ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Μιά διήγηση ἀπό τά ὅρια ζωῆς καί θανάτου (Γ')

Συνέντευξη-μαρτυρία ἐπιθανάτιας ἐμπειρίας

Συνέχεια ἀπό τό προηγουμένο τεῦχος: Μιά διήγηση ἀπό τά ὅρια ζωῆς καί θανάτου (Β').

Τό τελευταῖο μέρος μιᾶς σύγχρονης ἐπώνυμης μαρτυρίας γιά ἐπιθανάτια ἐμπειρία καί μιᾶς ἔκφρασης τῆς πίστης ἑνός ἀσθενοῦς πού δέχθηκε τίς ὑπηρεσίες τῆς ἰατρικῆς τέχνης.


...
Ἐρώτηση: Ὁ γιατρός σας πίστευε;
Π.Κ.: Ναί, ναί.

Ἐρώτηση: Πῶς λεγόταν;
Π.Κ.: Δέν ξέρω τά ὀνόματα. Πέρασαν ἀπό μένα ὀγδόντα ἕξι γιατροί. Τώρα νά θυμᾶσαι ὅλα τά ὀνόματα; Ἤξερα τούς πρώτους.

Μιά διήγηση ἀπό τά ὅρια ζωῆς καί θανάτου (Γ')Ἐρώτηση: Αὐτό τό περιστατικό πότε ἔγινε;
Π.Κ.:. Τό 2012 στίς 6 Φεβρουαρίου. Σχεδόν μετά ἀπό ἕνα χρόνο πού ἔπεσα. 28 Ὀκτωβρίου ἔκανα τήν μεταμόσχευση. Κάθησα μέσα...
Ἐρώτηση: Ἤσασταν κατάκοιτος τότε;
Π.Κ.: Ὤ, ναί. Γιατί ἔχασα τά πνευμόνια μου μετά ἀπό τήν ἐγχείρηση.
Ἐρώτηση: Τώρα τί γίνεται μέ τά πνευμόνια σας;
Π.Κ.: Ἔχω 70% ἀπό τό ἕνα καί 100% ἀπό τό ἄλλο. Ἀνοίξανε μετά ἀπό εἴκοσι δύο ἐπεμβάσεις τά πνευμόνια. Δέν μέ βάλανε σέ ὕπνο. Τό κάνανε ἀπό τό στόμα μέ βελόνες καί ἀπό τήν πλάτη πίσω καί πηγαίνανε μέσα καί βγάζανε τά ὑγρά. Καί νά μήν τά λέμε, γιατί εἶναι πολύ σιχαμερά αὐτά τά πράγματα. Δέν θέλουμε νά τά ποῦμε κατά γράμμα, φαντάζεστε.

Ἐρώτηση: Ἔχετε μιλήσει μέ τόν π. Ἐφραίμ (τόν Προηγούμενο τῆς Φιλοθέου);
Π.Κ.: Ἔχουμε φάει μαζί, ἔχουμε συμπροσευχηθῆ.
Ἐρώτηση: Πότε; Μετά ἀπό τήν περιπέτειά σας;
Π.Κ.: Ὄχι, ἐδῶ καί 8-10 χρόνια.
Ἐρώτηση: Κατά τήν περιπέτειά σας ζητούσατε τήν εὐχή του;
Π.Κ.: Ὤ, πάντοτε, πάντοτε. Πῆγα στό μοναστήρι, φτιάξαμε τῆς Ἁγίας Σκέπης μοναστήρι ἔξω ἀπό τήν Ν. Ὑόρκη. Ἔχουμε πολλές σχέσεις.
Ἐρώτηση: Σᾶς εἶδε μετά τήν ἐγχείρηση;
Π.Κ.: Ὄχι. Δέν τόν ἔχω δεῖ, γιατί ἡ Καλιφόρνια εἶναι μακρυά ἀπό μᾶς. Φτιάχνει μοναστήρι ἐκεῖ. Δέν πειράζει. Εἶναι ἡ ἀποστολή του ἀπό τόν Θεό καί κάνει αὐτό πού θέλει.

Π.Κ.: Βλέπω, ἔχετε βάλει τό ὄνομα τοῦ Ἱεροθέου Αἰτωλοακαρνανίας καί τοῦ Καλλινίκου Ἐδέσσης. Μπράβο, γιατί τιμᾶτε τούς προγόνους μας, κι αὐτοί ἦταν ἅγιοι ἄνθρωποι, περάσανε βάσανα πολλά. Ἐγώ ἔκανα σαράντα τέσσερεις ἐγχειρήσεις, δέν ἦταν τίποτα μπροστά στούς πολέμους πού περάσαν αὐτοί καί πήγαιναν μέσα στούς λόγγους ἐκεῖ καί κάνανε λειτουργίες μέσα στά βουνά καί περάσανε κακουχίες καί κοινωνάγανε τόν στρατό... Γιά μᾶς θυσίες κάνανε ἐκεῖ οἱ πρόγονοί μας.

Ἐρώτηση: Πῶς τόν θυμᾶστε; (τόν Καλλίνικο Ἐδέσσης)
Π.Κ.: Αὐτός ἦταν Πρωτοσύγκελλος. Καί ὅταν πήγαινε σέ καμμιά Ἐκκλησία, πήγαινε καί ὁ πατέρας μου, γιατί ἤθελε νά ἀκούη κηρύγματα καί μέ ἔπαιρνε μαζί του, μικρό παιδί. Μπορεῖ νά ἦταν ἀπό τό Ἀγρίνιο (ὁ Καλλίνικος), δέν ξέρω ἀπό ποῦ ἦταν ἡ καταγωγή του.
Ἐρώτηση: Ἀπό τά Σιταράλωνα.
Π.Κ.: Σιταράλωνα εἶναι ἐδῶ ἔξω ἀπό τό Θέρμο. Ἀπό θρησκευτικά εἶμαι καλός, ἀλλά ἀπό γεωγραφία ξέρω λίγο καλύτερα γιατί ἦταν ὁ πατέρας μου ἀπό τή Σμύρνη, ἀπό τά Σώκια τῆς Σμύρνης. Καί τραγουδᾶμε ἕνα τραγούδι ἀπό τή Σμύρνη, τὄλεγε ὁ πατέρας μου: Τί σέ νοιάζει ἐσένανε ἀπό ποῦ εἶμαι ἐγώ, ἀπ’ τά Σώκια, ἀπ’ τή Σμύρνη κι ἀπ’ τό Κορδελιό, καί ἔκλαιγε ὁ κακομοίρης. Πέρασε τόσα πράγματα. Τό ’22 ἦταν 16 ἐτῶν. Δέν ἦταν μικρός. Καί ἤθελα νά πάω στό χωριό τοῦ πατέρα μου, ἀλλά φοβόμουνα, εἶχα τά παιδάκια μικρά καί πῆγα μέχρι τήν Σμύρνη. Δέν πῆγα στά Σώκια.

Μιά διήγηση ἀπό τά ὅρια ζωῆς καί θανάτου (Γ')Ἐρώτηση: Νά σᾶς ρωτήσω κάτι. Ὅταν προσευχόσασταν μέσα στήν ἐντατική πῶς προσευχόσασταν; Ἦταν μέ τήν καρδιά, μέ τό μυαλό, μέ τό στόμα, πῶς;
Π.Κ.: Τά πάντα.
Ἐρώτηση: Ξέρατε τήν προσευχή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με»;
Π.Κ.: Πῶς, δέν τήν λέγαμε;
Ἐρώτηση: Πῶς τήν λέγατε μέ ποιόν τρόπο;
Π.Κ.: Ἔχω καί κομποσχοίνι «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὁ π. Μιχαήλ ἔδωσε στήν κόρη μου δυό στιχάκια τά ἔγραψε κάπου ἐκεῖ, τό ἔλεγε ἡ κόρη μου καί κάναμε τήν προσευχή μαζί. Κάθε μέρα ἦταν ἐκεῖ. Εἶχε δυό παιδιά, τά μαγαζιά, ἀλλά ἦταν δίπλα μου συνέχεια. –Ἐσεῖς μᾶς μεγαλώσατε, ἔχουμε κι ἐμεῖς εὐθύνη γιατί ἔχουμε καλόν πατέρα. Εἶναι καλά τά παιδιά. Μοῦ ἔλεγε ὁ Μάξιμος, ὁ Δέσποτας ἐκεῖ, γνώρισε τήν κόρη μου καί λέει: Ποῦ θά πέση τό πορτοκάλι, κάτω ἀπό τήν πορτοκαλιά.

Ἐρώτηση: Ἡ οἰκογένειά σας σᾶς βοήθησε, ἦταν δίπλα σας.
Π.Κ.: Ἄ, ναί. Τά δύο ἄλλα παιδιά δούλευαν καί αὐτήν τήν ἄφηναν νά φύγη γιά νά εἶναι ἐκεῖ συνέχεια. Ἤξερε τά φάρμακα, τά ἤξερε ὅλα. Τῆς δώσανε δουλειά σέ ὅλα τά νοσοκομεῖα πού πῆγα.
Ἐρώτηση: Τό ὄνομά της;
Π.Κ.: Κωνσταντίνα. Καί ἡ Κωνσταντίνα ἦταν ἐκεῖ καί ἤθελαν νά γίνη αὐτή νοσοκόμα γιατί τά ἤξερε ὅλα. ... Νά σκεφτῆτε, εἶχα βάλει τεχνητή καρδιά, ἀντλία, καί αὐτό ἦταν μέσα ἐδῶ στήν κοιλιά, ἦταν μεγάλα τά καλώδια, τόσο μεγάλα, πού πέρναγαν μέσα καί ἤθελε ἀλλαγή τῆς πληγῆς. Καί πῆγα στόν νοσοκομεῖο αὐτό πού ἔκανα, δέν ξέραν νά κάνουν ἀλλαγή καί τά ἔκανε αὐτή (ἡ κόρη μου) καί μοῦ ἔλεγε: –Μπαμπά, τί ἔκανα λάθος; –Ὄχι, νά τό κάνης ἔτσι. Ἤξερα κι ἐγώ ἀπό τό κεφάλι κι ἐπάνω πῶς νά ἀλλάξη τά τραύματα καί τά πάντα, τίς γάζες, φασαρία μεγάλη νά τό κάνης, γιατί ἔπρεπε νά βάλη τό φάρμακι νά τό ἀλείψη γύρω γύρω, νά κάνη προετοιμασία γιά νά μήν πάρω μικρόβια.

Ἐρώτηση: Ἕνα θαῦμα;
Π.Κ.:. Ἕνα ἀπό τά θαύματα. Νά τό πῶ ὅμως ὅπως ἔγινε. Γιατί αὐτό εἶναι πολύ σοβαρό. Μέ βάζει ὁ γιατρός νά βάλω τεχνητή καρδιά, γιατί ἡ καρδιά δέν δούλευε ἄλλο. Τούς λέει μέχρι νά βροῦμε μόσχευμα πρέπει νά βάλουμε τό μηχάνημα. Καί εἶναι σοβαρό τό πρόβλημα. Λέω: Παιδιά ἐγώ δέν ἔχω πρόβλημα. Ἐγώ ἔχω πεθάνει, δέν μέ νοιάζει, θά πάω στό Θεό μιά ὥρα ἀρχύτερα. Κάνουμε καί ἐξομολόγηση, γιατί τώρα πού βγήκαμε ἔξω κάνουμε ἁμαρτήματα, τότε ἤμουνα πολύ ἁγνός. Καί λέω: Θά πάω μιά ὥρα ἀρχύτερα. Ἄν θέλετε νά τό κάνουμε ἤ νά μήν τό κάνουμε. Ἀποφασίστε. Ἐγώ τό θέλω νά ἐπιζήσω νά δῶ τά ἐγγονάκια μου. Καί μοῦ λένε, ναί. Ἔρχεται ὁ ἱερέας καί κάνει δέηση καί κάνει τά πράγματά του μέσα στό νοσοκομεῖο καί πᾶμε νά μοῦ κάνη τήν ἐγχείρηση αὐτή. Σέ αὐτήν ἀνοίγει τό σῶμα ὅλο βγάζουν τά ἐντόσθια ἔξω, περνάει ὁ σωλήνας ἀπό τήν δεξιά μεριά, βάζει τά βύσματα στήν καρδιά εἶναι σάν ἀντλία τῆς καρδιᾶς μέχρι νά βροῦν καρδιά. Ἡ καρδιά δέν δουλεύει χωρίς τήν ἀντλία αὐτή. Καί λένε πόσο θά ζήσης μία ἑβδομάδα, δύο, δέν ξέρω ἄν βροῦμε μόσχευμα, ἀλλά καί ἄν βάλης τήν καρδιά αὐτή τήν τεχνητή, θά εἶσαι πρῶτος γιά μεταμόσχευση, θά σέ βάλουμε πρῶτον στήν σειρά γιατί ἔχεις εἰσαχθῆ μέσα.

Καί πᾶμε στό χειρουργεῖο μέσα. Μοῦ λένε, κάτω τά χέρια, μόνοι τους δέν ἤθελαν νά τό πῶ ἐγώ, νά κάνω προσευχή καί νά ἔρθη τό Ἅγιο Πνεῦμα κάτω γιά νά ἀρχίση ἡ ἐγχείρηση. Μέ δέσανε ἀλλά ἤμουν παράλυτος ἀπό τό κεφάλι καί κάτω καί λέει ὁ γιατρός: «μέτρα». Σοῦ λέει μέτρα νά δοῦμε πότε θά κοιμηθῆς μέ τήν ἀναισθησία. Βάζουν τό ὑγρό μέσα καί μετρᾶς, 1, 2, 3, ἀργά σάν τό δευτερόλεπτο, μόλις λέω ἐγώ 4 ἤ 5 τελείωσα ἔσβησα καί ἀρχίζουν νά κάνουν τήν δουλειά τους αὐτοί.

Τώρα ἐγώ βρίσκομαι κατάκοιτος μέσα στό χειρουργεῖο. Ἀφοῦ ἤμουν στό κρεβάτι τοῦ χειρουργείου, αὐτός ἄρχισε καί ἔκανε τή δουλειά του. Μετά ἀπό ὥρα, δέν ξέρω πόση ὥρα –δέν κρατᾶς ὥρα ἐκεῖ– ἔρχεται ἡ ὥρα πού ξυπνάω καί ἦρθα στά λογικά μου, μέσα στήν ἐγχείρηση ἐπάνω.  Καί λέει ὁ γιατρός: Ἡ ἐγχείρηση ἐπέτυχε (ἡ φράση στά ἀγγλικά) καί φεύγει ὁ γιατρός.

Ὅταν φεύγη ὁ γιατρός αἰσθάνομαι πώς ἔχω σωλήνα σάν καλαμάκι μέσα στό στόμα μου, νά παίρνω ἀέρα καί δίπλα εἶχαν καλώδια μέσα στό στόμα. Καί μιά κοπελιά δίπλα μου, ἦταν δεξί χέρι τοῦ γιατροῦ, ἔβαζε ράμματα. Τά ράμματα δέν εἶναι ὅπως εἶναι ἐδῶ, εἶναι θηλυκάκια σιδήρου καί ἔχει ἕνα μηχανάκι καί τό βάζει στό σῶμα ἀνάμεσα καί τό θηλυκώνει καί κάνει τσίκ. Καί ἐγώ ὅπως ἤμουνα κάτω ἔκανε τσίκ μετά 4 δευτερόλεπτα πάλι τσίκ, μέτρησα 28 τσίκ. Δέν ἤξερα γιατί καί δέν τό ἐννόησα ὅτι μοῦ ἔκαναν τέτοια ἐγχείρηση. Ἐγώ τό μυαλό δούλευε, ἄκουγα τά τσίκ, μετά τά 27, 28 τσίκ, πάω νά πάρω ἀνάσα, δέν μποροῦσα καθόλου. Αὐτό τό σωληνάκι πού ἦταν μέσα μου δέν ἔπαιρνε ἀέρα. Κάνω ἔτσι, σταμάτησε ὁ ἀέρας. Καί ἔρχεται μιά χλωμή ἐπιδερμίδα σάν νά ἤμουνα κίτρινος, μώβ, πέθανα... Χωρίς ἀναπνοή δέν μπορεῖς νά ζήσης. Καί τί νά κάνω; Εἶχα δυό σωληνάρια σάν καλαμάκια μέσα στό στόμα γαντζωμένα καί τά δάγκωσα καί τά ἔσπασα μήπως ἔχουν ἀέρα καί αὐτό μέ ἔσωσε. Τά ἔκοψα καί μοῦ ἔδωσε λίγο ἀέρα, 7 δευτερόλεπτα. Ξαναπῆρα μιά βαθιά ἀνάσα, βούλωσε τό ἕνα σωληνάκι... Ξαναπαίρνω πάλι ἀέρα καί βούλωσε καί αὐτό τό σωληνάκι. Ἦταν γιά ἄλλο πράγμα καί εἶχε λίγο ἀέρα στήν ἀρχή, καί εἴχαμε 7 δευτερόλεπτα.

Ἡ πιό γρήγορη προσευχή στόν κόσμο. Καί εἶπα: «Θεέ μου, ἄν ἐσύ θέλης κάνε κάτι». Καί ἔρχονται δυό χέρια στήν κοιλιά μου. Νά φανταστῆς εἶμαι ξάπλα, εἶχα ἀδυνατίσει 100 κιλά. Ἔρχονται τά δύο χέρια καί πάπ στήν κοιλιά μου, καί πλημμύρισε τό πῦον, τό αἷμα, ἔβγαζα τά ἔντερά μου. Αὐτό τό πράγμα πού βάλανε στήν ἐγχείρηση βούλωσε τόν οἰσοφάγο καί δέν ἔμπαινε ἀέρας. Καί πλημμύρισε αὐτό τό πράγμα κάτω. Ὅταν πλημμύριζε αὐτό καί ἦταν σιχαμερό τό πράγμα, ἦταν τρεῖς νοσοκόμες μέσα, (ἔβλεπα) καί φωνάζει μία: «Τέτοιο ἀπαίσιο πράγμα, θέλω ἕνα ποτήρι κρασί». Ἡ ἄλλη λέει: «Μέ τί καρδιά θά πάω νά μαγειρέψω, ἔχω δυό παιδάκια». Ἡ ἄλλη ἔλεγε: «Ἔχω ραντεβού μέ ἕναν φίλο μου νά πᾶμε νά δοῦμε σινεμά». Αὐτά τά ἀκούω ἐγώ, αὐτή συνέχιζε. ... Ἔκανα αὐτό πού ἔπρεπε νά κάνω, μέ βοήθησε ὁ Θεός. Ἔπαιρνα ἀέρα μετά φυσικά. 10 λεπτά, 7 λεπτά, 2 λεπτά 1 λεπτό καί ἔβγαλα τόν σωλήνα. Ὅταν βγάζη τόν σωλήνα ἡ νοσοκόμα ἔλεγε: «Αὐτός πνίγεται, πνίγεται». Λέω ἀπό μέσα μου, τί πνίγομαι, ἄν δέν ἦταν τά χέρια καί τό Ἅγιο Πνεῦμα θά εἴμασταν χαμένοι, λέω.

Καί μοῦ λέει ἡ κοπελιά: –Παῦλε, εἶσαι καλά; –Πολύ καλά, λέω, ἀλλά ξέρεις τί λέμε στήν Ἑλλάδα; Λέμε: Ἡ ἐγχείρηση ἐπέτυχε, ὁ ἀσθενής ἀπεβίωσε. Γελοῦσε καί μοῦ λέει: –Γιατί; –Γιατί πῆγα νά πάθω συγκοπή, δέν μποροῦσα νά ἀνασάνω. Εἶδες κανέναν ἄνθρωπο νά μπῆ μέσα νά μοῦ κάνη τέτοια πράγματα στό στομάχι μου; –Δέν μπῆκε κανένας μέσα, σοῦ λέω πραγματικά, δέν μπορεῖ γιατί εἶναι κλειδωμένες οἱ πόρτες, πρέπει νά ἀνοίξουμε ἐμεῖς γιά νά μπῆ ἄλλος ἄνθρωπος μέσα. Αὐτό τό διαβεβαιῶ. Καί τῆς λέω: –Ἡ ἐγχείρηση ἐπέτυχε. Ἄκουσα πῶς ἔγινε αὐτό τό πράγμα. Ὅταν ἔκανα τόν ἐμετό, –Κατάλαβες πώς πνιγόσουν; -Καλά τά ξέρω ὅλα, λέω. Εἶπε μία, θέλω ποτήρι  κρασί, ἡ ἄλλη εἶπε ἔχω δύο παιδάκια... Αὐτή τά ἔχασε καί λέει: –Τί λές τώρα; Ἤσουν ξύπνιος; –Καί τήν ὥρα πού εἶπε ὁ γιατρός ἡ ἐγχείρηση ἐπέτυχε καί ἔφυγε, ὁ Λάρυ, Λάρυ τόν λένε, ὁ γιατρός, ἀπό τότε εἶμαι ξυπνητός. –Ἀλήθεια; μοῦ λέει. –Ναί. Ἀλλά δέν σοῦ κάνω μήνυση. Ἐγώ δέν θέλω τά λεφτά σας μέ τίποτα, λέω. Δέν κάνω μήνυση, μή φοβᾶσαι ἀπό μένα, δέν θέλω τά χρήματα, μεῖνε ἥσυχη. -Ἄχ, Παῦλε, αὐτά πού εἶπες ἦταν ὅλα ἀλήθεια, μοῦ λέει. Αὐτή πού εἶπε γιά τό κρασί ἤμουνα ἐγώ. Ἡ ἄλλη τά δύο παιδάκια, ἡ ἄλλη τό σινεμά. –Εἶδες τά χέρια; τῆς λέω. –Δέν μπῆκε κανένας μέσα εἶναι κλεισμένα, μανταλωμένα, δέν μπαίνει ἄνθρωπος μέσα, λέει. -Ἀλλά μπῆκε τό Ἅγιο Πνεῦμα, φαντάζεσαι; λέω. Τά δυό χέρια ἦταν ἀπό τόν Θεό. Καί ἔκλαιγε ἡ κακομοίρα καί λέει: –Ὑπάρχει Θεός; Λέω: –Ὑπάρχει. Θά τά ποῦμε ἄλλη στιγμή, τῆς λέω γιατί ἐγώ πιστεύω στόν Θεό καί ἦταν σέ κάθε ἐγχείρηση μαζί μου. Αὐτή ἦταν κοπελίτσα, περίπου 40 χρονῶν μέ δυό παιδάκια ἐρχόταν καί μέ ἔβλεπε καί μοῦ λέει: –Τέτοιο πράγμα δέν ἔχω ζήσει στή ζωή μου. Λέω: –Νά πιστέψης ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα πηγαίνει παντοῦ, εἶναι ἀόρατο καί δέν τό βλέπουμε κανένας, ὅπως δέν βλέπουμε τόν Θεό.

Γιατί, μοῦ εἶπε κάποιος δέν πιστεύω στό Θεό, γιατί δέν τόν βλέπω. -Ἄ, δέν βλέπεις τό Θεό; Ἐσύ δέν ἔχεις μυαλό, τοῦ λέω. Λέει: –Γιατί; –Δέν ἔχεις μυαλό, βρέ ἄνθρωπε, τό βλέπω ἐγώ πώς ἔχεις ἐσύ μυαλό; Ἔτσι εἶναι καί ὁ Θεός, λέω, κοπελιά. Καί μοῦ λέει: –Ἔχεις δίκηο. –Ἔχω δίκηο, ἀλλά ποῦ νά τό βρῶ τό δίκηο, λέω. Στούς ἀνθρώπους δέν βρίσκεις δίκηο καμιά φορά, βρίσκεις ἐχθρούς. Καί αὐτό ἦταν τό ἕνα θαῦμα.

Παραπάνω εἶναι τά θαύματα. Αὐτά πού λέμε συγκυρίες. Ἔστειλε ὁ Θεός κάποιον καί λέει, αὐτός πρέπει νά ζήση.

Ἐρώτηση: Αἰσθανθήκατε μέ τήν μεταμόσχευση ἤ τήν ἀλλαγή τοῦ αἵματος, αἰσθανθήκατε καμμία διαφορά σάν προσωπικότητα;
Π.Κ.: Τό μόνο, μέ ἔκανε ἀκράδαντα πιστό.
Ἐρώτηση: Δέν σᾶς ἀλλοίωσε;
Π.Κ.:. Ἤμουνα Παῦλος. Εἶμαι Παῦλος. Δέν ἤμουνα Λάζαρος καί ἔγινα πραγματικά Λάζαρος. Καί εἶμαι Παῦλος. Ὄχι ἀπ. Παῦλος. Πρός Θεοῦ. Μπορεῖ νά μέ κάνη ὁ Θεός νά πάω ἐκεῖ πάνω, ἐάν μέ δέχεται, νά πάω μέ αὐτούς τούς ἀνθρώπους. Καί καθένας ἔχουμε τήν εὐθύνη ἀπό τό Θεό, νά διδάσκουμε ὅ,τι μποροῦμε καί ὅ,τι εἶναι καλύτερο γιά τό καλό τοῦ κόσμου ὅλου, καί τῆς οἰκουμένης ὅλης. Ἐγώ δέ μέ νοιάζει ἄν εἶναι μαῦρος, ἄν εἶναι κίτρινος, τόν ἔχω ἀδελφό. Λέει ὁ μαῦρος, γιατί μοῦ λές ἔτσι. Λέω ἄμα κοπῆς ἐσύ, τό αἷμα σου εἶναι κίτρινο; Εἶναι τό ἴδιο. Δέν ἔχω κακία μέ κανένα.

Ἐρώτηση: Ἔχετε καί κάποιον ἅγιο πού τόν εὐλαβεῖστε ἰδιαίτερα καί σᾶς βοήθησε;
Π.Κ.: Ὁπωσδήποτε. Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι πού παλιά εἴμασταν ἐδῶ.  Ἒχουμε τόν Ἅγιο Λεόντιο στό Αἴγιο, τίς φωτογραφίες τους. Εἶχα τόν Ἅγιο Γεράσιμο, τόν Ἅγιο Διονύσιο, Τόν Ἅγιο Νεκτάριο καί τόν Ἅγιο Σπυρίδωνα. Πῆγα σέ ὅλους καί ὅλοι μπορεῖ νά βοήθησαν καί πέρασα ἀπό οὐρανούς καί ἀστέρια καί τά πάντα στό σύμπαν.  Τώρα ὅλοι ὅπως φαίνεται  πιστεύουμε  στό ἴδιο πρᾶγμα τό ἀνώτερο ὄν πού τό λέμε Θεό.

Ἐρώτηση: Καί ἕνα τελευταῖο. Ἡ ἱστορία σας μοιάζει, καί ἐμεῖς μποροῦμε νά τήν τιτλοφορήσουμε σάν ἕνα ἐνδιαφέρον εἰδύλλιο πίστης καί ἐπιστήμης. Ποιά εἶναι ἡ ἄποψή σας γιαυτό; Στήν ἐντατική γίνεται μεγάλη συζήτηση γιά τήν  πίστη.
Π.Κ.: Οἱ γιατροί δέν εἶναι Θεοί. Κανένας. Ὁ Θεός εἶναι ἕνας. Ἐγώ πιστεύω ἀκράδαντα. Τούς εἶπα τούς γιατρούς καί οἱ γιατροί πρέπει νά πιστεύουν. Ἐκεῖνοι βάλανε τό δακτυλάκι τους, ἡ ἐπιστήμη. Ἀλλά ὁ Θεός ὑπερισχύει τά πάντα.

Αὐτό πού λέμε εἶναι πολύ σωστό καί τό πρῶτο θαῦμα ἔγινε σέ μένα δεκατριῶν ἐτῶν ἐπάνω στοῦ Παπαγιώργη τήν βρύση, στόν Ἅγιο Βλάση (στήν Κατασκήνωση Χριστιανικῆς Ἕνωσης Ἀγρινίου).  Πῶς ἔγινε ἐκεῖ.  Ἤμασταν στά ἔλατα μέσα. Εἴχαμε τίς σκηνές μας, τά πράγματά μας. Μᾶς εἶπαν νά πάρουμε ἕνα ποτήρι. Εἴχαμε μπιτόνια τότε –δέν ξέρω ἄν τά ξέρετε ἐσεῖς– καί ἔπρεπε νά πιοῦμε. Πήγαινα κάτω στήν τράπεζα. Δέν εἶχα ἐγώ (ποτήρι) καί δέν ἔπινα τίποτα. Ἔτρεχα στήν βρύση καί ἔπινα σάν τό ἐλαφάκι τό ταπεινό. Δέν εἶχα οὔτε γάλα τό πρωΐ οὔτε τίποτα. Ὅταν προσφέρανε κάτι ρόφημα, τσάϊ κάτι, δέ θυμᾶμαι τί προσφέρανε ἐκεῖνα τά χρόνια. Ἐγώ τίποτα (ἀφοῦ δέν εἶχα δοχεῖο).

Τήν δεύτερη μέρα λέω –ἔτσι μᾶς εἴπανε οἱ μεγάλοι ἐκεῖ, ὁ π. Π. καί οἱ ἄλλοι– «ὅ,τι θέλετε νά τό κάνετε προσευχή». Πῆγα πάνω στά ἔλατα μέσα, καί ἔκανα ἑσπερινό, δέηση, κάτι κάναμε κάθε βράδυ. Κι ἔκανα κι ἐγώ προσευχή. Παρακαλοῦσα κάποιος νά ‘ρθῆ νά μοῦ φέρη μπιτόνι, κύπελο νά πίνω. Τί θά χάσω νά πῶ στό Θεό νά μοῦ στείλη κάτι, κάτι νά κάνη. Κι ὅπως πάω κάτω στήν σκηνή, κάνω κάτι μέ τά πόδια μου καί ἦταν κάτι πεταμένο ἔξω ἀπό τήν βαλίτσα καί κάνω ἔτσι καί τό βρίσκω (ἕνα κύπελο). Καί λέω δουλεύει ἡ προσευχή ἀμέσως, ὅ,τι θέλω ἀπό τόν Θεό.  Ἦταν τό πρῶτο θαῦμα. Δεκατριῶν ἐτῶν.

Καί ἀπό κεῖ ξεκινήσαμε καί τώρα ἔχουμε τά θαύματα τῆς γῆς πού δέν πιστεύει ὁ κόσμος, ἀλλά ἐγώ εἶμαι ζωντανός. Ἄν δέν πιστεύη κανένας, π. Καλλίνικε, στεῖλτε τον σέ μένα νά τούς κάνω μαθήματα, γιά νά τούς ἀπαλλάξω ἀπό τά εἴδωλα. Δέν γίνεται ἀλλιῶς. Πρέπει νά δουλέψουμε στήν γῆ γιά νά τό ἀποκτήσουμε. Καί ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τήν εὐλογία νά μιλᾶμε καί νά περπατᾶμε.

Νά ἒχετε κι ἐσεῖς καλή σταδιοδρομία στήν ζωή σας καί νἂχετε τήν εὐλογία ἀπό τό Θεό καί νά γίνετε ὑπάκουος τοῦ κόσμου ὅλου, καί νά εὐλογεῖτε τόν κάθε ἄνθρωπο. Νά μή φέρετε κακία μέσα σας, νἂχετε ἀγάπη πρός τόν ἄλλον καί ἄς σᾶς κάνει τό κακό. Ἐκεῖ εἶναι τό δεῖγμα πού πρέπει νά πάρετε ἀπό τό Θεό. Ἐγώ συγχωρῶ καί τόν χειρότερο ἀντίπαλο, πῶς τό λένε, ἐχθρό.  Δέν ἔχουμε ἐχθρούς κάτω ἀπό τόν Θεό.  

Ἐσεῖς κουραστήκατε τώρα.  Ἀκούσατε λίγα πράγματα.  Δέν πειράζει.
Ι.Κ.:  Εὐχαριστοῦμε πάρα πολύ.–

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.