ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ψυχική καί πνευματική ὑγεία

Ὁμιλία στήν Ἡμερίδα γιά τήν «Ψυχική Ὑγεία», Ναύπακτος 18 Μαρτίου ἐ.ἔ. (βλ. Ψυχική Ὑγεία, Νευροεπιστῆμες, Βιολογία)

*

Εὐχαριστῶ τούς διοργανωτές τῆς παρούσας ἐκδηλώσεως μέ κεντρικό θέμα «Νευροεπιστῆμες - ἐπιλογές γιά καλύτερη ψυχική ὑγεία», γιά τήν πρόσκλησή τους νά ἀναπτύξω τό θέμα «Ἡ ψυχική ὑγεία κατά τήν ἐκκλησιαστική παράδοση».

Ἐνδεχομένως θά ρωτήση κανείς τί σχέση ἔχει τό ἐπιστημονικό θέμα τῆς ψυχικῆς ὑγείας μέ τήν Ἐκκλησία, δεδομένου μάλιστα, ὅπως μερικοί ὑποστηρίζουν, ὅτι ὑπάρχει σύγκρουση μεταξύ θεολογίας καί ἐπιστήμης. Καί ὅμως θέλω νά ὑποστηρίξω ὅτι ὑπάρχει σημαντική σχέση μεταξύ θεολογίας καί ἐπιστήμης καί μάλιστα στά θέματα τῆς σύγχρονης βιολογίας ἔχουν πάρα πολλά νά προσφέρη ἡ ὀρθόδοξη θεολογία.

Θά ἐπικεντρωθῶ σέ δύο ἐνδιαφέροντα σημεῖα, ἤτοι πρῶτον τί εἶναι ἡ ψυχική ὑγεία κατά τήν σύγχρονη ἐπιστήμη καί δεύτερον τί εἶναι ψυχική ὑγεία κατά τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας.

1. Ἡ ψυχική ὑγεία κατά τήν σύγχρονη ἐπιστήμη

Τό θέμα εἶναι σημαντικό καί μεγάλο καί δέν θά ἐξαντληθῆ, ἁπλῶς θά ἐντοπισθοῦν μερικά βασικά σημεῖα. Νά ἀρχίσω ἀπό τόν ὁρισμό γιά τήν ψυχική ὑγεία, ὅπως ἐννοεῖται σήμερα.

Ψυχική ὑγεία εἶναι «κατάσταση πού χαρακτηρίζεται ἀπό συναισθηματική εὐεξία, ἐσωτερική ἁρμονία, σχετική ἀπουσία ἄγχους καί ἄλλων διαταραχῶν, καθώς καί ἱκανότητα σύναψης ἐποικοδομητικῶν σχέσεων καί ἀντιμετώπισης τῶν συνηθισμένων ἀπαιτήσεων καί ἐντάσεων τῆς ζωῆς».

Στόν ὁρισμό αὐτό δίνεται ἰδιαίτερη βαρύτητα στόν ψυχολογικό καί κοινωνικό παράγοντα. Γίνεται λόγος γιά συναισθηματική εὐεξία, ἐσωτερική ἁρμονία, ἀπουσία ἄγχους καί σύναψη ἐποικοδομητικῶν σχέσεων.

Ὅμως γνωρίζουμε ὅτι σήμερα τά προβλήματα πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος δέν ἀντιμετωπίζονται μόνον ἀπό συναισθηματική καί κοινωνική πλευρά, ἀλλά καί ἀπό ὑπαρξιακή καί βιολογική προοπτική.

Ἡ ψυχολογία τοῦ 19ου αἰῶνος, πού συνδεόταν μέ τήν φιλοσοφία, ἀποδεσμεύθηκε ἀπό αὐτή τόν 20ό αἰώνα, ὁπότε ἀναπτύχθηκε συνεκδοχικά ἡ συμπεριφοριστική ψυχολογία, ἡ γνωσιακή ψυχολογία καί ἡ ὑπαρξιακή ψυχολογία. Σήμερα δέ μέ τήν ἐξέλιξη τῆς μοριακῆς βιολογίας καί τῆς γενετικῆς μηχανικῆς ὑπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ γνωσιακῆς ψυχολογίας καί νευροεπιστήμης, ἐξετάζεται δέ καί ὁ σημαντικός ρόλος πού ἔχει ἡ ὑπαρξιακή ψυχολογία στήν ψυχική ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου.

Βρέθηκα στό Πανεπιστήμιο τῆς Πολιτείας Οὐάσιγκτον, στό Σιάτλ καί παρατήρησα ὅτι γίνεται αὐτή ἡ στενή σχέση μεταξύ ψυχολογίας καί νευροεπιστήμης. Διαπιστώνεται ὅτι τό συναίσθημα ἔχει βιολογική ὑποδομή καί μέ ἠλεκτρόδια τά ὁποῖα τοποθετοῦνται σέ περιοχές τοῦ ἐγκεφάλου προκαλοῦνται συναισθηματικές ἀντιδράσεις, ὅπως τό γέλιο, τό κλάμα κλπ. Θεραπεύονται δέ ἀσθένειες ὅπως ὁ αὐτισμός, ἡ σχιζοφρένεια, ἡ κατάθλιψη, τό πάρκισον κλπ. Ἐπίσης, ἡ ἐπιστήμη ἔχει ἀποδείξει ὅτι τά γονίδια τῶν κυττάρων ἐπηρεάζονται καί ἀπό τό περιβάλλον.

 

 

Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη σύγκρουση μεταξύ ψυχολογίας-νευροεπιστήμης καί ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλά μᾶλλον μιά στενή συνεργασία, προκειμένου νά βοηθηθῆ ὁ ἄνθρωπος πού ὑποφέρει, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει ἀλληλεπίδραση μεταξύ ψυχικῆς καί πνευματικῆς ὑγείας.

 

 

Σήμερα ἐφαρμόζεται τό λεγόμενο βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο ἐπιλύσεων καί ἀντιμετωπίσεως τῶν προβλημάτων καί ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ψυχικῶν καταστάσεων δέν εἶναι θέμα μόνον μιᾶς ἐπιστήμης ἀλλά συνεργασίας μεταξύ τῶν ἐπιστημῶν. Φυσικά, στήν ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων πού ἔχουν σχέση μέ τήν ψυχική ὑγεία, σημαντικό ρόλο παίζει καί ἡ ὑπαρξιακή ψυχολογία, ὅπως ἔχει ἀναπτυχθῆ ἀπό τόν Βίκτωρ Φράνκλ πού ἐκφράζει τήν Τρίτη Ψυχοθεραπευτική Σχολή τῆς Βιέννης, καί ἀπό τόν Γιάλομ πού ἀκολουθεῖ αὐτήν τήν μέθοδο θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου.

Ἑπομένως, τά θέματα τῆς ψυχικῆς ὑγείας δέν εἶναι ἔχουν σχέση μόνον μέ τό συναίσθημα καί τήν βιολογική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί μέ τό περιβάλλον στό ὁποῖο μεγαλώνει καί ζῆ ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ ὑπάρχει μεγάλη σχέση μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν παραγόντων, ὅπως καί μέ τό πρόβλημα τοῦ θανάτου καί τό νόημα τῆς ὕπαρξης πού ἔχει ὁ καθένας. Τά περισσότερα προβλήματα πού σχετίζονται μέ τό ἄγχος, τήν ἀπελπισία, τήν ἀπόγνωση κλπ., συνδέονται καί μέ ὑπαρξιακά καί πνευματικά γεγονότα, δηλαδή μέ τήν ἔλλειψη νοήματος γιά τήν ζωή καί μέ τόν φόβο τοῦ θανάτου.

2. Ἡ Ἐκκλησιαστική παράδοση

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἀρνεῖται τήν ἐπιστήμη, ἀλλά διαλέγεται μαζί της καί συνεργάζεται προκειμένου νά ἀντιμετωπίση τά προβλήματα πού ἀπασχολοῦν τόν ἄνθρωπο. Ἡ σύγκρουση μεταξύ ἐπιστήμης καί θεολογίας ἔγινε στόν δυτικό χῶρο, στόν ὁποῖον ἐπικρατοῦσε ἡ μεταφυσική. Ὅμως ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ποτέ δέν ἦταν μεταφυσική, ἀλλά διακρινόταν ἀπό τήν ἀντίθεσή της πρός αὐτήν. Δέν ἔχω τόν χρόνο νά ἀναπτύξω αὐτό τό θέμα, ἀλλά ἐκεῖνο πού μπορῶ νά πῶ εἶναι ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δέν συγκρούεται μέ τήν ἐπιστήμη, ἀφοῦ καί ἡ ἐπιστήμη χρειάζεται τήν βοήθειά της.

Αὐτό φαίνεται στήν ὁρολογία καί συγκεκριμένα στήν διαφορά μεταξύ psyche καί soul. Δηλαδή, στήν ἀγγλική γλώσσα ἄλλο εἶναι τό psyche, ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται ὁ ὁρισμός περί ψυχικῆς ὑγείας, μέ τόν ὁποῖον δηλώνονται οἱ σκέψεις, τά συναισθήματα καί ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου καί ἄλλο εἶναι τό soul, τό ὁποῖο δείχνει τήν ψυχή ὡς πνευματική ἔννοια.

Αὐτό πού ἡ ψυχολογία καί ἡ νευροεπιστήμη ὀνομάζουν ψυχή, εἶναι τό psyche, δέν εἶναι αὐτό πού ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ὀνομάζει soul. Ὅταν γίνη αὐτό τό ξεκαθάρισμα, τότε μπορεῖ νά καταλάβη κανείς ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη σύγκρουση μεταξύ ψυχολογίας-νευροεπιστήμης καί ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλά μᾶλλον μιά στενή συνεργασία, προκειμένου νά βοηθηθῆ ὁ ἄνθρωπος πού ὑποφέρει, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει ἀλληλεπίδραση μεταξύ ψυχικῆς καί πνευματικῆς ὑγείας.  

Θά μποροῦσα νά ἀναφέρω πολλά παραδείγματα, στά ὁποῖα φαίνεται ἡ μεγάλη ἀξία τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί ποιμαντικῆς, στό θέμα τῆς ψυχικῆς-πνευματικῆς ὑγείας τῶν ἀνθρώπων. Θά ἀρκεσθῶ ὅμως στήν ὑπογράμμιση μερικῶν βασικῶν σημείων.

 

 

Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη σύγκρουση μεταξύ ψυχολογίας-νευροεπιστήμης καί ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλά μᾶλλον μιά στενή συνεργασία, προκειμένου νά βοηθηθῆ ὁ ἄνθρωπος πού ὑποφέρει, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει ἀλληλεπίδραση μεταξύ ψυχικῆς καί πνευματικῆς ὑγείας.

 

 

Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀντιμετωπίζει τά προβλήματα πού δημιουργοῦνται ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος εἶναι ἕνα βιολογικό γεγονός, τό ὁποῖο ἐκφράζεται μέ τά γονίδια τῆς γηράνσεως, πού ὑπάρχουν ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού γονιμοποεῖται τό ὠάριο, ἀλλά συγχρόνως εἶναι καί ἕνα ψυχολογικό γεγονός. Ὁ ἄνθρωπος βλέπει γύρω του τόν θάνατο, ὁ ὁποῖος διαλύει τίς σχέσεις μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, γι' αὐτό καί θεωρεῖται μεγάλος ἐχθρός. Ὁ ἴδιος ὁ ἔρωτας συνδέεται μέ τόν θάνατο, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι κάποιος ἐρωτεύεται ὥστε νά ἀντιμετωπίση τό φάσμα τοῦ θανάτου, ἀλλά καί κατά τήν διάρκεια τοῦ ἔρωτος φοβᾶται, μήπως ἐρχόμενος ὁ θάνατος διαλύσει αὐτήν τήν σχέση. Εἶναι γνωστόν ὅτι ὁ Φρόϋντ ὑποστήριζε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἐπιθετικότητα προέρχεται ἀπό τό ἔνστικτο τοῦ θανάτου, πού βρίσκεται σέ ἀντιπαράθεση μέ τό ἔνστικτο τῆς ζωῆς (ἔρως). Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία μέ τήν ποιμαντική της βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά ὑπερβῆ τόν φόβο τοῦ θανάτου.

Ἔπειτα, τό κέντρο τοῦ θανάτου εἶναι ἡ φιλαυτία. Ὁ ὁρισμός τῆς φιλαυτίας εἶναι ἡ ἄλογη-παράλογη τοῦ σώματος φιλία. Ὅταν κανείς ἀγαπᾶ τό σῶμα του ὑπερβολικά, τότε ἀναπτύσσονται τά πάθη τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιληδονίας. Ὁπότε, ἡ θεραπεία τῆς φιλαυτίας προσφέρει πνευματική ὑγεία στόν ἄνθρωπο καί ἔτσι ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, ἀποκτᾶ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία.

Ἀκόμη, ἕνα ἄλλο πρόβλημα πού δημιουργεῖ τήν ψυχική ἀσθένεια εἶναι ἡ ἀπουσία νοήματος γιά τήν ζωή. Ὅταν ἡ ζωή δέν ἔχη νόημα, τότε δέν ἔχει νόημα καμμιά δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτό δημιουργεῖ ἀνασφάλεια, ἄγχος, ἀπελπισία, ἀπόγνωση, κατάθλιψη καί πολλά ἄλλα. Ἔτσι, ἡ νοηματοδότηση τῆς ζωῆς, τό νά ἀποκτήση κανείς πνευματική ἔμπνευση, δημιουργεῖ ψυχική εὐρωστία. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δίνει πολύ μεγάλη σημασία στήν ἔμπνευση, μέ τήν ὁποία ὑπερβαίνονται τά προβλήματα πού παρουσιάζονται.

Φυσικά, γνωρίζουμε ὅτι ὅλα τά θέματα δέν εἶναι μόνον πνευματικά καί ψυχολογικά, ἀλλλά σχετίζονται καί μέ τά βιολογικά ζητήματα, γι' αὐτό καί ὁ ὀρθόδοξος θεραπευτής συνεργάζεται μέ τούς ἰατρούς, προκειμένου νά προσφέρη ψυχική ὑγεία στούς ἀνθρώπους, ἤτοι στήν ὑπέρβαση τῆς κατάθλιψης, τοῦ ἄγχους, τῆς ἀπόγνωσης.

Γιά νά δοῦμε ποιά εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ψυχική ὑγεία, θά ἀναφέρω ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἑνός Πατρός τοῦ 7ου αἰῶνος, ὁ ὁποῖος ἀναλύει πῶς ἐνεργεῖ ἡ ψυχή καί πῶς δίνει εὐρωστία καί πνευματική ὑγεία στό σῶμα.

Κατ' ἀρχάς νά τονισθῆ ὅτι ὅταν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κάνουμε λόγο γιά ψυχή, δέν ἐννοοῦμε τίς θεωρίες τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη καί τῶν Νεοπλατωνικῶν, ἀλλά ὅτι ἡ ψυχή συνδέεται πολύ στενά μέ τήν ζωή καί μέ τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος γράφει ὅτι ἡ ψυχή συνίσταται ἀπό τήν νοερά καί ζωτική δύναμη. Ἡ νοερά δύναμη ἐνεργεῖ παράλληλα μέ τήν ζωτική δύναμη. Δηλαδή, τά ζῶα ἔχουν μόνον τήν ζωτική δύναμη τῆς ψυχῆς, ὄχι ὅμως καί νοερή δύναμη, ἐνῶ ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει νοερά καί ζωτική δύναμη.

Ἡ νοερά δύναμη τῆς ψυχῆς ἔχει τό θεωρητικό, δηλαδή τόν νοῦ, καί τό πρακτικό, δηλαδή τόν λόγο. Ὁ νοῦς κινεῖ τήν νοερά δύναμη, ἐνῶ ὁ λόγος εἶναι προνοητικός τῆς ζωτικῆς δυνάμεως. Αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί δείχνει πῶς παράλληλα λειτουργεῖ ἡ νοερά καί ἡ λογική δύναμη τῆς ψυχῆς στόν ἐγκέφαλο καί ἀπό ἐκεῖ στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.

Τό θεωρητικό τῆς ψυχῆς πού εἶναι ὁ νοῦς ἀναπτύσσεται πρός τήν σοφία, τήν θεωρία, τήν γνώση, τήν ἄληστη-ἀλησμόνητη γνώση καί καταλήγει στήν ἀλήθεια. Τό πρακτικό τῆς ψυχῆς, δηλαδή ὁ λόγος ἀναπτύσσεται πρός τήν φρόνηση, τήν πράξη, τήν ἀρετή, τήν πίστη καί καταλήγει στό ἀγαθό. 

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι δέν λειτουργεῖ ἡ ψυχή μόνη της καί ἀνεξάρτητα ἀπό τό σῶμα, οὔτε τό σῶμα λειτουργεῖ μόνον του ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ψυχή, ἀλλά ὑπάρχει μιά ἀλληλεπίδραση μεταξύ ψυχῆς καί σώματος. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ψυχικές ἀσθένειες ἔχουν ἐπίδραση στίς ἀσθένειες τοῦ σώματος καί οἱ ἀσθένειες τοῦ σώματος ἔχουν ἐπίδραση στήν ψυχή. Μερικές φορές μπορεῖ ἡ ψυχή μέ τό θεωρητικό της, πού εἶναι ὁ νοῦς, νά λειτουργῆ καλά καί νά δίνη στόν ἄνθρωπο ἔμπνευση, εἰρήνη καί αἰσιοδοξία παρά τίς ἀσθένειες τοῦ σώματος. Ἔτσι ἐξηγεῖται πού ὑπάρχουν ἀσθενεῖς πού πονοῦν, ἀλλά ἐπειδή ὁ νοῦς τους ἐμπνέεται ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ὑπερβαίνουν ὅλες αὐτές τίς δυσκολίες.

Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Μάξιμος διδάσκει ὅτι λειτουργοῦν παράλληλα ὡς ζεύγη αὐτές οἱ ἐνέργειες τοῦ νοεροῦ καί τοῦ λογικοῦ τῆς ψυχῆς καί αὐτό συνιστᾶ τήν ψυχική-πνευματική ὑγεία. Δηλαδή, ὁ νοῦς πρέπει νά πορεύεται μέ τόν λόγο, ἡ σοφία μέ τήν φρόνηση, ἡ θεωρία μέ τήν πράξη, ἡ γνώση μέ τήν ἀρετή, ἡ ἀλησμόνητη γνώση μέ τήν πίστη, ἡ ἀλήθεια μέ τό ἀγαθό. Αὐτό δείχνει τήν στενή σχέση μεταξύ ψυχικῆς καί πνευματικῆς ὑγείας, πού ἔχει συνέπειες καί στό σῶμα.

 

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού εἶναι ἕνα πνευματικό νοσοκομεῖο θεραπεύει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο πού ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Τοῦ προσφέρει νόημα ζωῆς τόν ἀπελευθερώνει ἀπό τήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση καί τοῦ δίνει ἔμπνευση καί προοπτική.

 

 

Τά ὅσα ὑποστήριξα μέχρι τώρα μπορεῖ νά φαίνωνται θεωρητικά, ἀλλ' ὅμως αὐτά ἐφαρμόζονται στήν πράξη. Ἐκλαμβάνουμε τήν Ἐκκλησία, ὄχι ὡς μιά θρησκεία, οὔτε σάν μιά ἰδεολογία καί μιά κοινωνική ὀργάνωση, ἀλλ' ὡς ἰατρική ἐπιστήμη καί μάλιστα ὡς πνευματικό θεραπευτήριο. Πρόκειται γιά μιά βασική διδασκαλία τήν ὁποία ὑποστηρίζω ἐδῶ καί πολλά χρόνια. Γιά παράδειγμα, μέ τήν παρουσία μας μέσα στήν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας ἱκανοποιεῖται κατά κάποιον τρόπο ἡ συμπεριφοριστική ψυχολογία. Μέ τήν ὀρθόδοξη διδαχή ἀποκτᾶ κανείς ἐμπειρία τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς γνωσιακῆς ψυχολογίας. Μέ τήν προσευχή καί γενικῶς μέ τούς καλούς λογισμούς δίνει κανείς νόημα στήν ζωή του, ὁπότε ζῆ μερικές ἐφαρμογές τῆς ὑπαρξιακῆς ψυχολογίας.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού εἶναι ἕνα πνευματικό νοσοκομεῖο θεραπεύει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο πού ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Τοῦ προσφέρει νόημα ζωῆς τόν ἀπελευθερώνει ἀπό τήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση καί τοῦ δίνει ἔμπνευση καί προοπτική. Ἡ φιλαυτία πού εἶναι ἡ βασική ἀσθένεια τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, μετατρέπεται σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία. Μέσα στήν Ἐκκλησία ἀσκεῖται ἡ πρωτογενής πρόληψη, μέ τήν προσφορά μιᾶς κοινότητας, ἡ δευτερογενής πρόληψη, μέ τήν θεραπεία μιᾶς ἀρχόμενης ψυχικῆς νόσου, καί ἡ τριτογενής πρόληψη, μέ τήν ἀποκατάσταση διά τῆς ἀγάπης.

Βέβαια, ὅλα αὐτά γιά νά πραγματοποιηθοῦν πρέπει νά λειτουργῆ καλά τό θεραπευτικό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας στήν Ἐνοριακή Κοινότητα, οἱ Κληρικοί νά γνωρίζουν αὐτό τό θεραπευτικό στοιχεῖο της, ἀλλά καί οἱ Χριστιανοί νά θέλουν νά δεχθοῦν τά ἀποτέλεσματα αὐτῆς τῆς θεραπευτικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐπαναλαμβάνω καί πάλι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν παραγνωρίζει τά ἀποτελέσματα καί τά ἐπιτεύγματα τῆς ἐπιστήμης, συνεργάζεται μαζί της γιά νά βοηθήση τόν ἄνθρωπο. Πάνω σέ αὐτήν τήν γραμμή κινοῦμαι ἐδῶ καί πολλά χρόνια, γι' αὐτό καί τό Τμῆμα Ἰατρικῆς τῆς Σχολῆς Ἐπιστημῶν Ὑγείας τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων μοῦ ἀπένειμε τόν τίτλο τοῦ ἐπιτίμου διδάκτορος τοῦ Τμήματος.

Εὐχαριστῶ γιά τήν πρωτοβουλία πού εἴχατε, γιά τήν πρόσκλησή σας νά μιλήσω, καί εἶναι βαθειά πεποίθησή μου ὅτι ὅλοι πρέπει νά βοηθήσουμε, ἀπό τήν πλευρά του ὁ καθένας, τόν σύγχρονο ἄνθρωπο νά ἀπαλλαγῆ ἤ νά ὑπερβῆ ἐκτός ἀπό τόν βιολογικό πόνο καί τόν ψυχολογικό καί ὑπαρξιακό πόνο.

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.