Ὁ Ἐπίσκοπος Σεραφείμ Δομβοΐτης καί τό ρολόι τῆς Ναυπάκτου

Τοῦ Ἠλία Σταύρου Δημητρόπουλου

Ἔτος ὁρόσημο τό 1909 γιά τή νεότερη Ἑλλάδα. Τό ἐθνωφελές στρατιωτικό κίνημα στό Γουδί ἔβαλε τίς βάσεις γιά τήν μεγάλη ἐξόρμηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τό ξέπλυμα τῆς ταπεινωτικῆς ἥττας τοῦ 1897.

Στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο ὑπῆρξαν διάφορες ἀναδιατάξεις, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ ἐκκλησιαστική ἐπανένωση τῆς Ἐπαρχίας Ναυπακτίας μέ τήν Εὐρυτανία, ἀφοῦ ἀποσπάστηκε ἀπό τήν Ἐπισκοπή Αἰτ/νίας στήν ὁποία εἶχε προσαρτηθεῖ τό 1899. Ἔτσι προέκυψε ξανά ἡ ἑνιαία Ἐπισκοπή Ναυπακτίας καί Εὐρυτανίας. Ἐπίσκοπος ὁρίστηκε ὁ Σεραφείμ Δομβοΐτης, ὁ ὁποῖος ἦταν ἤδη Ἐπίσκοπος Εὐρυτανίας ἀπό τό 1901. Γεννήθηκε στό χωριό Χώστια τῆς Ἐπαρχίας Θηβῶν τό 1839. Ἐκάρη μοναχός στήν Ἱερά Μονή Δομβοῦς Ὁσίου Σεραφείμ τῆς Βοιωτίας ἀπό τήν ὁποία προφανῶς ἔλαβε καί τό ἐκκλησιαστικό ὄνομά του. Σπούδασε στήν Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή καί στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν. Ὑπηρέτησε ὡς καθηγητής στήν Κόρινθο καί τήν Τρίπολη καί ὡς ἱεροκήρυκας στήν Ἄρτα.

Τό 1901 (7 Ἰουλίου) εἶχε χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος Εὐρυτανίας μέ ἕδρα τό Καρπενήσι. Μετά τήν ἐπανένωση ἔλαβε τόν τίτλο τοῦ Ἐπισκόπου ‘’Ναυπακτίας καί Εὐρυτανίας’’.

Στίς 27 Σεπτεμβρίου 1910 ὁ Ἐπίσκοπος Σεραφείμ βρέθηκε στήν Πάτρα, προκειμένου νά διαπεραιωθεῖ στήν Ναύπακτο γιά νά ἀναλάβει τά νέα του καθήκοντα.

Σύσσωμη ἡ Ναυπακτιακή κοινότητα τῆς Πάτρας ἔσπευσε νά τόν κατευοδώσει. Τόν προσφώνησε μέ πολύ θερμά λόγια ὁ Γραμματέας τοῦ Ναυπακτιακοῦ Συνδέσμου, ὁ διαπρεπής φιλόλογος, Κωνσταντῖνος Σοῦλος, πού καταγόταν ἀπό τήν Ἄνω Χώρα καί ὡς φοιτητής εἶχε πρωταγωνιστήσει στίς ἀντιπαραθέσεις μέ τόν Ἀνδρέα Καρκαβίτσα, ἀναφορικά μέ τίς δυσμενεῖς κρίσεις τοῦ τελευταίου γιά τήν Ναυπακτία καί τά Κράβαρα. Στή συνέχεια τόν δεξιώθηκαν στήν οἰκία τοῦ Κλεπαΐτη χρυσοχόου Γεωργίου Λαΐνη.

Ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Σεραφείμ εἶχε φέρει μαζί του τόν ἀνεψιό του Ἀθανάσιο Νικολάου, σπουδαῖο ἱεροψάλτη τῆς Σχολῆς Σακελλαροπούλου, ὁ ὁποῖος παντρεύτηκε τήν Γιαννούλα Χριστοδούλου καί ἀπέκτησαν δύο παιδιά, τόν Κώστα, ἀπόστρατο στρατηγό, καί τόν καλλίφωνο Ἠλία, ἀργότερα Μητροπολίτη Ἐλευθερουπόλεως.

Ποίμανε μέ μεγάλη ἐπιτυχία τήν Ναυπακτία γιά σχεδόν τέσσερα χρόνια, δηλαδή μέχρι τίς 23 Φεβρουαρίου τοῦ 1914 πού κοιμήθηκε.

Ἡ ὑστεροφημία του ἔμεινε καί μένει ζωντανή στήν Ναύπακτο, διότι πέρα ἀπό τήν σπουδαία ποιμαντική προσφορά του, ὑπῆρξε ὁ ἐμπνευστής καί πρωταγωνιστής τῆς ἐγκατάστασης τοῦ ἐμβληματικοῦ ‘’ρολογιοῦ’’ τῆς πόλης, πού ἀποτελεῖ τό πανοραμικό στολίδι της (γιά τό ρολόι τῆς Ναυπάκτου ὑπάρχει ἐκτενής ἐργασία τῆς Γεωργίας (Τζίνας) Παπαϊωάννου, ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ ΙΔ2, σελ. 621-629).

Δέν συμπλήρωσε καλά- καλά ἕναν χρόνο στόν καινούργιο θρόνο του καί βάλθηκε νά φτιάξει ἕνα μνημεῖο πού θά ἀποτελοῦσε σημεῖο ἀναφορᾶς γιά ὅλους τούς Ναυπάκτιους, κάτι σάν ὁρόσημο καί φάρος πλεύσεως. Ἔτσι κατέληξε στήν ἀπόφαση γιά τήν ἐγκατάσταση τοῦ ρολογιοῦ τῆς πόλης. Βρῆκε τόν κατάλληλο ἄνθρωπο γιά συνεργάτη του στόν ὁποῖο ἀνέθεσε τήν ἀποστολή. Ἦταν ὁ Λάμπρος Φράγκος, πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου «ΕΡΜΗΣ», ἄνθρωπος ἔντιμος καί πολύ δραστήριος, ὁ ὁποῖος ἄφησε τό στίγμα του στήν νεότερη ἱστορία τῆς Ναυπάκτου.

Ὁ Ἐπίσκοπος διέθεσε ἐξ ἰδίων τό μεγάλο ποσό γιά τήν ἐποχή, τῶν 3.000 δραχμῶν καί ἔδωσε τήν ἰδανική λύση γιά τήν ἐπιλογή τοῦ χώρου ἐγκατάστασης στήν περίοπτη θέση τῆς ντάπιας τοῦ κάτω διαζώματος τοῦ κάστρου, ἀφοῦ πρῶτα κατάφερε μέ τό κύρος του νά ὑπερκεράσει καί τίς ἔντονες ἀντιπαραθέσεις ὡς πρός τήν τελική ἐπιλογή τῆς θέσης.

Δέν πρόλαβε νά δεῖ ὁλοκληρωμένο τό ἔργο πού τοῦ ἐξασφάλισε τό «ἄσβηστο καντηλάκι του» στήν Ναύπακτο, δεδομένου ὅτι σέ κάθε κτύπο τοῦ ρολογιοῦ οἱ Ναυπάκτιοι ἐξακολουθοῦν νά λένε, χτύπησε «ὁ σεραφείμης», ἀποδίδοντας ἔτσι τήν διαχρονική ὀφειλόμενη τιμή.

Τό ἔργο ὁλοκληρώθηκε τό 1915 καί χρειάστηκαν ἀρκετές συνεισφορές ἀπό πολλούς Ναυπάκτιους, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ Ναυπάκτιοι τῆς Πάτρας Γ. Βλαχογιάννης, Ν. Σουμπασάκος, Δ. Κατσιρέλης, ἀφοί Σπαρτινοῦ, Δ. Σοῦλος, Ἰω. Παπαπάνου, Δημ. Χαραλαμπόπουλος, Δ. Πλούμης, Ἀναστάσιος Παπαϊωάννου. Στό φύλλο τῆς 10ης Ἀπριλίου 1915 τοῦ ΝΕΟΛΟΓΟΥ, ὑπάρχει ὀνομαστική κατάσταση ὅλων τῶν συνεισφερόντων, τήν ὁποία ὑπογράφει ἡ ἐπιτροπή πού ἀποτελοῦνταν ἀπό τούς : Λάμπρο Φράγκο, Ἀθανάσιο Κάρμα (ἱερέα), Κ. Μέμο, Ν. Μπλέρη καί Δ. Φοινινή.

Πέρα ὅμως ἀπό τό ἐμβληματικό ἔργο, σῆμα κατατεθέν γιά τήν πόλη, ἡ πάνδημη κηδεία τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Σεραφείμ μᾶς δίνει τήν εὐκαιρία νά κομίσουμε ἀρκετά πράγματα τόσο γιά τά τῆς κηδείας του ὅσο καί γιά τήν ἀνάδειξη ἀρκετῶν παράπλευρων στοιχείων πού γίνονται πλέον ἱστορία. Ἐρανιζόμενοι ἀπό τίς τότε ἀνταποκρίσεις πού διασώζονται στόν Πατραϊκό τύπο μαθαίνουμε :

Ὁ Ἐπίσκοπος κοιμήθηκε μετά ἀπό βραχεία ἀσθένεια τή μεσημβρία τῆς Κυριακῆς 23 Φεβρουαρίου τοῦ 1914. Εὐθύς, πού μαθεύτηκε τό θλιβερό γεγονός, πλῆθος κόσμου ἔσπευσε στό Ἐπισκοπεῖο νά ἐκφράσει τή λύπη του. Ὁλόκληρη τή νύκτα γυναῖκες μαυροφόρες θρηνοῦσαν γύρω ἀπό τό σκήνωμά του.

Ὁ Ἐπίσκοπος Πατρῶν Ἀντώνιος μόλις πληροφορήθηκε τό γεγονός, ἔσπευσε ἀτμοπλοϊκῶς στήν Ναύπακτο καί ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Στήν προβλήτα τόν ἀνέμενε πλῆθος κόσμου καί τό ἱερατεῖο. Κατευθύνθηκε ἀμέσως στό Ἐπισκοπεῖο ὅπου ἀσπάστηκε τό σεπτό σκήνωμα τοῦ ἱεράρχη.

Τήν ἑπομένη, ἡμέρα Δευτέρα, σύμφωνα μέ τό πρόγραμμα πού εἶχαν ἐκπονήσει οἱ Ι.Δ. Ροντήρης καί Θεμιστοκλῆς Ἀθανασιάδης, τήν 1η μεταμεσημβρινή ἡ σορός ἐντός δρύινου φέρετρου μεταφέρθηκε στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὑποβασταζόμενο ἀπό ἕξι ἱερεῖς, προηγουμένων τῶν ἑξαπτέρυγων καί τέθηκε σέ λαϊκό προσκύνημα. Στό Ναό ἐπικράτησε τό ἀδιαχώρητο. Δύο 20άδες ἀπό μαθήτριες λευκοφοροῦσες ἀποτελοῦσαν ἑκατέρωθεν τήν τιμητική παράταξη.

Τήν 3η ἀπογευματινή ἄρχισε ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἀντώνιο. Τήν τελευταία στιγμή ἐλήφθη τηλεγράφημα ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Φωκίδας, μέ τό ὁποῖο ζητοῦσε νά γίνει ἀργότερα ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία γιά νά προλάβει νά ἔρθει ἀτμοπλοϊκῶς ἀπό τήν Ἰτέα. Τελικά ἔφτασε στή Ναύπακτο τήν ἑπομένη καί μετέβη στόν τάφο, ὅπου ἀπότινε ἐκεῖ τόν φόρο τιμῆς.

Ἐπικήδειους ἐκφώνησαν ὁ Πατρῶν Ἀντώνιος, ὁ βουλευτής Καλανζόπουλος καί ὁ Ἱεροδιάκονος Ἀθανάσιος Παπακωνσταντίνου.

Περί τήν 4.30΄ ἀπογευματινή ξεκίνησε ἡ πομπή ἡ ὁποία διῆλθε ἀπό τούς κεντρικούς δρόμους τῆς πόλης. Προηγοῦνταν στήν πομπή μεσίστιες οἱ σημαῖες τοῦ Ἑλληνικοῦ (Σχολαρχείου), τοῦ δημοτικοῦ σχολείου καί τοῦ ἐμπορικοῦ Συλλόγου ‘’ΕΡΜΗΣ’’. Ἀκολουθοῦσαν δέκα παιδία κρατώντας δέκα στεφάνους καί ἕπονταν τετράδες λευκοφόρων μαθητριῶν καί πενήντα ὀκτάδες μαθητῶν. Οἱ δάσκαλοι ἔφεραν μελανόλευκες κονκάρδες στόν ἀριστερό βραχίονα.

Τό ἀνοικτό φέρετρο συνόδευαν οἱ Ροντήρης καί Θεμιστοκλῆς Ἀθανασιάδης τίς δέ ταινίες τοῦ φέρετρου κρατοῦσαν οἱ βουλευτές Κανναβός καί Καλανζόπουλος, ὁ δήμαρχος Τρικαῖος καί ὁ πρ. βουλευτής Δημ. Φαρμάκης.

Ἀκολουθοῦσαν μέ τή σειρά οἱ ἀπορφανισθέντες προστατευόμενοι, οἱ ἐπίτροποι ἐκκλησιῶν, οἱ ἀρχές καί ὁ λαός.

Στό νέο Κοιμητήριο τῆς Ναυπάκτου τελευταῖος ἀποχαιρέτησε τόν νεκρό ὁ ἱερέας παπα- Ἀθανάσιος Κάρμας ἐκ μέρους τοῦ κλήρου τῆς ἐπισκοπικῆς ἱεραρχίας.

Ὅπως γράφει ἡ ἀνταπόκριση ἀπό τήν Ναύπακτο, τήν διαθήκη του παρέλαβε ὁ Εἰρηνοδίκης Ναυπάκτου καί τήν προώθησε ἁρμοδίως στό Μεσολόγγι ὅπου ἐπρόκειτο νά ἀναγνωστεῖ. Ἦταν δεδομένο ὅτι ἦταν ἀφιλοχρήματος. Πάντα κατά πληροφορίες, ἄφησε πλούσια βιβλιοθήκη ἀξίας 10 χιλ. δραχμῶν καί μέ κλήρωση θά ὁριζόταν ἄν θά παρέμενε στήν Ναύπακτο ἤ στό Καρπενήσι.

Τελικά ἕνα μέρος τῆς συλλογῆς, μέσω τοῦ δήμου Ναυπάκτου, βρίσκεται στήν Δημόσια Παπαχαραλάμπειο Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου.

  • Προβολές: 425

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance