Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων – Δοξολογία γιὰ τὴν Ἀπελευθέρωση τῆς Ναυπάκτου

Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων – Δοξολογία γιὰ τὴν Ἀπελευθέρωση τῆς ΝαυπάκτουΤήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τελέσθηκε Ἀρχιερατική θεία Λειτουργία καί Δοξολογία ἐπί τῇ ἀπελευθερώσει τῆς Ναυπάκτου ἀπό τούς Τούρκους.

Ὁ Σεβασμιώτατος στό κήρυγμά του μίλησε γιά τήν εὐαγγελική περικοπή, καί συγκεκριμένα τό πρῶτο μέρος αὐτῆς, γιά τήν Ἀποκαθήλωση καί τήν Ταφή τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν Νικόδημο, καί τό συνέδεσε μέ τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, μέ τίς κατάλληλες προϋποθέσεις.

Μετά τήν θεία Λειτουργία, τελέσθηκε Δοξολογία γιά τήν Ἀπελευθέρωση τῆς Ναυπάκτου ἀπό τούς Τούρκους. Στό τέλος τῆς δοξολογίας, ὁμίλησε ἐπίκαιρα ὁ Διευθυντής τοῦ 2ου Λυκείου Ναυπάκτου κ. Πέτρος Πιτσιάκκας, τόν λόγο τοῦ ὁποίου δημοσιεύουμε κατωτέρω.

Παρόντες στό ἐκκλησίασμα ἦταν ὁ Δήμαρχος Ναυπακτίας κ. Παναγιώτης Λουκόπουλος, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κ. Θωμᾶς Κοτρωνιᾶς, ὁ Ἀντιδήμαρχος κ. Γεώργιος Σιαμαντᾶς.

Ἐπίσης, τελέσθηκε καί τό τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο τῆς Ἀγγελικῆς Λαουρδέκη, πρεσβυτέρας τοῦ Ἐφημερίου τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ καί ἐπί δεκαετίες Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Πρωτοπρ. π. Ἀθανασίου Λαουρδέκη.  

Ἐκ τοῦ Γραφείου Τύπου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

 

Δεῖτε Φωτογραφίες ΕΔΩ

 

 89η επέτειος απελευθέρωσης Ναυπάκτου

του Πέτρου Πιτσιάκκα, Διευθυντή του 2ου Λυκείου Ναυπάκτου

Ομιλία κατά τήν επίσημη Δοξολογία της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου, στον Ι.Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου Ναυπάκτου, 22/4/2018.

Ακρογωνιαίος λίθος της ιστορικής, της πολιτιστικής και της πολιτικής υπόστασης ενός λαού είναι η διατήρηση και η συντήρηση της εθνικής μνήμης. Η μελέτη της ιστορίας αποτελεί την πυξίδα για τη διατήρηση της εθνικής υπόστασης. Οι σώφρονες επιγενόμενοι οφείλουν να ανοίγουν την κιβωτό της ιστορικής μνήμης, για να πληροφορούνται οι νεότεροι τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων τους και να διδάσκονται απ’ αυτούς. Γι’ αυτό και η ιστορική μνήμη πρέπει να είναι πάντα ζωντανή και πάντα γρηγορούσα αφού η κατανόηση του παρελθόντος είναι το κλειδί για τη νοηματοδότηση του παρόντος και μας βοηθά να αποφύγουμε τα τραυματικά του βιώματα. Αυτό το νόημα έχει και ο σημερινός εορτασμός της 189ης επετείου της απελευθέρωσης της Ναυπάκτου.

Το Νοέμβριο του 1828, υπογράφεται από τις Μ. Δυνάμεις το πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο η επικράτεια του νέου ελληνικού κράτους   περιορίζεται στην Πελοπόννησο και στις Κυκλάδες, παρά τις παραστάσεις και το υπόμνημα που υποβάλλει ο Καποδίστριας σύμφωνα με το οποίο:  “Τα όρια της Ελλάδος από του 1821 καθορίζονται υπό του αίματος του εκχυθέντος εις τα σφαγεία των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών και του Μεσολογγίου και εις τους πολλούς κατά γην και κατά θάλασσαν αγώνας, δια των οποίων εδοξάσθη το ανδρείον τούτο έθνος…».

Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, αντιδρώντας προς τους δυσμενείς όρους του πρωτοκόλλου, από τη μια στέλλει μυστικά υπομνήματα στη Ρωσία και τη Γαλλία με στόχο τη στήριξη των ελληνικών θέσεων ώστε τα σύνορα του κράτους να επεκταθούν στη γραμμή Αμβρακικός – Παγασητικός και να μην αποχωρήσουν τα ελληνικά στρατεύματα από τη Στερεά Ελλάδα, για λόγους ασφαλείας των ελληνικών πληθυσμών. Από την άλλη, προσπαθεί να δημιουργήσει τετελεσμένα, γι’ αυτό και ζητά να συνεχιστούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα. Αποτέλεσμα των διπλωματικών κινήσεων του Καποδίστρια είναι η υπογραφή από τις Μ. Δυνάμεις του πρωτοκόλλου του Λονδίνου στις 10/22 Μαρτίου του 1829. Με αυτό, τα σύνορα του νέου κράτους καθορίζονται στο ύψος του Αμβρακικού δυτικά και του Παγασητικού ανατολικά, με την αξίωση ανάκλησης των ελληνικών στρατευμάτων από τη Στερεά Ελλάδα, η οποία είχε σχεδόν απελευθερωθεί, πλην ορισμένων πόλεων της Αιτωλοακαρνανίας, μεταξύ των οποίων και η Ναύπακτος. Γι’ αυτό και η ανάγκη συνέχισης των πολεμικών επιχειρήσεων είναι μονόδρομος, παρά τις αντιδράσεις της Αγγλίας. Η Ναύπακτος, ιδιαίτερα, με την οχύρωσή της αποτελούσε στρατηγικό κόμβο μεγάλης σημασίας.

Ταυτόχρονα, ο Κυβερνήτης, γνωρίζοντας και τη διάσταση απόψεων μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, αποφασίζει την γρήγορη εξέλιξη των γεγονότων, με στόχο τη βελτίωση των δεδομένων για την Ελλάδα, που θα προκύψουν από τις στρατιωτικές επιτυχίες στη Στερεά, παρά την απαίτηση της Αγγλίας για άμεση αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων. Μάλιστα, στα πλαίσια των πολιτικών διεργασιών, στις 23 Ιανουαρίου 1829, διορίζει “Πληρεξούσιο Τοποτηρητή” στη Στερεά Ελλάδα τον αδερφό του Αυγουστίνο, πράξη καθαρά πολιτική, δεδομένης της άγνοιας του Αυγουστίνου, περί τα στρατιωτικά. Ταυτόχρονα, σε διπλωματικό επίπεδο, συνεχίζει τις προσπάθειες του για τη διεύρυνση των συνόρων του νέου κράτους. Στις 25 Φεβρουαρίου 1829, ο Αυγουστίνος διατάζει τον αποκλεισμό των φρουρίων της Ναυπάκτου, του Αντιρρίου και του Μεσολογγίου, που κατείχαν ακόμη οι τούρκοι, για να είναι, ενόψει της Διάσκεψης των προστατών, ελεύθερη η Στερεά Ελλάδα.

Με διαταγή του κατευθύνονται προς τη Ναύπακτο η χιλιαρχία του Κίτσου Τζαβέλλα και η πεντακοσιαρχία του αδελφού του Νικολού. Επίσης φτάνει, μέσω Βιτρινίτσας και Τροιζονίων, η Β΄ χιλιαρχία του Χριστόδουλου Χατζηπέτρου μαζί με τους Σπυρομίλιο και Βάγια καθώς και ο συνταγματάρχης του τακτικού στρατού Πιέρης με το επιτελείο του. Φτάνουν, ακόμη, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης επικεφαλής ενός σώματος ανδρών, το άτακτο ιππικό του Χατζηχρήστου, το τακτικό του Καλλέργη, η πεντακοσιαρχία του Βέρη, τα σώματα των Ρουμελιωτών οπλαρχηγών Μαστραπά, Ρούκη και Μακρυγιάννη Κραββαρίτη και ένας λόχος μηχανικού, υπό τον Κερκυραίο Βούλγαρη. Στη θάλασσα, συγκεντρώνονται ναυτικές δυνάμεις με επικεφαλής τον Μιαούλη με τη Φρεγάτα «Έλλη», στην οποία είχε επιβιβαστεί και ο Αυγουστίνος, οι οποίες επιβάλλουν τον  αποκλεισμό από τη θάλασσα. Για πρώτη φορά, κατά τα τελευταία χρόνια του Αγώνα, είχαν συγκεντρωθεί τόσες εκλεκτές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις, ένδειξη της μεγάλης σημασίας που αποδιδόταν από τον Κυβερνήτη Καποδίστρια στην απελευθέρωση της Ναυπάκτου.    

Μετά τη συμφωνία παράδοσης του Αντιρρίου, στις 13 Μαρτίου 1829, οι ελληνικές δυνάμεις, αποκλείουν στενά το φρούριο της Ναυπάκτου. (Ιστορία Ελληνικού Έθνους, 1975, σ.521). Ύστερα από σκληρές μάχες και στενή πολιορκία οι Τούρκοι, πιεζόμενοι και μην περιμένοντας βοήθεια από πουθενά, αποφασίζουν να συνθηκολογήσουν.

Ο Βεζύρης — Φρούραρχος της Ναυπάκτου Κιόρ Ιμβραήμ Πασάς, απελπισμένος για τη σκοπιμότητα της συνέχισης της άμυνας, διεμήνυσε στον Τοποτηρητή Καποδίστρια, ότι, αν υπάρξουν εγγυήσεις για την εξασφάλιση της φρουράς και των επιθυμούντων να εγκαταλείψουν την πόλη, είναι πρόθυμος να παραδώσει το φρούριο. Η τήρηση της συνθήκης παράδοσης του κάστρου του Αντιρρίου, από τη μεριά των Ελλήνων, παρά τη μερική δυσπιστία που προκάλεσε στους τούρκους η απόπειρα λεηλασίας από ατάκτους, συνέβαλε στην υπογραφή της ανακωχής. Έτσι στις 11 Απριλίου, υπογράφεται το συμφωνητικό της παράδοσης, με το οποίο οι έλληνες εγγυώνται την αποχώρηση των Τούρκων με ασφάλεια και το οποίο επικυρώνεται από τον ίδιο τον Κυβερνήτη, ο οποίος είχε καταφθάσει στην περιοχή με το πολεμικό «ΕΡΜΗΣ».  

Η συμφωνία προέβλεπε οι τουρκικές οικογένειες να μεταφερθούν με πλοία στην Πρέβεζα, με δαπάνη της ελληνικής κυβέρνησης, οι στρατιώτες να αναχωρήσουν διά ξηράς, οι δε ελληνικές δυνάμεις δεν θέλουν επέμβει, ούτε πλησιάσει στο φρούριο, εάν προηγουμένως δεν εξέλθουν όλοι οι τούρκοι.

Η καθυστέρηση, λόγω της προεργασίας για τη μεταφορά των τουρκικών οικογενειών με πλοία και για την έξοδο των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, ανάγκασε τον Καποδίστρια να αξιώσει την επίσπευση της παράδοσης της πόλης, ενόψει των διαβουλεύσεων για τον καθορισμό της έκτασης, και των ορίων του νεοελληνικού κράτους.

Στις 18 Απριλίου 1829 αρχίζει η εκκένωση του κάστρου οπότε και υψώνεται η ελληνική σημαία στο φρούριο Ιτς Καλέ. Την επομένη ο Καποδίστριας, όπως γράφει ο ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος, επισκέπτεται τη Ναύπακτο για να χαρεί «επί τόπου δια των ιδίων οφθαλμών την νίκην εκείνην των ελληνικών όπλων».  Η εκκένωση ολοκληρώνεται στις 21 και 22 Απριλίου.

Στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ναυπάκτου και στις μάχες που γίνονται έξω από την πόλη, αλλά και στην πολιορκία του κάστρου, συμμετέχουν και κύπριοι αγωνιστές, σύμφωνα με βεβαιώσεις οπλαρχηγών:

• Ο Αντώνιος Χατζηχρίστου, «παρευρέθη εις τας μάχας της Τριπόλεως, του Νεοκάστρου, των Αθηνών και εκείνην της Ναυπάκτου και εις το διάστημα τούτο έδειξεν ευπείθειαν και υπακοήν εις τους ανωτέρους του και γενναιότητα κατά του εχθρού».
•    Ο Γεώργιος Καλαντζής - Κυπραίος, «συμμετέχει εις την εν Ναυπάκτω γενομένη μάχην κυριεύσαντες το φρούριον υπό την οδηγίαν του Φανιέ τότε οπλαρχηγού της γραμμής».
•    Ο Μιχαήλ Αντωνίου Κύπριος υπηρετεί ως υπαξιωματικός και πολεμά στη Ναύπακτο, στην πολιορκία του φρουρίου.
•    Ο Αγγελής Μιχαήλ «έδειξεν γενναία ανδραγαθήματα εις  την εν  Ναυπάκτω μάχην έχων βαθμόν λοχίου».
•    Ο Αντώνιος Παυλής έλαβε μέρος στην πολιορκία του κάστρου της Ναυπάκτου «δείξας άμετρον ζήλον και εξαίρετον διαγωγήν  και απαραδειγμάτιστον ανδρείαν».
•     Ο Αδάμ Μάρκου, Κύπριος, «εις την πτώσιν του φρουρίου Ναυπακτίας επληγώθη ελαφρώς κατά το  λαιμό υπό πυροβόλου».
•    Τέλος ο Δημήτριος Οικονομίδης ο οποίος σταδιοδρόμησε στις οικονομικές υπηρεσίες και έφτασε να γίνει αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από το Νοέμβριο του 1829 μέχρι και τον Αύγουστο του 1830 υπηρέτησε στη Ναύπακτο, όπως αναφέρει σε αυτοβιογραφική του αναφορά: «…κατά τον Νοέμβριον του 1829 διωρίσθην φροντιστής εις Ναύπακτον εν ω διωργανίζοντο τα ελαφρά τάγματα και διέμεινον εις την υπηρεσίαν αυτήν μέχρι του Αυγούστου του 1830 οπότε η επί των Στρατιωτικών Γραμματεία εμίσθωσε την τροφοδοσία γενικώς όλων των στρατευμάτων και κατά συνέπεια έπαυσα των χρεών μου…».

Σύμφωνα λοιπόν με τα ιστορικά γεγονότα οι δεσμοί μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, αλλά και μεταξύ Κύπρου - Ναυπάκτου είναι δεσμοί αίματος, αφού στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας, αλλά και της Ναυπάκτου πολέμησαν και έλληνες κύπριοι δίνοντας το αίμα και τη ζωή τους.

Κυρίες και Κύριοι

Η απελευθέρωση της Ναυπάκτου από τον Οθωμανικό ζυγό υπήρξε ιστορικό γεγονός γιατί όπως αναφέρει ο Σπυρίδων Τρικούπης “ στερέωσε τον αγώνα κατά την Στερεάν Ελλάδα και απήλπισεν όλους στην δυτικήν Ελλάδα Τούρκους, οίτινες εγκαταλιπόντες όσας κατείχον εν αυτή θέσεις, εκτός των εν Μεσολογγίω και Αιτωλικώ, ανεχώρησαν εις Πρέβεζαν”, ενώ, “η ελευθέρωσις της Ναυπάκτου προετοίμασεν την του Μεσολογγίου”.

Η απελευθέρωση της Ναυπάκτου, λοιπόν, υπήρξε ο προπομπός για την πλήρη απελευθέρωση της Δυτικής Στερεάς. Η μεγάλη σημασία του γεγονότος φαίνεται και από το ότι η Κυβέρνηση θέλοντας να εκφράσει τη χαρά και την ικανοποίηση των Πανελλήνων, μοίρασε  στους στρατιώτες της ξηράς 45.000 γρόσια, στους ναύτες του στόλου 15.000 και στους τακτικούς και το πυροβολικό 4.000 γρόσια, παρά το γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της χώρας, τελούσε υπό δεινή δοκιμασία.

Η εικόνα της μόλις απελευθερωμένης πόλης αποτυπώνεται στην αναφορά του πρώτου διοικητή της, με ημερομηνία 28 Δεκεμβρίου 1829, στην οποία μεταξύ των άλλων, αναφέρεται «καμμία… εκκλησία ή ιερόν κατάστημα δεν ευρίσκεται… εκτός εις το φρούριον… δι εξόδων δε του εκλαμπρότατου πληρεξούσιου επισκευάσθη… εκκλησία επονομαζόμενη Άγιος Δημήτριος η οποία πρώτα ήταν τζαμί…» και ότι το 1830 ξεκίνησε η ανέγερση της Αγίας Παρασκευής. Επίσης στην απογραφή των οικιών και των κτισμάτων, που έγινε το Μάιο του 1829 από το Ναυπάκτιο αστυνόμο Παναγιώτη Κυρίτση, αποτυπώνονται 252 οικοδομές, οικίες και εργαστήρια, από τις οποίες οι 71 ήσαν ερειπωμένες και ακατοίκητες.

Με την απελευθέρωση εγκαταστάθηκαν σταδιακά στη Ναύπακτο 129 οικογένειες Σουλιωτών, όπως οι οικογένειες Τζαβέλλα, Μπότσαρη, Αποστόλου, Βεΐκου, Δημουνίτσα, Δούση, Δράκου, Κοντούλα, Μεληγκιώτη, Πανομάρα, Πάσχου, Πάτση, Ρούγκα, Φωτομάρα, των οποίων απόγονοι ζουν ανάμεσα μας.

Κυρίες και κύριοι

Πολιτισμός είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη. Και όποιος δεν θυμάται το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει. Ο  Ισοκράτης, τον 4ο αι. π.Χ., στον Πανηγυρικό του λόγο γράφει:
«αν θυμάσαι το παρελθόν, θα αποφασίσεις καλύτερα για το µέλλον». Γι’ αυτό θα πρέπει να θυμούμαστε και να τιμούμε την επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης μας γιατί έχει πολλά να μας διδάξει, ιδιαίτερα σήμερα, που η χώρα μας, το έθνος μας, πολιορκείται από πολλούς εχθρούς.

Το ιστορικό γεγονός της απελευθέρωσης της Ναυπάκτου μας αποκαλύπτει πως όταν υπάρχει ενότητα των πολιτικών δυνάμεων, όταν την πολιτική ηγεσία τη διακρίνει η υπευθυνότητα και η διορατικότητα, όταν υπάρχει εθνική στρατηγική και σχέδιο, τα οποία ακολουθούνται και εφαρμόζονται με υπομονή, επιμονή, σταθερότητα και συνέπεια, όπως έκανε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, τότε τα αδύνατα γίνονται δυνατά και έχουμε εθνικές επιτυχίες.

Η απελευθέρωση της Ναυπάκτου, στις 18 Απριλίου 1829, αποτέλεσμα μιας τέτοιας πολιτικής, το επιβεβαιώνει. Αυτό ας το έχουν υπόψη τους οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου ώστε στα εθνικά θέματα, τουλάχιστον, από τη μια να πολιτεύονται χωρίς συνθήματα και λαϊκισμούς, με γνώμονα την υπηρέτηση αποκλειστικά του εθνικού συμφέροντος και όχι την εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων και την καλλιέργεια διχασμού και από την άλλη, οι όποιες δυσκολίες να αντιμετωπίζονται με τις αρετές της φυλής και της Ρωμιοσύνης, μένοντας σταθεροί στις αρχές της ελευθερίας, της πίστης και της αγάπης για την Πατρίδα.

 

  • Προβολές: 894

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance