Μπροστὰ στὴν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ (ΘΕΑΤΡΙΚΟ)

ΑΠΟΡΙΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Μπροστὰ στὴν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ

ΥΠΟΘΕΣΗ:

Ἑλλάδα, 2017. Δύο ἀδέλφια ἔχουν θεολογικά ἐνδιαφέροντα καί ἰδιαιτέρως περί τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ζώντας σέ ἕνα ἐκκοσμικευμένο περιβάλλον, δέν βρίσκουν τίς ἀπαντήσεις πού ἀναζητοῦν, καί μάλιστα σχετικά μέ τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Διαβάζοντας ἕνα θεολογικό βιβλίο, μεταξύ ὀνείρου καί ὁράματος μεταφέρονται ἀπό τόν φύλακα ἄγγελό τους στήν Βηθλεέμ, ὥστε νά δοῦν καί νά ρωτήσουν αὐτά πού ἀναζητοῦν. Μιλοῦν μέ τούς Μάγους, Ἀγγέλους, Ποιμένες, καί τέλος μέ δύο Ἁγίους Ὑμνωδούς τῶν Χριστουγέννων. Ἐπιστρέφουν καί πηγαίνουν στό μεγάλο θεολογικό σχολεῖο, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, γιά τήν χριστιανική ἑορτή τῶν Χριστουγέννων.

*

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ ΜΗΤΕΡΕΣ

–ΜΑΙΡΗ: Ὁ γιός μου, λοιπόν, φίλες μου, ἔχει φοβερό ταλέντο στήν μουσική. Τί νά σᾶς πῶ, πιάνει τίς νότες, παίζει τέσσερα ὄργανα, τραγουδάει θαυμάσια, σκέτο ἀηδόνι.
–ΦΙΛΗ: Μπράβο, Μαίρη μου, μπράβο. Νά τό καλλιεργήσει τό παιδί τό χάρισμά του.
–ΜΑΙΡΗ: Βέβαια, βέβαια. Πηγαίνει στό ὠδεῖο ἀπό 5 χρονῶν. Τοῦ ἔχουμε δασκάλους γιά πιάνο, γιά βιολί, γιά ἔγχορδα. Τό γράψαμε στό μουσικό σχολεῖο. Συμμετέχει στήν Χορωδία νέων τοῦ Σχολείου του, στήν Χορωδία νέων τῆς Μητροπόλεως, στήν Χορωδία νέων τοῦ Δήμου. Ἔχουμε βρεῖ τό Σχολεῖο πού θά σπουδάσει, τήν Σχολή πού θά κάνει μεταπτυχιακό, τήν Σχολή πού θά κάνει διδακτορικό ὅλα εἶναι κανονισμένα. Ἄ, ὅλα καί ὅλα, πάνω ἀπό ὅλα ἡ παιδεία τῶν παιδιῶν μας.
–ΚΑΙΤΗ: Καί μένα, φίλες μου, ἡ κόρη μου εἶναι διάνοια στά μαθηματικά. Τί νά σᾶς πῶ! Ἔχει κερδίσει τρεῖς φορές σέ σχολικούς διαγωνισμούς, δύο φορές στούς διαγωνισμούς τῆς περιφέρειας, καί μία φορά στόν πανελλήνιο μαθηματικό διαγωνισμό.
–ΦΙΛΗ: Μπράβο, μπράβο Καίτη του, νά τό καλλιεργήσει τό παιδί τά χαρίσματά του.
–ΚΑΙΤΗ: Ἀμ, τό ἀφήνουμε καί ἐμεῖς; Καί ἐγώ καί ὁ πατέρας της κοντά της, δέν τήν ἀφήνουμε καθόλου. Κάνει καί ἰδιαίτερο φροντιστήριο ἄλγεβρα καί γεωμετρία ἀπό 12 χρονῶν. Συμμετέχει σέ ὅλους τούς διαγωνισμούς. Τό καλοκαίρι πηγαίνει σέ εἰδική μαθηματική κατασκήνωση. Καί ἔχουμε βρεῖ σέ ποιό Πανεπιστήμιο θά πάει, ποῦ θά κάνει τό μεταπτυχιακό, ποῦ θά κάνει τό διδακτορικό του! Ὅλα, ὅλα τά ἔχουμε κανονίσει.
–ΦΙΛΗ: Μπράβο, βρέ Καίτη μου, πολύ χαίρομαι.
–ΛΙΤΣΑ: Ἐμένα, φίλες μου, δέν τά θέλει τά γράμματα, τό χρυσό μου, καί ἔχει τόσο μυαλό! Μά τόσο μυαλό. Ὅλοι οἱ καθηγητές του μοῦ λένε: Τόσο ἔξυπνο παιδί! Ἀλλά δέν διαβάζει. Ἔ, ἀφοῦ δέν θέλει γράμματα, ἄς δουλέψει μέ τόν πατέρα του, πού τοῦ ἔχει ἕτοιμη δουλειά.
–ΦΙΛΗ: Δέν πειράζει, Λίτσα μου, ἴσως καί νά βγάζει περισσότερα χρήματα ἀπό τά δικά μας τά παιδιά.
–ΦΙΛΗ: Πέστο ψέμματα!
–ΦΙΛΗ: Ἐσύ Νίτσα μου, τί κάνουν τά χρυσά τά παιδάκια σου.
–ΝΙΤΣΑ: Νά τά ἔχει ὁ Θεός καλά. Καλοί μαθητές εἶναι γενικά, δέν λέω. Ἀλλά τί νά πῶ. Νά ἔχουν μοιάσει τοῦ πατέρα τους; Νά ἔχουν μοιάσει τῆς πεθερᾶς μου; Τί νά πῶ; Ὦρες-ὧρες ἔχουν κάτι ἀπορίες, ποῦ τίς βρίσκουν;
–ΦΙΛΗ: Δηλαδή;
–ΝΙΤΣΑ: Νά, μέ ρωτᾶνε ξαφνικά: Μητέρα, πῶς ἔπλασε ὁ Θεός τόν κόσμο; Ἀπό τί ἔφτιαξε ὁ Θεός τήν ψυχή μας. Γιατί ἐπιτρέπει τό κακό νά ὑπάρχει στόν κόσμο;
–ΦΙΛΗ: Ἄχ, τά χρυσά μου, εἶναι ἀκόμη παιδιά! Ἔτσι καί ἐμεῖς ρωτούσαμε ὅταν ἤμασταν μικρά. Μπράβο, τά καϋμένα! Τά καϋμένα! Θά μεγαλώσουν!
–ΝΙΤΣΑ: Μέ ρωτᾶνε καί ἄλλα: Μητέρα, πῶς γίνεται ὁ Θεός νά εἶναι ἕνας καί νά ἔχει τρία Πρόσωπα; Πῶς γίνεται ἐνῶ εἶναι Θεός νά εἶναι καί ἄνθρωπος;
–ΦΙΛΗ: Μπά, αὐτά εἶναι φιλοσοφικά. Ποῦ τά σκέπτονται, τά σκασμένα! Κάπου θά τά ἀκοῦνε, φαίνεται...
–ΝΙΤΣΑ: Καί ποῦ 'σαι ἀκόμη: Τί εἶναι ἡ Κόλαση καί τί εἶναι ὁ Παράδεισος; Ποῦ πάει ἡ ψυχή, ὅταν πεθάνει ὁ ἄνθρωπος;
–ΦΙΛΗ: Ἄ, κουνήσου ἀπό τήν θέση σου! Τέτοια πράγματα σέ ρωτᾶνε; Γρουσούζικα!
–ΝΙΤΣΑ: Τέτοια, καί ἄλλα πολλά. Ἐσᾶς δέν σᾶς ρωτᾶνε τά δικά σας τέτοιες ἐρωτήσεις;
–ΦΙΛΗ: Ἄ, μπά! Ποῦ νά προλάβουν τά παιδάκια. Ὅλη μέρα μαθήματα, ὅλη μέρα δουλειά, μετά μέ τίς παρέες. Ποῦ νά προλάβουν;
–ΦΙΛΗ: Καί ἐμένα μέ ρωτᾶνε, κάπου-κάπου, τώρα πού τό σκέφτομαι... Ναί, κάτι σάν: Πῶς εἶναι δυνατόν ἀπό τήν τύχη νά ἔγινε ἕνα ἁρμονικό σύμπαν; Ἄν ὁ Θεός ξέρει τά πάντα πού κάνουμε. Γιατί ὁ Θεός δέν σταματᾶ τό κακό πού ὑπάρχει στόν κόσμο. Γιατί ὁ Θεός ἐπιτρέπει τόν θάνατο. Καί ἄλλα τέτοια πράγματα.
–ΦΙΛΗ: Καί τί τούς ἀπαντᾶς;
–ΦΙΛΗ: Νά ψάξουν στό γκούκλ!
–ΦΙΛΗ: Μπά!
–ΦΙΛΗ: Καί σύ τίς τούς λές, Νίτσα μου;
–ΝΙΤΣΑ: Ρωτῆστε, τούς λέω, τήν γιαγιά σας.
(μπαίνουν τά παιδιά μέσα, τρέχοντας)
–ΠΑΙΔΙΑ: Καλημέρα, μανούλα, καλημέρα καί στίς φίλες σου.
–ΠΑΙΔΙΑ: Μανούλα, τί λές γιά τήν γιαγιάκα μας;
–ΝΙΤΣΑ: Χμ..., νά, πόσο καλή εἶναι καί τί ὡραία συζητᾶ μαζί σας διάφορα θέματα πού σᾶς ἀπασχολοῦν.
–ΠΑΙΔΙΑ: Ναί, ἡ καϋμένη, καί ἄς μήν ἀκούει τίποτε. Προσπαθεῖ νά καταλάβει, ἀλλά μετά λέει ὅ,τι θυμᾶται. Ἡ καλή μας ἡ γιαγιά!
––– Νίτσα μου, νά φεύγουμε καί ἐμεῖς τώρα, νά σέ ἀφήσουμε νά ἑτοιμάσεις καί τό φαγητό.
–ΝΙΤΣΑ: Ἄχ, φεύγετε κιόλας! Δέν προλάβαμε νά τά ποῦμε. Ἄντε, στό καλό, καί θά τηλεφωνηθοῦμε τώρα γιά αὔριο. Χαιρετισμούς.
– Φιλάκια, Νίτσα μου. Φιλάκια, καλά μου παιδιά!
– Καλά Χριστούγεννα σέ ὅλους!
(φεύγουν οἱ γειτόνισσες)

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥΣ

Μπροστὰ στὴν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ

–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μητέρα, τελείωσαν τά σχολεῖα!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Σήμερα πήγαμε ἐκκλησιασμό τό πρωΐ καί χάρηκα πολύ, γιατί εἶχε ἔρθει ἕνας πάτερ καί μᾶς μίλησε γιά τά Χριστούγεννα, καί μετά πῆγα καί τόν ρώτησα κάποια πράγματα καί ὅ,τι πρόλαβε μοῦ ἀπάντησε. Καλός πάτερ ἦταν αὐτός.
–ΜΗΤΕΡΑ: Μπράβο παιδάκι μου, μπράβο. Ἔτσι, νά λύνεις τίς ἀπορίες σου ὅπου μπορεῖς. Νά ρωτᾶς καί τούς καθηγητές σου...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μπά, μοῦ λένε ὅτι μέ τό νέο πρόγραμμα δέν συζητοῦν τέτοια πράγματα οὔτε στά θρησκευτικά!
–ΜΗΤΕΡΑ: Νά ρωτᾶς τόν παπά τῆς Ἁγια-Μαρίνας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Εἶναι παππούς καί κουράζεται, καί ποῦ νά βρεθοῦν νέοι παπάδες στίς ἡμέρες μας.
–ΜΗΤΕΡΑ: Νά πηγαίνεις στό κατηχητικό, ἄν τό ἔχεις τόσο ἀνάγκη.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Στήν Ἐνορία μας κατηχητικό πηγαίνουν τά μικρά, καί δέν σηκώνει συζήτηση γιά κάτι σοβαρότερο.
–ΜΗΤΕΡΑ: Ἔ, ἄνοιξε καί σύ τό ἴντερνετ, ψάξε στό γκούγκλ, ὅπως κάνουν τά παιδιά τῆς Καίτης.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἄ, ἐκεῖ γίνεται τό ἔλα νά δεῖς. Τέτοια σύγχυση γιά τά θεολογικά θέματα, τρικυμία στό Αἰγαῖο! Ὁ καθένας λέει ὅ,τι θέλει. Καί πῶς μπορῶ μόνος μου νά διαλέξω τό σωστό;
–ΜΗΤΕΡΑ: Τί λές ἐσύ, Χριστινούλα μου;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἔχει δίκαιο, ὁ Μανωλιός, μάνα. Μαζί τά συζητᾶμε πολλές φορές.
(ὁ Μανώλης βλέπει ἕνα δέμα στό τραπέζι)
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἄ, τί εἶναι αὐτό;
–ΜΗΤΕΡΑ: Ἄχ, μάτια μου, ξέχασα νά σοῦ τό πῶ. Ἦρθε μέ τό ταχυδρομεῖο σήμερα.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἄ, εἶναι ἀπό τόν νουνό μου, ἀπό τήν Θεσσαλονίκη.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Βιβλίο φαίνεται.
Μπροστὰ στὴν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ–ΜΑΝΩΛΗΣ: Γιά νά δῶ, γιά νά δῶ, γιατί τόν ρωτοῦσα κάποια πράγματα προχθές στό τηλέφωνο καί μοῦ εἶπε, θά σοῦ στείλω ἕνα βιβλίο, νά καθίσεις νά τό διαβάσεις, καί θά σοῦ λυθοῦν οἱ ἀπορίες.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἄ, βιβλίο, εἶναι, εἶχε δίκαιο.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τί λέει; Δεσποτικές Ἑορτές!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Δεσποτικές Ἑορτές; Καί ποιός τό ἔχει γράψει;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἄ, κάπου τό ἔχω ἀκούσει αὐτό τό ὄνομα, καλός θά 'ναι, γιά νά τό στείλει ὁ νουνός.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Γιά νά δῶ... νά το! Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Μιλάει γιά τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι αὐτό πού συζητούσαμε μέ τόν νουνό.
–ΜΗΤΕΡΑ: Νά τόν πάρεις νά τόν εὐχαριστήσεις, παιδί μου.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί βέβαια θά τόν πάρω. Λοιπόν, ἀδελφούλα, σκέπτεσαι ὅ,τι σκέπτομαι;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Περίπου... Κατάλαβα! Νά καθίσουμε τό βραδάκυ νά τό διαβάσουμε, καί νά τό συζητήσουμε μαζί...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μέσα;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μέσα!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἄντε, μητέρα, θά φᾶμε κάτι; Πεινάσαμε!
–ΜΗΤΕΡΑ: Ἄ, ἀλάδωτο σήμερα!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἀλάδωτο! Μπά, πῶς καί ἔτσι;
–ΜΗΤΕΡΑ: Μποροῦσα νά κάνω ἀλλιῶς; Ποιός τήν ἄκουγε τήν γιαγιά σας! Μιά ἑβδομάδα τώρα μοῦ λέει: Καί ποῦ 'σαι: τήν παραμονή ἀλάδωτο, μή τό ξεχάσεις!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Γειά σου γιαγιά μου ἀγωνίστρια!
–ΜΗΤΕΡΑ: Πᾶμε νά τῆς εὐχηθοῦμε καί θά ἔρθουμε γιά τό φαγητό...
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: ...τό ἀλάδωτο...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ζήτω τό ἀλάδωτο!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ζήτω!
–ΠΑΙΔΙΑ: Γιαγιά, γιαγιά!

Μπροστὰ στὴν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Τά δυό ἀδέλφια πηγαίνουν νά χαιρετήσουν τήν ἀγαπημένη τους γιαγιά, τήν «ἀγωνίστρια», πού παλεύει κατά τῆς ἐκκοσμίκευσης μέ προσευχή καί νηστεία καί κάνει ὅλο τό σπίτι νά ἀκολουθεῖ τούς ἱερούς κανόνες αὐτούς καί νά μήν τούς παραβαίνουν. Ὅσο μπορεῖ καί ἡ καϋμένη ἡ γιαγιά, ὅσο τήν ἀφήνουν τά μισόκωφα αὐτιά της νά παρακολουθεῖ τί γίνεται στό σπίτι.

Μετά τά δύο ἀδέλφια, γεύονται ἀπό τό ἀλάδωτο φαγητό τῆς μητέρας τους, καί αἰσθάνθηκαν ἔτσι ἕνα εἶδος ἡρωϊσμοῦ, σάν ἕνα μικρό κατόρθωμα πού δέν ἐνέδωσαν ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες στούς πειρασμούς τῶν ἀρτίσιμων φαγητῶν καί θά περάσουν καί ὅλη τήν ἡμέρα χωρίς λάδι. Ἄλλωστε, ἔχει τόσες λιχουδιές ἀλάδωτες ἑτοιμάσει ἡ μητέρα...

Οἱ γονεῖς τους δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἦταν ἀπόλυτα ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων: ὁ πατέρας τους ἦταν δημόσιος ὑπάλληλος καί ἡ μητέρα τους γραμματέας σέ μιά ἰδιωτική ἑταιρεία. Τά παιδιά ὅμως εἶχαν ἔφεση στήν μελέτη, στήν ἐμβάνθυνση, στήν ἔρευνα... Ἔτσι, μετά τό ἀλάδωτο, μέ τό στομάχι ἐλαφρύ, πολύ ἐλαφρύ, βέβαια, κάθισαν στό γραφεῖο τους καί ἄνοιξαν μέ ἀνυπομονησία τό νέο βιβλίο.

Τό διάβαζαν ὅπως συνήθιζαν νά διαβάζουν μαζί τήν ἱστορία, τά θρησκευτικά, τήν πολιτική ἀγωγή, καί τά παρόμοια. Ἤ ὅπως διάβαζαν κάπου κάπου κάποιο διήγημα ἤ κάποια ποιήματα μεγάλων ποιητῶν. Συνήθως διάβαζε ἕνα κομμάτι ὁ Μανώλης καί μετά τό συζητοῦσαν. Καί μετά ἔπαιρνε τό βιβλίο ἡ Χριστίνα, διάβαζε ἕνα κομμάτι, καί πάλι τό συζητοῦσαν. Καί ἡ ὥρα περνοῦσε χωρίς νά τό καταλαβαίνουν, τά καλά ἀδέλφια, τά μελετηρά ἀδέλφια ...

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ – Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΦΥΛΑΚΑ ΑΓΓΕΛΟΥ

Μπροστὰ στὴν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ

–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: (διαβάζει μιά παράγραφο ἀπό τίς Δεσποτικές Ἑορτές):
Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπέβλεπε στήν διόρθωση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, καί κυρίως στήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τόν Μ. Ἀθανάσιο ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνη τόν ἄνθρωπο Θεό. Τό ἴδιο συναντοῦμε καί στά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας: «γίνεται ἄνθρωπος Θεός, ἵνα Θεόν τόν Ἀδάμ ἀπεργάσηται».
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τί ὑψηλά νοήματα. Τί ὡραῖα λόγια! Ἄχ, νά εἴχαμε κάποιον νά μᾶς τά ἐξηγήσει!...
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Κάπου εἶχα ἀκούσει, ὅτι ὅταν δέν βρίσκει ὁ ἄνθρωπος κάποιον νά τόν διδάξει, τότε τοῦ στέλνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ποῦ τέτοια εὐλογία! Διάβασε ὅμως παρακάτω, ἔχει ἐνδιαφέρον αὐτό τό κεφάλαιο.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ δείχνει τό ἀγαθό καί σοφό, τό δίκαιο καί τό δυνατό τοῦ Θεοῦ. Τό ἀγαθό, γιατί δέν παρέβλεψε τήν ἀσθένεια τοῦ πλάσματος, ἀλλά τοῦ ἔδωσε χείρα βοηθείας. Τό σοφό, ...

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Διαβάζοντας, συζητώντας, ἀκούγοντας, σιωπώντας, μιλώντας καί ρωτώντας τά δυό ἀδέλφια ξεφυλλίζουν τό βιβλίο πού τούς ἔστειλε ὁ νουνός τοῦ Μανωλιοῦ. Περνᾶ ἡ ὥρα, χωρίς νά τό καταλάβουν. Κάνουν μιά ἀγρυπνία μάθησης. Ὅμως τά μάτια τους βαραίνουν. Ἔχουν φθάσει σέ μιά κατάσταση μεταξύ ὕπνου καί ξύπνιου, πού δέν νοιώθουν ἄν πράγματι ἀκοῦνε ἤ ἄν βλέπουν ὄνειρο. Τότε παρουσιάζεται ἕνας φωτεινός νέος.

–ΑΓΓΕΛΟΣ: Μανωλιό, σήκω.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἔ, τί; Μπά! Ποιός εἶσαι ἐσύ; Μπά, μέ τύφλωσες!
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Σήκω, ἔλα μαζί μου. Μή φοβᾶσαι!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ποῦ, ποιός, πότε; Ποιός εἶσαι; Ποῦ θέλεις νά πᾶμε;
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Μέ ἔστειλε Αὐτός γιά τόν ὁποῖον πάντα ρωτᾶς, νά σέ πάω γιά μία ὥρα στήν Βηθλεέμ.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ποῦ, πῶς, τί; Στήν Βηθλεέμ; Τί εἶναι αὐτό πού ἀκούω; Ὀνειρεύομαι;
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Σήκω, Μανωλιό. Εἶμαι ὁ φύλακας ἄγγελός σου. Ἔχεις μιά ὥρα στήν διάθεσή σου νά μάθεις ὅ,τι ρωτᾶς. Ἔλα.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἔ, μιά στιγμή. Μόνος μου θά πάω. Φοβᾶμαι λίγο. Νά πάρω καί τήν ἀδελφή μου μαζί μου. Θά τῆς ἀρέσεις καί σέ αὐτήν.
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Χμ, δύσκολα μοῦ βάζεις, γιατί δέν ἔχω ρωτήσει. Ἡ ἐντολή ἦταν συγκεκριμένη. Τέλος πάντων, ἀφοῦ τό ζητᾶς ἀπό ἀγάπη, ἄς τήν πάρουμε μαζί μας. Ἐλάτε.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Σήκω, Χριστινούλα, ἔλα.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τί, πῶς; Πώ πώ φῶς; Μπῆκε ὁ ἥλιος ἀπό τό παράθυρο;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Σήκω, ἀκολούθα με, καί θά σοῦ ἐξηγήσω...

ΣΤΗΝ ΒΗΘΛΕΕΜ

Μπροστὰ στὴν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Τελικά, εἶχε δίκαιο ἡ Χριστίνα, πού εἶχε ἀκούσει ὅτι «ὅταν δέν βρίσκει ὁ ἄνθρωπος κάποιον νά τόν διδάξει, τότε τοῦ στέλνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός». Καί ὁ Μανώλης, πού δέν ἔκρινε ἄξιο τόν ἑαυτό του γιά κάτι τέτοιο, ἀναρωτώμενος «ποῦ τέτοια εὐλογία», λαμβάνει μαζί μέ τήν ἀδελφή του τήν εὐλογία αὐτή.

Στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπάρχουν πολλές περιπτώσεις πού κάποιος ἄγγελος ἤ κάποιος ἅγιος ὑπηρέτησε, ἀλλά καί δίδαξε σέ παιδιά καί σέ μεγαλυτέρους, παλαιά γεγονότα καί μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ μικρός Συμεών ὁ Θαυμαστορείτης σέ ἡλικία ἑπτά ἐτῶν εἶδε τόν Χριστό καί Τόν ρώτησε πῶς Τόν σταύρωσαν. Ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς εἶδε τόν Τίμιο Πρόδρομο καί τόν ρώτησε γιά τό Φῶς τοῦ Θεοῦ καί γιά τούς ἁγίους ἀγγέλους. Ὁ ὅσιος Δαβίδ ὁ Γέροντας, σέ ἡλικία 7 ἐτῶν ὁδηγήθηκε ἀπό τόν Τίμιο Πρόδρομο στό ἐξωκκλήσι του καί ἔμεινε κοντά του 3 ἡμέρες. κ.ο.κ.

Τά δύο ἀδέλφια πρώτη φορά ἔκαναν τέτοιο ταξίδι. Δέν εἶχαν τήν αἴσθηση τοῦ χρόνου ἤ τοῦ χώρου. Ἀλλά σάν νά βγῆκαν ἀπό τό σπίτι τους καί τά πάντα νά εἶχαν ἀλλάξει: Ἕνα τοπίο ἐρημικό ἁπλωνόταν γύρω τους. Ἦταν νύχτα, νύχτα γλυκιά, ἐρημική. Στό βάθος φαινόταν ἕνα ἀχνό φῶς, σάν ἀπό φωτισμένη σπηλιά. Στόν οὐρανό ἔλαμπαν τά ἀστέρια. Μύριζε παράξενα. Μύριζε ἔρημο. Τά παιδιά δέν αἰσθάνονταν οὔτε κόπο, οὔτε δίψα, οὔτε φόβο, οὔτε ἀγωνία. Μιά ἠρεμία ἁπλωνόταν παντοῦ, καί μέσα τους. Ἀλλά ἦταν αὐτά, τά ἴδια, ὁ ἑαυτός τους, μέ τίς ἐρωτήσεις καί τίς ἀπορίες τους.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Φεύγω, Μανώλη, φεύγω Χριστίνα. Σέ μιά ὥρα, ὅπως εἴπαμε, ἔρχομαι καί σᾶς παίρνω. Ὅ,τι θέλετε νά μάθετε, ρωτῆστε νά τό μάθετε.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τί γίνεται τώρα, ἀδελφέ μου;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τί γίνεται τώρα, ἀδελφούλα μου;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μήπως βλέπουμε καμμιά ταινία σέ χόμ σίνεμα;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἄ, γιά κύτα ἐκεῖ!

ΟΙ ΜΑΓΟΙ

(ἐμφανίζονται οἱ 3 Μάγοι)
–ΠΑΙΔΙΑ: Κα-κα-κα- καλησπέρα...
–ΜΑΓΟΙ: Καλῶς τά καλά παιδιά. Πόσο χαιρόμαστε πού σᾶς συναντήσαμε. Φαίνεστε καλά παιδιά.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ποιοί εἶστε ἐσεῖς, ἀπό ποῦ ἔρχεστε;
–ΜΑΓΟΣ: Εἴμαστε οἱ Μάγοι, ὅπως μᾶς λέτε, πού προσκυνήσαμε τόν Χριστό.
–ΜΑΓΟΣ: Καί Τοῦ προσφέραμε τά δῶρα μας.
–ΜΑΓΟΣ: Χρυσό
–ΜΑΓΟΣ: Λίβανο
–ΜΑΓΟΣ: καί Σμύρνα.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἄ, σᾶς παρακαλῶ, πέστε μου: Πῶς ἀξιωθήκατε νά μάθετε ὅτι θά γεννηθεῖ ὁ Χριστός, ἐνῶ ὅσοι ζοῦσαν πού ἦταν στήν Βηθλεέμ δέν τό κατάλαβαν;
–ΜΑΓΟΣ: Ἐμεῖς, παιδί μου, εἴχαμε διαβάσει τά βιβλία τῶν Ἑβραίων πού τά εἶχαν φέρει μαζί τους στήν Βαβυλώνα.
–ΜΑΓΟΣ: Ἐκεῖ ὑπῆρχαν οἱ προφητεῖες γιά τήν γέννηση τοῦ Μεσσία.
–ΜΑΓΟΣ: Ἀπό τότε οἱ δάσκαλοί μας μέχρι τίς ἡμέρες μας μελετοῦν τά ἄστρα, τόν οὐρανό, γιατί γνώριζαν ὅτι θά ἐμφανισθεῖ λαμπρό ἄστρο στόν οὐρανό, δηλαδή τό ἄστρο τοῦ Μεσσία πού ἐπρόκειτο νά γεννηθεῖ.
–ΜΑΓΟΣ: Καί ἐπειδή οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξα Θεοῦ...
–ΜΑΓΟΣ: ...ἐμεῖς μελετᾶμε τόσα χρόνια αὐτήν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ...
–ΜΑΓΟΣ: ...καί ὁ Θεός μᾶς ἀντάμειψε μέ αὐτήν τήν μεγάλη εὐλογία.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί πῶς καταλάβατε ὅτι ἐκεῖ μέσα, στήν Φάντη εἶναι ὁ Μεσσίας, εἶναι ὁ Χριστός; Πῶς Τόν ἀναγνωρίσατε;
–ΜΑΓΟΣ: Ἄ, ἐκεῖ ἀπό πάνω στάθηκε στό ἀστέρι Του.
–ΜΑΓΟΣ: Ἀλλά, ἐπειδή εἶστε καλά παιδιά, θά σᾶς τό ποῦμε μόνο σέ σᾶς τό μυστικό:
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Α! Αὐτό θέλω νά μάθω, αὐτό θέλω νά μάθω! Εἶμαι ὅλος αὐτιά!
–ΜΑΓΟΣ: Ἄν εἶσαι ὅλος αὐτιά, δηλαδή, ὅλος περιέργεια, ἴσως τελικά νά μήν ἀκούσεις ὅ,τι σοῦ πῶ καί νά μή μάθεις...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τιιιιιιιιιιιί;;;!
–ΜΑΓΟΣ: ...Ἄν ὅμως εἶσαι ὅλος καρδιά, τότε θά τό ἀκούσεις.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τί ὡραῖο αὐτό! Ὅλος καρδιά!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί καρδιά καί ἀφτιά καί ὅ,τι θέλεις ἔχω, καλέ μου Μάγε!
–ΜΑΓΟΣ: Λοιπόν, αὐτό πού μᾶς ἔκανε νά καταλάβουμε ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, ἦταν τό πρόσωπό Του.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Δηλαδή;
–ΜΑΓΟΣ: Δέν ἔχετε δεῖ ἄλλο πρόσωπο ἀνθρώπου σάν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ!
–ΜΑΓΟΣ: Φῶς, φῶς, φῶς!
–ΜΑΓΟΣ: Ὀμορφιά, λάμψη, χαρά, γαλήνη, ἠρεμία, δύναμη, μυστήριο, ... δέν ἔχω λέξεις νά τό περιγράψω!
–ΜΑΓΟΣ: Θέλεις νά Τόν κοιτᾶς συνέχεια, ἀλλά δέν ἀντέχουν τά μάτια! Ἀναγκαστκά τά χαμηλώναμε, καί σκύβαμε τό κεφάλι μας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πά, πά, πά!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ὥστε ἀπό τό φῶς τοῦ προσώπου Του Τόν καταλάβατε;
–ΜΑΓΟΣ: Ναί! Θά τόν ξεχωρίζαμε καί ἄν ἀκόμη ἤμασταν χιλιάδες στάδια μακριά...
–ΜΑΓΟΣ: ...ἀκόμη καί ἄν ἦταν ἀνάμεσα σέ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους...
–ΜΑΓΟΣ: ...ἀκόμη καί ἄν ἦταν μέσα στήν πιό σκοτεινή νύχτα!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πά, πά, πά!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἐμεῖς, θά μπορέσουμε νά Τόν προσκυνήσουμε;
–ΜΑΓΟΣ: Ἄ, αὐτό δέν εἶναι δικό μας νά σᾶς τό ποῦμε.
–ΜΑΓΟΣ: Προχωρεῖστε, προχωρεῖστε, πρός τό Φῶς, καί μακάρι καί σεῖς νά ἀξιωθεῖτε.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μποροῦμε;
–ΜΑΓΟΣ: Θά μπορέσετε!
–ΜΑΓΟΣ: Καληνύχτα, καλά μας παιδιά, καληνύχτα.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μάγοι μας! Δέν ξέρουμε πῶς νά σᾶς χαιρετίσουμε; Νά σᾶς φιλήσουμε τό χέρι; Νά σᾶς φιλήσουμε τά πόδια; Νά ζητήσουμε τήν εὐλογία πού πήρατε καί ἐσεῖς ἀπό τήν Φάτνη;
(σάν ἀπάντηση στήν ἀπορία τους, οἱ Μάγοι τούς ἀσπάζονται ἀδελφικά καί φεύγουν)
–ΜΑΓΟΣ: Καληνύχτα, ἀδέλφια μου μικρά! Καληνύχτα!...

(ἀπομακρύνονται οἱ Μάγοι, καί πλησιάζουν τρεῖς ἄγγελοι)

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Μπροστὰ στὴν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ

–ΠΑΙΔΙΑ: Ποιοί εἶστε ἐσεῖς;
–ΑΓΓΕΛΟΙ: Οἱ ἄγγελοι, οἱ ἄγγελοι, οἱ ἄγγελοι πού ὕμνησαν τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τί εἶστε;
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Εἴμαστε πλάσματα τοῦ Θεοῦ...
–ΑΓΓΕΛΟΣ: ...ἀδέλφια δικά σας...
–ΑΓΓΕΛΟΣ: ...πού ὑμνοῦμε ἀκατάπαυστα τήν δόξα, δηλαδή τό Φῶς τοῦ Θεοῦ...
–ΑΓΓΕΛΟΣ: ...ἀπό τόν Ὁποῖον παίρνουμε καί ἐμεῖς τό φῶς μας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πῶς πλαστήκατε;
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Μᾶς δημιούργησε ὁ Θεός πρίν ἀπό σᾶς, τούς ἀνθρώπους, πρίν νά δημιουργήσει τό σύμπαν, πρώτους ἀπό ὅλα τά κτίσματα.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἔχετε σῶμα;
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Ὡς πρός τούς ἀνθρώπους, εἴμαστε ἀσώματοι.
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Ὡς πρός τόν Θεό ἔχουμε μιά λεπτή οὐσία.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί πῶς ἐμεῖς σᾶς βλέπουμε;
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Δέν μπορεῖς νά τό κατανοήσεις λογικά. Ἀλλά, ἐπειδή εἶστε καλά παιδιά, θά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα: Ὅπως τά νέφη στόν οὐρανό δέν ἔχουν ὕλη, ἀλλά ὅταν πυκνώσουν σχηματίζουν διάφορα σχήματα, ἔστι γίνεται καί μέ μᾶς, τούς ἀγγέλους.
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Καί ὅπως ὅταν ὁ ἥλιος πέφτει πάνω στά σύννεφα, αὐτά φωτίζονται καί φωτίζουν, ἔτσι καί ἐμεῖς φωτιζόμαστε ἀπό τό Φῶς τοῦ Θεοῦ καί φωτίζουμε καί σᾶς τούς ἀνθρώπους.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Καί πῶς ψάλλετε στόν Θεό, χωρίς σῶμα, χωρίς στόμα, χωρίς χορδές φωνητικές;
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Ἡ ἀγγελική μας φύση εἶναι μουσική. Καί ὅπως ὁ ἀέρας ἐνῶ εἶναι ἀσώματος, δημιουργεῖ ἦχο, ἔτσι καί ἐμεῖς ἄν καί εἴμαστε ἀσώματοι, βγαίνει ἀπό τήν ὕπαρξή μας ἦχος, ὕμνος, μελωδία.
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Στήν πραγματικότητα ἐκφράζουμε τήν ἀπέραντη ἀγάπη καί σεβασμό καί ὁρμή πρός τόν Θεό, πού εἶναι Φῶς, δύναμη, ἀγάπη, ζωή...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἐμεῖς, μποροῦμε νά ἔρθουμε νά σᾶς ἀκούσουμε, ὅταν ψάλλετε τό ὠσανά στόν νεογέννητο Χριστό;
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Μπορεῖτε, καλά μου, παιδιά, μπορεῖτε!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πῶς; Πότε;
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Μπορεῖτε, μπορεῖτε, μπορεῖτε... Ἀρκεῖ νά θέλετε, ἀρκεῖ νά ἀγαπᾶτε...
(οἱ ἄγγελοι φεύγουν ἀνάλαφρα)
-ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἔ, μιά στιγμή, ποῦ πάτε;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Πάει, ἔφυγαν, δέν μᾶς ἔδωσαν ἀπάντηση, νομίζω...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μᾶς ἄφησαν μόνον μιά γλύκα, ἕνα θεσπέσιο ἄρωμα...
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μά, ἄκου!...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τί; Μπά! Ναί, ἀκούγονται κουδουνάκια, σάν πρόβατα, σάν ἀρνάκια...
–ΑΓΓΕΛΟΣ: Νά, γιά δές, βοσκοί! βοσκοί!
(ἐμφανίζονται οἱ βοσκοί-Ποιμένες)

ΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ

–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἐσεῖς, μή μοῦ πεῖτε ὅτι εἶστε οἱ Ποιμένες πού προσκύνησαν τόν Χριστό στήν Φάτνη.
–ΠΟΙΜΕΝΕΣ: Ναί, μικρά μας ἀδέλφια, ἐμεῖς εἴμαστε.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Πραγματικά, ἤσασταν πολύ τυχεροί.
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Ὄχι, ὄχι. Δέν εἶναι θέμα τύχης. Ἦταν καί ἄλλοι βοσκοί ἐκείνη τήν βραδιά στήν Βηθλεέμ, ἀλλά δέν ἀντιλήφθηκαν ὅλοι τό θαῦμα.
–ΠΟΙΜΗΝ Β': Ἐμεῖς πάντα διαβάζαμε τούς Προφῆτες, τόν Μωϋσῆ, τόν Νόμο,...
–ΠΟΙΜΗΝ Γ': ...ἐμεῖς διαβάζαμε κάθε νύχτα τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ποιούς;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ! Δέν τούς ἔχετε διαβάσει;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἔ, τί; ποιανοῦ;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Δαβίδ, ναί, ναί, αὐτός πού σκότωσε τόν Γολιάθ. Τό ἔχω δεῖ σέ ταινία!
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Καλά, καλά, τέλοσπάντων.
–ΠΟΙΜΗΝ Β': Οἱ ψαλμοί μαλακώνουν τήν καρδιά, εἶναι μαθήματα προσευχῆς, εἶναι συνομιλία μέ τόν Θεό, εἶναι γεμάτοι προφητεῖες γιά τόν Χριστό...
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Ἐμεῖς αὐτούς εἴχαμε πρότυπα, καί προσπαθούσαμε νά μιμηθοῦμε, ζώντας στήν ἔρημο, καί φυλάσσοντας τά προβατάκια μας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί εἴδατε τόν Χριστό;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Εἴδατε τήν Παναγία;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Τί νά σᾶς πῶ, καλά μου παιδιά, ἀγαπητά μου ἀδέλφια. Τί νά σᾶς πῶ;...
–ΠΟΙΜΗΝ Β':...Φῶς, φῶς, φῶς!...
–ΠΟΙΜΗΝ Γ':...Χαρά, χαρά, χαρά!...
–ΠΟΙΜΗΝ Β':...Γλύκα, γλύκα, γλύκα!...
–ΠΟΙΜΗΝ Γ':...Εἰρήνη, εἰρήνη, εἰρήνη!
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Δέν ὑπάρχει ἄλλο πρόσωπο σάν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ!
–ΠΟΙΜΗΝ Β': Δέν ὑπάρχει ἄλλη γυναίκα, σάν τήν Μητέρα Του, τήν Παναγιά!
–ΠΟΙΜΗΝ Γ': Φάτνη ἀγάπης, φάτνη εἰρήνης, φάτνη φωτός!

–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί ἐμεῖς; Πῶς μποροῦμε νά πλησιάσουμε στήν Φάτνη ἐμεῖς; Πέστε μας, καλοί μου βοσκοί; Πῶς μποροῦμε νά προσκυνήσουμε καί ἐμεῖς τόν Νεογέννητο Χριστό;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Μπορεῖτε;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μά, αὐτό ρωτᾶμε καί ἐμεῖς: Μποροῦμε;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Δέν μποροῦμε;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Στήν ἱστορία μόνον ἐμεῖς προσκυνήσαμε τόν νεογέννητο Χριστό.
–ΠΟΙΜΗΝ Β': Πρέπει νά ὑπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μά γιατί; Ἀφοῦ, νά, ἐκεῖ εἶναι, τήν βλέπουμε τήν Φάτνη.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Διακρίνεται ἡ Παναγία, καί ὁ Ἰωσήφ πιό ἔξω! Δέν μποροῦμε νά πᾶμε νά προσκυνήσουμε;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Ναί, ἀλλά ἡ ἱστορία εἶναι ἱστορία, δέν μπορεῖ νά ἀλλάξει.
–ΠΟΙΜΗΝ Β': Γιατί ἐπιμένετε, τί θέλετε νά μάθετε;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μά θέλει ἐρώτημα; Πρῶτα-πρῶτα νά πάρουμε αὐτήν τήν μεγάλη εὐλογία!
Καί δεύτερον, μάθαμε γιά σᾶς, γιά τούς μάγους, γιά τούς ἀγγέλους, δέν θά μάθουμε γιά τόν Χριστό, γιά τήν Μητέρα Του;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μία ὥρα ἔχουμε στήν διάθεσή μας.

–ΠΟΙΜΗΝ Α': Μά, δέν φθάνει μία ὥρα γιά νά γνωρίσετε τό μυστήριο τῆς Φάτνης τοῦ Χριστοῦ.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τί ἐννοεῖτε, νά γνωρίσουμε τό μυστήριο τῆς Φάτνης τοῦ Χριστοῦ;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Ὅλα ὅσα ἔγιναν τήν νύχτα τῆς Γεννήσεως εἶναι καί ἱστορικά γεγονότα...
–ΠΟΙΜΗΝ Β:...καί μυστηριακές καταστάσεις...
–ΠΟΙΜΗΝ Γ:...καί βιωματικές προσεγγίσεις.
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Λοιπόν, ἄν θέλετε νά γνωρίσετε τό μυστήριο τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ, δέν φθάνει μόνο νά ἀκούσετε τό ἱστορικό γεγονός, ἀλλά πρέπει νά προετοιμασθεῖτε, νά μυηθεῖτε καί νά ζήσετε τό μυστήριο αὐτό.
–ΠΟΙΜΗΝ Β': Ἐμεῖς, ὅπως σᾶς εἴπαμε, χρόνια προετοιμαζόμασταν, διαβάζοντας τόν Μωϋσῆ καί τούς προφῆτες, καί ζώντας ἁπλά μέσα στόν ἔρημο αὐτό τόπο.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί ἐμεῖς, ἡ νέα γενιά, δέν μποροῦμε νά πλησιάσουμε;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Δέν μποροῦμε νά μάθουμε;

–ΠΟΙΜΗΝ Α': Λοιπόν, ἀφοῦ ἐπιμένετε, θά σᾶς ὑποδείξουμε ποιός μπορεῖ νά σᾶς βοηθήσει.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ποιός λοιπόν;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Βλέπετε ἐκείνους τούς δύο μοναχούς ἐκεῖ κάτω;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ναί, ναί, τούς βλέπουμε.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μοναχοί εἶναι; Φαίνονται σάν Ἄραβες.
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Σέ αὐτούς θά πάτε, καί θά σᾶς ἐξηγήσουν ὅ,τι θέλετε.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ποιοί εἶναι αὐτοί; Πῶς τούς λένε;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Πηγαίνετε, καλά μας παιδιά, πηγαίνετε.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἀλλά δέν μᾶς εἴπατε: ἐμεῖς δέν θά μπορέσουμε νά προσκυνήσουμε τήν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Θά μπορέσετε.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πῶς;
–ΠΟΙΜΗΝ Α': Στό καλό, καλά μας παιδιά, στό καλό...
(ἀπομακρύνονται οἱ Ποιμένες)
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἀλλά...
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Πάλι χωρίς ἀπάντηση μείναμε...

ΑΓΙΟΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ: Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

(τά παιδιά πλησιάζουν τούς δύο ἀνθρώπους, ἐνδεδυμένους ἀραβικά, πού τούς ὑπέδειξαν οἱ ποιμένες καί τούς χαιρετοῦν διστακτικά)
–ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΖΙ: Κα- κα- καλησπέρα.
–ΠΑΤΕΡΕΣ ΜΑΖΙ: Καλῶς τά καλά παιδιά!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Τί κάνετε Ἐμμανουήλ, τί κάνετε Χριστίνα;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μᾶς γνωρίζετε;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Πῶς μᾶς γνωρίζετε;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Γνωρίζω ὅλα τά ἀδέλφια μου, ἰδίως αὐτά πού εἶναι καλοί μαθητές.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Εἴμαστε ἀδέλφια σας;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ναί, εἶστε ἀδέλφια μου, γιατί ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Ἀδάμ, παιδιά τοῦ Θεοῦ.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί καλοί μαθητές; Εἴμαστε καλοί μαθητές;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Νά τό πεῖτε καί στούς γονεῖς μας αὐτό, πού ὅλο παραπονιοῦνται.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Εἶστε καλοί μαθητές, τοὐλάχιστον στά μαθήματα πού καί ἐγώ ἤμουν καλός.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Σέ ποιά μαθήματα ἤσασταν καλός;

–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μά, ποιός εἶσαι; Ποιοί εἶστε;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Εἶστε βοσκοί; Εἶστε ποιμένες;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Εἴμαστε ἀδέλφια. Μᾶς λένε Ἰωάννη...
–ΚΟΣΜΑΣ: ...καί Κοσμᾶ.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Γιατί φορᾶτε αὐτό στό κεφάλι σας;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Αὐτό εἶναι σαρίκι, καί ἐμεῖς εἴμαστε Σύριοι Ρωμηοί.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Δηλαδή Ἄραβες;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Δηλαδή μουσουλμάνοι;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ὄχι, ὄχι. Εἴμαστε Σύριοι στό γένος, καί ἡ ρίζα μας ἑλληνική. Οἱ μουσουλμάνοι Ἄραβες ἦρθαν ἀπό τήν Ἀραβία καί κατέκτησαν τήν χώρα μας ἀργότερα.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί ξέρετε ἑλληνικά;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ναί, σᾶς εἴπαμε, εἴμαστε Ρωμηοί.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Δηλαδή;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Εἴμαστε πολίτες τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, αὐτό πού λέτε ἐσεῖς τώρα Βυζάντιο.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἀπό ποιό μέρος;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἀπό τήν Δαμασκό τῆς Συρίας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἐκεῖ πού σήμερα γίνεται πόλεμος καί χαλασμός;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἀπό ἐκεῖ, ἀπό ἐκεῖ.
–ΚΟΣΜΑΣ: Ἡ Δαμασκός εἶναι μιά ἔνδοξη πόλη μέ μεγάλη παράδοση. Εἶναι ἡ πιό ἀρχαία κατοικημένη πόλη σέ ὅλο τόν κόσμο.

–ΜΑΝΩΛΗΣ: Δέν εἶστε ἀπό δῶ, ἀπό τήν Βηθλεέμ;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Σᾶς εἴπαμε, εἴμαστε ἀπό τήν Δαμασκό.
–ΚΟΣΜΑΣ: Ἀλλά μένουμε ἐδῶ κοντά, στήν ἔρημο τῆς Βηθλεέμ. Ἐδῶ κοντά εἶναι ἡ σπηλιά μας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἡ σπηλιά σας;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τό σπίτι σας θέλετε νά πεῖτε.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἡ σπηλιά μας, ἤ ἄν θέλετε τό σπήλαιό μας,
–ΚΟΣΜΑΣ: ἤ ἄν προτιμᾶτε, τό Μοναστήρι μας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἄ, εἶστε μοναχοί;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί πῶς μάθατε ἑλληνικά;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἀπό τότε πού ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος πέρασε ἀπό τά μέρη μας καί ἔφερε τόν ἑλληνικό πολιτισμό καί τήν ἑλληνική γλώσσα.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἀπό τόν Μέγα Ἀλέξανδρο!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ναί, ἀπό τόν Μακεδόνα Βασιλιά. Πού ἡ βασιλεία του προφητεύθηκε ἀπό τόν προφήτη Δανιήλ.
–ΚΟΣΜΑΣ: Εἶναι μία ἀπό τίς βασιλεῖες πού χρησιμοποιήθηκε ἀπό τήν θεία Πρόνοια γιά νά κηρυχθῆ τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σέ ὅλο τόν κόσμο.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἀπό τήν Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, ὁ Θεός χρησιμοποίησε τήν πολιτική ἑνοποίηση τοῦ τότε κόσμου...
–ΚΟΣΜΑΣ:...καί ἀπό τήν βασιλεία τοῦ Ἀλεξάνδρου χρησιμοποίησε ὁ Θεός τήν ἑλληνική γλώσσα γιά νά γράψη τό εὐαγγέλιό του.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πρώτη φορά τά ἀκοῦμε αὐτά! Φαίνεστε σοφοί ἄνθρωποι.

–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Οἱ βοσκοί μᾶς εἶπαν ὅτι μπορεῖτε νά μᾶς βοηθήσετε νά προσκυνήσουμε τήν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ. Ἤσασταν καί ἐσεῖς τότε τήν νύχτα πού γεννήθηκε ὁ Χριστός;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἐμεῖς ζήσαμε ἑπτά αἰῶνες μετά πού γεννήθηκε ὁ Χριστός.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἑπτά αἰῶνες μετά;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ναί, ἑπτά αἰῶνες μετά.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί πῶς γνωρίζετε τόν Χριστό;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νά γνωρίση τόν Χριστό, σέ ὅποια ἐποχή καί ἄν ζεῖ.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί πῶς Τόν γνωρίσατε, δηλαδή;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Πρῶτα ἀπό τήν διδασκαλία, ἀπό τόν προφορικό λόγο καί ἀπό τά βιβλία τῶν παλαιοτέρων σοφῶν Πατέρων...
–ΚΟΣΜΑΣ:...μετά ἀπό τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας...
–ΙΩΑΝΝΗΣ:...καί τέλος ἀπό τήν δική μας μικρή πείρα.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Δέν καταλαβαίνω πολύ καλά. Τί ἐννοεῖτε;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Λοιπόν, καθίστε, παιδιά μου, νά σᾶς ποῦμε ὅλη τήν ἱστορία μας.
(κάθονται κάτω καί ἀκοῦνε)
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἐμεῖς ἤμασταν παιδιά ἑνός πλούσιου Σύριου τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, πού μετά κατακτήθηκε ἀπό τούς Ἄραβες. Ὁ πατέρας μας...
–ΚΟΣΜΑΣ:...ὁ πατέρας τοῦ Ἰωάννη, γιατί ἐγώ εἶμαι υἱοθετημένος γιός...
–ΙΩΑΝΝΗΣ:...τό ἴδιο εἶναι, ἦταν καί δικός του πατέρας– περνώντας κάποτε ἀπό μιά ἀγορά καί ἀπό ἕνα σκλαβοπάζαρο...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Σκλαβοπάζαρο;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ναί, ἕνα μέρος πού πουλοῦσαν ἀνθρώπους, αἰχμαλώτους πολέμου, δούλους.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πώ, πώ! Σέ ποιά ἐποχή ζήσατε!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἐκεῖ, λοιπόν, βρῆκε ἀνάμεσα στούς σκλάβους ἕναν μοναχό, πού καθόταν καί ἔκλαιγε. «Γιατί κλαῖς, τόν ρώτησε. Δέν πρέπει νά κλαῖς ἐσύ, γιατί εἶσαι μοναχός καί δέν ἔχεις τίποτε νά χάσης. Τήν ζωή σου τήν ἔχεις ἀφιερώσει στόν Θεό. Γιατί κλαῖς;».
–ΚΟΣΜΑΣ: Καί αὐτός τοῦ ἀπάντησε ὅτι δέν κλαίει γιά τήν ζωή του, ἀλλά γιατί γνώριζε πολλά πράγματα, εἶχε πολλές γνώσεις, πού ἅμα πέθαινε καί δέν θά προλάβαινε νά τίς ἀφήσει σέ κανέναν, θά πήγαιναν χαμένες.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἤθελε, δηλαδή, νά ἀφήσει μιά πολύτιμη κληρονομιά.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἦταν δηλαδή, σοφός.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ναί, σοφός, ἕνας σοφός μοναχός. Αὐτό τόν σοφό μοναχό ἀγόρασε ὁ πατέρας μας καί τόν ἔκανε δάσκαλό μας.
–ΚΟΣΜΑΣ: Καί μᾶς δίδαξε τήν γραμματική, τήν μουσική...
–ΙΩΑΝΝΗΣ:...τά μαθηματικά, τήν φιλοσοφία...
–ΚΟΣΜΑΣ:...καί τήν θεολογία.

–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἔχετε ἀκούσει τόν ὕμνο: Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε, Χριστός ἐξ οὐρανοῦ, ἀπαντήσατε; Χριστός ἐπί γῆς ὑψώθητε! Ἄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ καί ἐν εὐφροσύνῃ, ἀνυμνήσατε λαοί, ὅτι δεδόξασται.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ναί, ναί! Τό ψάλλουν αὐτές τίς ἡμέρες οἱ ψάλτες τό πρωΐ στήν Ἐκκλησία.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Αὐτόν τόν ἔγραψε ὁ ἀδελφός μου, ὁ Κοσμᾶς.
–ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΖΙ: Τί λέτε!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ναί. Ἔπλεξε τήν θεολογία μέ τήν ἑλληνική γλώσσα καί τήν ἀρχαία μουσική καί ἔπλασε τούτους τούς στίχους, πού τόσο πολύ ἄρεσαν στούς ἀνθρώπους, πού τούς ψάλλουν σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες μέχρι σήμερα!
–ΚΟΣΜΑΣ: Ἀλλά δέν σᾶς τά εἶπε ὅλα ὁ ἀδελφός μου, ὁ Ἰωάννης.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Νά μᾶς τά πεῖτε ἐσεῖς!
–ΚΟΣΜΑΣ: Δέν σᾶς εἶπε ὅτι ὁ ἴδιος ἔγραψε τόν δεύτερο Κανόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τόν ἰαμβικό Κανόνα, πού τόν θαυμάζουν ὅλοι. Καί ὅταν φθάνει νά ὑμνήσει τήν Παναγία, τήν ὑμνεῖ μέ αὐτά τά ἐξαίσια ὁμηρικά λόγια:
Στέργει μέν ἡμᾶς ὡς ἀκίνδυνον φόβῳ,
ῥᾶον σιωπήν, τῷ πόθῳ δέ, Παρθένε,
ὕμνους ὑφαίνειν, συντόνως τεθηγμένους,
ἐργῶδες ἐστίν, ἀλλά καί Μῆτερ σθένος,
ὅση πέφυκεν ἡ προαίρεσις δίδου.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί τί σημαίνει αὐτό, γιατί δέν καταλαβαίνουμε ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἐμεῖς, συγχωρέστε μας,...
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἄχ, νέα ἑλληνόπουλα, πού δέν γνωρίζετε ἀρχαῖα ἑλληνικά, πόσο σᾶς συμπαθῶ!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Νά μᾶς συμπαθᾶτε, πατέρα μου, νά μᾶς συμπαθᾶτε.
–ΚΟΣΜΑΣ: Λέει ὁ ὕμνος, ὁ δεύτερος, πού ἔγραψε ὁ ἀδελφός μου Ἰωάννης:
Φαίνεται σέ μᾶς ἀπό τόν φόβο ὡς ἀκίνδυνο καί πιό εὔκολο ἡ σιωπή.
Ἀλλά ὅμως Παρθένε καί Μητέρα, δῶσε μας δύναμη
ὅση εἶναι ἡ προαίρεσή μας, ὥστε κινούμενοι ἀπό πόθο,
νά συνθέσουμε σέ σένα ὕμνους ἁρμονικά λαμπρούς.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Καί ὁ δεύτερος, πού ἔγραψε ὁ ἀδελφός μου Κοσμᾶς λέει:
Ὁ Χριστός γεννιέται, ἄς τόν δοξάσετε!
Ὁ Χριστός ἀπό τόν οὐρανό, ἄς τόν συναντήσετε!
Χριστός πάνω στήν γῆ, ἄς ὑψωθεῖτε!
Τραγουδήσατε στόν Κύριο ὅλη ἡ γῆ
καί μέ χαρά ἀνυμνήσατε λαοί,
γιατί ὁ Χριστός εἶναι γεμάτος φῶς, χάρη καί δόξα!

–ΜΑΝΩΛΗΣ: Χριστός γεννιέται! πῶς γεννιέται; Πέστε μας, παρακαλῶ, σοφοί Πατέρες...
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ὁ Χριστός ὡς Θεός γεννᾶται ἀπό τόν Θεό Πατέρα πρό πάντων τῶν αἰώνων. Ὡς ἄνθρωπος γεννήθηκε ἀπό τήν Θεοτόκο Μαρία, τήν ἐποχή τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου.
–ΚΟΣΜΑΣ: Πῶς γεννήθηκε ἀπό τόν Θεό Πατέρα δέν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε ὅτι ἕνας εἶναι ὁ Θεός καί ἔχει τρία Πρόσωπα: Πατέρας, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἐξήγησέ μου, πατέρα, πῶς ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος; Καί πῶς μπορεῖ νά παραμένει ἄνθρωπος; Μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νά σηκώσει τό βάρος τῆς θεότητας; Συγγνώμη, πού σᾶς ρωτάω, ἀλλά μοῦ μοιάζει σάν νά κατέβει ὁ ἥλιος καί νά γίνει ἄνθρωπος!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἔτσι, εἶναι παιδί μου, ἔτσι εἶναι. Καί ἄν θέλεις νά ξέρεις, εἶναι πιό εὔκολο ὁ ἥλιος νά γίνει ἄνθρωπος, παρά ὁ Θεός νά γίνει ἄνθρωπος.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πιό εὔκολο! Πῶς εἶναι πιό εὔκολο, ἀφοῦ αὐτό εἶναι ἀδύνατον!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Τά ἀδύνατα γιά τούς ἀνθρώπους, εἶναι δυνατά γιά τόν Θεό!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ὅσοι εἶδαν τόν Χριστό νά λάμπει μέ τήν δύναμη τῆς θεότητάς Του, ἔλαμπε πιό δυνατά ἀπό τόν ἥλιο! Καί ὅσοι τόν εἶδαν νά λάμπει ἔπεσαν κάτω καί ὁμολογοῦν ὅτι ἄν συνέχιζε νά λάμπει ὡς Θεός, δέν θά ἄντεχαν, θά πέθαιναν!
–ΚΟΣΜΑΣ: Ἀλλά μέ τήν ἀγάπη Του, κρύβει τήν δύναμή Του, μέσα στό ταπεινό ἀνθρώπινο σῶμα Του, πού ὅμως εἶναι πηγή τῆς θεότητάς Του. Ἔτσι γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος.

–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Καί ἄλλο παράξενο: πῶς γεννήθηκε ἀπό μιά γυναίκα; Πῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε καί υἱός τῆς Μαρίας;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Πῶς γεννήθηκε ἀπό τήν Μητέρα Του, πάλι δέν γνωρίζουμε. Μόνον γνωρίζουμε ὅτι συνελήφθη μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα στήν κοιλιά τῆς Θεοτόκου.
–ΚΟΣΜΑΣ: Καί ὅτι ἡ Θεοτόκος εἶναι Παρθένος καί πρίν τήν Γέννηση, καί κατά τήν Γέννηση καί μετά τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Καί δέν εἶναι αὐτό ἔξω ἀπό τούς φυσικούς νόμους; Νά γεννήσει Μητέρα Παρθένος;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ὁ Θεός δέν πληγώνει τόν ἄνθρωπο, ἀλλά τόν θεραπεύει. Πῶς ἦταν λοιπόν δυνατόν νά πληγώσει τήν Μητέρα Του;

–ΜΑΝΩΛΗΣ: Εἶναι ἕνα θαῦμα, ἀδελφή μου! Ἀκούγεται παράξενο, ἀλλά ... Θεός εἶναι, δέν εἶναι δύσκολο γι’ Αὐτόν νά κάνει κάθε θαῦμα.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Τό δύσκολο δέν ἦταν γιά τόν Θεό, τό δύσκολο ἦταν γιά τούς ἀνθρώπους.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Δηλαδή, τί ἐννοεῖτε ὅτι τό δύσκολο ἦταν γιά τούς ἀνθρώπους;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἐννοῶ, ὅτι ὁ Θεός δέν ἤθελε νά παραβιάσει τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη καί θεία ταπείνωση. Γι’ αὐτό καί ἤθελε νά γεννηθεῖ ἀπό μητέρα, πού θά Τόν ἀγαποῦσε ὁλοκληρωτικά καί θά ἀφιέρωνε μέ ἐλευθερία ὅλη της τήν ὕπαρξη σέ Αὐτόν.
–ΚΟΣΜΑΣ: Μιά μητέρα ἀναμάρτητη! Ἀναμάρτητη ἀκόμη καί μέ τόν λογισμό, μέ τήν σκέψη!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἄ, πά, πά! Πράγματι, αὐτό εἶναι τό πιό δύσκολο πράγμα πού ἔχω ἀκούσει ποτέ ὅτι μπορεῖ νά γίνει!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἀναμάρτητη ἀκόμη καί μέ τόν λογισμό! Ἐμεῖς κάθε μέρα κάνουμε ἁμαρτίες!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός Λόγος, περίμενε ὅλες τίς γενιές τῶν ἀνθρώπων, ποιά γενιά θά τοῦ δώσει τόν πολύτιμο αὐτό καρπό, δηλαδή μιά μητέρα Παναγία.
–ΚΟΣΜΑΣ: Καί αὐτό ἔγινε μέ τήν Μαρία, τήν κόρη τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἔχετε δίκαιο, δέν μοῦ φαίνεται πιά δύσκολο τό νά γίνει ὁ Θεός ἄνθρωπος, ἀλλά δύσκολο μοῦ φαίνεται καί εἶναι νά γίνει ὁ ἄνθρωπος ἄξιος τοῦ Θεοῦ!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ὅπως τό εἶπες, παιδί μου καί μικρέ μου ἀδελφέ, ὅπως τό εἶπες.

–ΚΟΣΜΑΣ: Ἀλλά καί ἡ κίνηση τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο εἶναι ἄξια θαυμασμοῦ.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Τήν ὀνομάζουμε κένωση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Δηλαδή, ταπείνωση τοῦ Θεοῦ.

–ΜΑΝΩΛΗΣ: Σήμερα, παπούλη, θά μᾶς τρελάνεται! Ἀναμαρτησία τῆς Μαρίας! Ταπείνωση τοῦ Θεοῦ! Τί εἶναι αὐτά πού ἀκοῦμε σήμερα!
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἄχ, ἀγαπητά μου παιδιά, ἄχ! Αὐτά μᾶς τρέλαναν καί ἐμᾶς, καί καθόμασταν μέσα σέ μιά σπηλιά τῆς ἐρήμου, ἀναλογιζόμενοι αὐτά τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί προσευχόμασταν γιά ὅλο τόν κόσμο πού δέν τά γνωρίζει αὐτά, καί δέν ἀντέχαμε ἀπό τήν Χάρη Του!
–ΚΟΣΜΑΣ: Καί αὐτή ἡ τρέλα μας, ἐπειδή εἴχαμε μάθει ὡς ἄνθρωποι καί τά γράμματα καί τήν μουσική, ἔγινε μέ τήν ἔμπνευση τοῦ Θεοῦ στίχοι, ὕμνοι, θεολογία!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πώ, πώ! Τό πρῶτο πού θά κάνω ὅταν γυρίσω σπίτι μου, εἶναι νά μάθω νά ψέλνω αὐτούς τούς ὕμνους πού γράψατε!
Ἀλλά, πές, μου, παπούλη: Μόνον τά ἔμαθες καί τά ἀναλογιζόσουν ὅλα αὐτά, ἤ καί τά ἔχεις δεῖ;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Κάθε ἄνθρωπος καλεῖται νά τά δεῖ, γιατί ὁ Θεός τίποτε δέν θέλει νά μᾶς στερήσει ἀπό τά ἀγαθά του. Ἀλλά σᾶς ἔλεγα ὅτι ὁ Θεός κενώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος. Γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος πάνω στήν γῆ.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Γιά ποιόν λόγο;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἀπό ἀγάπη, ἀπό ἀπέραντη ἀγάπη.
–ΚΟΣΜΑΣ: Γιατί θέλει τόν ἄνθρωπο νά εἶναι ὄχι μόνον ἐλεύθερος ἀπό τά πάθη, τόν διάβολο καί τόν θάνατο,...
–ΙΩΑΝΝΗΣ:...ἀλλά καί νά εἶναι ὅμοιος μέ Αὐτόν, κατά χάρη θεός.
–ΚΟΣΜΑΣ: Ἔγινε ὁ Θεός ἄνθρωπος, γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο θεό.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ποιόν ἄνθρωπο; Τήν Παναγία; Τούς ἁγίους;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Κάθε ἄνθρωπο. Ὅλους τούς ἀνθρώπους. Δέν ἀποκλείει κανέναν, ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν στερήσει τόν ἑαυτό του ἀπό αὐτό τό ἀκρότατο ἀγαθό, νά γίνει δηλαδή θεός!

–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί μᾶς, πού ζοῦμε τόσους αἰῶνες μετά;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Καί σᾶς, καί αὐτούς πού θά γεννηθοῦν μετά ἀπό σᾶς, μέχρι τό τέλος τῆς ἱστορίας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τότε, γιατί ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά πᾶμε στήν Φάτνη; Γιατί δέν μποροῦμε νά προσκυνήσουμε τόν Χριστό; Γιατί δέν μποροῦμε νά συγχαροῦμε τήν Παναγία;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἔστω, καί ἀπό λίγο πιό μακριά, ἄν γινόταν.
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Μπορεῖτε, ἀγαπητά μου παιδιά, πολύτιμα μικρά μου ἀδέλφια καί φωτεινά τοῦ Θεοῦ μας παιδιά, μπορεῖτε.
–ΚΟΣΜΑΣ: Πάντα, σέ κάθε γενιά, σέ κάθε τόπο καί χρόνο, μπορεῖτε...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Πῶς, μέ ποιόν τρόπο; Δεῖξτε μας, ἀγαπητοί καί σοφοί μας, Πατέρες, δεῖξτε μας Κοσμᾶ καί Ἰωάννη ἀπό τήν Δαμασκό, πῶς;

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

(παρουσιάζεται ὁ φύλακας ἄγγελος)
–ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ: Ἐλᾶτε, πᾶμε, θά πρέπει νά γυρίσουμε σπίτι σας, μήν ξυπνήσει οἱ γονεῖς σας καί δέν σᾶς βροῦν.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ἄ, μιά στιγμή, φύλακα ἄγγελέ μας, μιά στιγμή, μᾶς ὑποσχέθηκες νά μᾶς ἀφήσεις μία ὥρα.
–ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ: Ἔ, πέρασε Μανωλιό μου ἡ ὥρα! Σᾶς ἄφησα καί τρία λεπτά παραπάνω!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Πέρασε μιά ὥρα; Μά σάν νά πέρασαν πέντε λεπτά! Τί ὡρολόγια ἔχετε ἐσεῖς οἱ ἄγγελοι;
–ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ: Ἐμεῖς, Χριστίνα, δέν ἔχουμε ὡρολόγια, γιατί ζοῦμε στό αἰώνιο, καί δέν μᾶς χρειάζεται ἡ ὥρα. Μέ τό δικό σας ὡρολόγι πέρασε μιά ὥρα!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μά, μιά στιγμή, μιά στιγμή, νά μᾶς πεῖ ὁ πατέρας Ἰωάννης... Πάτερ Ἰωάννη, πές μας αὐτό μόνο: Ποῦ, πῶς;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Τό γνωρίζετε τώρα, τό εἴπαμε.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τί εἴπαμε, δέν θυμᾶμαι;
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἱστορικό γεγονός
–ΚΟΣΜΑΣ: ...εἶναι καί μυστήριο...
–ΙΩΑΝΝΗΣ: ...εἶναι καί βίωμα.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Δηλαδή, μιά στιγμή...
–ΙΩΑΝΝΗΣ: Καληνύχτα Μανώλη!
–ΚΟΣΜΑΣ: Καληνύχτα Χριστίνα!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τήν εὐχή σας, πάτερ Κοσμᾶ!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τήν εὐχή σας, πάτερ Ἰωάννη, πάτερ Ἰωάννη Δαμασκηνέ!
Γιατί ἄγγελέ μου βιάστηκες, γιατί μᾶς πῆρες τόσο γρήγορα;
–ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ: Μή μιλᾶς, Μανώλη, μόνον βιάσου, γιατί σέ λίγο θά κτυπήσουν οἱ καμπάνες.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Τί εἶναι αὐτός ὁ χρόνος; Πόσο βασανιστικά ἀργά κυλοῦν οἱ ὧρες, γιά ἕναν πονεμένο ἄνθρωπο, γιά ἕναν λυπημένο! Καί πῶς τρέχουν σάν βολίδες, γιά τόν νέο πού διψᾶ γιά μάθηση! Οἱ ἄγγελοι ζοῦν στό αἰώνιο, καί δέν ἐπηρεάζονται ἀπό τόν χρόνο. Γιά τά δυό παιδιά, ὅμως, ἡ ὥρα πέρασε. Ἦταν ἄραγε ἡ ὥρα αὐτή ὅμοια μέ τίς ὧρες τί ἄλλες, ἤ μήπως ἦταν συμπυκνωμένη, γεμάτη γνώση καί ἐμπειρία; Πρόλαβαν νά ξεδιψάσουν; Πρόλαβαν νά διδαχθοῦν;

ΙΣΤΟΡΙΑ – ΜΥΣΤΗΡΙΟ - ΒΙΩΜΑ

–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Εἶδες ὅ,τι εἶδα καί ἄκουσες ὅσα ἄκουσα;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Νά σέ ρωτήσω καί ἐγώ τό ἴδιο: εἶδες ὅ,τι εἶδα καί ἄκουσες ὅσα ἄκουσα;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μᾶλλον, λοιπόν, καί τά εἴδαμε καί τά ἀκούσαμε καί οἱ δυό μας!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Θαῦμα, ἕνα μεγάλο θαῦμα!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τώρα, τί κάνουμε τώρα, ἀδελφούλη μου;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Γιατί νά κάνουμε; Ἐγώ δέν θέλω νά κάνω τίποτε! Ζῶ μέ μιά γλύκα στήν καρδιά μου! Σάν νά πῆγα στόν Παράδεισο!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ναί, ναί καί ἐγώ. Μά ἀκόμη καί τό ἄρωμα ἔχει μείνει τά ρουθούνια μου! Ἄρωμα παραδείσου!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί μήπως δέν πήγαμε; Ἀφοῦ εἴδαμε τούς Μάγους...
–ΠΑΙΔΙ Β:...τούς ἀγγέλους...
–ΠΑΙΔΙ Α:...τούς ποιμένες...
–ΠΑΙΔΙ Β:...τούς σοφούς Πατέρες μας.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μόνον...
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μόνον;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μόνον, νά, δέν προσκυνήσαμε τήν Φάτνη...
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τήν Φάτνη τοῦ Χριστοῦ μας...
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Τήν Φάτνη πού φιλοξένησε τήν Παναγία μας...
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ἦταν πολύ γιά μᾶς. Δέν μποροῦμε νά φθάσουμε ἐκεῖ.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ὅμως, ὅμως ὁ πατέρας Ἰωάννης μᾶς ἄφησε μιά ἐλπίδα...
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ναί, ναί, θυμᾶσαι τί μᾶς εἶπε στό τέλος;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι γεγονός ἱστορικό, μυστήριο καί βίωμα.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά ἄραγε; Μοιάζει σάν ἕνα αἴνιγμα.
Ἱστορικό γεγονός;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Εὔκολο αὐτό! Αὐτό σημαίνει πρέπει νά γνωρίσουμε καλά τήν ἱστορία τῆς Γεννήσεως, καί τήν ἱστορία τῆς Παναγίας μας. Νά μελετήσουμε τά ἱστορικά γεγονότα, τά λόγια τῶν Εὐαγγελιστῶν.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μυστήριο;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Θά ἐννοεῖ τά Μυστήρια πού γίνονται στήν Ἐκκλησία. Δέν ἔχεις ἀκούσει ὅτι κατά τήν θεία Λειτουργία στήν Ἁγία Τράπεζα εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός; Δέν εἶναι Μυστήριο αὐτό;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Βίωμα;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Αὐτό εἶναι τό ζητούμενο. Εἶναι αὐτό πού μᾶς εἶπε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά συναντήσουν τόν Χριστό, σέ κάθε ἐποχή καί σέ κάθε τόπο.
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Πῶς;
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Μᾶλλον, ἀδελφή μου, πρέπει νά βροῦμε ἕνα καλό σχολεῖο, μέ καλούς δασκάλους, ἕνα πανεπιστήμιο γιά νά τά μάθουμε ὅλα αὐτά...
(ἀκούγονται οἱ καμπάνες)
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Οἱ καμπάνες!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Οἱ καμπάνες τῶν Χριστουγέννων!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Νά σοῦ πῶ τί σκέπτομαι, ἀδελφή μου;
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μᾶλλον ὅ,τι σκέφτομαι καί ἐγώ.
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Σκέφτεσαι ὅτι τό καλύτερο σχολεῖο γιά νά τά μάθουμε αὐτά εἶναι ...
–ΠΑΙΔΙ Β:... ἡ Ἐκκλησία μας!
–ΜΑΝΩΛΗΣ: Καί τό πρῶτο μάθημα ἀπό σήμερα εἶναι νά ἀκούσουμε τούς ὕμνους τῶν Πατέρων μας Κοσμᾶ καί Ἰωάννη!
–ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τό πρῶτο μάθημα ἦταν νά προετοιμαστοῦμε γιά τήν γιορτή! Ἀλλά ἀφοῦ φθάσαμε μέχρι ἐδῶ, ἄς ἀρχίσουμε ἀπό τό δεύτερο, ἄς μάθουμε τούς ὕμνους:
("Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός...")

ΤΕΛΟΣ

Ι. Κ

  • Προβολές: 1173

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance