ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Κύριο ἄρθρο: Ὁ διάλογος γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἔγινε καί γίνεται πολλή συζήτηση γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στά Σχολεῖα Στοιχειώδους καί Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἐνδιαφέρον γιά τό θέμα ἔχουν οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τήν Σύμβαση τῆς Ρώμης ἔχουν τήν εὐθύνη νά διδάσκωνται τά παιδιά τους στά Σχολεῖα σύμφωνα μέ τίς φιλοσοφικές καί θρησκευτικές πεποιθήσεις τους∙ οἱ θεολόγοι καθηγητές καί τά ὄργανά τους∙ καί ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τό Σύνταγμα καί τόν Καταστατικό Χάρτη (ἄρθρα 2 καί 9, παρ. ε΄ ) εἶναι ὑποχρεωμένη νά παρακολουθῆ τό δογματικό περιεχόμενο τῶν βιβλίων τῶν Θρησκευτικῶν.

Στήν πρόσφατη Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας (Μάρτιος 2017) ἐτέθη καί πάλι τό θέμα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ὕστερα ἀπό σχετική εἰσήγηση τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς διαλόγου τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν Πολιτεία καί ἀκούσθηκαν πολλές ἀπόψεις. Ἔγινε στήν συνέχεια ψηφοφορία πάνω στήν ἑνωτική πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ἀποφασίσθηκε νά συνεχισθῆ ὁ διάλογος μέ ὁρισμένους ὅρους καί ἀπαραίτητες προϋποθέσεις.

Αὐτά εἶναι γνωστά ἀπό τό Δελτίον Τύπου τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί ἀπό ὅσα ἐγράφησαν στόν ἔντυπο καί ἠλεκτρονικό τύπο. Ἐκεῖνο πού θέλω νά σημειώσω ἐδῶ εἶναι ὅτι στήν Συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας ὑποστήριξα μία ἄποψη, πού κατά τήν γνώμη μου κινεῖται στήν προοπτική ἐπιλύσεως τοῦ θέματος, κατά τόν καλύτερο τρόπο. Θά καταγραφοῦν οἱ βασικές ἀρχές τῆς σκέψεώς μου.

Εἶναι δεδομένο ὅτι ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τῆς περιόδου 2015-2016, ἔλαβε ἀπόφαση κατά τόν μήνα Ἰανουάριο 2016 σέ κοινή Συνεδρίαση μέ τούς Κοσμήτορες καί τούς Προέδρους τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, ὅπως καί μέ τήν Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων νά κάνη διάλογο μέ τήν Πολιτεία πάνω στό προηγούμενο Πρόγραμμα, τό λεγόμενο Ἀναλυτικό Πρόγραμμα, μέ σκοπό νά τό διορθώση, νά προσθέση ἕνα ποσοστό θρησκειολογικοῦ ὑλικοῦ καί νά χρησιμοποιήση ὡς ἐφαρμογή μερικά καλά στοιχεῖα τοῦ νέου Προγράμματος. Αὐτή ἦταν καί ἡ ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ παρελθόντος Μαρτίου (2016).

Γιά νά γίνη αὐτό ἀντιληπτό, πρέπει νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι τό προηγούμενο Πρόγραμμα ἦταν Ἀναλυτικό, ὅπως ἴσχυε, κατά τούς εἰδικούς, ἐδῶ καί 2.500 χρόνια στόν χῶρο μας, δηλαδή σέ αὐτό τό Πρόγραμμα ὑπάρχει μιά ἱστορική δόμηση τῆς ὕλης τῶν μαθημάτων ἀπό τήν ἀρχαία ἐποχή μέχρι σήμερα. Γιά παράδειγμα, γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ἀρχίζει ἡ διδασκαλία ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, προχωρεῖ στήν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας, καταγράφει ὅλα τά ἐκκλησιαστικά γεγονότα, ἀντιμετωπίζει τίς ἄλλες Ὁμολογίες καί Θρησκεῖες καί φθάνει μέχρι τήν ἀντιμετώπιση συγχρόνων θεμάτων. Ὅμως, τό Πρόγραμμα Σπουδῶν πού εἰσήχθη στά Σχολεῖα μέ ὑπουργική ἀπόφαση, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2016, ἀνατρέπει αὐτήν τήν ἀναλυτική μεθοδολογία καί εἰσάγει τήν θεματική μεθοδολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό μάθημα διδάσκεται κατά θέματα, γιά παράδειγμα, τί εἶναι ἡ προσευχή καί πῶς προσεύχονται οἱ ὀπαδοί διαφόρων θρησκειῶν. Πρόκειται γιά μιά μεγάλη ἀλλαγή πού ἐπιφέρει τήν σύγχυση καί ἀνατρέπει τόν τρόπο διδασκαλίας στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν.

Πάντως, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2016 ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας ἄλλαξε τήν δική της ἀπόφαση τοῦ Μαρτίου 2016 καί ἀντί νά κάνη διάλογο μέ τήν Πολιτεία γιά βελτίωση τοῦ παλαιοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος, ἤ ἔστω ἀπό «μηδενική βάση», δέχθηκε νά κάνη διάλογο γιά βελτίωση τοῦ νέου Προγράμματος Σπουδῶν.

Θεωρῶ ὅτι σέ κάθε διάλογο ὑπάρχουν ἐπιτυχίες καί ὑποχωρήσεις κάθε πλευρᾶς. Ἡ ὑπουργική ἀπόφαση εἶναι σέ ἰσχύ, καί ἀπό τόν παρελθόντα Σεπτέμβριο μέχρι τώρα διδάσκεται τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, μέ τά ἰδιαίτερα προβλήματα σέ κάθε Σχολεῖο∙ τά βιβλία ἤ οἱ φάκελλοι τῶν μαθητῶν ἑτοιμάζονται καί ἐν πάσῃ περιπτώσει δέν μπορεῖ νά ἀνατραπῆ ἡ μεθοδολογία τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος παρά τίς ἀγαθές προθέσεις τῶν διαλεγομένων. Ἔτσι, μέ τόν διάλογο μποροῦν νά γίνουν μερικές βελτιώσεις, ἀλλά τό πρόβλημα τῆς μεθοδολογίας τοῦ μαθήματος θά παραμείνη καί δέν θά ἀνατραπῆ. Δηλαδή, δέν νομίζω ὅτι θά ἐπανέλθη τό Ἀναλυτικό Πρόγραμμα.

Κατόπιν τούτου θεωρῶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν θά ὠφεληθῆ ἀπό ἕναν τέτοιο διάλογο καί συγχρόνως θά ἀναλάβη τίς εὐθύνες τῶν συνεπειῶν ἑνός τέτοιου κακοῦ Προγράμματος.

Κατά κόρον διατύπωσα τήν ἄποψή μου στίς Ἱεραρχίες τοῦ Μαρτίου 2016, τοῦ Ὀκτωβρίου 2016, τοῦ Μαρτίου 2017 ὅτι ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά ἀποστείλη τίς προτάσεις της στό Ἰνστιτοῦτο Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καί Θρησκευμάτων, νά κάνη ἕναν διάλογο γιά τήν ὑλοποίηση τῶν προτάσεων αὐτῶν καί νά μή ἀσχοληθῆ περαιτέρω μέ τό θέμα, ὁπότε ἡ Πολιτεία ἄς ἀναλάβη τήν εὐθύνη γιά τήν μεγάλη αὐτή μεταρρύθμιση πού εἰσήγαγε. Διερωτῶμαι: Γιατί ἡ Ἐκκλησία νά γίνη μέρος τοῦ προβλήματος;

Φυσικά, ἡ Πολιτεία πού ἔχει τήν εὐθύνη εἶναι ὑποχρεωμένη νά κάνη διάλογο μέ τούς ἁρμόδιους φορεῖς, ἤτοι τούς γονεῖς τῶν μαθητῶν καί τούς θεολόγους καθηγητές, δηλαδή τήν Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων (Π.Ε.Θ.). Τό θεωρῶ ἀδιανόητο νά γίνεται διάλογος γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί στόν διάλογο αὐτό νά μή συμμετέχουν οἱ θεολόγοι πού διδάσκουν τό μάθημα στούς μαθητές καί ἔχουν εἰδικό λόγο.

Τό γράφω αὐτό, γιατί ἕνας διάλογος Ἐκκλησίας καί Πολιτείας γιά τήν βελτίωση τοῦ νέου Προγράμματος Σπουδῶν θά εἶναι χρονοβόρος καί ἀτελέσφορος, ἐνῶ ὑφίσταται τό Πρόγραμμα αὐτό, καί ἐνῶ, κατά πληροφορίες, ἔχει ἀρχίσει νά καταρτίζεται τό νέο ὑλικό καί ἐνδεχομένως ἔχουν ἀρχίσει νά καταρτίζωνται οἱ φάκελλοι τῶν μαθητῶν καί ἴσως συντάσσονται τά νέα βιβλία μέ ὅποιον τρόπο καί ἄν προσφερθοῦν.

Βεβαίως, δέν εἶμαι ἐναντίον τοῦ διαλόγου, ἀλλά στήν προκειμένη περίπτωση ὑπάρχει μεγάλη σύγχυση γιά τήν βάση τοῦ διαλόγου. Ἡ Ἱεραρχία τοῦ Μαρτίου τοῦ 2016 ἀπεφάσισε νά γίνη διάλογος στά παλαιά Ἀναλυτικά Προγράμματα∙ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί ὁ Πρωθυπουργός συμφώνησαν νά γίνη διάλογος ἀπό «μηδενική βάση», πού γιά κάθε ἐχέφρονα αὐτό σημαίνει οὔτε μέ βάση τό Ἀναλυτικό Πρόγραμμα οὔτε μέ τό Πρόγραμμα Σπουδῶν πού ἰσχύει∙ ἡ Ἱεραρχία τοῦ Ὀκτωβρίου 2016 ἀπεφάσισε νά γίνη διάλογος πάνω στό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν∙ καί ἡ πρόσφατη Ἱεραρχία τοῦ Μαρτίου 2017 ὑπερψήφισε τήν πρόταση τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος πού ἦταν συνισταμένη τῶν διαφόρων ἀπόψεων πού ἀκούσθηκαν στήν Ἱεραρχία.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δέν μπορῶ νά καταλάβω τί σημαίνει «διάλογος ἀπό μηδενική βάση», ὅταν διαλέγωνται μέ βάση τά νέα Προγράμματα Σπουδῶν καί γιά τήν βελτίωσή τους.

Ἡ ἄποψή μου εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά καταθέση τήν πρότασή της καί νά μήν ἀσχοληθῆ μέ ἐπί μέρους δευτερεύουσες διορθώσεις.

Μέσα στά πλαίσια αὐτά ἐκινεῖτο ἡ πρόταση πού καταγράφηκε καί σέ ἕνα ἔγγραφό μου  πρός τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο τοῦ Ὀκτωβρίου 2016. Τό δημοσιεύω στήν συνέχεια γιά τήν ἐνημέρωση, γιατί στήν εἰσήγηση πού ἔγινε στήν πρόσφατη Ἱεραρχία (Μάρτιος 2017) παρουσιάσθηκε περικεκομμένη.

*

«10 Ὀκτωβρίου 2016

Μακαριώτατε Προέδρε, Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς

Τήν Πέμπτη 6 Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ., τήν τελευταία ἡμέρα πού συζητούσαμε στήν Ἱεραρχία τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, σκεπτόμουν νά ὑποβάλω μιά πρόταση, ἀλλά βλέποντας τό κλίμα πού ἐπικρατοῦσε δέν τό ἔπραξα. Τό πράττω τώρα καί σᾶς τήν ὑποβάλλω, μήπως βρεθεῖ μιά νηφάλια λύση στό θέμα αὐτό.

Εἶναι δεδομένο, κατά τήν γνώμη μου, ὅτι ἡ Κυβέρνηση, γιά ποικίλους λόγους, δέν θά ὑποχωρήση στήν ἀπόφασή της νά ἐπιβάλη τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, πού ἰσχύει ἤδη στά Σχολεῖα ὅλης τῆς Ἐπικράτειας. Ὁ διάλογος πού θά γίνη πιθανόν νά κάνη διορθώσεις σέ μερικά σημεῖα, τά ὁποῖα ὅμως δέν θά θεραπεύσουν τό πρόβλημα. Ἤδη τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν εἶναι τελείως διαφορετικό ὡς πρός τήν φιλοσοφία του ἀπό τό προηγούμενο Ἀναλυτικό Πρόγραμμα.

Ἔτσι, ὁ διάλογος πού θά γίνη μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας στό θέμα τῶν Θρησκευτικῶν δέν θά ἔχη οὐσιαστικά ἀποτελέσματα, δέν θά ἀποτρέψη τήν ἐφαρμογή τοῦ νέου Προγράμματος, ἀλλά ἁπλῶς θά κάνη, ἐνδεχομένως, μερικές ἐπουσιώδεις ἀλλαγές στήν ἐπιλογή τῶν τραγουδιῶν καί στόν τρόπο διδασκαλίας τους καί θά ἀναζωπυρώση τίς ἐνστάσεις.

Ἤδη ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν διαπιστώνει ὅτι, πέρα τῶν ἄλλων, οἱ παραπομπές σέ ὀρθόδοξα θέματα γίνονται πάνω σέ κείμενα νέων θεολόγων, πού ἐν πολλοῖς ἐκφράζουν τήν νέα ἀντίληψη στήν σύγχρονη θεολογία, καί αὐτό δέν πρόκειται νά ἀλλάξη.

Κατόπιν τούτου, ἐπανέρχομαι στήν πρόταση τήν ὁποία εἶχα ὑποβάλει στήν Ἱεραρχία τοῦ Μαρτίου τοῦ 2016. Τότε ὑποστήριξα ὅτι ἡ Ἱεραρχία πρέπει νά ἀποστείλη τήν πρότασή της στό Ὑπουργεῖο, μέ τήν ὁποία θά δηλώνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀντίθετη στό νέο Πρόγραμμα καί εἶναι πρόθυμη νά κάνη διάλογο πάνω στό προηγούμενο Ἀναλυτικό Πρόγραμμα, γιατί ἕνας διάλογος μέ διαφορετική βάση θά εἶναι ἀτελέσφορος. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο δέν δέχθηκα καί τότε νά συμμετάσχω στήν Ἐπιτροπή ἐκείνη, καί δικαιώθηκα ἐκ τῶν πραγμάτων, γιατί καίτοι σχηματίσθηκε ἡ Ἐπιτροπή ἐξ Ἀρχιερέων καί λαϊκῶν, ἐν τούτοις οὐσιαστικός διάλογος δέν ἔγινε.

Τό ἴδιο θά γίνη καί τώρα. Ἡ Ἐκκλησία διά τῶν ἐκπροσώπων της θά ἐμπλακῆ στήν διαδικασία τοῦ διαλόγου, θά ἐπιτύχη ἴσως μερικές ἀνούσιες καί λεπτομερειακές ἀλλαγές, ἀλλά τό πρόβλημα θά παραμείνη, ὡς πρός τό ὀρθόδοξο μέρος, τό διαθρησκειακό καί τήν μεθοδολογία. Καί σύν τοῖς ἄλλοις ἡ Ἐκκλησία θά γίνη μέρος τοῦ προβλήματος καί θά ἔχη εὐθύνη γιά τήν ἐπικράτηση αὐτοῦ τοῦ προγράμματος, γιά τό ὁποῖο εὔστοχες παρατηρήσεις ἔχει κάνει ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος στήν ἐπιστολή του πρός τόν Πρωθυπουργό καί τούς ἀρχηγούς τῶν Κομμάτων.

Ἑπομένως, θεωρῶ ὅτι δέν πρέπει νά ἐμπλακοῦμε σέ νέο ἀτελέσφορο διάλογο.

Βεβαίως, θά ἰσχυρισθῆ κανείς ὅτι ἐπί τοῦ θέματος ἔχει ἀποφασίσει ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς 6ης Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ. καί δέν πρέπει νά ἀναιρέσουμε τήν ἀπόφαση αὐτή. Αὐτό ὅμως εὔκολα μπορεῖ νά δικαιολογηθῆ, διότι ἤδη ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Ὀκτωβρίου νά ἐμπλακοῦμε στόν διάλογο γιά βελτίωση τοῦ νέου Προγράμματος ὑπονομεύει καί ἀναιρεῖ καθ' ὁλοκληρίαν τήν ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Μαρτίου 2016.

Θεωρῶ λογικό ὅτι ἐμεῖς πρέπει νά ὑποστηρίξουμε τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Μαρτίου 2016, καί μέ αὐτό τό σκεπτικό πρέπει νά δικαιολογήσουμε στήν νέα Ἱεραρχία πού θά συνέλθη τήν μή ἐμπλοκή μας στόν διάλογο καί νά διαφυλάξουμε τίς δυνάμεις μας γιά νά ἀντιμετωπίσουμε τίς ἐπερχόμενες οὐσιαστικότερες ἀλλαγές στίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας πού ὅλα δείχνουν ὅτι θά ἀντιμετωπίσουμε.

Ἐπί τούτοις διατελῶ
Ἐλάχιστος ἐν Χριστῷ ἀδελφός
+ Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος».

*

Ἑπομένως, νομίζω ὅτι ὁ διάλογος Ἐκκλησίας καί Πολιτείας γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν θά εἶναι ἀτελέσφορος γιά τήν Ἐκκλησία καί πάνω ἀπό ὅλα ἡ Ἐκκλησία θά ἀναλάβη μεγάλες εὐθύνες γιά ἕνα τέτοιο Πρόγραμμα, γιά τό ὁποῖο γίνεται κριτική ἀπό πολλές πλευρές, κυρίως ἀπό ἐπιστημονικῆς πλευρᾶς, καί ἡ ἱστορία δέν θά τήν δικαιώση. Θά ἀναφανοῦν πολύ γρήγορα ὅλα τά μειονεκτήματα τοῦ νέου Προγράμματος Σπουδῶν καί θά δημιουργηθῆ σύγχυση.

Εὔχομαι πραγματικά νά διαψευσθῶ.

Ἡ δημοσίευση τῶν ἀπόψεών μου εἶναι ὑποχρέωσή μου ἔναντι τῆς ἱστορίας καί τῆς Ἐκκλησίας.

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.