ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Ὁ Διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Ἑτεροδόξους, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Τό ὅλο θεολογικό ἔργο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη δέν ἦταν ἰδεολογικό καί ἐθνικιστικό, ἀλλά, κυρίως, θεολογικό, πνευματικό, ἐκκλησιαστικό καί ἑνοποιητικό στούς τέσσερες τομεῖς, ἤτοι στήν ἑνότητα μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, μεταξύ ἑβραϊκῆς καί ἑλληνικῆς σκέψεως, μεταξύ ἑλληνοφώνων καί λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων, καί μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἄλλων Ὁμολογιῶν. Συνέδεε τήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί μέσα ἀπό τήν δική τους ἐμπειρία καί διδασκαλία κατήρτισε τά βασικά στοιχεῖα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν εὐφυΐα του καί τά πολλά διανοητικά του χαρίσματα, ὅπως καί μέ τήν συνάντησή του μέ μεγάλους ἡσυχαστές, διαμόρφωσε ὅλη αὐτήν τήν θεολογία σέ μιά σημαντική προοπτική ἑνότητας. 

Ἡ καλή χρήση τῆς ἑλληνικῆς, ἀγγλικῆς καί γαλλικῆς γλώσσας τόν ἔφεραν στά σπουδαιότερα κέντρα διαλόγου, ἤτοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Παπικούς, τούς Προτεστάντες, τούς Ἀντιχαλκηδονίους - Μονοφυσίτες, τούς Ἑβραίους καί τούς Μουσουλμάνους. Αὐτό τόν ἔκανε νά τεκμηριώση ἀκόμη περισσότερο τίς ἀπόψεις πού εἶχε σχηματίσει μέ τίς μελέτες πού προηγήθηκαν. 

Ἑπομένως, τό θεολογικό ἔργο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη ἦταν ἔργο ἑνότητος καί ὄχι διασπάσεως, ἔργο οὐσίας καί ὄχι περιφέρειας, ἔργο ἀγάπης καί ὄχι μίσους, ἦταν ὄντως θεολογικό, προφητικό, ἀποστολικό καί πατερικό ἔργο στήν ἐποχή μας. Καί γι’ αὐτό ἀξίζει ὄχι ἁπλῶς νά μελετηθῆ, ἀλλά νά συγκεντρωθῆ, νά μεταφρασθῆ καί νά ἐκδοθῆ σέ πολλούς τόμους. Συγχρόνως, τό γραπτό του ἔργο πρέπει νά μελετηθῆ σέ συνδυασμό μέ τόν προφορικό του λόγο, γιατί στά γραπτά του πολλές φορές ἦταν δύσκολος, ἐνῶ ἦταν εὐκολοκατανόητος στήν προφορική του διδασκαλία, διά τῆς ὁποίας μετέδιδε ἔμπνευση γιά προσευχή καί ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθῆ, «Προφήτης τῆς Ρωμαϊκῆς Ὀρθοδοξίας», δηλαδή Προφήτης τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας στήν ἐποχή μας.

Εἶχε γνώση τῶν Χριστιανικῶν ρευμάτων

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐπιστημονικῆς του θεολογικῆς ἔρευνας, παρουσίας καί δράσεως συμμετεῖχε σέ διαφόρους χριστιανικούς καί διαθρησκειακούς διαλόγους καί γνώριζε ὅλη τήν πορεία τους. Συγχρόνως, ἐπειδή εἶχε στέρεη θεολογική βάση καί ὀρθόδοξες προϋποθέσεις, ἀλλά καί γνώση τῶν χριστιανικῶν ρευμάτων πού ἐπικρατοῦσαν στήν Δύση, ἔκανε σημαντικές παρατηρήσεις καί βοήθησε μέ τόν τρόπο του τούς διαλόγους αὐτούς. Ἦταν ἀπό τούς ὀλίγους θεολόγους πού γνώριζε πολύ καλά τήν νοοτροπία τῶν ἑτεροδόξων καί στόχευε στήν καρδιά τῶν θεολογικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική ἔβλεπε τόν διάλογο μεταξύ τῶν Χριστιανῶν διαφόρων Ὁμολογιῶν καί ἐπεδίωκε ὄχι ἁπλῶς μιά συμφωνία ἐξωτερική, ἀλλά τήν οὐσιαστική ἑνότητα. Γιά τόν σκοπό αὐτό τόνιζε μερικά ἐνδιαφέροντα σημεῖα, πάνω στά ὁποῖα πρέπει νά στηρίζεται ὁ διάλογος. 

Ὑπάρχει ἕνα σημαντικό κείμενό του πού δημοσιεύθηκε τό ἔτος 1981 καί ἔχει τίτλο Ὁ θεολόγος στήν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν οἰκουμενικό διάλογο, καί στό ὁποῖο διαφαίνεται ἡ ὅλη ἐμπειρία του ἀπό τήν πολύχρονη συμμετοχή του στούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς ἑτεροδόξους καί ἀλλοθρήσκους, τούς Ἑβραίους. Πρόκειται γιά διάλεξη πού ἔδωσε πρός τιμήν τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, ὁ ὁποῖος ἐξίσου ἀσχολήθηκε μέ τούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς ἑτεροδόξους.

Οἱ ἀπόψεις τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι γιά τό Π.Σ.Ε.

Στήν διάλεξη αὐτή φαίνεται καί ἡ σχέση τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη μέ τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι. Ἀρχίζοντας τήν διάλεξή του γράφει:
«Εἶναι πράγματι μεγάλη τιμή γιά μένα νά εἶμαι προσκαλεσμένος ὡς πρῶτος ὁμιλητής σ’ αὐτήν τήν νέα ἐτήσια διάλεξη πρός τιμή τοῦ πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκι, τοῦ μεγαλύτερου ὀρθοδόξου πατερικοῦ θεολόγου τῆς ἐποχῆς μας, τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ καί πνευματικοῦ ὁδηγοῦ καί ἐμπνευστοῦ τῶν περισσοτέρων ἀπό μᾶς ἐδῶ, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα». 

Σέ ἄλλο σημεῖο τῆς διαλέξεώς του παρουσιάζει ἀφ’ ἑνός μέν τήν σχέση πού εἶχε ὁ ἴδιος μέ τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν ἀγωνία τοῦ π. Γεωργίου γιά τήν ἀλλαγή πού συνέβαινε στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν. Γράφει:
«Κατά τήν μακρόχρονη διάρκεια τοῦ στενοῦ δεσμοῦ μας ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι –αἰωνία του ἡ μνήμη– συχνά συζητοῦσε τό θέμα τοῦ Π.Σ.Ε. Ἄν καί οἱ συζητήσεις μας ἦσαν ἐνδεικτικές, ἦταν φανερό ὅτι ἀπέδιδε ἐλάχιστη σπουδαιότητα στήν ὀργανωτική δομή τοῦ Π.Σ.Ε. Ὅμως, εἶχε ἀντιληφθῆ τό δικαίωμα τοῦ Π.Σ.Ε. νά ἀσκῆ ἐξουσία ἀνεξάρτητα ἀπό τή γνώμη τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Παραπονιόταν ὅτι παραμεριζόταν πρός χάρη ἄλλων ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι ἀνταποκρίνονταν περισσότερο στίς ἀπαιτήσεις τοῦ Π.Σ.Ε. Ὁ π. Γεώργιος συνεχῶς παραπονιόταν ὅτι τό Π.Σ.Ε. ὑφίστατο μιάν ἀλλαγή, τήν ὁποία ἀπέδιδε στήν ἱδρυματοποίησή του καί στό ὅτι στεγαζόταν στό νέο του κεντρικό κτίριο στή Γενεύη. Τό ὅτι τό Π.Σ.Ε. ἔχει ἀλλάξει, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι τό προσφιλές θέμα ὁρισμένων καθηγητῶν μέχρι σήμερα».

Στήν εἰσαγωγή τῆς διαλέξεως ἐκθέτει τίς προϋποθέσεις βάσει τῶν ὁποίων ὁ θεολόγος μπορεῖ νά συμμετάσχη στούς διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους. Ἡ μία προϋπόθεση εἶναι ὅτι πρέπει νά ἐμπνέεται ἀπό τήν πατερική διδασκαλία ὅτι « ὁ Πνευματικός Πατέρας καί ὁ θεολόγος εἶναι ἕνα καί τό αὐτό πράγμα» στήν θεολογική αὐτήν θέση περικλείεται ὅλη ἡ πατερική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἡσυχασμό καί τήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄλλη προϋπόθεση εἶναι ὅτι ὁ θεολόγος πού συμμετέχει στούς διαλόγους πρέπει νά ἔχη ἐπίγνωση ὅτι «εἶναι μέρος μιᾶς θεολογικῆς καί πνευματικῆς Παραδόσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κύρια εὐθύνη τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδων τῶν Ἐπισκόπων». Δίνεται μεγάλη βαρύτητα στήν «συνοδική διαγνώμη», ὅπως καθορίζεται ἀπό τούς θεουμένους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους. Ὁ θεολόγος πού συμμετέχει στούς διαλόγους δέν πρέπει νά αὐτονομῆται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, τήν Ἐκκλησία καί τήν παράδοσή της. «Ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός καθ’ ἑαυτόν, εἶναι ὁ φύλαξ καί κατ’ ἐξοχήν διδάσκαλος τῆς Παραδόσεως, πού, ὅταν οἱ καταστάσεις τό ἀπαιτοῦν, μπορεῖ νά ἀναθέση τή διδασκαλία καί τίς πνευματικές εὐθύνες στούς πρεσβυτέρους, διακόνους, μοναχούς καί λαϊκούς ἀκόμα». Ἔτσι, ὅ,τι ἰσχύει γιά τούς θεολόγους καί τήν θεολογία μέσα στήν Ἐκκλησία «ἰσχύει καί γιά τούς θεολόγους καί ὅταν εὑρίσκωνται σέ διάλογο μέ ἄλλες ἐκκλησίες ἤ ὁμάδες ἐκκλησιῶν». 

Μετά τίς βασικές αὐτές προϋποθέσεις γιά τόν διάλογο μέ τούς ἑτεροδόξους παρουσιάζει μέ συνοπτικό τρόπο πῶς ἦταν τά πράγματα ἐκείνη τήν ἐποχή (ἔτος 1981) σέ ὅλους αὐτούς τούς διαλόγους. Γιά τό Π.Σ.Ε. ἀναφέρει τήν ἀνησυχία τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι: «Ὁ π. Φλωρόφσκι εἶχε ἄμεση γνώση τῶν προβλημάτων αὐτῶν καί τοῦ σκοποῦτων καί ἦταν ἰδιαίτερα ἀνήσυχος γιά τήν πορεία πιθανῶν ἐξελίξεων, πού ἐμφανίζονταν στόν ὁρίζοντα». Οἱ διάλογοι μέ τούς Λατίνους, τούς Ἀγγλικανούς καί τούς Λουθηρανούς θά ἄρχιζαν πάλι ὕστερα ἀπό τήν διακοπή τους, λόγῳ διαφόρων προβλημάτων. Γιά τόν διάλογο μέ τούς Παλαιοκαθολικούς λέγει ὅτι «εἶχε ξεκινήσει σέ σύντομο ρυθμό, ἀλλ’ οἱ ἀρχικές μεγάλες προσδοκίες φαίνεται νά ἔχουν κάπως ἐξασθενήσει». «Ὁ ἀνεπίσημος διάλογος μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους (Μονοφυσίτες) εἶχε ξεκινήσει σέ στέρεη βάση, ἀλλά ἀποπροσανατολίσθηκε, ὅταν τό Π.Σ.Ε. ἄρχισε νά ἀναμιγνύεται μέ τίς ἐσωτερικές ὑποθέσεις τοῦ διαλόγου, τόν ὁποῖο μετέτρεψε σέ δικό του ἔργο, πού ὑπηρετεῖ τούς δικούς του σκοπούς». Οἱ δύο συζητήσεις πού διοργάνωσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἑβραίων «ἀποδείχθηκαν πολύ ἐνδιαφέρουσες καί εἶχαν εὐχάριστες θεολογικές ἐκπλήξεις γι’ αὐτούς πού δέν εἶχαν προηγουμένως ἐξοικειωθῆ ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον». Ἐπισημαίνει δέ ὅτι «ἐκτός ἀπό τίς γνωστές διαφορές μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί Ἰουδαϊσμοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει μιά στενότερη ὁμοιότητα μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Ἰουδαϊσμοῦ, παρά μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί ἐκείνων τῶν "ἐκκλησιῶν", πού προέρχονται ἀπό τή μεσαιωνική Εὐρώπη Φράγκων (Γαλλία), Βησιγότθων (Ἰσπανία), Λομπαρδῶν (Ἰταλία) καί Νορμανδῶν (Ἀγγλία), δηλαδή τῶν κατακτητῶν τῆς Δυτικῆς Ρωμηοσύνης».

Προβλήματα στούς Διαλόγους 

Στήν συνέχεια ἀναπτύσσει διεξοδικότερα τά προβλήματα πού ἀναφύονται στούς διαλόγους σέ βάρος τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως καί διακρίνει κανείς τήν μεγάλη πείρα τήν ὁποία εἶχε ἀποκτήσει ὁ ἴδιος καί στόν τομέα αὐτό, τήν στέρεη θεολογική βάση μέ τήν ὁποία παρακολουθοῦσε τούς διαλόγους καί συμμετεῖχε σέ αὐτούς, τήν ἀγωνία του γιά τήν ἐξέλιξή τους σέ βάρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τίς ὀρθόδοξες θεολογικές προϋποθέσεις μέ τίς ὁποῖες θεωροῦσε ὅτι ἔπρεπε νά συμμετέχη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στούς διαλόγους αὐτούς. 

Στό τέλος τῆς διαλέξεως αὐτῆς καταγράφει ἕνα σημαντικό συμπέρασμα:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι στήν οἰκουμενική κίνηση καί στό διάλογο φανερά πρόκειται νά διέλθουν μιά περίοδο, κατά τήν ὁποίαν ἡ ἀποφασιστικότητά τους νά ὑποστηρίξουν ἀποκλειστικότητα γιά τήν Παράδοσή των θά δοκιμασθῆ σοβαρά, εἰδικά στό θέμα τῆς μυστηριακῆς ἐπικοινωνίας, ὅπου Ἀγγλικανοί, Προτεστάντες καί Λατινο-Καθολικοί ἔχουν ἀποτελεσματικά ἀπομονώσει τούς Ὀρθοδόξους».

Προϋποθέσεις Διαλόγων καί ὀρθόδοξη στρατηγική

Ἐπίσης, ἐπισημαίνει ὅτι στούς διαλόγους αὐτούς πρέπει ὁπωσδήποτε νά ὑπάρξη μιά στρατηγική, πού ἐφαρμόζεται σέ πολλές περιπτώσεις τοῦ ἀνθρωπίνου βίου μας, πού σημαίνει ὅτι πρέπει νά καταστρωθῆ ἕνα σχέδιο τοῦ ὁποίου ἡ προσεκτική ἐκτέλεση νά γίνη πρός ὄφελος τῶν διαλεγομένων.

Παρατηρεῖ δέ εὔστοχα:
«Ὁρισμένες φορές βλέπει κανείς σημεῖα στρατηγικῆς στίς πράξεις τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό διάλογο. Σ’ ἄλλες περιπτώσεις ὅμως, ἡ ἐντύπωση εἶναι τέτοια, ὄχι μόνο ἐλλείψεως στρατηγικῆς, ἀλλ’ ἀκόμα καί ἁπλῆς πολιτικῆς, ἐκτός φυσικά ἀπό τήν συνήθη ἐπανάληψη τῶν πατροπαραδότων φράσεων». 

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν γνώστης τῶν θεολογικῶν διαλόγων μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν ἄλλων Ὁμολογιῶν, δέν τούς ἀπέκλειε, ἀλλά ἤθελε νά γίνωνται μέ τίς ἀπαραίτητες ὀρθόδοξες προϋποθέσεις καί μέσα σέ ἐκκλησιαστικά πατερικά πλαίσια. Ὁ ἴδιος γνώριζε πολύ καλά τήν νοοτροπία τῶν Παπικῶν καί τῶν Προτεσταντῶν, εἶχε ἐντοπίσει τά ἀδύνατα καί ἀνορθόδοξα σημεῖα τῆς θεολογίας τους, γνώριζε πολύ καλά τήν ἐμπειρική θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί μέ αὐτά τά στοιχεῖα χάρασσε τήν στρατηγική του, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, πολλές φορές δέν γινόταν κατανοητή καί ἀποδεκτή καί ἀπό τούς ἄλλους ὀρθοδόξους θεολόγους, πράγμα πού ἦταν τό βασικό του παράπονο. Μεταξύ τῶν σημείων τῆς στρατηγικῆς ἐντόπιζε καί τά ἀκόλουθα:

Ὁ Ἄσαρκος Λόγος στήν Παλαιά Διαθήκη

Τό πρῶτο ἀπό αὐτά εἶναι ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως ἤδη προαναφέρθηκε, ἐμφανιζόταν ὁ Κύριος τῆς Δόξης, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος καί ὁ Ὁποῖος, στό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐνσαρκώθηκε, προσέλαβε τήν σάρκα γιά νά νικήση τόν θάνατο, τόν διάβολο καί τήν ἁμαρτία. Στήν Παλαιά Διαθήκη δέν ἐμφανιζόταν ὁ Θεός μέ κτιστά γινόμενα καί ἀπογινόμενα σημεῖα, ἀλλά φανέρωνε τήν ἄκτιστη δόξα Του, τήν ὁποία ἐξέφραζαν οἱ Προφῆτες μέ κτιστά εἰκονίσματα. Μέ τήν διδασκαλία αὐτή ἐξουδετερωνόταν ὅλη ἡ φιλοσοφική ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού κάνουν οἱ ἑτερόδοξοι.

Θεολογία Σταυροῦ καί θεολογία Δόξας

Τό δεύτερο σημεῖο εἶναι ἡ ἑνότητα μεταξύ τῆς θεολογίας τοῦ Σταυροῦ καί τῆς θεολογίας τῆς δόξας τῆς Ἀναστάσεως, δηλαδή ἔκανε λόγο γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Θεωροῦσε ἐσφαλμένη τήν ἄποψη ὅτι ὁ δυτικός Χριστιανισμός στηρίζεται στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκφράζει τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί εἶναι Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως. Θεωροῦσε αὐτήν τήν διδασκαλία ἐσφαλμένη, γιατί ἡ θεολογία τοῦ Σταυροῦ συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν θεολογία τῆς δόξης, ἀφοῦ σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «τόν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α΄ Κορ. β΄, 8). 

Μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἑνότητα ὁμιλοῦσε καί γιά τήν ἀσκητική τῆς Ἐκκλησίας, πού συνδέεται μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τόν δοξασμό. Ἡ μέθεξη τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ἐκφράζει τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τό κέντρο τῶν Μυστηρίων, ἀλλά καί τῆς ἀσκήσεως. Ἡ πασχάλεια ἐμπειρία δέν ἐντοπίζεται μόνον στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί στόν Σταυρό, οὔτε μόνον στά Μυστήρια, ἀλλά καί στήν ἀσκητική-θεραπευτική ζωή. Στήν πραγματικότητα μέσα ἀπό τήν μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ Χριστιανός μετέχει στήν νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου. Ἡ θεολογία, πού ἀναφέρεται σέ αὐτήν τήν νίκη, εἶναι θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποτελεῖ τεκμήριο γνησιότητας. Γι’ αὐτό ὁ π. Ἰωάννης τόνιζε τήν ἀξία τῶν Συναξαρίων καί τῶν ἀσκητικῶν βιβλίων πού περιγράφουν τόν ἀγώνα τῶν μοναχῶν ἐναντίον τοῦ διαβόλου καί τήν ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου, ἀφοῦ μέ τόν τρόπο αὐτό μετέχει κανείς πραγματικά μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεωρητική διδασκαλία γιά τά θεολογικά ζητήματα καταλήγει σέ ἕναν ἰδιότυπο ὀρθόδοξο σχολαστικισμό.

Πίστη ἐξ ἀκοῆς καί πίστη ἐκ θεωρίας

Τό τρίτο σημεῖο, ὡς συνάρτηση τῶν προηγουμένων, εἶναι καί τό θέμα τῆς πίστεως, πού τό ἐντόπιζε στήν πίστη ἐξ ἀκοῆς καί στήν πίστη ἐκ θεωρίας. Ἡ πίστη ἐκ θεωρίας συνίσταται στήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά καί τήν θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, πράγμα τό ὁποῖο συνιστᾶ καί τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς εἶναι ἡ ὑπακοή σέ αὐτούς πού ἔχουν τήν πίστη ἐκ θεωρίας, προκειμένου νά ἀποκτήση ὁ κατηχούμενος αὐτήν τήν ἐμπειρία. Ὁπότε, ἡ θεολογία περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεραπευτηρίου, ἐντοπίζεται σέ αὐτό τό θέμα, τό ὁποῖο καί ἀποτέλεσε τόν πυρήνα τῆς ὅλης διδασκαλίας του.

Analogia entis καί analogia fidei

Τό τέταρτο βασικό σημεῖο μέσα ἀπό τό ὁποῖο ἔβλεπε τήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀπόρριψη τοῦ analogia entis καί τοῦ analogia fidei, δηλαδή ἡ ἀπόρριψη καί καταδίκη τῆς ἀπόψεως ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται μέ τήν φιλοσοφία- μεταφυσική καί τήν Ἁγία Γραφή. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ δίνεται στούς θεουμένους Προφῆτες, Ἀποστόλους καί Πατέρες, πού φθάνουν στόν δοξασμό, καί ὁ ὕψιστος βαθμός τῆς ἀποκαλύψεως εἶναι ἡ Πεντηκοστή. Ἔπειτα, ἡ ἀποκάλυψη αὐτῆς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ὅσο εἶναι δυνατόν, καταγράφεται γιά νά γίνη ὁδηγός στούς ἀνθρώπους, πού θέλουν νά φθάσουν στόν δοξασμό.

Θεματολογία τῶν Διαλόγων

Τό πέμπτο βασικό σημεῖο μέσα ἀπό τό ὁποῖο ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔβλεπε τούς διαλόγους μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν διαφόρων Ὁμολογιῶν, κυρίως, τῶν Παπικῶν καί τῶν Προτεσταντῶν, πού θά μποροῦσε νά ἐπέλθη μιά ἑνότητα, ἦταν τά θεολογικά ζητήματα. Δηλαδή, δέν ἔβλεπε τούς διαλόγους μέσα ἀπό πολιτικές σκοπιμότητες οὔτε τήν λεγομένη «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» μέσα ἀπό συναισθηματισμούς καί ἐξωτερικές ἐνέργειες, ἀλλά μέ τήν ἑνότητα τῆς πίστεως, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Στό πλαίσιο αὐτό ἐνέτασσε τήν θεολογία περί τῆς οὐσίας καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀντιμετωπισθῆ ἡ αἵρεση τοῦ actus purus• τό προπατορικό ἁμάρτημα καί τόν θάνατο ὡς ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, καί ὄχι ὡς κληρονομική ἐνοχή• τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά νά νικηθῆ ὁ θάνατος, ὁ διάβολος καί ἡ ἁμαρτία καί ὄχι ὡς ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης• καί τήν ζωή τοῦ Χριστιανοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία μέ τά Μυστήρια καί τήν ἡσυχαστική παράδοση ὡς νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου, τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας καί ὄχι ὡς μιᾶς κοινωνικῆς καί πολιτιστικῆς ζωῆς.

Συμπέρασμα

Μέσα ἀπό αὐτά τά βασικά σημεῖα ἔβλεπε τήν ἑνότητα μεταξύ Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί ἄλλων Ὁμολογιῶν, ἀκόμη καί τῶν μή Χαλκηδονίων. Αὐτήν τήν ἑνότητα ἔβλεπε καί μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων στήν θεολογία, καί στήν ἐκκλησιαστική πρακτική. 

Ἡ ὅλη ἀντιμετώπιση τῶν ἑτεροδόξων ἀπό τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη ἦταν θεολογική, ἐκκλησιαστική καί ὄχι ἠθικολογική καί ἀποσπασματική. Γνώριζε τά ἀδύνατα σημεῖα τόσο τῶν Φραγκολατίνων ὅσο καί τῶν Προτεσταντῶν, καθώς ἐπίσης γνώριζε καί τήν ὅλη αὐθεντική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί γι’ αὐτό ἔκανε στοχευμένες κινήσεις, πράγμα πού δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν οἱ ἄλλοι συνομιλητές του, κυρίως οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι. Ἔτσι, πρέπει νά ἑρμηνευθοῦν οἱ δυσκολίες πού συναντοῦσε σέ αὐτούς τούς διαλόγους, κυρίως ἀπό ὀρθοδόξους θεολόγους πού εἶχαν δεχθῆ δυτικές ἐπιρροές καί ἀντιδροῦσαν. Βεβαίως, ὡς ἄνθρωπος ἔκανε καί ἐκεῖνος μερικά λάθη στίς ἐκτιμήσεις του καί στόν τρόπο τοῦ διαλόγου, ἀλλά κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῆ τήν ἀγάπη του στήν Ἐκκλησία καί τήν παράδοσή της, ὅπως καί τίς ἀγαθές προθέσεις του. Μέσα ἀπό τίς προϋποθέσεις πού προαναφέρθηκαν ἔβλεπε τούς διαλόγους γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. 

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης συνέδεε στενά τήν θεολογία μέ τήν ἱστορία, γιατί πίστευε ὅτι ἡ θεολογία μεταμόρφωσε τήν ἱστορία, ὅπως καί διάφορες ἱστορικές ἰδιαιτερότητες δημιούργησαν προβλήματα μέσα στήν Ἐκκλησία. Μέσα ἀπό αὐτό τό πρίσμα ἔβλεπε τήν ἀλλοτρίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ, τίς λεγόμενες «ψευδομορφώσεις», πού δημιουργήθηκαν μέσα στήν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί προσπαθοῦσε νά κάνη διάγνωση καί στήν συνέχεια νά προβῆ στήν θεραπεία τους. Καί αὐτά δέν τά ἔβλεπε ἁπλῶς ἐρασιτεχνικά, ἀλλά τά γνώρισε μέ τήν προσωπική του πείρα, ἀλλά καί τήν ἐπιστημονική του ἔρευνα. Ἔζησε στά μεγαλύτερα ἐρευνητικά κέντρα τοῦ Ὀρθοδόξου καί Χριστιανικοῦ κόσμου, σπούδασε τήν ἐπιστήμη τῆς θεολογίας, ἀλλά καί τήν ἱστορία, καί ὡς ἐρευνητής ἀντλοῦσε ἐπιχειρήματα ἀπό τά ξεχασμένα βιβλία στίς Βιβλιοθῆκες.

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.