Συνέντευξη στό ρουμανικό περιοδικό «Familia Orthodoxa» - Θεολογία καί Ὁμολογία

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

1. Ἐρώτηση: Οἱ Πατέρες λένε ὅτι γιά νά γίνη κάποιος ὁμολογητής, ἀνεξαρτήτως ἐποχῆς –κατά συνέπειαν ἀκόμα καί σήμερα– ἀπαιτεῖται νά ἔχη φθάσει στό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ. Σᾶς παρακαλοῦμε νά μᾶς πῆτε τί εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ποιές εἶναι οἱ ἐνδείξεις ὅτι κάποιος ἔχει φθάσει στόν φωτισμό τοῦ νοῦ;

Ἀπάντηση: Συνδέεται στενά ἡ μαρτυρία-ὁμολογία μέ τό μαρτύριο. Μαρτυρία ὀρθοδοξίας χωρίς μαρτύριο, ὅταν δέν ὑπάρχουν συνθῆκες γιά νά μαρτυρήση, ἔχει ἀξία, ἐνῶ μαρτύριο χωρίς μαρτυρία-ὁμολογία ἔχει ἀπαξία, γιατί καί οἱ αἱρετικοί μποροῦν νά ὑποστοῦν μαρτύριο, χωρίς νά ἔχουν ὀρθόδοξη μαρτυρία καί, ἑπομένως, δέν εἶναι μάρτυρες ἀπό ὀρθοδόξου προοπτικῆς.

Συνέντευξη στό ρουμανικό περιοδικό «Familia Orthodoxa» - Θεολογία καί ὉμολογίαἩ ὀρθόδοξη μαρτυρία καί τό ὀρθόδοξο μαρτύριο προϋποθέτουν ἄνθρωπο πού βρίσκεται στό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καί στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὀρθῶς λέτε στήν ἐρώτησή σας. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔλεγε ὅτι τό μαρτύριο εἶναι καρπός θεωρίας. Αὐτό ἀποδεικνύουν οἱ μακαρισμοί τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀρχίζουν ἀπό τήν πνευματική πτωχεία, δηλαδή τήν βαθυτάτη ταπείνωση, προχωροῦν στό πένθος, τ΄΄ην πραότητα, τήν ἐλεημοσύνη, τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, τήν εἰρήνη καί τέλος τόν διωγμό.

Αὐτό φαίνεται καί στήν ζωή τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τά πάντα γιά νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό, καθαρίσθηκαν, πέρασαν μέσα ἀπό τήν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, εἶδαν τόν Ἀναστάντα Χριστό, ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἐκήρυξαν τό Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ σέ ὅλον τόν κόσμο, καί τελείωσαν τήν ζωή τους μέ μαρτυρικό θάνατο, πλήν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος βίωσε τό μαρτύριο τοῦ Σταυροῦ στόν Γολγοθᾶ.

Ἔτσι, ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ προϋποθέτει κοινωνία τοῦ ὁμολογητοῦ μέ τόν Χριστό ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς  ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ι΄   32-33).

Στό χωρίο αὐτό πρέπει νά προσέξουμε τό «ἐν ἐμοί». Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας αὐτό τό σημεῖο, λέγει ὅτι μέ αὐτό ὁ Χριστός δείχνει «ὅτι οὐκ οἰκείᾳ δυνάμει ἀλλά τῇ ἄνωθεν βοηθούμενος χάριτι ὁμολογεῖ ὁ ὁμολογῶν», δηλαδή ὁ ὁμολογῶν ὁμολογεῖ τήν πίστη βοηθούμενος ἀπό τήν ἄνωθεν Χάρη καί ὄχι μέ τήν δική του δύναμη. Ἀντίθετα, γιά ὅποιον ἀρνεῖται τόν Χριστό δέν χρησιμοποιεῖ τό «ἐν ἐμοί», γιατί «ἔρημος γενόμενος τῆς τοῦ Θεοῦ δωρεᾶς οὕτως ἀρνεῖται», δηλαδή ἀρνεῖται τόν Χριστό, γιατί ἔγινε ἔρημος ἀπό τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται μέσα ἀπό τά ἀνθρώπινα πάθη, ἀλλά ἐν κοινωνίᾳ μέ τόν Χριστό, ὁ Χριστός βεβαιώνει στήν καρδιά καί ὁ ἄνθρωπος ὁμολογεῖ, κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν» (Ρωμ. ι΄ , 10). Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά πῆ «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β΄, 20), γιά νά ὀρθοτομῆ τόν λόγο τῆς ἀληθείας. Γιά νά τό πῆ αὐτό πρέπει νά ἔχη βαθυτάτη πεποίθηση ὅτι μέσα του ἐνεργεῖ ὁ Χριστός ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἀκριβῶς αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά εἶναι μέσα στήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργοποιημένη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἡ νοερά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, αὐτό πού χαρακτηρίζεται ἀπό τούς Πατέρας νοῦς, καί μάλιστα νά ὑπάρχη φωτισμός τοῦ νοῦ, νοερά προσευχή. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ἔχει γράψει ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνη τήν ἡδονή καί τήν ὀδύνη, τότε βρίσκεται στήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὅταν ὑπερβαίνη τήν λήθη καί τήν ἄγνοια τοῦ Θεοῦ, βρίσκεται στόν φωτισμό τοῦ νοῦ, καί ὅταν ὑπερβαίνη τήν φαντασία, τότε βρίσκεται στήν θέωση καί εἶναι πραγματικός θεολόγος.

Ἑπομένως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος θεραπεύση τό παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς, ὅταν οἱ ψυχικές δυνάμεις ξεφύγουν ἀπό τό παρά φύσιν καί κινοῦνται στό κατά φύσιν καί τό ὑπέρ φύσιν, τότε γίνεται Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὀρθόδοξος Ὁμολογητής, ἔχει ὀρθόδοξη ἐμπειρική θεολογία καί μπορεῖ νά γίνη μάρτυς Χριστοῦ. Σέ ἀντίθετη περίπτωση ἐνεργοῦν τά πάθη καί διά τῶν παθῶν ὁμιλεῖ ὁ ἀντικείμενος τῆς πίστεώς μας.

 

Συνέντευξη στό ρουμανικό περιοδικό «Familia Orthodoxa» - Θεολογία καί Ὁμολογία2. Ἐρώτηση: Ἀπό δῶ καταλαβαίνουμε, π.χ., ὅτι κάποιος ὁ ὁποῖος, παρ' ὅλο πού εἶναι καλοπροαίρετος, ἀγαπάει τήν Ὀρθοδοξία καί θέλει μέ ζῆλο νά τήν ὑπερασπισθῆ, ἀλλά δέν ἔχει φθάσει στόν φωτισμό, ὅταν θά βρεθῆ στήν θέση νά ὁμολογήση, θά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, ὅσο καί ἂν ἤθελε νά τόν ὁμολογήση;

Ἀπάντηση: Στά θέματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως δέν μετράει τόσο τό νά εἶναι κανείς καλοπροαίρετος ἤ νά ἔχη καλή διάθεση καί ζῆλο, γιατί πολλοί πού εἶχαν τά γνωρίσματα αὐτά εὑρίσκονται καί στίς αἱρέσεις καί στίς ἄλλες θρησκεῖες. Τό θέμα εἶναι νά ἔχουμε ὀρθόδοξες θεολογικές βάσεις, ὀρθόδοξη παιδεία, θεολογικές προϋποθέσεις, ἡσυχαστική παράδοση καί πολλά ἄλλα. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐμπειρική, καί αὐτή ἡ θεολογία μπορεῖ νά διακρίνη τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο, τό ἀκάθαρτο ἀπό τό καθαρό, τό ὀρθόδοξο ἀπό τό αἱρετικό, τήν ὀρθόδοξη ὁμολογία ἀπό τήν πλανεμένη δυστροπία.

Σήμερα ὑπάρχει πολλή σύγχυση γύρω ἀπό τά θέματα αὐτά καί αὐτό μέ προβληματίζει ἰδιαίτερα. Μπορεῖ κάποιος νά φαίνεται καί νά δρᾶ ὡς ὀρθόδοξος καί ὅμως νά διακρίνεται ἀπό δαιμονική - ἑωσφορική ἔπαρση, καί οὐσιαστικά νά προβάλλη τά πάθη του.

Σκεφθεῖτε ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοί τῶν πρώτων αἰώνων (Παῦλος Σαμοσατεύς, Ἄρειος, Νεστόριος κλπ.) ἦταν ἠθικοί Κληρικοί, καλοί ἄνθρωποι, εἶχαν ζῆλο, ἀλλά ἀφ' ἑνός μέν δέν εἶχαν γνώση τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας, ἀφ' ἑτέρου δέ θεολογοῦσαν μέσα ἀπό τήν φιλοσοφία. Ὁμιλοῦσαν γιά τό ὅτι ὁ Θεός ἔχει οὐσία καί ἐνέργεια, ἀλλά κατά τρόπο φιλοσοφικό, ἀριστοτελικό, διανοητικό, γι' αὐτό ἔπεσαν σέ αἱρέσεις. Αὐτό τό βλέπουμε ἔντονα στούς τροπικούς καί δυναμικούς Μοναρχιανούς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν μέ φιλοσοφικές προϋποθέσεις νά ἑρμηνεύσουν πῶς ὁ Θεός εἶναι ἕνας καί ταυτόχρονα τρεῖς.

Ἀντίθετα, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁμιλοῦσαν γιά οὐσία καί ἐνέργεια μέσα ἀπό τήν κατά Χάρη ἐμπειρία τους, δηλαδή γνώριζαν ἐμπειρικῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τῆς ἀκτίστου οὐσίας Του, καί αὐτή ἡ γνώση προερχόταν ἀπό τό ὅτι ἔβλεπαν τό θεῖο Φῶς, τό ὁποῖο εἰσχωροῦσε στό βάθος τῆς ὕπαρξής τους, στήν καρδιά τους, ἀλλά δέν μποροῦσαν νά δοῦν τήν «πηγή» τοῦ Φωτός. Ἔτσι ὁμιλοῦσαν γιά τό ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι μεθεκτή ἀπό τόν ἄνθρωπο καί ἡ οὐσία ἀμέθεκτη.

Ὅποιος φθάνει σέ τέτοιες πνευματικές καταστάσεις γίνεται ὀρθόδοξος θεολόγος, κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ὁ Θεός ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄  Κορ. δ΄ ,  6) καί ἀποκτᾶ τήν θεία ἀγάπη, ὁ ὁποία «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄  Κορ. ιγ΄  , 8). Ὅλες οἱ συναισθηματικές ἀγάπες ἔχουν ἐναλλαγές, ἀλλά μόνον ἡ θεία ἀγάπη δέν μειώνεται. Πρόκειται γιά τήν ἀγάπη πού συνδέεται μέ τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως καί καταλήγει στό μαρτύριο.

Οἱ ἄνθρωποι πού διαθέτουν μιά ἐγκεφαλική-λογική θεολογία, ἡ ὁποία μάλιστα ἐκφράζεται μέ τά πάθη, καί διακρίνονται ἀπό ποικίλα συμφέροντα δέν ἔχουν τό πῦρ τῆς θείας ἀγάπης μέσα τους, καί φυσικά ὑπόκεινται σέ μεταπτώσεις.

Ἑπομένως, δέν πρέπει μόνον νά θεολογοῦμε, ἀλλά νά διαθέτουμε τίς ὀρθόδοξες προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, πού εἶναι ἡ ἐμπειρία, ὁ κατά Χριστόν ἡσυχασμός.

Αὐτό τό βλέπουμε στόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ὁ ὁποῖος ἦταν ὀρθόδοξος ἡσυχαστής, ὅπως φαίνεται στά πρῶτα ἔργα του, καί ἔπειτα ἔγινε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του ὀρθόδοξος Ὁμολογητής, δηλαδή συνέδεε τόν ἡσυχασμό μέ τήν ὁμολογία. Αὐτό τό βλέπουμε καί στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἔζησε ἡσυχαστικά καί ὁμίλησε θεολογικά. Αὐτή εἶναι ἡ πεμπτουσία ὅλης τῆς διδασκαλίας καί τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων Πατέρων.

Στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία διαβάζουμε ὅτι ὑπῆρξαν περιπτώσεις σάν καί αὐτές πού λέτε στήν ἐρώτησή σας. Δηλαδή, ὑπῆρξαν Χριστιανοί οἱ ὁποῖοι εἶχαν ζῆλο γιά τόν Χριστό, ἀλλά ὅταν βρέθηκαν σέ δύσκολες περιστάσεις, φοβήθηκαν καί ἀρνήθηκαν τόν Χριστό, γιατί εἶχαν ζῆλο «ἀλλ᾿ οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» (Ρωμ. ι΄,  2) καί δέν εἶχαν τήν ὑψηλή πνευματική ἐμπειρία. Δέν εἶναι ἀρκετός ὁ ζῆλος καί μάλιστα ὁ ἐξωτερικός, ὁ τροφοδοτούμενος ἀπό ποικίλα πάθη, ἀλλά χρειάζεται καί ἡ πνευματική ἐμπειρία, μαζί μέ τό θεολογικό χάρισμα τῆς διάκρισης.

Ἔχουμε τό παράδειγμα τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου πού ἀρνήθηκε τόν Χριστό κατά τήν διάρκεια τοῦ πάθους Του, ἐνῶ προηγουμένως ἔλεγε ὅτι ἄν ὅλοι Τόν ἀρνηθοῦν αὐτός ποτέ δέν θά Τόν ἀρνηθῆ (Ματθ. κς΄  30-35). Ἡ αἰτία τῆς πτώσης του ἦταν ὅτι ξεχώριζε τόν ἑαυτό του ἀπό τούς ἄλλους Μαθητές, τούς ὁποίους ὑποτιμοῦσε καί τούς ἀπέδιδε τόν χαρακτηρισμό ὅτι αὐτοί θά μποροῦσαν νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό. Ὅμως, μετά τήν πτώση του, πού ἀρνήθηκε τόν Χριστό, ταπεινώθηκε, ἔκλαυσε πικρῶς καί ἔπειτα ἀπό τήν βαθειά μετάνοιά του παρέμεινε στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν, τούς ὁποίους προηγουμένως ὑποτιμοῦσε, καί ἔτσι ἀξιώθηκε νά δῆ τόν Ἀναστάντα Χριστό. Ὅταν δέ ἔλαβε τό Ἅγιον Πνεῦμα τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔγινε πολύ δυνατός, ἐκήρυττε τό Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί μαρτύρησε γιά τόν Χριστό.

Εἶναι σημαντικό νά παραμένουμε μέσα στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, ἔστω καί ἄν ὑπάρχουν διάφορα προβλήματα, ὅπως οἱ Μαθητές πού ἐγκατέλειψαν τόν Χριστό, γιατί παραμένοντας μέ μετάνοια μέσα στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν, χωρίς νά τούς ὑποτιμοῦμε, μποροῦμε νά δοῦμε τόν Ἀναστάντα Χριστό.

 

3. Ἐρώτηση: Πῶς νά ἑτοιμασθοῦμε γιά νά γίνουμε στίς μέρες μας ὁμολογητές, ἀκόμα καί μάρτυρες, στήν πράξη καί ὄχι μόνο στά λόγια;

Ἀπάντηση: Χρειάζεται νά ζοῦμε πραγματικά μέσα στήν Ἐκκλησία, μέ μετάνοια, προσευχή, ταπείνωση, τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, μελέτη τῶν λόγων τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Κυρίως ἐκεῖνο πού μᾶς χρειάζεται εἶναι νά ἔχουμε διακριτικό θεούμενο πνευματικό πατέρα, ὁ ὁποῖος θά μπορῆ νά κάνη τήν διάκριση μεταξύ θεϊκῶν καί δαιμονικῶν ἐνεργειῶν, κτιστῶν καί ἀκτίστων, φαντασίας καί πραγματικοῦ, ἐνεργειῶν τοῦ ἐμπαθοῦς ἀνθρώπου καί ἐνεργειῶν τοῦ ἀπαθοῦς ἀνθρώπου. Τό ἔργο τοῦ πνευματικοῦ πατρός εἶναι νά ἀναγεννᾶ τούς ἀνθρώπους καί νά τούς κάνη παιδιά τοῦ Θεοῦ καί ὄχι δικούς του ὀπαδούς ἤ ὀπαδούς τοῦ Σατανᾶ. Γιατί γίνεται καί αὐτό δυστυχῶς.

Τό πρόβλημα ὅμως εἶναι ὅτι σήμερα σπανίζουν οἱ θεούμενοι πνευματικοί πατέρες καί ὑπερτεροῦν οἱ ἐμπαθεῖς πνευματικοί πατέρες, πού δέν ἔχουν θεολογική διάκριση. Τέτοιοι πνευματικοί πατέρες δέν μποροῦν νά διακρίνουν τήν αἵρεση ἀπό τήν ἀλήθεια, τό θεϊκό ἀπό τό σατανικό, τό ἐμπαθές ἀπό τό ἀπαθές καί γι' αὐτό καλλιεργεῖται ἔντονα μιά θεολογία πού μπορεῖ νά χαρακτηρισθῆ «θεολογία τῶν παθῶν».

Ὅταν δέν μποροῦμε νά βροῦμε κατάλληλους πνευματικούς ὁδηγούς, τότε ταπεινωνόμαστε, ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό βοήθεια, προσευχόμαστε, παραμένουμε σταθεροί στήν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ὁ Θεός θά φανερώση τό θέλημά Του.

 

4. Ἐρώτηση: Ποιά εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θέση, τήν ὁποία θά ἔπρεπε νά ἔχουμε μετά ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης: μιά θέση μετάνοιας γιά τήν ἀδυναμία ὅσων ἔχουν ὑπογράψει; Μιά θέση ἀγανάκτησης ἐναντίον τῆς ἱεραρχίας; Ἢ νά αὐξήσουμε τήν προσευχή γιά νά φτάσουμε στόν φωτισμό τοῦ νοῦ;

Ἀπάντηση: Τό θέμα αὐτό εἶναι μεγάλο καί δέν μπορεῖ νά ἐξαντληθῆ σέ μιά μικρή ἀπάντηση. Ἁπλῶς θά τονίσω μερικά σημεῖα.

Κατ' ἀρχάς τά κείμενα πού ἀπεφάσισε ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης καί κυρίως τό κείμενο μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» δέν εἶναι κείμενο καθαρά θεολογικό, ἀλλά τοὐλάχιστον διπλωματικό. Τό πρόβλημα εἶναι ὅτι ἀπό τό κείμενο αὐτό μπορεῖ κανείς νά ἀποσπάση διάφορες φράσεις καί νά στηρίξη ἀντίθετα ἐπιχειρήματα, ἀπό ἀκραίας φιλελεύθερης πλευρᾶς μέχρι ἀκραίας συντηρητικῆς πλευρᾶς. Διάβασα διάφορες ἀντίθετες ἀπόψεις πού χρησιμοποιοῦν διάφορες φράσεις τοῦ κειμένου καί αὐτό δείχνει τήν προβληματική τοῦ κειμένου αὐτοῦ.  

Ἀπό τό κείμενο πού μνημόνευσα προηγουμένως δέν εἶναι εὐχαρι¬στημένοι οὔτε οἱ Ὀρθόδοξοι οὔτε οἱ λοιποί Χριστιανοί. Γιατί, ὅπως γνωρίζετε καί ἐσεῖς, ὁ Πάπας θεωρεῖ ὅτι αὐτός ἀποτελεῖ τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί δέν μπορεῖ νά ἀποδεχθῆ ὅτι ἡγεῖται μιᾶς ἑτερόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία ἔχει ἀποδείξει ὅτι κάθε φορά πού σέ θεολογικά θέματα ἐμπλέκεται ἡ πολιτική καί ἡ διπλωματία τελικά δέν εὐοδώθηκαν οἱ ἐπιδιώξεις αὐτῆς τῆς νοοτροπίας.  

Θυμηθεῖτε ὅτι ἡ πολιτική ἐξουσία στήν Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία χρησιμοποίησε τόν μονοενεργητισμό γιά νά καλύψη τό χάσμα μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων καί τῶν μονοφυσιτῶν, ὅπως τό ἴδιο ἔκανε καί μέ τόν μονοθελητισμό. Αὐτή ἡ προσπάθεια ξεκινοῦσε ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία (μέ τήν «Ἔκθεση» καί τόν «Τύπο») γιά τήν δῆθεν εἰρήνη τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλά πάντοτε ἀποτύγχανε. Τό ἴδιο ἔγινε καί στήν ψευδοσύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, προσπαθοῦσαν νά ἐπιτύχουν τήν ἕνωση Ἀνατολῆς καί Δύσης μέ πολιτικά καί διπλωματικά ἐπιχειρήματα, πράγμα τό ὁποῖο καταδικάσθηκε ἀπό τήν ἱστορία. Νομίζω ὅτι εἶναι λάθος νά ἐμπλέκεται ἡ θεολογία μέ τήν πολιτική, καί μάλιστα μέ τήν σύγχρονη γεωπολιτική.

Θυμηθεῖτε ἐπίσης ὅτι κάθε φορά πού στήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας γίνονταν βεβιασμένες ἐνέργειες ἀπό ζηλωτές Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἴσως μέ ἀγαθή διάθεση διέκοπταν τήν ἐπικοινωνία μέ τήν τότε ἐκκλησιαστική ἡγεσία, στήν συνέχεια, ὅταν ἡ Ἐκκλησία μέ τίς Οἰκουμενικές Συνόδους ρύθμιζε τά θέματα καί ἀπεφάσιζε ὀρθόδοξους ὅρους γιά δογματικά θέματα, τότε οἱ σχισματικές ὁμάδες παρέμεναν σχισματικές καί γίνονταν καί αἱρετικές, γιατί μιά ἐπιπόλαιη κίνηση στήν συνέχεια παγιώνεται μέ ἀπρόβλεπτες ἐκκλησιολογικές συνέπειες.

Αὐτό κυρίως φαίνεται σήμερα στήν Ἀνατολή, ὅπως τό διεπίστωσα ἀπό τήν πολυχρόνια παραμονή μου στήν Συρία καί τόν Λίβανο. Δηλαδή, ὑπάρχουν ζωντανές Χριστιανικές ὁμάδες, ὅπως οἱ μονοφυσίτες, οἱ μονοθελῆτες, κλπ. πού δέν ἀποδέχονται τό δόγμα τῆς Δ΄   Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, ὅπως ἐπίσης καί τά δόγματα τῶν ἑπομένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἤτοι τῆς Ε΄  καί τῆς ΣΤ΄.  Ἑπομένως, μιά ἀπόσχιση ξεκινᾶ ἀπό μιά μικρή δικαιολογημένη ἴσως ἀφορμή καί πολλές φορές καταλήγει σέ αἵρεση, μέ τόν φανατισμό καί μέ τά ἰδιαίτερα «θεολογικά» ἐπιχειρήματα.

Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι τό συγκεκριμένο κείμενο πού ἀφορᾶ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τόν λοιπό Χριστιανικό κόσμο δέν ἦταν ὥριμο γιά τελική ἀπόφαση, ἔχει πολλά ἀντιφατικά σημεῖα καί γι' αὐτό πρέπει νά διορθωθῆ. Αὐτό ὑποστηρίχθηκε ἀπό μερικές Ἐκκλησίες, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τήν δική σας Ἐκκλησία (Ρουμανίας). Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά ἀγωνισθοῦμε γιά νά διορθωθῆ τό κείμενο ἤ νά γραφῆ ἐκ νέου μέ τρόπο θεολογικό καί πατερικό.

Εἶναι χαρακτηριστικό τό παράδειγμα τῆς λεγομένης Λουκαρείου Ὁμολογίας, δηλαδή τῆς ὁμολογίας ἡ ὁποία φέρεται ὅτι ἐγράφη ἀπό τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Λούκαρη, ἀλλά μᾶλλον συντάχθηκε ἀπό τούς Καλβινιστές καί υἱοθετήθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη καί ἡ ὁποία ἔχει ἐπηρεασθῆ σέ πολλά σημεῖα ἀπό τόν Προτεσταντικό Καλβινισμό, καίτοι παρουσιάσθηκε ὡς «Ἀνατολική Ὁμολογία τῆς χριστιανικῆς πίστεως». Ἔγινε μεγάλη συζήτηση τήν ἐποχή ἐκείνη γιά τό θέμα αὐτό, οἱ Χριστιανοί μετά τήν ἔκδοση τῆς αἱρετικῆς αὐτῆς Ὁμολογίας δέν ἔφυγαν ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἀγωνίσθηκαν γιά νά καταργηθῆ, ὅπως καί πράγματι ἔγινε μέ τίς Συνόδους τοῦ 1638, 1642, 1672, 1691 πού ἔχουν καθολικό κῦρος.

Νομίζω, λοιπόν, ὅτι χρειάζεται ψυχραιμία, νηφαλιότητα, προσευχή γιά νά μή δημιουργοῦνται σχίσματα στήν Ἐκκλησία, πού ὅποιος τά δημιουργεῖ δέν σώζεται οὔτε καί μέ μαρτυρικό αἷμα, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωντανός ὀργανισμός, εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, καί ἡ ἴδια θά ρυθμίση τό θέμα μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου. Ὅπως ὁ ὀργανισμός τοῦ ἀνθρώπου κρατᾶ τίς τροφές πού χρειάζεται καί ἀποβάλλει ὅσες εἶναι βλαβερές, τό ἴδιο γίνεται καί μέ τόν θεανθρώπινο ὀργανισμό τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐμεῖς, βεβαίως, ἔχουμε ὑποχρέωση νά καταθέτουμε μέ σεβασμό στό ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, μέ ταπείνωση, μέ ἐκκλησιαστικό φρόνημα τίς σοβαρές καί τεκμηριωμένες θεολογικές θέσεις, οἱ ὁποῖες ἀντικρούουν τίς πεπλανημένες ἀπόψεις, καί ὁ Χριστός πού εἶναι Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας θά διαφυλάξη καθαρό τό Σῶμα Του. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία ἁγιάζεται ἀπό τήν Κεφαλή της, τόν Χριστό, καί ὄχι ἀπό μᾶς. Ἐμεῖς δέν εἴμαστε Σωτῆρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ Σωτήρ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε γι' αὐτήν, ἀλλά εἴμαστε ταπεινά μέλη τῆς Ἐκκλησίας πού παραμένουμε σέ αὐτήν γιά νά σωθοῦμε.

Ἑπομένως, χρειάζεται νά ἔχουμε νηφαλιότητα, φωτισμένο νοῦ, θεολογική διάκριση, ἐκκλησιαστικό φρόνημα, πνευματική ζωή, νά ζοῦμε σέ ἀτμόσφαιρα προσευχῆς.

Νομίζω στό ἑπόμενο διάστημα θά ἐκφρασθοῦν οἱ τέσσερεις Ἐκκλησίες πού δέν ἦταν παροῦσες στήν Κρήτη, θά ἀποφασίση σχετικά τό Ἅγιον Ὄρος μέ τήν πνευματική ἐμπειρία πού ἔχουν οἱ Πατέρες, θά σκεφθοῦν ὡριμότερα ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, θά συζητηθοῦν τά θέματα στά Μοναστήρια, στίς Θεολογικές Σχολές, σέ συνάξεις Κληρικῶν καί λαϊκῶν καί τό θέμα θά ξεκαθαρίση.

Χρειάζεται πολλή προσοχή, ὥστε νά μή βρεθοῦμε ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τότε πού ἡ Ἐκκλησία θά διορθώση τά θεολογικά λάθη μερικῶν μελῶν της! –

  • Προβολές: 1143

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance