ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Ἀπονομή βραβείων τοῦ Μαθητικοῦ Διαγωνισμοῦ γιά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες

Τήν Κυριακή 29 Ἰανουαρίου ἐ.ἔ., στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καί μετά τόν Ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, πραγματοποιήθηκε ἡ τελετή βράβευσης τοῦ Μαθητικοῦ Λογοτεχνικοῦ Διαγωνισμοῦ πού εἶχε προκηρύξει ἡ Ἱερά Μητρόπολη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου γιά τούς μαθητές Μέσης Ἐκπαίδευσης τῆς Ναυπακτίας καί τοῦ Ἁγίου Βλασίου μέ θέμα «Ὁ λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου γιά τούς νέους». Πρόκειται γιά τόν δεύτερο Μαθητικό Διαγωνισμό, μετά τόν περυσινό πού σημείωσε μεγάλη ἐπιτυχία.

 Ἀπονομή βραβείων τοῦ Μαθητικοῦ Διαγωνισμοῦ γιά τούς Τρεῖς ἹεράρχεςΠαραβρέθηκαν ὁ Προϊστάμενος τῆς Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης κ. Χρῆστος Καζαντζῆς, οἱ Διευθυντές τῶν Σχολείων ἤ ἐκπρόσωποί τους, Καθηγητές, κυρίως θεολόγοι καί φιλόλογοι, καί πολλοί μαθητές καί μαθήτριες, διαγωνισθέντες καί μή.

Ὁ Ἱεροκήρυκας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀρχιμ. π. Καλλίνικος Γεωργᾶτος ἀναφέρθηκε εἰσαγωγικά στό θέμα, τήν πορεία καί τά στοιχεῖα τοῦ φετινοῦ διαγωνισμοῦ, κατά τόν ὁποῖο κατατέθηκαν 41 ἐργασίες, σέ πεζό κείμενο καί σέ ποίημα, ἀπό 52 μαθητές καί μαθήτριες (ὁρισμένες ἦταν ὁμαδικές). Ἡ ἐπιμέλεια, ὁ κόπος, ἡ ἔμπνευση, ἡ προσπάθεια ἐμβάνθυνσης, οἱ ἀναγωγές στό παρόν καί στούς σημερινούς νέους κλπ. ἦταν στοιχεῖα ἀξιόλογα. Μνημόνευσε τά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς Βαθμολόγησης, τούς θεολόγους π. Θωμᾶ Βαμβίνη, Ἀπόστολο Τσακούμη καί Ἑλένη Ἐξάρχου καί τίς φιλολόγους Μαρία Κουτούση-Σύψα, Χρυσούλα Μαντζαβᾶ-Πιτσιάκκα καί Δῶρα Σιαμπαλῆ-Τούρκα.

Ὁ Προϊστάμενος τῆς Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης κ. Χρῆστος Καζαντζῆς εὐχαρίστησε γιά τήν πρόσκληση καί δήλωσε τήν διάθεσή του νά συμβάλλη σέ κάθε παρόμοια ἐνέργεια πού συντελεῖ στήν πρόοδο καί τήν καλλιέργεια τῶν μαθητῶν.

Στήν συνέχεια ἡ φιλόλογος καί μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Δῶρα Σιαμπαλῆ-Τούρκα παρουσίασε τόν τρόπο ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπογράμμισε μερικά σημαντικά στοιχεῖα τῶν γραπτῶν καί ἀνέγνωσε χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα.

Ὁ Σεβασμιώτατος κ. Ἱερόθεος μίλησε γιά τήν ἀξία τοῦ ἔργου τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί ἰδιαιτέρως τοῦ λόγου τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πρός τούς νέους, πού ἦταν καθοριστικός γιά τήν Ἐκκλησία, τήν σχέση της μέ τόν ἑλληνισμό καί τόν πολιτισμό καί τήν ἱστορία τοῦ τόπου μας. Ἀναφέρθηκε σέ τρία βασικά στοιχεῖα τοῦ λόγου αὐτοῦ: ἐκφωνήθηκε κατά πᾶσα πιθανότητα ὅταν ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν στήν ἡλικία λίγο πάνω τῶν 30 ἐτῶν, ἀπευθυνόταν σέ ὅλους τούς νέους καί ἦταν ἡ ἀντίδραση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στόν Ἰουλιανό τόν Παραβάτη πού ἀπό φανατισμό εἶχε ἀπαγορεύσει στούς Χριστιανούς νά διαβάζουν τούς ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὁ Σεβασμιώτατος εὐχαρίστησε ὅλους τούς συντελεστές, τόν Προϊστάμενο κ. Χρ. Καζαντζῆ γιά τήν ἄμεση ἀνταπόκριση καί ἀποδοχή τοῦ αἰτήματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς βαθμολόγησης, τούς καθηγητές καί ἰδιαιτέρως τούς μαθητές πού δαπάνησαν χρόνο καί δυνάμεις γιά νά ἐντρυφήσουν στό ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

Τέλος ὁ Σεβασμιώτατος ἔκανε τήν ἀπονομή τῶν βραβείων, τά ὁποῖα συνοδεύονταν ἀπό ἕνα χρηματικό ποσόν (100 ἤ 50 εὐρώ) ἀπό τό Ταμεῖο Εὐποιΐας τοῦ Μητροπολίτου, ἀπό τήν εἰκόνα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἕνα βιβλίο τοῦ Σεβασμιωτάτου καί τό Ἐνθύμιο.

Οἱ βραβευθέντες ἦταν οἱ ἑξῆς:
Λύκειο, πεζό κείμενο:

  • Α' βραβεῖο: Κωνσταντῖνος Πράπας (Β' τάξη, 1ου ΓΕΛ Ναυπάκτου) «Τό φῶς τῆς ζωῆς».
  • Β' βραβεῖο: Βασίλειος Βερύκιος (Β' τάξη, 2ου ΓΕΛ Ναυπάκτου).
  • Γ' βραβεῖο: Ἐρασμία Λώλου καί Γεωργία Σακαρέλου (Β' τάξη, ΓΕΛ Εὐηνοχωρίου).

Λύκειο, ποίημα,

  • Α' βραβεῖο: Ἑλένη-Ζωή Χοχτούλα (Γ' τάξη, ΓΕΛ Ἐκπαιδευτηρίων Πάνου).

Γυμνάσιο, πεζό κείμενο:

  • Α' βραβεῖο: Νικολέτα Καρβούνη (Α' τάξη, 2ο Γυμνάσιο Ναυπάκτου): «Ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Βασίλης καί τά ἀρχαῖα».
  • Β' βραβεῖο: Ἑλένη-Μαρίνα Βοτσαΐτη, (Β' τάξη, Γυμνάσιο Εὐηνοχωρίου): «Πιστεύω χωρίς ἀμφιβολίες».
  • Γ' βραβεῖο: Χάϊδω Κουρμούση (Γ' τάξη, 1ο Γυμνάσιο Ναυπάκτου): «Ἡ Βασιλική, ἡ Βασιλειάδα καί τά ...βασικά!».

Ἔπαινοι:

  • Φωτεινή Μπενέκου καί Ἄρτεμις Ντίμτσα (3ο Γυμνάσιο Ναυπάκτου)

Γυμνάσιο, ποίημα,

  • A' βραβεῖο: Ἀγγελική Λαδιᾶ (Β' Τάξη, 2ου Γυμνασίου Ναυπάκτου).

Δημοσιεύονται κατωτέρω φωτογραφίες ἀπό τήν ἐκδήλωση καθώς καί τά βραβευθέντα κείμενα καί ποιήματα.

 

 

 

 

Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου

Μαθητικὸς Διαγωνισμὸς 2017 γιὰ τοὺς τρεῖς Ἱεράρχες - 

«Ὁ λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πρός τούς νέους»

Βραβευθεῖσες Ἐργασίες

Λύκειο (Πεζὸ) Α' βραβείο

Κωνσταντίνος Δήμου Πράπας (Β' τάξη, 1ου ΓΕΛ Ναυπάκτου)

«Το φως της ζωης».

-Ξύπνα Κοσμά, ξύπνα, σήκω… Ήρθε η ώρα.

Ο Κοσμάς ξύπνησε ακούγοντας τη μητέρα του να τού ψιθυρίζει στο αυτί. Άνοιξε τα μάτια του και την είδε σκυμμένη από πάνω του. Τον σκούντηξε με το δεξί της χέρι ενώ με το άλλο κρατούσε ένα κερί, που σκόρπιζε το λιγοστό φως του στο φτωχικό σπίτι γύρω του.

-Σήκω γιατί θ’ αργήσεις… Και σιγά σιγά, μη ξυπνήσεις κανέναν.

Απρόθυμα ο μικρός Κοσμάς πέταξε από πάνω του τις φθαρμένες κουβέρτες που σκέπαζαν εκείνον και τον μικρότερο αδερφό του πάνω σε ένα παλιό στρώμα κοντά στις σκάλες. Τον περόνιασε ευθύς το κρύο και τρεμουλιάζοντας πήγε στη καρέκλα δίπλα από το κρεβάτι των γονιών του να βρει το πουκάμισό του. Το φόρεσε στα γρήγορα, έπειτα φόρεσε και τα πατημένα τσαρούχια του. Η μητέρα του πλησίασε με προσεκτικά βήματα ένα ξύλινο μπαούλο μπροστά απ’ το κρεβάτι, μη θέλοντας να ξυπνήσει τον άντρα της και την μόλις ενός έτους κόρη της, που κοιμόταν μαζί τους. Έβγαλε από μέσα ένα μάλλινο πλεκτό γιλέκο και του το ‘δωσε.

-Φόρα κι’ αυτό, να σε ζεσταίνει.

Μπορεί να μην είχε μπει για τα καλά ο Νοέμβρης, αλλά το κρύο στα ορεινά ήταν τσουχτερό και φύσαγε παγωμένος βοριάς. Το γεγονός ότι ήταν περασμένα μεσάνυχτα και ότι επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι δε βοηθούσε καθόλου την κατάσταση.

Βαρύθυμος και νυσταγμένος ο Κοσμάς κατέβηκε προσεκτικά τη σκάλα, για να μην ξυπνήσει τους παππούδες του που κοιμούνταν κάτω απ’ αυτήν. Ωστόσο, φαίνεται πως τον άκουσε ο παππούς του, ο οποίος αρκετά βράδια δεν είχε ύπνο από τους πόνους στην πλάτη του και έτσι τον άκουσε να ψιθυρίζει:

-Στην ευχή της Παναγιάς να πας Κοσμά μου!
-Αντίο παππού! Αντίο μαμά! Κατάφερε να πει ο Κοσμάς, καθώς έτρεμε απ’ το κρύο.

Η μητέρα του τον οδήγησε στην πόρτα κι έσβησε το κερί με ένα φύσημα.
-Να σε προσέχει ο Θεός και τα μάτια σου δεκατέσσερα στο δρόμο!

Εκείνος βγήκε έξω στην αυλή και άκουσε την πόρτα πίσω του να κλείνει και να μανταλώνει. Ο αέρας τον χτύπησε στο σβέρκο και ο Κοσμάς ευθύς έσκυψε το κεφάλι για να προφυλαχτεί, έσφιξε γύρω του το γιλέκο - που του ήταν λίγο μεγάλο- και σκυφτός έφτασε στην αυλόπορτα. Πήδηξε από πάνω της αντί να την ανοίξει, και πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στον κύριο δρόμο προς το Θέρμο και το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Ανέπτυξε γοργό βήμα για να μην χάσει την διδασκαλία. Εκεί, τους δίδασκαν γραφή, ανάγνωση και λίγη ιστορία από τα βιβλία της μονής, τους βίους των Αγίων και την Αγία Γραφή. Συνήθως τους δίδασκε ο πάτερ Γεράσιμος, που ήταν και ο υπεύθυνος της μονής. Για να φτάσει εκεί, όμως, έπρεπε πρώτα να φτάσει στο Θέρμο, που απείχε δεκαπέντε με είκοσι λεπτά περπάτημα και από εκεί να διανύσει άλλο ενάμισι χιλιόμετρο βορειοδυτικά, για να φτάσει τη μονή.

Βέβαια το σκοτάδι και το κρύο δεν ήταν το μόνο εμπόδιο που είχε να αντιμετωπίσει. Το κυριότερο πρόβλημα ήταν οι Τούρκοι. Εν έτει 1790, ο Τουρκικός ζυγός δεν ήταν ένα πρόβλημα που βασάνιζε μόνο τον μικρό Κοσμά, αλλά όλο το Ελληνικό (και όχι μόνο) γένος. Το σχολείο που υπήρχε στο Θέρμο το είχαν κλείσει προ πολλού οι Τούρκοι, καθώς δεν ήθελαν οι Έλληνες, οι «ραγιάδες», όπως τους αποκαλούσαν τότε, να μαθαίνουν τα «ρωμαίικα», γιατί άμα μορφώνονταν, υπήρχε ο φόβος να ξεσηκωθούν. Έτσι, κρατώντας τους στην αμάθεια προσπαθούσαν να τους κρατήσουν υποταγμένους. Αυτός ήταν ο λόγος που λειτουργούσε το κρυφό σχολειό, με πρωτοβουλία της Εκκλησίας, για να μορφώσει τα Ελληνόπουλα και να τους διδάξει τη γλώσσα, τη θρησκεία και τη ταυτότητά τους, πάντα κρυφά από τους Τούρκους κατακτητές που δεν επιθυμούσαν κάτι τέτοιο.

Υπήρχαν περίπου πενήντα Μουσουλμάνοι στο Θέρμο, το οποίο είχαν ειδικά επιλέξει για βάση, επειδή βρισκόταν κοντά στον Προυσό, κέντρο μεγάλης στρατηγικής σημασίας, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και οι Έλληνες σε περίπτωση που ξεσηκώνονταν. Οι τριάντα από αυτούς ήταν διορισμένοι αστυφύλακες. Οι υπόλοιποι ήταν γραφιάδες και φοροεισπράκτορες. Προσπαθούσαν πλέον να εκμουσουλμανίσουν τους Χριστιανούς με τους δυσβάσταχτους φόρους, αφού είχαν αποτύχει πολλές φορές με τις σφαγές και τις απειλές. Τον τίτλο του Μουσουλμανισμού συνόδευαν η απαλλαγή από τους φόρους καθώς και άλλα προνόμια. Βέβαια, κι αυτό το νέο μέτρο ελάχιστα ήταν αποτελεσματικό, καθώς ούτε μία οικογένεια δεν είχε αλλαξοπιστήσει στην περιοχή εδώ και είκοσι χρόνια.

Η οικογένεια του μικρού Κοσμά αντιμετώπιζε δύσκολους καιρούς. Ο πατέρας του, ταπεινός αγρότης, με χίλιους κόπους και θυσίες κατάφερνε να ταΐσει επτά στόματα, μεταξύ των οποίων τα τρία ανήλικα παιδιά του και τους δύο κατάκοιτους γονείς του. Παρόλα αυτά θα προτιμούσαν να πέθαιναν παρά να προδώσουν τη πίστη τους. Ιδιαίτερα ο παππούς του, που αγέννητος ακόμα έχασε δυο αδέρφια από τους Τούρκους, καθώς και η μητέρα του, η οποία είχε σωθεί από μια θανατηφόρα ασθένεια όταν ήταν μικρή ως εκ θαύματος Αγίου, και μάλιστα της Αγίας Παρασκευής. Εκείνη ήταν μάλιστα που τον ανάγκαζε να πηγαίνει τρεις φορές την εβδομάδα στο κρυφό σχολειό. Τα αδέρφια του ήταν πολύ μικρά ακόμα για να έρχονται και εκείνα.

Βέβαια ο Κοσμάς δεν έβλεπε το λόγο, γιατί έπρεπε να πηγαίνει στο σχολείο. Παρότι του άρεσε να διαβάζει εκεί τα Συναξάρια των Αγίων και να ακούει τα σοφά λόγια του πατρός Γεράσιμου, στην ουσία του φαίνονταν αχρείαστα. Ποιος ο λόγος να μάθει γραφή και ανάγνωση, σκεφτόταν, αφού δεν θα του χρειάζονταν στη ζωή του; Σκόπευε να γίνει κι εκείνος αγρότης και να βοηθά τον πατέρα του σαν μεγάλωνε, όπως έκανε και τώρα στις δουλειές που μπορούσε. Γι’ αυτό, το είχε αναφέρει πολλές φορές στη μητέρα του αλλά εκείνη θύμωνε και τον μάλωνε. Πίστευε πως δεν έφτανε μόνο η έμφυτη αγάπη του προς τον Θεό. Όφειλε να μορφωθεί.

Αυτά συλλογιζόταν ο Κοσμάς και πέρασε η ώρα. Έφτασε κοντά στο κέντρο του χωριού. Προσευχήθηκε να μη συναντήσει κάποιο νυχτοφύλακα και συνέχισε το δρόμο του διπλά προσεκτικός. Οι Τούρκοι στρατιώτες απ’ ότι ήξερε ήταν άγριοι και βάναυσοι. Ο παππούς του τού είχε πει ιστορίες για παιδιά απ’ όλα τα Βαλκάνια που τα απήγαγαν σε βρεφική ηλικία και τα φανάτιζαν κάνοντάς τα αιμοδιψείς πολεμιστές, που δεν αναγνώριζαν οικογένεια ή πατρίδα.

Αφού διέσχισε το χωριό από στενά σοκάκια χωρίς κάποιο απρόοπτο, συνέχισε την πορεία του στο μονοπάτι προς το μοναστήρι. Πιο ελεύθερος πλέον άρχισε να τρέχει, αφενός γιατί πίστευε πως είχε αργήσει και αφετέρου γιατί έξω από την πόλη πια τον ξαναχτύπησε ο παγωμένος βοριάς και άρχισε να κρυώνει. Σε λίγο είδε τις πύλες του μοναστηριού και λαχανιασμένος έκοψε το βήμα του. Αφού ξαναβρήκε την ανάσα του, χτύπησε την πόρτα τρεις φορές, όπως ήταν συμφωνημένο, και του άνοιξε ένας νεαρός μοναχός. Τον οδήγησε στην κεντρική αυλή. Ο Κοσμάς, αρχικά μπήκε μες την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, άναψε ένα κερί, όπως τον είχε συμβουλέψει ο παππούς του και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Βγαίνοντας, κοίταξε την εικόνα της Αγίας, η οποία πάντα εκτός από σεβασμό του ενέπνεε και λίγο φόβο λόγω των ματιών που ήταν τοποθετημένα στον δίσκο που κρατούσε. Βγήκε έξω και κατόπιν μπήκε στο δωμάτιο υποδοχής των ξένων μαζί με τον μοναχό. Από εκεί μπήκαν σε μια αποθήκη. Κατευθύνθηκαν προς το βάθος της, και σταμάτησαν μπροστά σε μια καταπακτή, την οποία κανονικά κάλυπτε ένα χαλί, που τώρα βρισκόταν τραβηγμένο στην άκρη. Απ’ την άκρη ξεπρόβαλλε η κορυφή μιας ξύλινης σκάλας. Ο Κοσμάς την κατέβηκε και φτάνοντας στον πάτο αντίκρισε τη γνώριμη εικόνα μιας υπόγειας θολωτής αίθουσας μήκους εννέα, πλάτους τεσσάρων και ύψους πέντε μέτρων με ένα πλατύ ενισχυτικό τόξο περίπου στο μέσο της.

Σε μία άκρη καθόταν ο πάτερ Γεράσιμος σε μια καρέκλα και γύρω του άλλα πέντε παιδιά καθισμένα είτε σε σκαμνιά είτε στο πάτωμα, απορροφημένα απ’ τα λόγια του. Το λιγοστό φως που υπήρχε, προερχόταν από δύο κεριά, ένα στερεωμένο στον τοίχο και ένα πάνω στο παλιό μπαούλο που χρησιμοποιούσαν για τραπέζι.
-Καλησπέρα Κοσμά, άργησες λίγο αλλά μην ανησυχείς δεν αρχίσαμε ακόμα. Βρες μια θέση και βολέψου, για ν’ αρχίσουμε το μάθημα. Τα παιδιά από την Μάνδρα δε θα έρθουν.

Ο Κοσμάς τους καλησπέρισε, βρήκε μια θέση στη γωνία και κάθισε ήσυχος. Εκείνη τη νύχτα δεν συμμετείχε ιδιαίτερα στο μάθημα και πολλές φορές έχανε την προσοχή του. Ο πάτερ Γεράσιμος το πρόσεξε και τον ρώτησε με απορία:

-Τι έχεις Κοσμά; Φαίνεται ότι κάτι σε βασανίζει. Εσύ πάντοτε ήσουν τόσο προσεκτικός… Τίποτε δε σε αποσπούσε από το μάθημα. Λοιπόν, μίλησέ μου. Τι έχεις;
-Να… Είναι που απορούσα… Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που ερχόμαστε εδώ; Θέλω να πω… Όλα αυτά τα πράγματα είναι χρήσιμα και ενδιαφέροντα… Αλλά όχι για μας. Ή τουλάχιστον για μένα. Αφού δεν θα γίνω ούτε παπάς, ούτε δάσκαλος δε θα μου χρειαστεί ποτέ στη ζωή μου η γραφή ή η ανάγνωση ή ακόμα και η ιστορία. Ποιος ο λόγος να έρχομαι εδώ μες τη νύχτα και το κρύο, με κίνδυνο να με συλλάβουν οι Τούρκοι;

Τα υπόλοιπα παιδιά απορούσαν με το θάρρος του αλλά και με τα λόγια του. Φαίνεται πως το ερώτημα αυτό τα είχε προβληματίσει και εκείνα. Αυτό δεν ξέφυγε της προσοχής του πατρός Γεράσιμου. Έμεινε και ο ίδιος σκεπτικός για λίγο. Ύστερα, αφού είχε συνάξει τις σκέψεις του, είπε:

-Μπορείς, σε παρακαλώ Κοσμά να μου δώσεις το τελευταίο βιβλίο στη στοίβα;

Ο Κοσμάς παραξενεμένος πήγε στη στοίβα με τα βιβλία τα οποία έφερνε μαζί του ο πάτερ Γεράσιμος και διάλεξε το βιβλίο που ήταν κάτω από όλα τα άλλα. Το σήκωσε και διάβασε στο δερματόδετο εξώφυλλο: «Βίος καί διδάγματα Βασιλείου τοῦ Μεγάλου». Κατευθύνθηκε προς την γωνία νιώθοντας όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του και έδωσε το βιβλίο στον πατέρα Γεράσιμο. Βρήκε μια νέα θέση ανάμεσα στα παιδιά και περίμενε εναγωνίως. Τότε ο σεβάσμιος γέροντας ξεκίνησε την ομιλία του:

-Όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, ζούμε σε δύσκολους καιρούς. Σε παρόμοιους, ωστόσο, καιρούς έζησαν και οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας, για να μην πω σε δυσκολότερους. Εκείνοι έκαναν το χρέος τους και μας παρέδωσαν την Ελληνική γραμματεία και τη χριστιανική πίστη, αυτούσια, όπως την παρέλαβαν κι εκείνοι από τους δικούς τους προγόνους. Αν δε το είχαν κάνει και με κίνδυνο της ζωής τους μάλιστα, δε θα βρισκόμασταν εδώ και θα είχαμε τουρκέψει ολότελα. Όμως, βρισκόμαστε εδώ. Και η Ελληνική παράδοση είναι επίσης εδώ μαζί μας. Στο χέρι μας είναι αν θα διαιωνίσουμε την ταυτότητά μας κι αν θα τη μεταβιβάσουμε στις επόμενες γενιές ή αν θα την αφήσουμε να χαθεί… αυτό ακριβώς που θέλουν κι οι τύραννοί μας. Όμως, δεν έχουν κανένα δικαίωμα να μας τη στερούν. Γι’ αυτό βρισκόμαστε και εμείς εδώ, για να υπερασπιστούμε το δίκαιο και το έθνος μας!

Τα παιδιά προβληματίστηκαν και άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους. Ήταν φανερό πως τα λόγια του προκάλεσαν σεισμό στην ψυχή τους. Ύστερα συνέχισε σε πιο χαμηλό τόνο.

–Πιστεύω ότι είστε αρκετά μεγάλοι, για να τα ακούτε αυτά αλλά όχι αρκετά μεγάλοι, για να πράξετε. Έτσι, ακούστε αυτό.

Άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να ψάχνει τις σελίδες του…

-Εδώ είμαστε: «Προς τους νέους, πώς να ωφελούνται από τα Ελληνικά γράμματα». Στον λόγο του αυτό ο Μέγας Βασίλειος απευθύνεται προς τους νέους και τους συμβουλεύει απ’ όσα διδάσκονται να κρατούν μόνον όσα μπορούν να τους ωφελήσουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά ένα παράδειγμα με τις μέλισσες και τα λουλούδια. Μας λέει πως τα λουλούδια είναι καλά για τους ανθρώπους και τα ζώα μόνο για το άρωμά τους και για τίποτε άλλο. Για τις μέλισσες όμως, είναι η πηγή από όπου θα πάρουν το μέλι, το νόημα της ύπαρξής τους και το όνομά τους. Έτσι και για μας τους Έλληνες τα Ελληνικά είναι κάτι παραπάνω από κάτι που χρησιμοποιούμε για να συνεννοούμαστε. Είναι η ταυτότητά μας. Γι αυτό οφείλουμε να τα διδασκόμαστε και να τα κατανοούμε σε βάθος. Άλλωστε, Κοσμά, θυμήσου τα λόγια και του συνονόματού σου του Πατροκοσμά… Δίδαξε χαρακτηριστικά ότι για να κατανοήσουμε την θρησκεία μας, την Ορθοδοξία, χρειάζεται να κατανοήσουμε πρώτα σε βάθος τα Ελληνικά. Και επαναλαμβάνω, αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να μας το στερήσει κανείς! Και να το θυμάστε εσείς οι νέοι πως πρέπει να κάνετε και εσείς το χρέος σας προς το Γένος. Και η αρχή πρέπει να γίνει από τα γράμματα, για να μάθετε γιατί αγωνίζεστε. Και είθε οι καρποί των δικών σας κόπων να είναι σπουδαιότεροι απ’ τους δικούς μας.

Επικράτησε μια επιβλητική σιγή. Όλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν, να αφουγκραστούν τα νοήματα. Τα λόγια του πατρός Γεράσιμου άναψαν μια σπίθα στην ψυχή του Κοσμά. Μια σπίθα που σιγά σιγά γινόταν πυρκαγιά που φούντωνε μέσα του κι ένιωθε με τη λάμψη της να φωτίζεται ολόκληρη η ύπαρξή του, το νόημα της ζωής του. Ένιωθε βαθιά μέσα του πλέον τι σημαίνει να είσαι Χριστιανός και Έλληνας. Ήξερε πια ποιο ήταν το χρέος του απέναντι στη ζωή: Τα Ελληνικά γράμματα! 
 


Λύκειο (Ποίημα)  Α' βραβείο

Ελένη-Ζωή Χοχτούλα (Γ' τάξη, ΓΕΛ Εκπαιδευτηρίων Πάνου)

«Περί τοῦ ἀγαθοῦ ὁ λόγος»

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς
ὁ Βασίλειος ἐστάθη ἐμπρός.
Ἤρξατο εὐθὺς λαλεῖν
 καὶ περὶ τῆς ἀρετῆς εἰπεῖν.
«Ἐκ ποιήσεως καὶ ῥητορικῆς δυνάμεθα μανθάνειν τὰς ἀγαθὰς πράξεις.»
Ἐπεὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ θαυμαστοὶ ἦσαν, ἐγὼ ἠπόρουν.
-«Λέγε μοι πλεῖστα, Ἅγιε!»
-«Ἵνα σὺ κατανοήσῃς τούτους, ἐρῶ σοι ῥήσεις ἀνδρῶν ἐπιφανῶν
ῥητόρων τε καὶ ποιητῶν.
Ἡσίοδος δ΄ ἔφη ὡς ἄριστος μὲν ἐσθ’  ὅς παρ’ ἑαυτοῦ τὰ δέοντα συνορῴη,
ἐσθλὸς δ’ ἐσθ’ ὅς ἅπαντα τὰ δέοντα δρῴη.
Πρὸς δὲ τούτοις ὁ μὲν Ὅμηρος ἔγραφεν
ὅτι δέοι φεύγειν τὰ τῶν Σειρήνων μέλη
τὰ ὦτα ἐπιφρασσομένους, ὥσπερ Ὀδυσσεὺς ἐποίησεν,
ὁ δὲ Πλάτων ἔφη ὅτι κτώμεθα τὴν ἀρετὴν ἐὰν εἰς τὸ εἶναι
στοχαζώμεθα καὶ οὐκ εἰς τὸ φαίνεσθαι.
Εἰ ταῦτα σοι δοκεῖ,
πράττε  ὅ,τι ὁ ἀγαθός ποιεῖ
καὶ τέλος εἰ ἐθέλεις ἐλθεῖν πρὸς τὸν Χριστόν,
πράττε νῦν καὶ ἀεὶ τὸ ἀγαθόν».



Γυμνάσιο (Πεζό) Α' βραβεῖο

Νικολέτα Καρβούνη (Α' τάξη, 2ο Γυμνάσιο Ναυπάκτου)

«Ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Βασίλης καί τά ἀρχαῖα»

Προπαραμονή Χριστουγέννων 2009, ταξιδεύω με την αδελφή μου με το ΚΤΕΛ προς το πατρικό χωριό. ΜαΘητής τότε της Α Γυμνασίου, ήμουν πολύ πιεσμένος και άκεφος. Στα σχολικά μαθήματα πιεζόμουν πολύ και ιδιαίτερα στα Αρχαία. ‘Ηταν ακαταλαβίστικα η καθηγήτρια στριφνή και απαιτητική, όλα αυτά έκαναν το μάθημα αυτό μαρτυρικό. Την προηγούμενη εβδομάδα στο διαγώνισμα πήρα 10!! Ποιός ξέρει τι βαθμό θα έχω στο τρίμηνο. Από ντροπή δεν το `χα πει πουθενά και βασανιζόμουνα. Λίγες μέρες χαράς στο χωριό στις γιορτές σκεφτόμουν με ανακούφιση, και μετά ας έρθει η καταστροφή. Λίγο με χαροποιούσε ότι θα ξαναέβλεπα τον ιερέα παππού μου που ένα χρόνο πριν είχε ξαναγυρίσει στον τόπο που γεννήθηκε, να ηρεμήσει και να μην αφήνει άλλο τους λίγους γερόντους συγχωριανούς του χωρίς παπά στην εκκλησία που χρόνια πολλά ήταν ορφανή.

Φτάνοντας σπίτι μας καλοδέχτηκε η γιαγιά. Ο παππούς ήταν στην εκκλησία, οπότε ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μπήκα, προσκύνησα και τον είδα στο ψαλτήρι, να σημειώνει με το μολύβι ένα βιβλίο. Ο καλός μου ο παππούς πόσο μου είχε λείψει! Στην Αθήνα, στην εκκλησία που λειτουργούσε ήμουνα πάντα το παπαδάκι του στο Ιερό. Αφού τον αγκάλιασα, με περιέργεια ρώτησα τι σημείωνε στο βιβλίο.

-Ξέρεις Βασίλη, στο χωριό έχω εικοσιεπτά γερόντους που έχουν χρόνια να παρακολουθήσουν λειτουργεία των Χριστουγέννων και θα έρθουν όλοι. Μόνο που δεν έχω ψάλτη. Με το μολύβι σημειώνω αυτά που πρέπει να διαβαστούν και θα το κάνεις εσύ ακούγοντας αυτά που θα σου λέω. Φέτος που κάνεις Αρχαία δεν θα δυσκολευτείς θα πετάς. Έτσι παιδί μου;

Τί ήταν αυτό που άκουσα;

– Ναι παππού τόσο πολύ πετάω που στο διαγώνισμα πήρα 10! Τι μου θύμισες το καταραμένο άχρηστο μάθημα; Γιατί να τα μάθω; Θα μιλάω μήπως μεθαύριο στα Αρχαία συμπλήρωσα κλαίγοντας.

-Παιδί μου σταμάτα. Είμαστε Έλληνες καταρχήν και πρέπει να μαθαίνουμε αν όχι τέλεια λίγο την γλώσσα των Προγόνων μας την στιγμή που ξένοι προνόμιο να την μαθαίνουν. Δεν σου είναι ξένη, τα γράμματά της είναι τα ίδια με το σημερινό αλφάβητο. 
-Ναι απάντησα όπως τα πνεύματα, οι βαρείες οι κανόνες... 
- Και όπως στα αγγλικά που τα κάνεις από την αρχή , θα τα μάθεις και αυτά. 
- Παππού ,τα αγγλικά είναι χρήσιμα. Αυτά γιατί να τα μάθω;

-Ότι τα Ευαγγέλια και τα εκκλησιαστικά βιβλία είναι γραμμένα στα αρχαία σου λέει κάτι αυτό; Δεν θες να καταλαβαίνεις τα λόγια της λειτουργείας;

- Είναι γραμμένα στα αρχαία γιατί αυτά ήταν τα αγγλικά της εποχής. Όσο για την λειτουργεία τα πιο πολλά μου τα έχεις εξηγήσει εσύ, τα υπόλοιπα τα ψιλοκαταλαβαίνω δεν θέλω περισσότερα. Και όσο για την καθηγήτριά μου που επιμένει ότι πρέπει να έχουμε γνώση των έργων των Ελλήνων Φιλοσόφων και ποιητών γιατί; Να μάθω τι; Τον άσωτο βίο που προβάλλουν ή τα κατορθώματα των θεών του Ολύμπου;

-Βασίλη, είσαι γεμάτος αντίδραση, αλλά δεν σε παρεξηγώ γιατί είσαι στην εφηβεία. Αλλά αφού δεν δέχεσαι αυτά που σου λέω θα σε παρακαλέσω πολύ να ακούσεις τον Άγιο που έχει το ίδιο όνομα με εσένα πάνω σε αυτό. Σηκώθη- και έβγαλε από τον χαρτοφύλακά του ένα περιοδικό μικρό κατακίτρινο πολυχρονίτικο φαινότανε. Μου το έδωσε. Ο τίτλος του ήταν Μ. Βασιλείου « Παραινέσεις προς τους νέους όπως αν έξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων».

-Μόνο που θα σου το μεταφράζω περιληπτικά γιατί είναι μεγάλο μην σε κουράσω. Έτσι μέσα από τα χείλη του παππού άρχισε να μιλά ο Άγιος και να λέει: 
-Είμαι μεγάλος στην ηλικία κοντά όμως στην ηλικία των γονιών σας οπότε νιώθω οικιότητα και από την εμπειρία μου θέλω να σας πω κάποια πράγματα που θεωρώ άριστα.. Ο Ησίοδος λέγει ότι άριστος είναι όποιος ξεχωρίζει το σωστό , καλός όποιος συμμορφώνεται με τις σωστές υποδείξεις, άχρηστος αυτός που δεν κάνει ούτε αυτό…

Τα καλά αυτού του κόσμου όπως η ένδοξη καταγωγή, σωματική ομορφιά, τιμές, διακρίσεις, πλούτος, είναι όλα πρόσκαιρα και ασύγκριτα με αυτά της άλλης ζωής για την οποία οι χριστιανοί ετοιμαζόμαστε. Η διαφορά μεταξύ πρόσκαιρης και αιώνιας ζωής είναι όσο η διαφορά μεταξύ σώματος και ψυχής… Στην ετοιμασία για την αιώνια ζωή μας οδηγούν οι Άγιες Γραφές που μας παιδαγωγούν με απόρρητες αλήθειες… Σε μικρή ηλικία ο άνθρωπος είναι εύπλαστος και προγυμνάζεται με τα μάτια της ψυχής σε άλλα κείμενα για απόκτηση εμπειρίας. Αυτό γίνεται με την γνωριμία αρχαίων ποιητών, πεζογράφων, ρητόρων και ανθρώπων που μας προσφέρουν γνώσεις για να δυναμώσουμε την ψυχή μας. Έτσι προετοιμάζουμε την συνείδησή μας με την κοσμική σοφία και μετά να ακούσουμε τα ιερά, βαθιά νοήματα της χριστιανικής διδασκαλίας..

Έτσι συνέβη με τον Μωϋσή και τον Δανιήλ. Πρώτα διδάχθηκαν την κοσμική σοφία και μετά την θεία διδασκαλία. Υπάρχει όμως διαφορά μεταξύ τους. Αν παρομοιάσουμε την ψυχή με ένα δέντρο ο καρπός και η αξία της είναι η αλήθεια, και η κοσμική σοφία είναι το στόλισμα της , η φυλλωσιά του……

-Ενώ αυτά είναι ωφέλιμα για την ψυχή πρέπει να προσέχουμε πως τα αφομοιώνουμε και που οδηγούν το μυαλό μας. Πρέπει να δεχόμαστε και να μιμούμαστε ότι καλό προβάλλουν αλλά όπως ο Οδυσσέας να κλείνουμε αυτιά και μάτια σε ότι προβάλλει έκλυτο βίο, ακολασία, ψέμα. Θα κάνουμε όπως οι μέλισσες, που από τα λουλούδια παίρνουν μόνο το χρήσιμο και παρατούν το άχρηστο….

-Οι κοσμικοί φιλόσοφοι προβάλλουν την αρετή ,που στις αγνές ψυχές των νέων εύκολα πιάνει τόπο και το κέρδος είναι μεγάλο, γιατί αν από μικρός συνηθίσεις στην αρετή, αυτή μένει ασάλευτη μέσα σου. Ο Ησίοδος προτρέπει τους νέους στο δύσκολο δρόμο της αρετής που αξίζει τον κόπο. Η ποίηση του Ομήρου υμνεί την αρετή, αφού ο συνεχόμενος γεμάτος εμπόδια αγώνας του Οδυσσέα γι` αυτήν είναι αδιάκοπος. Ο Σόλωνας διδάσκει ότι δεν ανταλλάσουμε τον πλούτο με την αρετή γιατί ο πρώτος χάνεται ενώ η άλλη είναι αιώνια. Ο Πρόδικος προβάλλει τον αγώνα του Ηρακλή μεταξύ Αρετής- Κακίας. Ο Ευρυπίδης κατακρίνει όσους θέλουν καλοί να φαίνονται κι όχι αληθινά να είναι. Το ίδιο περίπου λέει κι ο Πλάτωνας…..

Στα αρχαία κείμενα σώζονται σπουδαία παραδείγματα. Του Περικλή που δεν θύμωσε με τις βρισιές ενός μεθυσμένου αλλά διέταξε να φωτίσουν το δρόμο του. Του Ευκλείδη που ενώ κάποιος ορκίστηκε να τον σκοτώσει αυτός ορκίστηκε να τον βγάλει από τον όρκο του. Του Σωκράτη που άφησε κάποιον να τον δείρει και η μόνη εκδίκηση ήταν να γράψει το όνομά του στο πρόσωπό του.(Πόσο θυμίζει αυτό το παράδειγμα του Χριστού που όταν τον χαστούκισαν έστρεψε αδιαμαρτύρητα και το άλλο μάγουλο) Του Μ. Αλεξάνδρου που από ντροπή δεν κοίταξε τις κόρες του Δαρείου. Ο Κλεινίας πλήρωσε πρόστιμο αντί να ορκιστεί με όχι αληθινό όρκο…..

Πρέπει την ψυχή μας να μεταχειρίζεται η λογική και να μην χάνουμε καιρό άσκοπα. ‘Όπως οι αθλητές να κοπιάζουμε κι αυτό δεν θέλει μαλθακότητα, αλλά με αγώνα κάνοντας το σώμα ανώτερο από τα πάθη και τον πλούτο, που καυτηρίασε ο Σωκράτης , ο Σόλωνας, ο Διογένης. Είναι δύσκολο να γίνεις καλός λέει ο Πιττακός….. Αυτά τα διδάσκει τέλεια η Αγία Γραφή αλλά όσα περισσότερα μαθαίνουμε γινόμαστε δυνατότεροι. Όπως λένε οι Πυθαγόρειοι να βρίσκουμε χαρά διαλέγοντας το άριστο τρόπο ζωής……

Η ασθένεια της γνώμης είναι αρρώστια. Όταν είσαι λίγο άρρωστος πας μόνος σου στο γιατρό. Περισσότερο άρρωφέρνεις γιατρό στο σπίτι κι όταν είσαι ανίατα άρρωστος δεν δέχεσαι καθόλου γιατρό. Μην πάθετε κάτι τέτοιο παιδιά μου αποφεύγοντας αυτούς που έχουν ορθή σκέψη…….

Έμεινα άφωνος. Με μαγικό τρόπο ο Άγιος απάντησε στις ερωτήσεις που είχα κάνει στον παππού μου.

-Δεν είναι τυχαίο Βασίλη που οι αρχαίοι φιλόσοφοι θεωρούνται πρόδρομοι της χριστιανικής διδασκαλίας και μου έδειξε τον Σωκράτη σε μια αγιογραφία της εκκλησίας. Ας πηγαίνουμε τώρα ες αύριον τα σπουδαία που θα έλεγαν αυτοί.

Οι γιορτές πέρασαν, γύρισα στην Αθήνα. Ο παππούς έστειλε ένα παλιό μαθητή του στο κατηχητικό, φοιτητή Φιλολογίας να με βοηθήσει. Μετά από χρόνια μου φανέρωσε ότι ο παππούς τον πλήρωνε από την σύνταξή του, και δεν ήθελε να το μάθω .Μόνο οι γονείς μου το ήξεραν. Με την βοήθειά του σιγά-σιγά άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα το μάθημα και αυτό σύντομα φάνηκε στη βαθμολογία μου. Έγινα ο καλύτερος μαθητής στην τάξη και τα θετικά μαθήματα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα . Ο Αρίστος ο φροντιστής μου μου έφερνε και βιβλία με έργα φιλοσόφων τα οποία μου άρεσαν πολύ. Ο παππούς καμάρωνε με την πρόοδό μου. Όταν του έλεγα ότι το χρωστούσα σε εκείνον, στον Μ. Βασίλειο και στην κουβέντα μας εκείνο το απόγευμα , χαμογελούσε πλατιά και μόνη ανταπόδοση που μου ζητούσε ήταν την βοήθειά μου στο ψαλτήρι όταν βρισκόμουνα στο χωριό. Οι χωριανοί του τότε τον ευχαριστούσαν λέγοντάς του ότι τους είχε φέρει παπά και ψάλτη στο χωριό τους μετά από πολλά χρόνια. Κι αυτός τότε χαιρότανε διπλά.

Το καλοκαίρι του 2014 μπήκα μετά από επιτυχία στις πανελλήνιες εξετάσεις στη Νομική σχολή. Ο παππούς μου δεν πρόλαβε να χαρεί με αυτή μου την επιτυχία. Τρεις μήνες πριν τις εξετάσεις ανέβηκε στους ουρανούς. Είμαι σίγουρος ότι θα χαίρεται από εκεί ψηλά για μένα μαζί με τον Μ. Βασίλειο και η ευχή του θα με ακολουθεί πάντα στην ζωή μου.

Γυμνάσιο (Πεζό) Β' βραβεῖο

Ἑλένη-Μαρίνα Βοτσαΐτη, (Β' τάξη, Γυμνάσιο Εὐηνοχωρίου)

«Πιστεύω χωρίς ἀμφιβολίες»

Διήγημα της μαθήτριας Ελένης Μαρίας Βοτσαΐτη του Γυμνασίου Ευηνοχωρίου

Η Κυριακάτικη λειτουργία έφτασε στο τέλος της. Με ανυπομονησία λαμβάνω το αντίδωρο και νευρική ξεκινάω για το σπίτι μου.Όταν έφτασα,χαιρέτισα τις γειτόνισσες, άφησα το φυλλάδιο της Μητρόπολης, που κάθε Κυριακή μοιράζεται στους εκκλησιάζοντες στο τραπέζι της κουζίνας και άρχισα να τρέχω άτσαλα ως το δωμάτιό μου. Ασυνείδητα κλείδωσα με κρότο την πόρτα και με μια δρασκελιά ρίχτηκα στο κρεβάτι μου.

Κάθισα ανάσκελα με τα μάτια καρφωμένα στο κενό. Θα ‘ρθει... Δεν θα ‘ρθει... Ίσως έρθει.. Όχι, είμαι τελείως χαμένη, δεν θα ‘ρθει. Τι να κανω; Της στέλνω με το τηλέφωνό μου μήνυμα: «Θα έρθεις σήμερα κατηχητικό;» Ο εκνευριστικός ήχος εισερχομένου μηνύματος με ειδοποιεί: «Θα δεις!». Τι σημαίνει το «Θα δεις!», συλλογιέμαι. Βαλτωμένη μέσα στις αρνητικές μου σκέψεις, βυθίστηκα σε έναν λήθαργο που δεν άργησαν να μου τον χαλάσουν.

«Ελένη! Άνοιξε την πόρτα!». Η καμπανιστή φωνή του μικρού μου αδερφού ήχησε στ’ αυτιά μου υστερική. Με μισόκλειστα μάτια κοίταξα το ρολόι. Δώδεκα ακριβώς; Έπεσα πάνω στην ντουλάπα, μπέρδεψα τα πόδια μου στις ριγμένες στο πάτωμα εγκυκλοπαίδειες – πόσες φορές μου είπε να τις μαζέψω η μητέρα μου; - χτύπησα το πόδι μου στο ξύλο του γραφείου, αναποδογύρισα την καρέκλα και μαζί μ’αυτή αναποδογυρίστηκα κι εγώ. «Βρε Ελένη, θα αργήσεις!» . Μετά απ’ όλη αυτήν την οδύσσεια και με μια μόνο μελανιά στο γόνατο, κατάφερα να φτάσω στο χερούλι της πόρτας. Καλέ πώς πέρασε έτσι η ώρα;

Ξεκλείδωσα την πόρτα, χαιρέτησα τον αδερφό μου και την υπόλοιπη οικογένεια και άρχασα να τράχω προς το Πνευματικό Κέντρο του χωριού. Στηντελευταία στροφή επιβράδυνα το βήμα μου για να ηρεμήσω.Ευτυχώς το τμήμα των γυμνασιοπαίδων δεν είχε αρχίσει το μάθημα.Εξονυχιστικά άρχισα να χτενίζω με το βλέμμα μου όλα τα πρόσωπα των παιδιών. Κάπου απόμερα, στεκόταν μόνη της, όπως τις περισσότερες φορές η φίλη μου, Άννα.

Η Άννα ήταν ένα συμπαθητικό κορίτσι με ζεστά, μελιά μάτια. Ο ήλιος έλουζε με ασημένιες ανταύγειες τα σκουρόχρωμα, μακριά μαλλιά της και έκανε το αλαβάστρινο δέρμα της να φαντάζει περσελάνινο.

Μου χάρισε ένα όμορφο χαμόγελο και πλησίασε προς το μέρος μου.  Το θέμα της σημερινής συζήτησης μας το είχε εξηγήσει από την προηγούμενη φορά ο παπα – Αρσένης.Μας το είχε υποδείξει με σκοπό να προσπαθήσουμε να καταφέρουμε να φέρουμε στο κατηχητικό έναν φίλο μας. Έναν φίλο που θα του άρεσε η ιδέα του κατηχητικού. Επίσης,  γιατί το κέντρο προβληματισμού μας στο σημερινό μάθημα θα ήταν ο λόγος του Μεγάλου Βασιλείου προς τους νέους και η ωφέλειά τους από τα ελληνικά γραμματα.

«Χαίρομαι που ήρθες», της είπα γλυκά. «Και εγώ χαίρομαι που ήρθα», μου απάντησε. Χαιρόταν που είχε έρθει. Τι ωραία!Ίσως να ερχόταν και στο επόμενο μάθημα. Μπορεί και στο μεθεπόμενο.Μπήκαμε μαζί μέσα στο γνωστό για μένα κτίριο, άγνωστο ακόμα για ‘κεινη.Φίλησα με σεβασμό το χέρι του ιερέα- κατηχητή, κάτι το οποίο μιμήθηκε και η φίλη μου. Ο παπά – Αρσένης χάιδεψε τρυφερά και με τη στοργή ενός πατέρα την όμορφη κόμη της Άννας και μας έδειξε τις καρέκλες για να καθίσουμε. «Ξεκινήσαμε καλά», είπα από μέσα μου. Έτσι χωρίς να θέλω να μου χαλάσει τη διάθεση το ανέκφραστο πρόσωπο της φίλης μου, αποφάσισα να μην την ξανακοιτάξω. Και ξεκίνησε το μάθημα.

«Αγαπητά μου παιδιά και νεοφερμένα όμορφα προσωπάκια, χαίρομαι πολύ που είστε εδώ για πρώτη φορά και εύχομαι να μην είναι η τελευταία»,  είπε ο παπά – Αρσένης και εγώ έσφιξα με ελπίδα το χέρι της φίλης μου. «Για τον άνθρωπο  και τα άλλα ζώα, τα λουλούδια είναι καλά μονάχα για το άρωμα και το χρώμα τους. Για τις μέλισσες , όμως, υπάρχει και κάτι άλλο σ΄αυτά: το μέλι. Έτσι και εδώ. Όσοι στα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων δεν αναζητούν μονάχα τη γλύκα και  τη χάρη του λόγου μπορούν να αποκομίσουν και κάποια ωφέλεια για την ψυχή. Πρέπει, λοιπόν, αυτά τα συγγράμματα να τα ακολουθούμε όπως το παράδειγμα των μελισσών. Θα μελετήσουμε τα κείμενα του Μ. Βασιλείου και θα πάρουμε απ΄αυτά ό, τι συγγενεύει με την αλήθεια και μας χρειάζεται. Τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε πίσω μας», αυτά και άλλα πολλά έθιξε ο κατηχητής.

Όση ώρα μιλούσε ο ιερέας, δεν αντιστάθηκα και κατέληξα να παρακολουθώ τις διάφορες  εκφράσεις της Άννας. Ήμουν σίγουρη ότι δεν ήταν σύμφωνη με όλα τα σημεία του λόγου του Μ. Βασιλείου και του κατηχητή. Όταν μας έδωσε το λόγο για ερωτήσεις, η φίλη μου τέντωσε ψηλά, απότομα και γρήγορα το χέρι της.

Ο πράος κατηχητής παρατήρησε τον προβληματισμό της και την κάθετη διαφωνία στο παιδικό πρόσωπο της φίλης μου. Έτσι της έδωσε το λόγο.

«Αν όπως λέτε δεν πρέπει να παραδώσουμε το τιμόνι του νου μας στους αρχαίους συγγραφείς, γιατί απλά να μην εμπιστευόμαστε την κρίση μας; Γιατί οι δικές μας ελπίδες πάνε πολύ μακρύτερα; Τι σημασία έχει αν οι απόψεις μας συμπίπτουν ή όχι με του Μ. Βασιλείου;». Η  καυστική Άννα λαχανιασμένη σταμάτησε απότομα. Τα κουρασμένα μάτια του κατηχητή την κοίταζαν ανέκφραστα. Ένιωθα τις βλοσυρές ματιές των από πίσω και των από δίπλα να μου καρφώνουν την πλάτη ανελέητα. Από την αρχή ήξερα πως δεν έπρεπε να πω στην Άννα να έρθει μαζί μου. Ήταν λάθος μου και δεν θα έκανα τον ιεραποστολικό μαγνήτη άλλη φορά. Και τι έγινε; Μήπως χάθηκαν οι μέρες; Ποτέ δεν πίστεψα ότι θα ήταν τόσο  αντίθετη με αυτά που θα άκουγε εδώ.

Ο κατηχητής της απάντησε ήρεμα: «Αγαπητή μου είσαι αρκετά έξυπνη για να εξηγήσεις τους προβληματισμούς σου. Σου το λέω αυτό, γιατί είμαι σίγουρος πως γνωρίζεις τις απαντήσεις». Κόκκινη από εκνευρισμό η Άννα και κόκκινη και εγώ από ντροπή δεν ξαναμιλήσαμε την ώρα του μαθήματος. Πολλά ερωτήματα βούιζαν  στο κεφάλι μου, αλλά δεν θα τα απαντούσα αν δεν είχα το θάρρος να ρωτήσω την Άννα.

Όταν τελείωσε το μάθημα ,η Άννα σηκώθηκε αθόρυβα και έφυγε. Δεν είπε αντίο σε κανέναν και ας ετοιμαζόμασταν να κάνουμε προσευχή. Όταν τα υπόλοιπα παιδιά βγήκαν, άρχισα να τρέχω μήπως και την προλάβω. Τελικά την έφτασα λίγο πριν το σπίτι της. «Είσαι καλά;», τη ρώτησα λαχανιασμένη. «Τα λέμε στο σχολείο», μου είπε και χάθηκε μέσα σε μια πυκνή συστάδα δένδρων. Με κομμένα τα φτερά τράβηξα νωχελικά και απρόθυμα για το σπίτι. Όταν έφτασα, δεν είχα καμιά όρεξη για το ψητό κοτόπουλο της μαμάς.

Η καινούρια σχολική εβδομάδα ξεκίνησε με μένα και την Άννα να έχουμε μόνο τυπικές συνομιλίες. Όσες φορές προσπάθησα να την προσεγγίσω γινόταν όλο και πιο απόμακρη.

Την τελευταία ώρα είχαμε φιλοσοφία. Όλοι εξουθενωμένοι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Παρακολουθούσαμε μισοκοιμισμένοι την καθηγήτρια. Στην ενότητα της Ηθικής όλοι βαριόμασταν αφόρητα. Ξαφνικά τα ηχηρά λόγια της Άννας μου φάνηκαν ψεύτικα. Ήταν όμως αληθινά! Μιλούσε με τόση θέρμη για τα ανήθικα λόγια, πώς περνάμε στις ανήθικες πράξεις και πώς μπορούμε να προφυλάξουμε την ψυχή μας. Ένιωθα τόσο περήφανη. Σα να άκουγα τον παπα-Αρσένη. Όταν χτύπησε το κουδούνι ρίχτηκα λυσσαλέα στην αγκαλιά της. «Την Κυριακή μην ξεχάσεις έχουμε κατηχητικό!», μου είπε. Ήμουν πολύ χαρούμενη.

Καθώς επέστρεφα στο σπίτι, ξαναμμένη όπως ήμουν, παρατήρησα πως η αποχαυνωτική ζέστη του  μεσημεριού όπως και τα πάντα γύρω μου ήταν υπέροχα. Ένα μικροσκοπικό κρυσταλλάκι φάνηκε σαν μυστικό στην άκρη του ματιού μου, γλιστρώντας δροσερά στο αναψοκοκκινισμένο μάγουλό μου. Είχα γίνει ιεραπόστολος αγάπης! Είχα προσπαθήσει να κάνω ένα παιδί να θέλει να μάθει το λόγο του Θεού και το είχα καταφέρει. Άγιε Βασίλειε, σου αξίζει το προσωνύμιο ‘Μέγας’! Γιατί είσαι πραγματικά μεγάλος. Τελικά, σκεφτόμουν καθώς έκοβα μια ζέρμπερα από τα χαμόκλαδα για να τη στεριώσω μάταια -όπως πάντα- στα σγουρά, ατίθασα μαλλιά μου, πως η κλασσική παιδεία συντελεί στην ηθική διαπαιδαγώγηση, είναι ωφέλιμη και πρέπει να συλλέγεται από παντού. Φωτεινό παράδειγμα οι μέλισσες, που συλλέγουν το νέκταρ από όλα τα λουλούδια για να παραχθεί το μέλι. Η μελέτη αρχαίων συγγραμμάτων θα αποτελεί προπαιδεία για την αρετή, απορρίπτοντας ωστόσο τη μυθολογία. Βγάζοντας συμπέρασμα κριτήριο αλήθειας και πυξίδα της προσωρινής ζωής μας πρέπει να είναι ο δρόμος για την αιωνιότητα.

Καθώς προχωρούσα έπεσε πάνω σε ένα δένδρο. Κάποιοι περαστικοί γέλασαν, εγώ όμως τους χαιρέτησα χωρίς να τσιγκουνευτώ ένα λαμπερό χαμόγελο. Μόλις συνήλθα τελείως, παρατήρησα πως είχα προχωρήσει αρκετά περνώντας το σπίτι μου. Άλλαξα πορεία και άρχισα να τρέχω ρυθμικά. Χαιρέτησα τις γειτόνισσες και μπήκα στο σπίτι. Φίλησα τον πατέρα και τη μητέρα μου, πείραξα τον αδελφό μου και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιό μου. Κλείδωσα –χωρίς να το καταλάβω-και άρχισα να γράφω το ημερολόγιό μου. Τελικά λυπάμαι που αμφέβαλλα. Έπρεπε να πιστέψω από την αρχή στην Άννα και να μη μετανιώσω που την κάλεσα να έρθει μαζί μου στο κατηχητικό.

Γυμνάσιο (Ποίημα) Α' βραβεῖο

Ἀγγελική Λαδιᾶ (Β' Τάξη, 2ου Γυμνασίου Ναυπάκτου)

Πολλά είναι, παιδιά μου, αυτά που με παρακινούνε
να συμβουλεύσω τους μικρούς, Μεγάλοι να γενούνε!
Γιατί η ηλικία μου, μα και η άσκησή μου 
η μόρφωση, η πείρα μου κι η δύσκολη βιωτή μου 
με κάναν όλα ικανό μ’ ασφάλεια να υποδείξω, 
δρόμο σωστό και σίγουρο, ορίζοντες ν’ ανοίξω,
σ’ αυτούς που πρωτομπαίνουνε στο στάδιο της ζωής 
αγωνιστές να γίνουνε με αρετές ψυχής.
Άλλωστ’ εγώ αισθάνομαι πως είστε τα παιδιά μου 
και σεις πιστεύω μ’ έχετε σαν δεύτερο πατέρα. 
Τις συμβουλές, λοιπόν, αυτές με προθυμία δεχτείτε
και στην καρδιά σας βάλτε τες δεν θα ζημιωθείτε.
Γιατί, όπως γράφει κι ο ποιητής Ησίοδος, ο αρχαίος
αν ξεχωρίζεις το καλό περνιέσαι για σπουδαίος! 
Άμα μαθαίνεις το σωστό μετά από υποδείξεις,
είσαι καλός. Μα όταν δεν θες μετάνοια να δείξεις,
είσαι αχάριστος, αφού σωστό δεν υπακούεις.
Και να μην απορήσετε που `ρχομαι να προσθέσω
κάτι δικό μου σ’ όλα αυτά, που στα σχολειά σάς μάθαν
για τους αρχαίους, τους σοφούς, τους πολυδιαβασμένους.
Μάλιστα ωφελιμότερο θε να `ναι το δικό μου,
απ’ όσα αυτοί σας έχουν πει, σας έχουνε διδάξει.
Απ’ όλα αυτά – αχ! Προσοχή – προσέξτε τούτο μόνο:
ποτέ μην παραδώσετε χωρίς δεύτερη σκέψη
του νου σας το πηδάλιο σ’ αρχαίους συγγραφείς!
Αλίμονο! Να δέχεστε τα χρήσιμα μονάχα.
Τα υπόλοιπα αφήστε τα  και μην τ’ ακολουθείτε!

Έρχομαι τώρα να σας πω και να σας υποδείξω
Τ’ άχρηστα στα συγγράμματα και τα σωστά συνάμα.
Και πώς να ξεχωρίζετε τα δεύτερα απ’ τα πρώτα:
Εμείς, παιδιά μου αγαπητά, ασήμαντη θεωρούμε
τούτη την πρόσκαιρη ζωή του είδους μας στη γη.
Δεν λογαριάζουμε «καλό» μόν’ ό,τι μας αρέσει
μον’ ό,τι μας `ξυπηρετεί σε τούτη τη ζωή.
Την ένδοξη καταγωγή, τη ρώμη, τη μορφάδα,
και το ωραίο τ’ ανάστημα, ανθρώπινες τιμές,
βασιλικά αξιώματα και οτιδήποτε άλλο,
προσφέρει ο κόσμος ο παρών δεν κρίνονται μεγάλα,
δεν θεωρούνται ζηλευτά, εντύπωση δεν κάνουν.
Οι ελπίδες μας μακρύτερα πάνε κατά πολύ.
Οι πράξεις μάς προετοίμασαν για μια άλλη ζωή.
Όσα, λοιπόν, χρειάζονται γι’ αυτόν τον άλλο βίο
γι’ αυτά να αγωνίζεστε κι αυτά να αγαπάτε.
Λαχτάρα γι’ αυτά να `χετε, για τ’ άλλα μη σας νοιάζει.

Και με ρωτάτε να σας πω και να σας διαφωτίσω
ποια να `ναι τούτη η ζωή, για την οποία μιλούμε;
Και πότε θα τη ζήσουμε; Μα πού; Και με ποιον τρόπο;
Αυτό, παιδιά μου, δεν μπορώ να σας το περιγράψω.
Αυτό θέλει ωριμότητα κι είστε μικροί ακόμα,
για να κατανοήσετε τα θεία μυστικά Του.
Σας λέγω ένα παράδειγμα, που ίσως σας βοηθήσει:
Βάλτε μαζί κι αθροίστε τη όλη την ευτυχία
από παλιά, που έγινε τ’ ανθρώπου η αρχή,
και πείτε μου ειλικρινώς, αν βρήκατε να ισούται
κάτι με εκείνα τ’ αγαθά της άλλης της ζωής.
Το πιο μικρό αν πάρουμε για σύγκριση από κείνα,
πιο πάνω είν’ η αξία του απ’ όλα αυτού του κόσμου.
Τόσο πολύ διαφέρουνε τα εδώ από τα εκείνα
όσο η σκιά και τ’ όνειρο από την πάσα αλήθεια.
Και για να καταλάβετε ακόμα πιο καλά 
σας δίνω άλλο παράδειγμα, που λέει τη διαφορά
ανάμεσα στις δύο ζωές, για τις οποίες μιλάμε:
Είν’ τόσο διαφορετικές σε αξία και σε τιμή
όσο τα δυο διαφέρουνε, το σώμα κι η ψυχή.

Λοιπόν, παιδιά μου, οδηγοί σε τούτη τη ζωή
είναι οι Άγιες οι Γραφές. Κι αν είσαστε μικροί
και δεν καταλαβαίνετε απόρρητες αλήθειες
αρκεί να προγυμνάζεστε με μάτια της ψυχής 
σε άλλα κείμενα, απλά, όπως και στο στρατό:
Την πείρα την πολεμική δεν θα τη βρεις στη μάχη
μα πρέπει πρώτα, θαρρετά, γυμνάσια να υποστείς.
Έτσι κι εμείς προγύμναση να κάνουμε απαιτείται.
Μα με το να γνωρίσουμε καλά τους ποιητές,
τους πεζογράφους, ρήτορες και όλους τους ανθρώπους
κάτι θα μας προσφέρουνε, για της ψυχής τους κόπους.
Πρώτα να προγυμνάσουμε – ναι – τη συνείδησή μας
έτοιμη να `ναι να δεχτεί την κοσμική σοφία
κι ύστερα να διαβάσουμε τα ιερά βιβλία.
Και τα βαθιά νοήματα δικά μας θα γενούν!
Πρώτα θα συνηθίσουμε να βλέπουμε τον ήλιο
να λαμπυρίζει στο νερό και ύστερα – αν μπορούμε – 
θε να τον ατενίσουμε να στέκεται κει πάνω
και να φωτίζει λαμπερός, χωρίς να μας τυφλώνει.
Αν, λοιπόν, βάλουμε τις δυο τις γνώσεις πλάι-πλάι
διδασκαλία χριστιανική και κοσμική σοφία
θα δούμε τότε καθαρά την πρώτη να υπερέχει!
Με τι να τις συγκρίνουμε, παράδειγμα να βρούμε;
Αν το φυτό καρποφορεί, έχει μεγάλη αξία.
Μα και τα φύλλα στόλισμα προσφέρουν στα κλαδιά του,
όταν αέρας τα φυσά κι αυτά σαν τρεμοπαίζουν.
Κάτι ανάλογο, παιδιά, γίνεται στην ψυχή μας.
Σαν η ψυχή καρποφορεί, αυτό της δίνει αξία.
Όμως ωραίο είν’ πράγματι σαν φυλλωσιά τριγύρω
να της σκεπάζει τους καρπούς η κοσμική σοφία.
Αυτό συνέβη στο Μωϋσή, σοφός πριν γίνει τότε.
Πρώτα «Αρχαία Αίγυπτο» διάβασε για επιστήμη 
κι ύστερα σίμωσε να δει τον Τριαδικό Θεό.
Πολύ μετά ο Δανιήλ, σοφός κι εκείνος ήταν,
Πρώτα Χαλδαίους μελέτησε εις την Βαβυλωνία
κι ύστερα σπούδασε θερμά τη Θεία Διδασκαλία.
Πιστεύω καταλάβατε πως η σοφία του κόσμου 
δεν είναι ανώφελη σπουδή για μας και την ψυχή.

Μα πώς αφομοιώνεται όλη αυτή η γνώση;
Ας δούμε πρώτα τους ποιητές. Πολύμορφα τα έργα.
Δεν πρέπει εδώ να δίνουμε σε όλα σημασία,
χωρίς εξαίρεση καμιά να τα δεχόμαστε όλα.
Εξιστορούν άθλους, τιμές, λόγια καλών ανθρώπων.
Δεχτείτε κι αγαπήστε τους με ζήλο να τους μοιάστε.
Φέρνουν παράδειγμα κακό; Φέρνουν φριχτές εικόνες;
Κλείστε τ’ αφτιά σας – προσοχή – και σαν τον Οδυσσέα
Σειρήνες αποφύγετε. Γιατί; Διότι εάν
συνήθεια κάνεις στη ζωή τ’ ανήθικα τα λόγια,
περνάς, χωρίς να το σκεφτείς, στις πράξεις τις κακές.
Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος με τα γλυκά τα λόγια
να πάρουμε ασυνείδητα μικρόβιο στην ψυχή.
Είναι σαν μέλι – αλίμονο – δηλητηριασμένο.
Μην επαινείτε ποίματα που ασεβούν, που εμπαίζουν
και που μιλάνε για πιοτό και πλούσια τραπέζια,
τραγούδια άσεμνα, αισχρά κι ακόλαστες ωδές.
Άλλα που λένε για θεούς που αλληλομισούνται.
Δεν θέλουμε ύπουλα αδελφός τον αδελφό να διώχνει.
Επίσης και τους ρήτορες που `χουν το ψέμα τέχνη
μέσα στα δικαστήρια, δεν θα τους μιμηθούμε.
Το ψέμα είν’ ανώφελο. Όπως τα δικαστήρια.
Βαγγέλιο προτιμήσαμε. Κι αυτό μας λέει «μακριά».
Ποτέ μην καταφεύγουμε σε δίκη και σε ψέμα,
αφού διαλέξαμε θερμά της αληθείας το δρόμο.
Έπαινο μόνο αρετής. Κατάκριση κακίας.
Διαλέξτε μόνο τα σωστά στον δρόμο αυτό της γνώσης.
Όπως και για τον άνθρωπο και για τα άλλα ζώα
τα άνθη για το άρωμα και για το χρώμα αξίζουν,
αλλά γι’ αυτές τις μέλισσες υπάρχει κάτι άλλο‧
γύρη μαζεύουν απ’ αυτά, και μέλι φτιάχνουν κάποιες.
Έτσι κι απ’ τα συγγράμματα αρχαίων συγγραφέων
όχι μόνο τη γλύκα τους, του λόγου τους τη χάρη,
μα παίρνουμε για την ψυχή κι ανώτερη ωφέλεια.
Και μεις ωσάν τις μέλισσες, όπου πετούν και πάνε
μονάχα σ’ άνθη που `χουνε και δεν τα παίρνουν κι όλα.
Παίρνουν μονάχα το καλό, τ’ άλλο, πετούν και φεύγουν.
Έτσι κι εμείς θα πάρουμε μον’ ό,τι συγγενεύει
με την αλήθεια της ζωής και τ’ άλλα άσ’ τα πίσω.
Σαν κόβουμε τριαντάφυλλο, προσέχουμε τ’ αγκάθια.
Φυλάξτε την ψυχούλα σας απ’ ό,τ’ είν’ επιζήμιο.
Φέρτε το δίδαγμα σε σας, να κάνει στο σκοπό σας.
Την πέτρα φέρτε, όπως λεν κι οι Δωριείς, στ’ αλφάδι.
Με αρετή θα φτάσουμε στην άλλη τη ζωή.
Την αρετή που εξύμνησαν ποιητές και πεζογράφοι.
Έτσι μεγάλη προσοχή δώστε, παιδιά, σε τούτους.
Είναι μεγάλο τ’ όφελος σαν μάθετε στ’ ωραίο.
Και σαν το μάθετε μικροί, η ψυχή τ’αφομοιώνει.
Γιατ’ η ψυχή `ν’ ακόμ’ απλή κι ό,τι έχει το εντυπώνει.
Τι άλλο τάχα σκέφτηκε ο Ησίοδος αλήθεια;
 Όταν εφιλοτέχνησε τους στίχους του τραγούδια;
Σκέφτηκε : «κακοτράχαλος είν’ στην αρχή ο δρόμος
δύσκολος, ανηφορικός όταν τον διανύεις.
Ιδρώτας, κόπος χρειάζεται στην αρετή να φτάσεις.
Δεν φτάνεις εύκολα κορφή. Σαν φθάσεις, όμως, πάνω
και σαν κοιτάξεις πίσω σου, τον βλέπεις ίσιον να `ναι.
Εύκολο, καλοδιάβατο, πιο ευχάριστο απ’ τον άλλο,
εις την κακία που οδηγεί και που ο καθείς διαβαίνει. 
Κάτω να μην το βάλετε και μην τα παρατάτε
έχει ο δρόμος κούραση, μα σεις μη σταματάτε.
Κι αν κάποιος άλλος ύμνησε την αρετή σαν κείνον
ο λόγος του καλόδεχτος μιας κι οδηγεί σ’ Εκείνον.
Και κάποιος που εμβάθυνε στων ποιητών το λόγο
παίνευε πως στον Όμηρο η αρετή υμνείται.
Ναυάγιο υπέστη ο Οδυσσεύς και έτσι γυμνός και μόνος 
το σεβασμό προκάλεσε κόρης βασιλοπούλας.
Ντροπή δεν είν’ η γύμνια του, με αρετή ντυμένος 
αντίκρισε τη Ναυσικά, τους Φαίακες επίσης.
Θαυμάστηκε, τον ντύσανε, τον περιποιηθήκαν 
στο στόμα κάθε Φαίακος άλλη ευχή δεν ήταν 
παρά Δυσσέας δεύτερος να γίνει κι ας χτυπήσει 
της θάλασσας τα κύματα να πάει στο σπιτικό του.
Ξάστερα θέλει ο Όμηρος να πει σε μας ετούτα: 
«Άνθρωποι, στο ναυάγιο την αρετή να βρείτε 
πιαστείτε απ’ τον ώμο της, τι κολυμπά μαζί σας.
Κι εκείνη, σαν πατήσετε γυμνοί εις την στεριά, 
θα σας βοηθά να φαίνεστε πιο τιμημένοι ακόμα 
κι από εκείνον τον λαό των ευδαιμόνων Φαιάκων».
Και πράγματι τα υπόλοιπα ανήκουνε σε όλους. 
Η μόνη αναφαίρετη καλή ιδιοκτησία 
είναι εκείνη η αρετή και δύσκολ’ αποκτιέται.
Καθένας αναφαίρετα την έχει όσο ζει 
και όταν φύγει απ’ τη ζωή την κουβαλάει μαζί του. 
Γι’ αυτό κι ο Σόλωνας θαρρώ το είπε στους πλουσίους: 
«δεν θ΄ ανταλλάξουμε ποτέ τον πλούτο σας με τούτη. 
Η αρετή είν’ σταθερή, ενώ το χρήμα αλλάζει. 
Συχνά απ’ τον έναν να περνά στο άλλον το θωρούμε».
Παρόμοια λέει κι ο Θέογνις, άλλος σοφός κι ετούτος.
«Με άλλο τρόπο ο ζυγός γέρνει προς τους ανθρώπους 
άλλοτε να πλουτίζουνε κι άλλοτε να φτωχαίνουν».
Κι ο σοφιστής ο Πρόδικος εκφράζεται παρόμοια: 
«Σαν ήταν ο Ηρακλής μικρός, στην ηλικία σας ίσως, 
σκεφτότανε ποιον έπρεπε δρόμο ν’ ακολουθήσει. 
Κοπιαστικά της αρετής ανήφορο ν’ ανέβει 
ή να πατήσει εύκολα στον ίσιο της κακίας;
Κει που σκεφτόταν σιωπηλά έρχονται δυο γυναίκες.
Κακία λέγανε τη μια, την άλλη Αρετή. 
Η διαφορά τους φάνηκε κι από το τι φορούσαν.
Η μία ήταν πλουμιστή, μέσα στην πολυτέλεια. 
Η άλλη ήτανε ισχνή, με βλέμμα σοβαρό. 
Η πρώτη υποσχότανε απόλαυση και πλούτο. 
Η άλλη υποσχότανε κόπους, θυσίες κι ιδρώτα.
Και το βραβείο για όλα αυτά, θεός ήταν να γίνει.
Κι ο Ηρακλής ετράβηξε στης Αρετής τα χνάρια».
Άνθρωποι αξιόλογοι για τη σοφία τους όλοι 
καθένας με τον τρόπο του ή λίγο ή πολύ 
την αρετή εξύμνησαν μέσα στο σύγγραμμά τους. 
Πρέπει να τους πιστέψουμε. Πρέπει να προσπαθούμε 
εφαρμογή τα λόγια τους να γίνουν στη ζωή μας. 
Γιατί κατά τον Πλάτωνα, στο έργο Πολιτεία,
όποιος στηρίζει ενεργά, με πράξεις, τη σοφία 
αυτός μονάχα έχει νου και σαν σκιές οι άλλοι 
στον κόσμο γυροφέρνουνε τηρώντας μον’ τα λόγια. 
Σε τούτη την περίπτωση μια προσωπογραφία 
με θαυμαστή την ομορφιά έχουμε –να - μπροστά μας 
και δίπλα της το πρόσωπο τ’ αληθινό να στέκει
εκεί και να συγκρίνεται στην απεικόνισή του, 
κι εξίσου να’ ναι όμορφα τα δύο έργα ετούτα. 
Υπάρχουν δε και άνθρωποι που φουσκωμένα λόγια 
μπροστά στους άλλους πάντα λεν υπέρ της αρετής, 
μα στη δική τους τη ζωή δεν προτιμούν το δίκιο. 
Πλεονεξία προτιμούν και όχι σωφροσύνη.
Μα με τι μοιάζουνε αυτοί; Μοιάζουν με τους ανθρώπους
ηθοποιούς στο επάγγελμα, που παίζουν στη σκηνή
τους βασιλιάδες τους τρανούς, τους άρχοντες - σαν τάχα – 
μα στην πραγματικότητα τίποτε απ’ τα δύο‧ 
Δεν είναι καν οι δύστυχοι ελεύθεροι πολίτες.
Μήπως, παιδιά, κι ο μουσικός θα προτιμούσε τάχα 
η λύρα του ξεκούρδιστη να παίζει τις ωδές του; 
Κι ο κορυφαίος του χορού σ’ αρχαία τραγωδία 
μην τον χορό τον δέχεται να λέγει άλλα λόγια; 
Όμως υπάρχουν άνθρωποι που διαφωνούν στις πράξεις 
με λόγια που διατύπωσε ο ίδιος ο εαυτός τους. 
Ο Ευριπίδης έλεγε με σοφιστεία για τούτους : 
«η γλώσσα μου ορκίστηκε, μα ο νους μου διαφωνεί». 
Καλός θέλω να φαίνομαι, χωρίς να είμαι όμως. 
Κι ο Πλάτωνας σχολίασε αυτή την αδικία: 
«Εντύπωση να δίνουμε το δίκαιο πως φρονούμε 
όχι στ’ αλήθεια. Στα κρυφά να ασπαζόμαστ’ άλλα». 
Σπουδαία κατορθώματα των παλαιών ανδρών 
εσώθηκαν στη μνήμη μας ως τις ημέρες τούτες,
που πεζογράφοι και ποιητές τα γράψαν σε σελίδες.
Ας μην παραμελήσουμε και τούτη την ωφέλεια. 
Κάποτε, για παράδειγμα, ένας χυδαίος άνδρας 
τον Περικλήν εξύβρισε, πολιτικόν τον μέγα, 
χωρίς εκείνος λιγοστή να δώσει σημασία. 
Ο Περικλής λοιπόν πιστός προς την φιλοσοφία 
σαν νύχτωσεν εζήτησε τον φωτισμό του δρόμου 
που περπατούσε. Κι ο ανήρ εστράφη ντροπιασμένος. 
Ετέραν δε περίπτωση για τον Ευκλείδη τώρα, 
τον μέγα τον Φιλόσοφο που απ’ τα Μέγαρα ήταν.
Άνθρωπος τον απείλησε και μάλιστα με όρκο 
ότι θα τον εσκότωνε, γιατ’ ήταν οργισμένος. 
Κι ο Ευκλείδης, σε αντίθεση, του ορκίστηκε ετούτο 
πως την οργή θα κόπαζε, να τον ευχαριστήσει. 
Μα τι σπουδαίο θα `τανε όσοι στο πάθος φτάνουν, 
όσοι θυμό διαλέγουνε για επικοινωνία, 
στο νου να φέρνει η μνήμη τους αυτά τα γεγονότα! 
Μα για το πάθος του θυμού διδάσκ’ η τραγωδία 
και λέει πως το χέρι μας η οργή το αρματώνει 
και πως ενάντια στον εχθρό κινούμαστ’ οπλισμένοι.
Με γνώμονα τη λογική θα διευκολυνθούμε
το χαλινάρι στον θυμό να βάλουμε. Μπορούμε.
Όρμησε κάποιος, χτύπησε στο πρόσωπο με μένος 
Σωκράτη, τον φιλόσοφο, μα κείνος δεν εσείσθη. 
Τον μεθυσμένο άφησε να λήξει την οργή του, 
ώσπου στο πρόσωπο πληγές και μελανιές εδέχθη. 
Το ξύλο σαν σταμάτησε, έγραψε ο Σωκράτης 
«ο τάδε το κατάφερε» ψηλά στο μέτωπό του, 
όπως στους ανδριάντες του το όνομά του ο γλύπτης. 
Ήταν η μόνη εκδίκηση σοφή μα και γενναία. 
Αξίζει να μιμούμαστε άτομα σαν εκείνον. 
Τα παραδείγματα αυτά αξιομίμητα είναι. 
Το τελευταίο γεγονός, εκείνο του Σωκράτη, 
μοιάζει να το παρήγγειλε ο ίδιος ο Χριστός μας: 
«αν σε χτυπήσουν κάποτε στο ένα μάγουλό σου, 
στρέψε τους και το άλλο σου, αντί να υπερασπίσεις 
τον εαυτό σου με φωνές ή άλλες αντιρρήσεις». 
Όσο για εκείνα που `παμε για Ευκλείδη, Περικλή  
θυμίζουν άλλη εντολή που λέει ο Χριστός μας: 
«Πρέπει να υπομένουμε όποιους κακό μάς κάνουν 
και με πραότητα εμείς βαστάμε την οργή τους. 
Να μην τους καταριόμαστε και με ευχές μονάχα 
να αντιμετωπίζουμε, παιδιά μου, τους εχθρούς».
Προγυμναστείτε όλοι σας στα παραδείγματά τους 
και δεν θα δυσπιστήσετε στις εντολές Εκείνου. 
Θαρρείτε το Ευαγγέλιο σαν ακατόρθωτο είναι; 
Και να μη λησμονήσουμε την πράξη του Μεγάλου 
Αλέξανδρου, που έπιασε τις κόρες του Δαρείου 
αιχμάλωτες. Πανέμορφες κι αν ήταν οι κοπέλες
δεν δέχτηκε ούτε να τις δει ούτε να τις αγγίξει, 
αφού θεώρησε ντροπή για των ανδρών τον πρώτο 
από γυναίκας ομορφιά να νικηθεί στ’ αλήθεια!
[…]
Για να προσέξουμε, παιδιά, και του Κλεινία την πράξη. 
Του Πυθαγόρα μαθητής και μιμητής του ήταν. 
Αν ορκιζόταν, γλύτωνε πρόστιμο τριών ταλάντων. 
Μα να πληρώσει θέλησε, για να μην πάρει όρκο. 
Αλλά ας ξανακούσουμε τι έλεγα και πρώτα. 
Να μην τ’ αφομοιώνουμε χωρίς διάκριση όλα, 
μονάχα όσα ωφελούν και προσοχή στα άλλα. 
Και την τροφή τη βλαβερή, βλέπω, την απωθείτε. 
Δεν είν’ ντροπή στα γράμματα, που `ναι τροφή ψυχής, 
όλα να τα εισάγουμε σαν χείμαρρο στο νου μας;
Ο καπετάνιος ο καλός προσέχει το σκαρί του 
να μην του παρασύρεται με δυνατούς ανέμους 
την πλώρη του έχει στο μυαλό να `ν` στο λιμάνι ευθεία.
Τα βέλη ευθύς στο στόχο του τα ρίχνει κι ο τοξότης. 
Της τέχνης τους το επίτευγμα έχουν χαλκιάς και χτίστης. 
Τάχα εγώ κατώτερος απ’ τον τεχνίτη να `μαι; 
Σκοπό να έχει η δουλειά χειρωνακτών ανθρώπων 
μα η ζωή τους άσκοπη, σαν τ’ άλογα τα ζώα; 
Αλλιώς θα είμαστε κι εμείς σαν κείνα τα καράβια, 
που είναι ανερμάτιστα και πλέουνε στην τύχη. 
Μην τάχα στους γυμναστικούς και μουσικούς αγώνες 
στεφάνι δεν στοχεύουνε όσοι λαμβάνουν μέρος; 
Στην πάλη ή στο παγκράτιο σαν είσαι αθλητής, 
δεν σπαταλάς το χρόνο σου να μελετάς κιθάρα. 
Παράδειγμα ο αθλητής μάς δίνει, ο Πολυδάμας, 
που ήταν χειροδύναμος και σ’ Ολυμπιακούς Αγώνες 
λάμβανε μέρος και γι’ αυτό τους μυς του εξασκούσε.
Σταμάταγε τα άρματα καταμεσής του δρόμου. 
Ο Κροτωνιάτης Μίλωνας αντιστεκόταν σ’ άλλο: 
δεν εξωθείτο ωθούμενος στην αλειμμένη ασπίδα 
σαν κολλημένος πάνω της με μόλυβδο ανδριάντας.
Όλοι τους προγυμνάζονταν, να `ν` έτοιμοι σ’ αγώνα.
Το γυμναστήριο αν άφηναν και του Μαρσύα τις νότες 
ή του Φρυγία του αυλητή τη μουσική χαζεύαν, 
τον κότινο θα κέρδιζαν; Δόξα θα αποκτούσαν; 
Θα προκαλούσε θαυμασμό η αλκή του σώματός τους;
Μα μήτε κι ο Τιμόθεος, ο αυλητής της Θήβας, 
παράτησε τη μουσική να τρέχει στις παλαίστρες! 
Γιατί αν έτσι έκανε δεν θα μπορούσε – αλήθεια – 
στη τέχνη του να ξεπερνά άλλους με μελωδίες, 
που ανάλογα το κέφι του, άλλοτε οιστρηλατούσε 
με αρμονία σοβαρή του δέκτη την ψυχή 
κι άλλοτε τον επράυνε, γλυκαίνοντας τους τόνους. 
Χάρη σ’ αυτή τη τέχνη του, λένε αυτοί που ξέρουν, 
παίζοντας τόνο φρύγιον, Αλέξανδρο τον Μέγα
τον έκανε να πεταχτεί απ’ το τραπέζι απάνω 
πολεμικός συναγερμός νομίζοντας πως είναι. 
Κι ύστερα τον ξανάφερε με τους συνδαιτυμόνες
την αρμονία γλυκαίνοντας, τη μουσική ηρεμώντας. 
Αθλητισμός και μουσική δύναμη αποκτούνε 
σαν ασκηθούμε στο σκοπό αυτόν προσαρμοσμένα. 
Και μιας και μνημονεύουμε στεφάνια κι αθλητές,
το τι τραβούν οι άνθρωποι αυτοί να συλλογάσθε!
Αυξάνουνε τη δύναμη μ’ ιδρώτα και με κόπους.
Ακόμα και λαμβάνοντας ξύλο απ’ τον παιδοτρίβη. 
Των γυμναστών η δίαιτα δεν είναι κι η ηδίστη. 
Ζωή περνάνε δύσκολη, `τοιμάζονται γι’ αγώνα.
Μπαίνουν στο στάδιο γυμνοί, κόπους περνούν, λαχτάρες 
στεφάνι να κερδίσουνε `πο ταπεινό χορτάρι.
Και νικητές να κηρυχθούν με κόπους και θυσίες.
Και μεις που περιμένουμε στεφάνια θαυμαστά 
- αξία έχουν περισσή και αριθμό μεγάλο – 
μα πώς θα τα κερδίσουμε με μαλθακή ζωή;
Με έλλειψη περιορισμών και αμεριμνησία; 
Ο Ασσύριος Σαρδανάπαλος, ο βασιλιάς εκείνος 
που ήτανε ονομαστός για τρυφηλή ζωή 
θα έπρεπε να ήτανε ο πιο ευτυχισμένος. 
Μαργίτης αναφέρεται σε ποίημα του Ομήρου. 
Αυτός δεν ήταν ικανός να οργώνει και να σκάβει 
και τίποτα παρόμοιο δεν ήξερε να κάνει. 
Αλλά καλά ας προσέξουμε μην είναι τάχ’ αλήθεια 
αυτό που είπ’ ο Πιττακός, απ’ τους επτά σοφούς. 
Ότι το να `σαι άνθρωπος καλός δύσκολο πράγμα. 
Πραγματικά κερδίζουμε τα αγαθά με κόπους 
και τίποτα ανθρώπινο δεν μοιάζει μ’ όλα εκείνα. 
Άρα μην είστε αμελείς και χάστε μ’ ακηδία 
ελπίδες μα και κόπους σας πολύ ακριβών πραγμάτων.
Έτσι θα τιμωρούμασταν σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. 
Πολύ βαρύ `ναι πράγματι για συνετούς ανθρώπους!
Γιατί αν δεν ξεπλήρωσες όποιο καθήκον έχεις 
μπορεί και να συγχωρηθείς κάπως απ’ τον Θεό. 
Αλλά αν κάποιος το κακό θέλει συνειδητά 
είναι αδικαιολόγητος. Πληρώνει απανωτά! 
Μα τι πρέπει να κάνουμε; Είναι απλό στ’ αλήθεια! 
Τ’ άλλα ας παραμερίσουμε. Για την ψυχή ας γνοιαστούμε.
Ας μην υποτασσόμαστε στο σώμα μας μ’ ανάγκες.
Και στην ψυχή ας προσφέρουμε ό,τι καλό μπορούμε. 
Σκέψη σωστή ας κάνουμε κι ας λύσουμε το σώμα 
απ’ των παθών μας τα δεσμά, που είν’ κατά κάποιο τρόπο 
η της ψυχής μας φυλακή. Κι ας κάνουμε το σώμα 
ανώτερο απ’ τα πάθη μας, με άσκηση πολλή.
[…]
Αν μόνο για το «φαίνεσθαι» έχουμε το μυαλό μας 
δεν έχουμε συνείδηση του εαυτού μας. Κρίμα. 
Και δεν καταλαβαίνουμε το γνωμικόν ετούτο:
Πως άνθρωπος δε λέγεται αυτό που φαίνετ’ έξω. 
Σοφία περισσότερη χρειάζεται ο καθένας 
για να γνωρίσει έκαστος ποιος τελοσπάντων είναι. 
Και για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται στ’ αλήθεια 
να `χεις καθάρια την ψυχή. Είναι σαν θέλεις τάχα 
να δεις τον ήλιο με γυμνά – χωρίς βοήθεια – μάτια. 
Μα τι σημαίνει άραγε «να `χεις ψυχή καθάρια»;
Τις απολαύσεις του κορμιού να μην τις βάζεις πρώτες. 
Με άτοπα θεάματα των θαυματοποιών 
μην τρέφετε τα μάτια σας, χαλά η όρασή σας. 
Γυμνό να μην εκθέτετε το σώμα σας στον κόσμο 
τι προκαλείτε ηδονή άμεσα στους ανθρώπους. 
Τραγούδια που προσφέρουνε μεθύσι στην ψυχή 
και περιέχουν άσεμνα στοιχεία να μην ακούτε. 
Γιατί μια τέτοια μουσική θα σας υποδουλώσει. 
Άλλη ταιριάζει μουσική σε σας, που εξυψώνει! 
Μια σαν αυτή που ο Δαυίδ κατείχε με τη λύρα 
της Διαθήκης της Παλιάς ο ποιητής ψαλμών. 
Πώς τάχα κατασίγασε τον βασιλιά Σαούλ; 
Κάτι παρόμοιο λέγεται και για τον Πυθαγόρα. 
Κάποτε αυτός απάντησε εύθυμους μεθυσμένους. 
Τον αυλητή τους πρόσταξε ν’ αλλάξει το σκοπό του 
και δωρική και σοβαρή να παίξει μελωδία. 
Και σαν εκείνος έπαιξε ήρθαν στα συγκαλά τους 
`τι κάτω απ’ την επίδραση πετάξαν τα στεφάνια 
και πήγανε στα σπίτια τους γεμάτοι από ντροπή. 
Κάτω απ’ τους ήχους του αυλού Κορύβαντες και Βάκχες 
ευθύς μεταβαλλόμαστε μ’ ανήθικες ωδές.
[…]
Όσοι ανάγκης σύνορα ευθύς τα ξεπερνούν 
μοιάζουν μ’ ανθρώπους που γλιστρούν σε δρόμο κατηφόρας 
μην έχοντας να στηριχτούν και πέφτουν συνεχώς. 
Κι αν αποκτούν τόσα πολλά ποτέ τους δε χορταίνουν 
τα «θέλω» τους δε γίνεται ποτέ να κορεστούν. 
Και όπως λέγει στα σωστά κι ο νομοθέτης Σόλων 
«Στον πλούτο τον ανθρώπινο τέρμα ποτέ δε βλέπεις». 
Αλλά ας μας πει κι ο Θέογνις την άποψή του τώρα 
«Δε θέλω και δεν εύχομαι πλούσιος για να γίνω. 
Με λίγα άσε με να ζω χωρίς κακό να έχω».
Αξίζει να θαυμάσουμε επίσης τον Διογένη 
π’ όλα τ’ ανθρώπινα αγαθά μαζί περιφρονούσε 
κι έλεγε πλουσιότερος πως είναι κι από κείνον 
απ’ τον μεγάλο βασιλιά, γιατ’ είχε στη ζωή του 
ανάγκες πια λιγότερες. Υπεροψία δεν είχε. 
Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να `χουν 
τα τάλαντα του Πύθιου κι απέραντα χωράφια 
κοπάδια αναρίθμητα και πάλι δεν τους φτάνουν. 
Μα πλούτο αν δεν έχουμε, πρέπει να τον ποθούμε; 
Όχι! Και σαν τον έχουμε, σωστά να τον μετρούμε. 
Ποτέ να μην καυχόμαστε πως είν’ όλος δικός μας. 
Σωστά ο Σωκράτης μίλησε σε πλούσιο μια μέρα 
που για τον πλούτο φωναχτά καυχιόταν και το βιος. 
Του είπε πως θα θαύμαζε εκείνον, εάν του δείξει 
πως ήξερε τον πλούτο του σωστά να χειριστεί. 
Φειδίας και Πολύκλειτος γέλιο θα προκαλούσαν 
άμα χρυσό και φίλντισι καμάρωναν πως είχαν 
ενώ μ’ αυτά σχημάτισαν το άγαλμα του Δία, 
της Ήρας το ομοίωμα. Ήταν το υλικό τους. 
Διότι θα `χαν καυχηθεί για έναν ξένο πλούτο 
και δεν θα λογαριάζανε της τέχνης τους το κάλλος, 
που `δωσε σχήμα κι ομορφιά στ’ ανθρώπινο χρυσάφι.
Είμαστε καταγέλαστοι άμα παραδεχτούμε 
πως του εαυτού της στόλισμα δεν είναι η αρετή.
Κι ας πούμε ότι τις ηδονές του πλούτου θ’ αρνηθούμε. 
Να μην επιζητήσουμε ούτε την κολακεία. 
Θα μοιάσουμε στην αλεπού που `χει ευστροφία μεγάλη 
κι έχει και φιλοκέρδεια σε μύθο του Αρχιλόχου. 
Ο φρόνιμος ο άνθρωπος να αποφεύγει πρέπει 
τις επιδείξεις τις πολλές, να μην τον νοιάζει ο κόσμος, 
πυξίδα να `χει στη ζωή πρέπει τη λογική. 
Αν τα `χει αποφύγει αυτά, τότε τολμά να πάει, 
στης κοινωνίας αντίθετα τη γνώμη την κοινή 
κι ας τον κατηγορήσουνε κι ας κινδυνέψει τάχα 
για χάρη τ’ αγαθού σκοπού να παραμεριστεί. 
Αυτός θα στέκει ακλόνητος σ’ απόφαση ορθή. 
Γιατί αν επιλέξουμε κάτι άλλο στη ζωή μας 
Πρωτέα τον ομηρικό θα `χουμε όμοιό μας. 
Σαν ήθελε γινότανε φωτιά, φυτό και ζώο. 
Άνθρωπος τέτοιας λογικής άλλοτ’ υμνεί το δίκιο 
κι άλλοτε λέει τ’ αντίθετα σ’ αυτούς που αδικούν. 
Και σαν τους κόλακες κι αυτός εύκολα αλλάζει γνώμες 
σαν το χταπόδι στο βυθό που άλλο χρώμα παίρνει.
Αυτά τα διδασκόμαστε μες στην Αγιά Γραφή μας 
σαν σκιαγράφημα αρετής με κοσμική σοφία. 
Όσοι με επιμέλεια μαζεύουν την ωφέλεια 
μοιάζουν ποτάμια που νερό παίρνουν καθώς περνούνε 
από τους παραπόταμους κι ολοένα μεγαλώνουν. 
Είναι σωστή η υπόμνηση του Ησίοδου για τη γνώση. 
«Το λίγο να προστίθεται στο λίγο είναι κέρδος». 
Ο Βίας, ο φιλόσοφος, το γιο του χαιρετούσε 
που έφευγε στην Αίγυπτο και ο νέος τον ρωτούσε 
ποια πράξη περισσότερο θα τον ευχαριστούσε. 
Κι εκείνος αποκρίθηκε σαν συμβουλή στο γιο του 
εφόδιο για τα γηρατειά πως θα `πρεπε να ψάξει. 
Και με τη λέξη «εφόδιο» σήμαινε την ωφέλεια. 
Μον` που την περιόριζε στα γηρατειά τ’ ανθρώπου. 
Μα έστω κι αν επρόκειτο για γηρατειά βαθιά 
του Τιθωνού, ή του άρχοντα της Ταρτησσού ακόμα, 
ή στη Διαθήκη την Παλιά τα έτη Μαθουσάλα 
εννιά αιώνες που `ζησε και εβδομήντα χρόνια, 
ακόμα και αν επρόκειτο να λάβουμε υπόψη 
από όταν πρωτοφάνηκε ο άνθρωπος στη γη, 
μα να γελάσω μου `ρχεται κι η σκέψη παιδική.  
Γιατί αποβλέπω στο μακρό κι αγήραστο αιώνα.
Δεν έχει τέλος η ψυχή η αθάνατη μαθές!
Εφόδια ας έχουμε τρανά ατελεύτητης ζωής 
να παίρνουμε ωφέλεια μιας τέτοιας προοπτικής. 
Βέβαια είναι ζήτημα που έχει δυσκολίες, 
μα μην το αμελήσουμε, μην αποθαρρυνθούμε. 
Πυθαγορείων παράγγελμα πρέπει να θυμηθούμε 
που λέγει ότι ο καθένας μας πρέπει να επιλέγει 
άριστο τρόπο της ζωής και να τον συνηθίζει 
χαρά βρίσκοντας μέσα του. Έτσι θα πορευτούμε. 
Να μην αδιαφορήσουμε στην τωρινή ευκαιρία 
πασχίζοντας αργότερα να φέρουμε μπροστά μας 
σαν θα περάσει ο καιρός την περασμένη τύχη. 
Μα δε θα κατορθώσουμε παρά μονάχα θλίψη. 
Απ’ όσα είπαμε, λοιπόν, άλλα τ’ ακούτε τώρα 
κι άλλα στο μέλλον θα σας πω και θα σας συμβουλεύω 
και σεις, τώρα, ανάμεσα στα τρία είδη αρρώστιας 
στο τρίτο, το αθεράπευτο, μην τοποθετηθείτε.
Μη δείξετε τη γνώμη σας να μοιάζει με εκείνων 
που `ναι στο σώμα άρρωστοι βαριά ή που πεθαίνουν.
Αυτοί που υποφέρουνε από μικρή αρρώστια, 
πάνε οι ίδιοι στους γιατρούς, για να θεραπευθούν. 
Κι αυτοί που ίσως πάθανε κάτι πιο σοβαρό
καλούν γιατρό στο σπίτι τους, για να τους εξετάσει.
Μα αυτοί που σε ανίατη πέσαν μελαγχολία 
δεν ξέρουν το συμφέρον τους και διώχνουν το γιατρό.
Κι εσείς, λοιπόν, μη διώχνετε όσους σας κατευθύνουν
προς την υγεία της ψυχής με σκέψεις συνετές.

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.