τούς ἄρχοντες τοῦ λαοῦ, ὄχι μόνον γιά τούς εὐσεβεῖς καί ἀγαθούς, ἀλλά καί γιά τούς ἀσεβεῖς καί διεστραμμένους. Καί διδάσκει τούς πιστούς, σύμφωνα μέ τήν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὅτι εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ νά σέβονται τούς κοσμικούς ἄρχοντες, χάριν τοῦ Κυρίου, ὡς ἀπεσταλμένους ἀπό Αὐτόν γιά τήν τιμωρία ἐκείνων πού κάνουν τό κακό, καί γιά τόν ἔπαινο ἐκείνων πού κάνουν τό καλό, καί νά ἀποστομώνουν μέ τίς καλές πράξεις τους τήν ἄγνοιαν τῶν ἀνοήτων ἀνθρώπων. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος: «῾Υποτάγητε οὖν πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει διά τόν Κύριον, εἴτε βασιλεῖ, ὡς ὑπερέχοντι, εἴτε ἡγεμόσιν, ὡς δι᾿ αὐτοῦ πεμπομένοις εἰς ἐκδίκησιν μέν κακοποιῶν, ἔπαινον δέ ἀγαθοποιῶν· ὅτι οὕτως ἐστί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγαθοποιοῦντας φιμοῦν τήν τῶν ἀφρόνων ἀνθρώπων ἀγνωσίαν» (Α΄ Πέτρ. β΄, 13-15).

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δέν μισοῦν καί δέν ἀποστρέφονται κανέναν, ἔστω καί ἄν εἶναι «σκολιός», ἀσεβής καί διεστραμμένος, ἀλλά ἀποστρέφονται τήν ἁμαρτία, τήν παρά φύση συμπεριφορά καί τά ἁμαρτωλά ἔργα. Καί προσπαθοῦν νά διορθώσουν καί νά θεραπεύσουν τούς ἀνθρώπους μέ τό λόγο τους, τά ἔργα τους καί κυρίως μέ τό φωτεινό παράδειγμά τους.

Ετικέτες: ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

  • Προβολές: 1374

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance