ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνός: Μεγαλομάρτυς Ἰάκωβος ὁ Πέρσης, 27 Νοεμβρίου

Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνός: Μεγαλομάρτυς Ἰάκωβος ὁ Πέρσης, 27 ΝοεμβρίουὉ ἅγιος Ἰάκωβος ἔζησε τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. Καταγόταν ἀπό τήν Περσία καί κατοικοῦσε στήν πόλη Βηθλαβά. Ἀνῆκε σέ ἐπίσημο γένος καί ἦταν φίλος τοῦ βασιλιά τῶν Περσῶν Ἰσδιγέργη. Δυστυχῶς, ὅμως, αὐτή ἡ φιλία ἀπέβη μοιραία γιά τόν Ἰάκωβο, ἀφοῦ ἔγινε αἰτία νά ἀλλαξοπιστήση. Μετά ἀπό πιέσεις τοῦ «φίλου» του, τοῦ βασιλιά, ἀρνήθηκε τήν πίστη του στόν Χριστό καί προσκύνησε τά εἴδωλα. Τό γεγονός αὐτό λύπησε πάρα πολύ τήν μητέρα του καί τήν σύζυγό του, πού τόν ἀγαποῦσαν ἀληθινά, γι’ αὐτό καί τοῦ φέρθηκαν σκληρά, προκειμένου νά τόν ὁδηγήσουν στήν μετάνοια. Τοῦ εἶπαν ὅτι μετά ἀπό αὐτό πού ἔκανες δέν θέλουμε νά σέ γνωρίζουμε. Θά σέ δεχθοῦμε μόνον ὅταν ἀνανήψης καί μετανοήσης εἰλικρινά. Ἡ στάση αὐτή τῶν ἀγαπημένων του προσώπων τόν συγκλόνισε καί τόν ὁδήγησε στήν μετάνοια. Συναισθάνθηκε τό μεγάλο του ὀλίσθημα καί «ἔκλαυσε πικρῶς». Στήν συνέχεια, ὁπλισμένος μέ πνευματική ἀνδρεία, πῆγε στόν βασιλιά καί ὁμολόγησε μέ παρρησία τήν πίστη του στόν Χριστό. Τότε ὁ βασιλιάς τόν ὑπέβαλε σέ φρικτά βασανιστήρια. Ἔκοψε σέ μικρά κομμάτια τά πόδια καί τά χέρια τοῦ «φίλου» του, καί στό τέλος τόν ἀποκεφάλισε. Ἔτσι, ὁ Ἰάκωβος μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου του σφράγισε τήν ὁμολογία του, ἀλλά διόρθωσε καί τό σφάλμα τῆς ἀρνήσεως.

Ὁ βίος καί ἡ πολιτεία του μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή νά τονίσουμε τά ἀκόλουθα:

Πρῶτον. Ἡ φιλία εἶναι ἱερό πράγμα, ἀλλά ὅταν εἶναι γνήσια-ἀληθινή. Καί γιά νά εἶναι ἀληθινή ἡ φιλία, θά πρέπει ἀνάμεσα στούς φίλους νά ὑπάρχη ἀλληλοσεβασμός. Γιατί ἄν δέν ὑπάρχη σεβασμός στήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, τότε αὐτή ἡ φιλία εἶναι κάλπικη, καί, ὅπως εἶναι γνωστόν, τό κάλπικο δέν ἔχει οὔτε ἀξία, οὔτε διάρκεια. Γι’ αὐτό καί χρειάζεται μεγάλη προσοχή στήν ἐπιλογή τῶν φίλων. Ἐπίσης, ὅταν κάποιος ἀντιληφθῆ ὅτι οἱ φίλοι του προσπαθοῦν μέ διαφόρους τρόπους νά τόν παρασύρουν καί νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία, τότε θά πρέπει νά διακόψη κάθε ἐπικοινωνία μαζί τους, προκειμένου νά διαφυλάξη τήν πνευματική του ὑγεία, ἐπειδή πίστη καί πνευματική ὑγεία εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες. Ἡ ἀληθινή πίστη στόν Τριαδικό Θεό, πού ἐκφράζεται μέ τήν προσευχή, τήν μυστηριακή ζωή καί τήν ἄσκηση, ἑλκύει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐνδυναμώνει τόν πιστό στόν ἀγώνα του γιά τήν κατανίκηση τῶν παθῶν του. Καί ὅταν κατανικῶνται τά πάθη, τότε ἐνισχύεται τό πνευματικό ἀνοσοποιητικό σύστημα τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖο συμβάλλει τά μέγιστα στήν διαφύλαξη τῆς πνευματικῆς του ὑγείας.

Ἑπομένως, ὅταν κάποιος καταλαβαίνη ὅτι ὁ φίλος του ἤ οἱ φίλοι του δέν σέβονται τήν πίστη του καί τήν ἐλευθερία του, τότε θά πρέπει νά ἀντιδράση, νά σταματήση νά συναναστρέφεται μαζί τους καί νά ἀναζητήση ἄλλους φίλους γνήσιους-ἀληθινούς. Καί τέτοιοι εἶναι αὐτοί πού δέχονται τόν φίλο τους ἔτσι ὅπως εἶναι καί ὄχι ὅπως θά ἤθελαν αὐτοί νά εἶναι. Ἀλλά καί στήν περίπτωση πού ἀπό ἀνθρώπινη ἀδυναμία κάποιος παρασυρθῆ καί ἀποξενωθῆ ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί ἀπό τήν οἰκογένειά του, ἐπειδή τά δύο αὐτά εἶναι ἀλληλένδετα, καί τότε θά πρέπει νά γνωρίζη καί νά θυμᾶται ὅτι ὑπάρχει μετάνοια, ἡ ὁποία ὅμως προϋποθέτει θάρρος, λεβεντιά, πνευματική ἀνδρεία. Ἄλλωστε, ἡ ζωή -πρόσκαιρη καί αἰώνια- ἀνήκει σέ ἐκείνους πού δέν δικαιολογοῦν καί δέν καλύπτουν τά λάθη τους, ἀλλά τά ἀναγνωρίζουν, τά ὁμολογοῦν καί τά διορθώνουν. Καί δέν χαρίζεται, ἀλλά κερδίζεται μέ αἷμα, σύμφωνα μέ τό γνωστό πατερικό λόγιο «δῶσε αἷμα νά λάβης πνεῦμα».

Δεύτερον. Ὁ Θεός ἀγαπᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους, τήν ἀγάπη Του, ὅμως, δέν τήν καταλαβαίνουν ὅλοι, ἀλλά μόνον ἐκεῖνοι πού διαθέτουν πνευματική κεραία, καί εἶναι συντονισμένοι στήν ἴδια συχνότητα μέ τήν Ἐκκλησία. Δηλαδή, ἐκεῖνοι πού ἐκκλησιάζονται, προσεύχονται καί μετέχουν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, κυρίως τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, μέ τίς κατάλληλες προϋποθέσεις. Καί εἶναι πράγματι τραγικό τό νά μᾶς ἐπισκέπτεται ὁ Θεός, νά μᾶς ἀγκαλιάζη τρυφερά μέ τήν Χάρη Του, καί νά μήν καταλαβαίνουμε, νά μήν ἀντιλαμβανόμαστε τό παραμικρό. Καί ἐνῶ μᾶς ἀγαπᾶ, ἐμεῖς νά λέμε ὅτι δέν μᾶς ἀγαπᾶ, καί νά θεωροῦμε ὅτι εἶναι σκληρός μαζί μας. Καί αὐτήν τήν αἴσθηση τήν ἔχουμε πολλές φορές καί γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀγαποῦν ἀληθινά καί ἐπιθυμοῦν τήν μετάνοια καί τήν διόρθωσή μας. Αὐτά γράφονται μέ ἀφορμή τήν συμπεριφορά τῆς μητέρας καί τῆς συζύγου τοῦ ἁγίου Ἰακώβου, πού μπορεῖ νά φαίνεται σκληρή, ἀλλά ὅμως ἀποδείχθηκε θεραπευτική καί σωτήρια, ἀφοῦ τόν ὁδήγησε στήν μετάνοια καί τήν σωτηρία. Χωρίς αὐτόν τόν φαινομενικά σκληρό τρόπο συμπεριφορᾶς, ἐνδεχομένως νά μή διορθωνόταν. Κάποιος σοφός Γέροντας ἔλεγε ὅτι «αὐτοί πού μᾶς μαλώνουν, μᾶς ἀγαποῦν περισσότερο ἀπό ἐκείνους πού μᾶς ἐπαινοῦν», ἐπειδή οἱ πρῶτοι ἐπιθυμοῦν τήν διόρθωσή μας.

Ἑπομένως, ἡ αὐθεντική ἀγάπη εἶναι θεραπευτική, ἀλλά πολλές φορές, λόγῳ τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, ἡ θεραπεία δέν γίνεται χωρίς πόνο. Ἄλλωστε, αὐθεντική ἀγάπη εἶναι αὐτή πού παιδαιγωγεῖ, διδάσκει, καί ὁδηγεῖ στήν μετάνοια, τήν τελείωση, τήν οἰκείωση μέ τόν Θεό, ὅπως τονίζει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος. Λέγει: «Ἡ ἀγάπη εἶναι «τῶν προφητῶν ἡ διδάσκαλος, τῶν ἀποστόλων ἡ σύνδρομος, τῶν μαρτύρων ἡ δύναμις, τῶν πατέρων καί διδασκάλων ἡ ἔμπνευσις, ἡ πάντων τῶν ἁγίων τελείωσις». Δυστυχῶς, ὅμως, πολλές φορές, ὅπως τονίσθηκε πιό πάνω, δέν ἀντιλαμβανόμαστε τήν ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, καί στρεφόμαστε ἐναντίον τους. Μᾶς ἀγαποῦν, μᾶς συμπαρίστανται καί δέν τό καταλαβαίνουμε. Οὔτε αἰσθανόμαστε εὐγνωμοσύνη, οὔτε εὐχαριστοῦμε, ἀλλά συνεχῶς γογγύζουμε καί παραπονούμαστε. Στήν πραγματικότητα, συμπεριφερόμαστε σάν τά μικρά παιδιά, πού, ὅταν οἱ γονεῖς τους τά στέλλουν στό σχολεῖο γιά νά μάθουν γράμματα, αὐτά νομίζουν ὅτι οἱ γονεῖς τους δέν τά ἀγαποῦν καί ὅτι εἶναι σκληροί μαζί τους, ἐπειδή δέν τά ἀφήνουν στό σπίτι νά παίζουν μέ τά παιχνίδια τους, ἀλλά τά στέλλουν στό Σχολεῖο γιά νά κουράζονται καί νά βασανίζονται.

Ἡ θερμότητα τοῦ ἥλιου λιώνει τό κερί, ἀλλά σκληραίνει τόν πηλό. Καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μαλακώνει τήν καρδιά τῶν ταπεινῶν, ἀλλά σκληραίνει τήν καρδιά τῶν ὑπερηφάνων. Εἶναι, ὅμως, φανερό ὅτι δέν εὐθύνεται οὔτε ἡ θερμότητα τοῦ ἡλίου οὔτε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τό ἀποτέλεσμα. Ὅταν, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν προσωπικό μας ἀγώνα, ἀποβάλουμε τήν ψυχοφθόρο ὑπερηφάνεια καί οἰκειωθοῦμε τήν ψυχοτρόφο ταπείνωση, τότε θά μαλακώση ἡ καρδιά μας, θά αἰσθανθῆ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί θά μεταβληθῆ ἀπό κόλαση σέ παράδεισο.

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.