Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Διελκυστίνδες ἐκπαιδευτικές

τοῦ Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Δύο κείμενα, πού εἶδαν πρόσφατα τό φῶς τῆς δημοσιότητας, μᾶς προκαλοῦν νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό πάντοτε συζητούμενο, συχνά «μεταρρυθμιζόμενο», ἀλλά πάντοτε ἄλυτο (στά οὐσιαστικότερα ἐρωτήματά του) πρόβλημα τῆς «ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς» τῆς ἑκάστοτε κυβερνήσεως τῆς πατρίδας μας. Τό ἕνα κείμενο εἶναι ψήφισμα τοῦ τμήματος Φιλολογίας τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) γιά τήν ὑποβάθμιση τῶν Λατινικῶν, μέ τήν κατάργησή τους ἀπό τά ἐξεταζόμενα στίς Πανελλαδικές ἐξετάσεις μαθήματα καί τήν ἀντικατάστασή τους ἀπό τήν Κοινωνιολογία, καί τό ἄλλο ἕνα ἄρθρο τῆς ἐφημερίδας «Καθημερινή» μέ τίτλο: «Τά ἄγνωστα “μαγειρεῖα” τῆς Παιδείας».

Τά δύο κείμενα ἔχουν μιά συμπληρωματικότητα. Ὁ ἀρθρογράφος τῆς «Καθημερινῆς» Ἀπόστολος Λακασάς καταγράφει τέσσερις παράγοντες πού ἐπιδροῦν στίς ἀποφάσεις γιά τά μαθήματα πού διδάσκονται στά σχολεῖα, σημειώνοντας ὅτι οἱ ἀποφάσεις αὐτές «δέν λαμβάνονται μέ ἀποκλειστικά παιδαγωγικά κριτήρια, ἀλλά ὑπαγορεύονται ἀπό ἕνα πολύπλοκο σύστημα» ἀναγκῶν καί πιέσεων. Ὑπαγορεύονται ἀπό «τούς διορισμένους ἐκπαιδευτικούς σέ κάθε εἰδικότητα, τίς θέσεις εἰσακτέων στίς ἀντίστοιχες σχολές τῶν ΑΕΙ, τά φροντιστήρια, ἀλλά καί τήν ἐκδοτική ἀγορά πού κινεῖται ἀπό τά σχολικά ἐγχειρίδια καί τά “λυσάρια”».  Δέν θεωρεῖ ὡς σημαντικό στοιχεῖο τίς ἰδεολογικές ἀρχές τῆς ἑκάστοτε κυβέρνησης, χωρίς ὅμως νά τίς ἀποκλείη τελείως. Θεωρεῖ ὡς σημαντικότερους συντελεστές στήν διαμόρφωση τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, τίς πιέσεις πού ἀσκοῦν οἱ διάφορες εἰδικότητες τῶν ἐκπαιδευτικῶν μέ τούς συνδικαλιστικούς φορεῖς τους. Ὁ Πρόεδρος τῆς ΟΛΜΕ βέβαια ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ θεσμικὴ πρακτικὴ εἶναι ὁ ὑπουργὸς Παιδείας νὰ συναντᾶται μὲ τὶς ὁμοσπονδίες. Αὐτὸ ἐπιτρέπει τὴν ἀποφυγὴ συντεχνιακῶν λογικῶν». Καί τήν δική του, ὅμως, ἄποψη μπορεῖ νά τήν ἐντάξῃ κανείς στό πλαίσιο συντεχνιακῆς λογικῆς, ἀφοῦ οἱ ἀποφάσεις τῆς Ὁμοσπονδίας εἶναι σχεδόν βέβαιο ὅτι θά εὐνοοῦν τά συμφέροντα τῶν εἰδικοτήτων μέ τούς περισσότερους ἐκπαιδευτικούς καί ὄχι τίς πραγματικές ἀνάγκες τῆς ἐκπαίδευσης.

Κάνοντας, πάντως, ὁ ἀρθρογράφος σαφέστερη τήν ἄποψή του γράφει: «Πίσω ἀπό τίς διελκυστίνδες μεταξύ τῶν εἰδικοτήτων, κρύβεται ὁ φόβος τῶν καθηγητῶν κάθε εἰδικότητας μήπως δημιουργηθεῖ πλεόνασμα προσωπικοῦ στά σχολεῖα, ἀλλά καί μήπως μειωθεῖ ἡ ζήτηση στήν ἀγορά τῶν φροντιστηρίων καί τῶν ἰδιαίτερων μαθημάτων».

Στό ψήφισμα τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τοῦ ΑΠΘ δέν ὑπάρχει διατυπωμένη πρόταση πού νά ἐκφράζῃ αὐτήν τήν στενή «συνδικαλιστική λογική». Προηγεῖται ἡ μέριμνα γιά τήν παροχή ὁλοκληρωμένης παιδείας, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά περιοριστῇ στήν ἀνάπτυξη κάποιων δεξιοτήτων. Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ ἐπίλογος τοῦ ψηφίσματος: «Οὔτε παραγνωρίζουμε οὔτε ὑποτιμοῦμε τὴ σημασία τῆς γνωριμίας τῶν μαθητῶν μὲ ζητήματα πού θέτει ὁ εὐρύτερος χῶρος τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, θεωροῦμε, ὅμως, ἀπαράβατο καθῆκον μας νὰ ἀντιταχθοῦμε ἐμφατικὰ στὴν ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, συνειδητὰ ἤ ἀσυνείδητα, ἰδιοτελῶς ἤ ἀφελῶς, καλλιεργούμενη ἀντίληψη ὅτι τὰ ἀρχαιογνωστικὰ καὶ ἀρχαιογλωσσικὰ μαθήματα ἀποτελοῦν “μουσειακὸ” διάλειμμα ἀνάμεσα στὶς σχολικὲς ὧρες τῆς “προφανοῦς χρησιμότητας”».

Ἡ «προφανής χρησιμότητα» ἔχει σχέση μέ τήν «ἀγορά ἐργασίας», τήν σύνδεση τῆς ἐκπαίδευσης μέ τήν ἀγορά. Προφανῶς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἐκπαίδευση ἄσχετη μέ τήν ἀγορά ἐργασίας, ἀλλά δέν μπορεῖ νά περιορίζεται μονομερῶς στίς ἀπαιτήσεις της. Ἡ παιδεία πού πρέπει νά προσφέρεται μέσα ἀπό τήν ἐκπαίδευση εἶναι κάτι πολύ εὐρύτερο, διότι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι τό ἐπάγγελμά του, οὔτε ἡ ἀξία του ταυτίζεται μέ τό εἰσόδημά του. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὅμως, πτυχίο πού δέν δημιουργεῖ προϋποθέσεις γιά κάποια ἐργασία μέ εἰσόδημα, εἶναι μόνο γι’ αὐτούς πού ἔχουν ἐξασφαλισμένα τά ἀπαραίτητα, τοὐλάχιστον, γιά τήν ζωή τους. Δέν εἶναι γιά τούς πολλούς. Χρειάζεται «ἐκπαιδευτική ἰσορροπία», πού νά συνδυάζη τά πάντα. Χρειάζεται ἐκπαίδευση πού νά προσφέρῃ παιδεία τοῦ μυαλοῦ, τῆς καρδιᾶς, τοῦ ἤθους, τῆς ἀρχαιογνωσίας, τῆς ἀρχαιογλωσσίας, τῆς ἱστορίας, τῆς θεολογίας, τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν, τῶν οἰκονομικῶν, πολιτικῶν καί κοινωνικῶν θεωριῶν καί συστημάτων, τῆς ἄσκησης τοῦ σώματος καί τῆς ἀνάπτυξης τῶν ἰδιαίτερων δεξιοτήτων κάθε μαθητή.

Μέ λίγα λόγια χρειάζεται ἡ παρεχόμενη παιδεία νά ἔχῃ τά στοιχεῖα πού ἐπιτάσσει ἡ παράγραφος 2, τοῦ ἄρθρου 16, τοῦ Συντάγματος: «Ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασική ἀποστολή τοῦ Κράτους καί ἔχει σκοπό τήν ἠθική, πνευματική, ἐπαγγελματική καί φυσική ἀγωγή τῶν Ἑλλήνων, τήν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς συνείδησης καί τή διάπλασή τους σέ ἐλεύθερους καί ὑπεύθυνους πολίτες». Ὅλα αὐτά μποροῦν νά προσφέρονται στήν πληρότητά τους στήν πρωτοβάθμια καί δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση. Μετά τό Λύκειο, ἡ ἡλικία τῶν φοιτητῶν-σπουδαστῶν καί οἱ ἀπαιτήσεις τῶν διαφόρων ἐπιστημῶν καί τῶν ἀδιάκοπα ἐξελισσόμενων τεχνολογιῶν ἐπιβάλλουν τήν ἐξειδίκευση. Δηλαδή, τήν ἐμβάθυνση στούς ἐπιμέρους τομεῖς τῆς ἐπιστήμης ἤ τῆς τεχνολογίας, ἀπό τούς ἤδη (ἐννοεῖται) διαπλασμένους σέ ἐλεύθερους καί ὑπεύθυνους πολίτες, μέ ἀναπτυγμένη τήν ἐθνική καί θρησκευτική τους συνείδηση.

Βέβαια, τό ψήφισμα τῶν Φιλολόγων τοῦ ΑΠΘ στήν ἔγνοια του γιά τήν κλασική παιδεία δέν κρύβει καί τόν «ἐπαγγελματικό φόβο» τῆς περιθωριοποίησης τῶν φιλολόγων, ἀλλά τόν ἐκφράζει μέ πολύ «αἰδώ». Στήν δεύτερη παράγραφο γράφει: «Εἶναι κατ΄ ἀρχὰς αὐτονόητο ὅτι, ὅπως καὶ τὰ ὁμόλογα Τμήματα τῶν ἄλλων πανεπιστημίων τῆς χώρας […] γενικότερα ἡ φιλολογικὴ κοινότητα καθὼς καὶ διαπρεπεῖς θεράποντες τῆς κλασικῆς φιλολογίας στὸ ἐξωτερικό, ἐκφράζουμε τὴν πλήρη διαφωνία μας μὲ τὴν ἐξαγγελλόμενη ἀλλαγὴ καί, κυρίως, συμμεριζόμαστε τὸν προβληματισμὸ γιὰ μιά ἀπόφαση πού, σὲ συνδυασμὸ μὲ προηγούμενες ἀλλαγές, ἀποδυναμώνει τὴ θέση καὶ τὸν ρόλο τῆς ἀρχαιογνωστικῆς, καὶ γενικότερα τῆς ἀνθρωπιστικῆς, παιδείας στὸ πρόγραμμα τῆς Μέσης Ἐκπαίδευσης».

Ἡ ἀποδυνάμωση τῆς θέσης καί τοῦ ρόλου τῆς ἀρχαιογνωστικῆς, καὶ γενικότερα τῆς ἀνθρωπιστικῆς, παιδείας στὸ πρόγραμμα τῆς Μέσης Ἐκπαίδευσης, σημαίνει περιορισμό τῶν ὡρῶν διδασκαλίας τῶν φιλολόγων μέ προφανεῖς ἐπαγγελματικές συνέπειες. Σέ αὐτό τό σημεῖο συναντᾶται τό ψήφισμα τῶν φιλολόγων τοῦ ΑΠΘ μέ τό ἄρθρο τῆς «Καθημερινῆς», ὁ ἀρθρογράφος τῆς ὁποίας ὡστόσο διαπιστώνει: «ἡ ἐπιλογὴ τῆς Κοινωνιολογίας γιὰ τὴ θέση τῶν Λατινικῶν φέρεται νὰ ὑπαγορεύεται καὶ ἀπὸ ἰδεολογικοὺς λόγους τῆς ἡγεσίας τοῦ ὑπουργείου». Συμπληρώνει ὅμως, ὅτι «ὑπὲρ τῆς Κοινωνιολογίας συνηγορεῖ καὶ ἡ ἀνάγκη ἀξιοποίησης τῶν ξενόγλωσσων καθηγητῶν, τὸ διδακτικὸ ἔργο τῶν ὁποίων ἐπίσης μειώνεται». Ἡ ἰδεολογία δηλαδή «βολεύει» καί τήν ἀξιοποίηση πλεοναζόντων ξενόγλωσσων καθηγητῶν. Ἐδῶ ἔχουμε τό ἰδεολογικά «τερπνόν μετά τοῦ ὠφελίμου», ὅσων εἰδικοτήτων εἶχαν τόν τρόπο νά πιέσουν γιά τό συμφέρον τους τό Ὑπουργεῖο.

Ἡ ἱστορία τῆς ἐκπαίδευσης στήν σύγχρονη Ἑλλάδα δείχνει ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε ἀλλαγή στήν ἐκπαιδευτική πολιτική ξεσήκωνε (καί ξεσηκώνει) πάντοτε ἔντονες συζητήσεις καί ἀντιδράσεις, ὄχι συχνά ἀδικαιολόγητες. Τά τελευταῖα χρόνια, γιά παράδειγμα, εἴδαμε τήν ὑλοποίηση «προγραμμάτων σπουδῶν», πού ἀλλάζουν ριζικά τό περιεχόμενο καί τήν στοχοθεσία μαθημάτων, μέ καθοριστικό ρόλο στήν ἀγωγή τῶν Νεοελλήνων. Ἀλλαγές, πού κάποιες ἀπό αὐτές ἔφθασαν στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἀπό τό ὁποῖο ἀκυρώθηκαν, ἀλλά παρά ταῦτα ἐφαρμόζονται. Ἡ ἀρχή ἔγινε μέ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Ἀνάλογη ἀλλαγή ἐπιχειρήθηκε (ἤ ἐπιχειρεῖται), χωρίς ἀκόμη νά ὑλοποιηθῇ, στό σημαντικότατο, γιά τήν καλλιέργεια τῆς ἐθνικῆς συνείδησης, μάθημα τῆς Ἱστορίας. Τώρα ὑποβαθμίστηκε τό μάθημα τῶν Λατινικῶν, καί μᾶλλον ἕπεται ἀνάλογη συνέχεια.

Νά θυμίσουμε ὅτι πολύ παλαιότερα εἶχε ὑποβαθμιστῇ τό, ἐπίσης σημαντικό, μάθημα τῆς Γεωμετρίας, τό ὀποῖο δέν διδάσκεται πλέον στήν τρίτη τάξη τοῦ Λυκείου (ἔχει ἀφαιρεθῇ ἀπό τό Λύκειο τελείως ἡ Στερεομετρία) καί ὡς ἐκ τούτου δέν ἐξετάζεται στίς Πανελλαδικές ἐξετάσεις. Ἡ Γεωμετρία εἶναι ἴσως τό μόνο μάθημα πού διδάσκει στούς μαθητές τόν ἀποδεικτικό λογισμό, τό πῶς, δηλαδή, νά ξεχωρίζουν οἱ μαθητές σέ ἕνα πρόβλημα τά δεδομένα ἀπό τά ζητούμενα καί τό πῶς κατόπιν μέ ὀρθά λογικά βήματα νά φθάνουν ἀπό τά δεδομένα στά ζητούμενα.

Βλέπει κανείς, χωρίς νά ἔχη συμπάθεια στήν συνομωσιολογία (ἀλλά μᾶλλον ἀπέχθεια), ὅτι ὑποβαθμίζονται ἤ γίνονται ριζικές ἀλλαγές (ἐπί τά χείρῳ) σέ μαθήματα μέ καίρια σημασία γιά τήν διανοητική, ψυχική καί πνευματική ἀνάπτυξη τῶν μαθητῶν. Σέ μαθήματα πού ἀσκοῦν τούς μαθητές στόν ἀποδεικτικό λογισμό (οὐσιαστικά ἐνεργοποιοῦν τήν κριτική τους ἱκανότητα), πού καλλιεργοῦν τήν ἱστορική ἐθνική συνείδησή τους (ἡ ὁποία τούς βοηθᾶ νά γίνουν ἄνθρωποι μέ ἀνοιχτούς οἰκουμενικούς ὁρίζοντες, χάρη στήν οἰκουμενικότητα τοῦ ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας) καί πού ἀναπτύσσουν καί ἐμβαθύνουν τήν θρησκευτική συνείδησή τους, ἡ ὁποία (ἄν ἀναζωπυρωθῇ στήν Ἐκκλησία καί κρατηθῇ ζωντανή) τούς ἀνοίγει τόν δρόμο σέ μιά ψυχική καί πνευματική ὡρίμανση, μέ τήν ὁποία γίνονται ἱκανοί νά βλέπουν τόν «Ἀδάμ παγγενῆ», μέ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, μέσα στό φῶς τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ πορεία μας δείχνει νά εἶναι αὐτοκαταστροφική. Κανείς δέν μᾶς τήν ἐπιβάλλει. Μόνοι μας τήν ἐπιλέγουμε. Τά σκοτεινά κέντρα εἶναι στό μυαλό καί στίς διαθέσεις μας. Εἶναι ἡ ραθυμία πού προβάλλεται ὡς δικαίωμα, καί μάλιστα σεβαστό σάν ἀρετή, σάν δημοκρατική κατάκτηση πού συντελεῖ στήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά πλανηθοῦν εἰ δυνατόν καί οἱ πολλοί, πού κοπιάζουν φιλότιμα καί ἐργάζονται τίμια.

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ