Ἡ πολιτισμική δομή τῆς Μακεδονίας

Ἀπομαγνητοφωνημένος ἐπίλογος στήν ἐκδήλωση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου γιά τήν Μακεδονία πού πραγματοποιήθηκε τήν Κυριακή 21 Ὀκτωβρίου 2018.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου

Ἀγαπητοί πατέρες, κύριε πρόεδρε τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ παραρτήματος Ναυπάκτου, ἀγαπητοί παρόντες ἀδελφοί.

Ἡ σημερινή ἐκδήλωση, πού γίνεται κάθε χρόνο, μέ ἀφορμή τήν ἑορτή τοῦ ἁγίου Δημητρίου, κατά κάποιον τρόπο ἑνώνει τήν πόλη μας μέ τήν Θεσσαλονίκη, δεδομένου ὅτι ὁ Μητροπολιτικός Ναός τῆς πόλεώς μας ἔχει τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ προστάτης τῆς Θεσσαλονίκης καί τῆς Μακεδονίας καί τῆς πόλεώς μας, ἄρα ἑνώνεται ὀργανικά καί οὐσιαστικά καί ἡ δική μας περιοχή μέ τήν περιοχή τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θεσσαλονίκης.

Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς, λοιπόν, ἔγινε αὐτή ἡ σημαντική ἐκδήλωση.

Ὁ πατήρ Θωμᾶς εἶπε ὅτι θά συμπληρώσω τά κενά καί τά ἐλλείποντα τῆς ἐκδηλώσεως. Νομίζω ὅτι δέν ὑπάρχουν οὔτε κενά οὔτε ἐλλείποντα. Ἡ ὅλη ἐκδήλωση ἦταν ὁλοκληρωμένη. Οἱ φιλόλογοι τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἄρχισαν τίς εἰσηγήσεις τους ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἱστορίας καί ἔφτασαν μέχρι τῶν ἡμερῶν μας μέ πάρα πολύ ὡραῖο καί ἐπαγωγικό τρόπο, μέ εὔστοχο καί ἁπλό λόγο καί στό τέλος κατέληξαν μέ τήν θεωρία τοῦ πατρός Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος στηρίχθηκε στίς πηγές τίς ὁποῖες γνώρισε μέσα ἀπό τήν μελέτη πού ἔκανε στά ἀρχεῖα τῶν ξένων δυνάμεων καί ἔτσι ὁλοκλήρωσε τό θέμα, διότι ἐκεῖ ἀκριβῶς εἶναι τό πρόβλημα. Ἐμεῖς ὁμιλοῦμε λίγο συναισθηματικά πολλές φορές, καί συνθηματολογικά χωρίς νά κάνουμε ἔρευνα. Δηλαδή ἐκεῖνο πού παρατηρῶ εἶναι ὅτι οἱ περισσότεροι μιλοῦν ἤ συναισθηματικά ἤ συνθηματολογικά, ἀλλά αὐτό τό θέμα εἶναι θέμα ἱστορίας.

Ἐφ’ όσον δέν ὑπάρχουν κενά καί ἐλλείποντα ἀπό ὅσα ἐλέχθησαν, τότε τί πρέπει νά πῶ ἐγώ γιά νά κλείσω τήν ἐκδήλωση;

1. Προσωπικά στοιχεῖα ἀπό τήν διαμονή μου στήν Μακεδονία

Θέλω ἁπλῶς νά σᾶς πῶ τήν προσωπική μου ἐμπειρία γιά τό θέμα αὐτό. Ἄν αὐτό μπορεῖ νά ἐκληφθῆ ὅτι συμπληρώνω τά ἐλλείποντα, τότε δεχθεῖτε το ἔτσι.

Ὅπως γνωρίζετε, γεννήθηκα στά Γιάννενα, τελείωσα τό Γυμνάσιο στό Ἀγρίνιο, στά ὀνομαζόμενα «Παπαστράτεια». Ἐκεῖ γνώρισα τόν Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας, τόν Ἀρχιμανδρίτη τότε, πατέρα Καλλίνικο Ποῦλο. Στήν συνέχεια σπούδασα στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης γιά τέσσερα χρόνια. Κατά τήν διάρκεια τῶν σπουδῶν μου ἐξελέγη ὁ π. Καλλίνικος σέ Μητροπολίτη Ἐδέσσης. Καί ἐπειδή τόν γνώριζα ἀπό τό Ἀγρίνιο πῆγα στήν Εδεσσα νά τόν συγχαρῶ. Αὐτός μέ παρεκάλεσε λέγοντάς με «Ἔλα ἐδῶ νά μέ βοηθήσης στό ἔργο μου».

Τότε ἦταν νέος Μητροπολίτης, δέν εἶχε συνεργάτες δικούς του. Ὁ πρῶτος συνεργάτης πού πῆγε ἦταν ὁ πατήρ Ἀθηναγόρας Καραμαντζάνης πού ὑπηρετοῦσε μέχρι τότε ἐδῶ στήν Ναύπακτο, ὡς ἱεροκήρυκας. Καί μαζί μέ τόν πατέρα Ἀθηναγόρα πῆγε στά Γιαννιτσά ὁ πατήρ Μάξιμος Κυρίτσης ἀπό τήν Ναύπακτο. Ἀμέσως μετά καί ἐγώ, νεαρός τότε θεολόγος, μόλις τελείωσα τήν Θεολογική Σχολή πῆγα κοντά του στήν Ἔδεσσα. Ὁ πατήρ Ἀθηναγόρας εἶχε κέντρο τά Γιαννιτσά καί ἐγώ ἔμενα στό Μητροπολιτικό Οἴκημα στήν Ἔδεσσα μαζί μέ τόν ἅγιο Μητροπολίτη Καλλίνικο. Ἔμεινα ἐκεῖ γιά 15 ὁλόκληρα χρόνια καί ἤμουν Ἱεροκήρυξ μέ κέντρο τήν Ἔδεσσα.

Τό 1968, πρίν ἀπό 50 χρόνια δηλαδή, ἦταν οἱ πρῶτες ἐπισκέψεις πού ἔκανα στήν Ἔδεσσα καί τόν Μάϊο τοῦ 1969 πῆγα νά μείνω μόνιμα στήν πόλη αὐτή.

Ἡ πρώτη ἐργασία πού μοῦ ἀνέθεσε ἦταν νά ἐργαστῶ στά ἀρχεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως πού ἦταν κάτω στά ὑπόγεια, προκειμένου νά δῶ τί ἀρχειακό ὑλικό ὑπῆρχε γιά νά τό κατατάξω καί νά τό τοποθετήσω στίς βιβλιοθῆκες.

Θά σᾶς πῶ μερικές ἐμπειρίες τίς ὁποῖες ἀπέκτησα στήν Ἔδεσσα, καί γενικότερα στήν Μακεδονία, μέ κέντρο τήν Ἔδεσσα.

Μελετώντας τά ἀρχεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως τό πρῶτο πού εἶδα ἦταν ὅτι ἡ Μητρόπολη Ἐδέσσης παλαιότερα λεγόταν Μητρόπολη Βοδενῶν καί εἶχε ὡς κέντρο τήν Ἔδεσσα, ἀλλά ἐπεκτεινόταν μέχρι τήν περιοχή πού εἶναι σήμερα τά Σκόπια. Δηλαδή ἡ πόλη Γευγελῆ, πού τώρα ὑπάγεται στά Σκόπια, ὑπήγετο στήν Ἱερά Μητρόπολη Βοδενῶν.

Διαβάζοντας τά ἀρχεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως πού συγκέντρωνα καί τακτοποιοῦσα εἶδα ὅτι ὁ Μητροπολίτης Βοδενῶν μία χρονιά, ἐπειδή φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε κάποιο ἐθνικό πρόβλημα, ἄφησε τήν ἕδρα τῆς Μητροπόλεώς του, τήν Ἔδεσσα, καί πῆγε νά κάνη Πάσχα στήν Γευγελῆ. Ὁπότε ἡ Δημογεροντία ἔκανε ἀναφορά στόν Πατριάρχη ὅτι ὁ Μητροπολίτης ἔφυγε ἀπό τήν ἕδρα τῆς Μητροπόλεως καί πῆγε στήν Γευγελῆ.

Ἐκεῖ, λοιπόν, στήν Γευγελῆ ὑπῆρχε ἑλληνική, ρωμαίϊκη κοινότητα, ὑπῆρχαν δημοτικά σχολεῖα, γυμνάσια, ὑπῆρχε ἑλληνικός πληθυσμός καί ὁ Μητροπολίτης πῆγε νά τόν στηρίξη. Σέ ὅλη, λοιπόν, αὐτήν τήν περιοχή, ὅπως καί στήν πόλη Μοναστήρι, ὑπῆρχαν χιλιάδες Ἕλληνες, Ἑλληνικά Σχολεῖα καί Προξενεῖο, ἐκεῖ ἦταν ὑποπρόξενος ὁ Ἴων Δραγούμης καί ἐκεῖ γίνονταν ὅλες οἱ διαβουλεύσεις γιά τόν Μακεδονικό Ἀγώνα.

Ἑπομένως τό πρῶτο πού κατάλαβα ἦταν ὅτι ἐκεῖ κάτι ἔγινε μέ τά σύνορα τά ὁποῖα καθορίσθηκαν κατά τό 1912-1913. Στά μέρη ἐκεῖνα ὑπῆρχε ρωμαίϊκος πληθυσμός, ἄλλοι παρέμειναν ἐκεῖ καί ἄλλοι στόν χῶρο ἐδῶ τῆς Ἑλλάδος. Αὐτό σημαίνει ἕναν τεχνητό χωρισμό τῶν συνόρων, αὐτό πού ἀκούσαμε προηγουμένως πάρα πολύ καλά. Ὑπῆρχαν, λοιπόν ἄνθρωποι πού παρέμεναν στήν Ἔδεσσα καί εἶχαν συγγενεῖς καί φίλους στά μέρη τῶν Σκοπίων.

Ἔτσι ἔγινε ἕνας τεχνητός χωρισμός.

Τό δεύτερο πού εἶδα καί ἔνιωσα καθώς πήγαινα γιά νά μιλήσω ὡς λαϊκός καί στήν συνέχεια ὡς διάκονος καί πρεσβύτερος στά χωριά τῆς Ἀλμωπίας, τῶν Μογλενῶν, ὅπως λεγόταν παλιά, στήν Καρατζόβα, ἄκουγα ἀνθρώπους νά μιλᾶνε αὐτήν τήν ντόπια γλώσσα. Δέν ἤξερα τί ἦταν αὐτά τά ντόπια. Καταλάβαιναν αὐτοί βέβαια καί τά ἑλληνικά, ἀλλά προτιμοῦσαν στήν καθημερινή τους γλώσσα νά μιλᾶνε τήν ντοπιολαλιά.

Κατάλαβα, λοιπόν, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους αὐτούς ἦταν Ρωμηοί μέ ἑλληνική συνείδηση, ἦταν δίγλωσσοι, μιλοῦσαν καί τήν ντόπια γλώσσα, ἡ ὁποία δέν ἦταν μία ἰδιαίτερη γλώσσα, δέν καταγραφόταν, ἀλλά εἶχε στοιχεῖα περισσότερο βουλγαρικά, παρά σερβικά. Ἄλλωστε ἡ γλώσσα τήν ὁποία κατασκεύασαν στά Σκόπια καί τήν λένε τώρα μακεδονική γλώσσα εἶναι μία διάλεκτος βουλγαρική μέ μερικά σερβικά στοιχεῖα.

Δέν ὑπῆρξε ἰδιαίτερη γλώσσα σκοπιανή ἤ μακεδονική, ὅπως τήν λένε ἐκεῖνοι.

Ὁπότε ἔβλεπα ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀγάπη γιά τόν Θεό, ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία. Ἔρχονταν μερικές γιαγιάδες πρωΐ-πρωΐ στόν Ναό νά φέρουν τό πρόσφορο, νά μοῦ λένε τά ὀνόματα μέ τήν ντόπια προφορά γιά νά τά γράψω στό χαρτί, καί εἶχαν ὀρθόδοξη ρωμαίϊκη συνείδηση.

Διαβάζοντας τήν ἱστορία κατάλαβα ὅτι πολλοί ἀπό αὐτούς ἦταν Μακεδονομάχοι, εἶχαν πλαισιώσει τούς ἄλλους Μακεδονομάχους, ὅπως τόν Παῦλο Μελᾶ. Ὁ Καπετάν Γκόνος Γιώτας, πού τοῦ ἔχουν ἄγαλμα στά Γιαννιτσά, δέν μιλοῦσε ἑλληνικά καί μιλοῦσε τήν ντόπια γλώσσα, ὅπως καί ἄλλοι καί ἦταν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀγωνίστηκαν γιά τήν Ρωμηοσύνη, τήν Ἑλλάδα πού οὐσιαστικά πρέπει νά ἐξέφραζαν αὐτό τό ρωμαίϊκο πνεῦμα. Βεβαίως μερικοί ἀπό αὐτούς εἶχαν καί σλαβομακεδονική συνείδηση, ἀλλά ἐγώ γνώρισα πολλούς, ἔκανα φίλους, πνευματικά παιδιά μέχρι καί τώρα πού εἶναι ἄνθρωποι μέ ρωμαίϊκη συνείδηση, μέ ρωμαίϊκη παράδοση, μέ ἑλληνική παιδεία, μέ ἑλληνική γλώσσα, μέ ἀγάπη γιά τόν Θεό, ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία. Ἔβλεπα αὐτό τό πνεῦμα πού ἐπικρατοῦσε ἐκεῖ.

Ἐπίσης γνώρισα καί Μικρασιάτες, Ποντίους, Θρακιῶτες, πού ἦρθαν μέ τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν καί ἦταν μία ὄσμωση τοῦ πληθυσμοῦ καί εἰρήνη μεταξύ τους, παρά μερικά μεμονωμένα περιστατικά. Ὅπως ἐπίσης συναντοῦσα καί μερικούς Βλάχους πού μιλοῦσαν τά βλάχικα μαζί μέ τά ἑλληνικά καί εἶχαν ὀρθόδοξη ρωμαίϊκη συνείδηση.

Ἔβλεπα αὐτά καί ἄρχισα νά καταλαβαίνω στήν πράξη τί θά πῆ Ρωμηοσύνη, τί θά πῆ ρωμαίϊκη παράδοση, τί θά πῆ ρωμαίϊκος πολιτισμός, ὅτι δηλαδή, στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία πάντοτε ὑπῆρχε τό δίγλωσσο, δηλαδή μιλοῦσαν τήν ἑλληνική γλώσσα καί τήν λατινική γλώσσα. Καί στά μέρη ἐκεῖνα δίπλα στήν Ἐγνατία ὁδό ἦταν ἄνθρωποι πού χρησιμοποιοῦσαν καί τίς δύο γλῶσσες σέ ποσοστά ἑλληνικῆς καί ποσοστά λατινικῆς γλώσσας, ὅπως εἶναι τά ἀλβανικά.

Ὁπότε ἐκεῖ ἄρχισα νά εἰσδύω μέσα στό πνεῦμα τῆς Ρωμηοσύνης, τί ἦταν αὐτή ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Ἦταν Ρωμαῖοι, εἶχαν ἑλληνική παιδεία, ἑλληνική μόρφωση, ἑλληνική γλώσσα καί ταυτόχρονα χρησιμοποιοῦσαν καί τήν λατινική γλώσσα. Ἄλλωστε ξέρουμε ὅτι οἱ Ρωμαῖοι, στήν ἀρχαία Ρώμη, ἦταν Ἕλληνες, ὄχι διότι κατέκτησαν τό 146 π.Χ. τήν Ἑλλάδα, ἀλλά γιατί οἱ ἴδιοι κατακτήθηκαν προηγουμένως ἀπό τήν ἑλληνική παιδεία. Ξέρουμε πολύ καλά ὅτι στήν Κάτω Ἰταλία καί στήν Σικελία, πού λεγόταν Μεγάλη Ἑλλάδα, ἦταν ὅ,τι ἦταν ἡ Μικρά Ἀσία γιά μᾶς. Ἐκεῖ δίδασκε ὁ Πλάτων, ἀναπτύχθηκε ἡ λεγόμενη Ἐλεατική Σχολή μέ τόν Παρμενίδη, μία ὁλόκληρη φιλοσοφία.

Στήν Ρώμη, ἀμέσως τόν 1ο αἰώνα μ.Χ. στίς Ἐκκλησίες πού δημιουργήθηκαν ἦταν Ἑβραῖοι καί Ρωμαῖοι καί μιλοῦσαν τήν ἑλληνική γλώσσα, ὥστε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά στείλη τήν ἐπιστολή του σέ αὐτήν τήν Ἐκκλησία πού ἦταν ἐξ ἐθνῶν καί ἐξ Ἑβραίων καί νά γράφη ἑλληνικά. Ἡ ἐπιστολή εἶναι γραμμένη στά ἑλληνικά. Καί μέσα στήν Σύγκλητο μιλοῦσαν ἑλληνικά. Ἑπομένως, ἡ παλιά Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία δέν ἦταν ξένη καί ἀνεξάρτητη ἀπό τήν Ἑλλάδα.

Ἐν πάση περιπτώσει, αἰσθανόμουν ἐκεῖ στήν Μακεδονία ὅλη αὐτήν τήν ρωμαίϊκη παράδοση, τήν ρωμαίϊκη συνείδηση καί ἔτσι μπόρεσα νά καταλάβω πολύ καλά καί τήν θεωρία τοῦ πατρός Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὅπως πολύ ὡραῖα μᾶς τήν ἀνέλυσε ἡ κυρία Χριστίνα Καρανικόλα-Σχοινᾶ.

Τό τρίτο πού κατάλαβα ἦταν ὅτι, ὅταν ἔγινε ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, καί ξέρουμε τί συνέπειες εἶχε γιά ὅλη τήν Ἑλλάδα αὐτός ὁ πόλεμος, μέσα στήν ἴδια τήν οἰκογένεια ὑπῆρχε διχασμός, οἱ συγγενεῖς εἶχαν χωριστῆ σέ δύο στρατόπεδα. Φανταστεῖτε τώρα τίς περιοχές ἐκεῖνες πού ὑπῆρχε καί αὐτή ἡ νοοτροπία, ὑπῆρχε αὐτή ἡ ντοπιολαλιά, ὅπως λέμε, ἡ ντόπια γλώσσα καί εἶχαν γίνει καί παρεμβάσεις καί διεισδύσεις, γιά τό πῶς ἔβλεπαν οἱ μέν τούς δέ, καί πῶς τό ἐκμεταλλεύτηκαν οἱ μέν καί οἱ δέ. Τό πῶς ἔρχονταν ἀπό τήν κάτω Ἑλλάδα, ὅπως λέγαμε τότε, δηλαδή ἀπό τό «Κράτος τῶν Ἀθηνῶν», χωρίς νά ξέρουν ὅλη αὐτήν τήν ἱστορία, χωρίς νά ξέρουν ὅτι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ὀρθόδοξη συνείδηση καί εἶναι Ρωμηοί, ἐπειδή μιλοῦσαν αὐτήν τήν ντοπιολαλιά ἄρχισαν νά τούς κυνηγᾶνε, νά τούς ἐκβιάζουν, νά τούς ἀλλάζουν τά ἐπίθετα καί νά τούς ὑποχρεώνουν νά μή μιλοῦν αὐτήν τήν γλώσσα, γιατί τούς θεωροῦσαν ὡς Βούλγαρους καί ὁτιδήποτε ἄλλο.

Μερικοί ἀπό αὐτούς ἐξαναγκάστηκαν νά φύγουν καί νά πᾶνε στήν Σερβία, στά Σκόπια καί στήν Βουλγαρία. Γι’ αὐτό καί κάθε φορά, ὅταν πήγαινε ἐκεῖ κάποιος ἀπό τήν λεγόμενη κάτω Ἑλλάδα, οἱ ἄνθρωποι τόν ἔβλεπαν ἐπιφυλακτικά. «Τί ἦρθε αὐτός ἐδῶ νά μᾶς κάνη; Προπαγάνδα νά μᾶς κάνη;» Ἐμένα δέν μέ ἔβλεπαν ἔτσι, γιατί πρῶτον καταγόμουν ἀπό τήν Ἤπειρο, ἄρα ἤμουν συγγενής μέ τούς Μακεδόνες, δεύτερον γιατί ἤξερα περί Ρωμηοσύνης καί ἤθελα νά ἐργάζομαι ὄχι σοβινιστικά, ἀλλά περισσότερο ἤθελα νά ἐργάζομαι ρωμαίϊκα καί ἐκκλησιαστικά καί γι’ αὐτό μέ ἀγαποῦσαν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάνω ἀπό τά Κράτη καί πάνω ἀπό τίς πατρίδες

Ὁ Μητροπολίτης Ἐδέσσης Καλλίνικος, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπό τά Σιταράλωνα Θέρμου Τριχωνίδος καί μεγάλωσε στό Μεσολόγγι, συνήθως μιλοῦσε μέ παλμό ἐθνικό σέ διάφορες ἐκδηλώσεις. Βέβαια, στήν περιοχή ἐκεῖ γιορτάζουν τήν 25η Μαρτίου καί τήν 28η Ὀκτωβρίου, ἀλλά γιόρταζαν καί τόν Μακεδονικό Ἀγώνα. Καί ἐπειδή ὁ Καλλίνικος μιλοῦσε μέ πολύ ἐνθουσιασμό, στήν ἀρχή μερικοί ἄνθρωποι ἦταν ἐπιφυλακτικοί.

Γιά παράδειγμα, ἔλεγε στά κηρύγματά του ὅτι πρέπει νά εἴμαστε καλοί Χριστιανοί, νά πηγαίνουμε στήν Ἑκκλησία καί νά εἴμαστε καί καλοί Ἕλληνες. Μερικοί ἀμέσως ἔλεγαν ὅτι «δέν μᾶς θεωρεῖ Ἕλληνες». Ἐκεῖνος φυσικά δέν ἀμφισβητοῦσε τήν ἑλληνικότητα τῆς περιοχῆς, ἀλλά ἡ προπαγάνδα τῶν Σκοπίων διέδιδε: «Ὁρίστε, ὁ Μητροπολίτης σας δέν σᾶς θεωρεῖ Ἕλληνες». Καί ἔτσι εἶχε κάποια προβλήματα ὁ Καλλίνικος στήν περιοχή ἀπό τήν προπαγάνδα τῶν Σκοπιανῶν.

Ἀλλά ἐκεῖνος ἔδειχνε πολύ μεγάλη ἀγάπη καί πολύ μεγάλη κατανόηση. Καί ἡ ἀγάπη τήν ὁποία ἔδειχνε, ἡ ἀρχοντιά καί ἡ ἐλευθερία τήν ὁποία εἶχε καί ἡ ἀφοσίωσή του στήν Ἐκκλησία καί τό ἱεραποστολικό του ἔργο, ἀλλά καί ἡ καρδιακή διάθεση πού εἶχε σέ ὅλους καί οἱ Λειτουργίες καί τά κηρύγματα πού ἔκανε καί στά ὁποῖα ἀπέφευγε νά ἀσχολῆται μέ τήν πολιτική, τόν ἔκαναν ὥστε νά τόν ἀγαπήσουν οἱ πάντες, ἐκτός ἐξαιρέσεων. Ἀκόμη καί τώρα, 34 χρόνια μετά τήν κοίμησή του, τόν ἀγαποῦν, πηγαίνουν στόν τάφο του καί ἀνάβουν τό καντήλι του. Δέν ὑπάρχει μέρα πού νά εἶναι σβηστό τό καντήλι καί μάλιστα οἱ ἄνθρωποι ἀνταγωνίζονται ποιός θά ἀνάψη τό καντήλι. Καί ἐπειδή τόν ἀγάπησαν, πηγαίνουν στόν τάφο του καί τοῦ λένε ὅσα προβλήματα ἔχουν, βλέπουν θαύματα, τόν βλέπουν στόν ὕπνο τους, τόν θεωροῦν καί τόν ἔχουν ὡς Ἅγιο.

Γι’ αὐτό καί ὁ νῦν Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωήλ, ὡς ὁ κατ΄ ἐξοχήν ἁρμόδιος Ἐπίσκοπος, ἐκφράζοντας τήν συνείδηση τοῦ λαοῦ, ἔκανε πρόταση στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος περί ἁγιοκατατάξεώς του. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔλαβε τήν ἀπόφαση καί τήν ἔστειλε στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἀναμένεται ἡ ἀπόφασή του. Δηλαδή, ὁ Μητροπολίτης Καλλίνικος ἐργάστηκε μέ ἕνα πνεῦμα ἀγάπης, ἀγκάλιασε ὅλους τούς ἀνθρώπους, τούς ἀγάπησε, ἔδωσε τόν ἑαυτό του σέ ὅλους μέ τήν θυσία του, μέ τό κήρυγμά του καί ὅ,τι ἄλλο μποροῦσε νά κάνη καί βεβαίως μετά τήν κοίμησή του ὅλοι τοῦ ἀναγνωρίζουν μεγάλη τιμή καί μεγάλο σεβασμό.

2. Τί κάνουμε τώρα;

Εἴδαμε τήν ἱστορία τοῦ ζητήματος. Τό ἐρώτημα εἶναι: Τώρα τί κάνουμε; Αὐτό εἶναι τό βασικό πρόβλημα. Μέ αὐτό θέλω νά κλείσω τήν ἐκδήλωση αὐτή.

Τό πρῶτο πού μπορῶ νά πῶ εἶναι ὅτι πρέπει νά ὑπάρξη αὐτό τό μικρό Κράτος, τό Κράτος τῶν Σκοπίων καί δέν πρέπει νά διαλυθῆ. Σᾶς φαίνεται αὐτό παράδοξο; Μᾶς συμφέρει καί ἀπό ἑλληνικῆς πλευρᾶς νά ὑπάρχη τό Κράτος αὐτό. Ἐάν αὐτό τό Κράτος διαλυθῆ, τότε θά ἔχουμε χειρότερα προβλήματα καί ἀπό τούς Ἀλβανούς καί ἀπό τούς Βουλγάρους. Ὁπότε τό ὅτι θά ὑπάρξη αὐτό τό Κράτος θά εἶναι ἕνα μαξιλάρι γιά νά κρατᾶ ἐκείνους πού θέλουν νά παρέμβουν στήν Ἑλλάδα καί νά δημιουργήσουν ἄλλα προβλήματα καί ἄλλες διεκδικήσεις.

Ἑπομένως, ἐκεῖνο πού ἐμεῖς πρέπει νά ἔχουμε στό μυαλό μας, καί τό θεωρῶ πολύ βασικό, εἶναι ὅτι πρέπει τό Κράτος αὐτό νά ἐξακολουθῆ νά ὑπάρχη, νά μή διαλυθῇ καί ἀπό κεῖ καί πέρα νά οἰκοδομήσουμε ὁτιδήποτε ἄλλο θέλουμε.

Τό δεύτερο εἶναι τί πρέπει νά κάνουμε ἐμεῖς γιά τό ὄνομά του καί τήν ὁρολογία.

Ἐγώ τοὐλάχιστον ἐκεῖνο πού ἔχω γράψει, καί εἶναι πάγια ἄποψή μου, καί νομίζω οἱ περισσότεροι θά συμφωνεῖτε, μπορεῖ καί μερικοί νά διαφωνοῦν, εἶναι ὅτι περίμενα καί περιμένω νά ὑπάρχη ἐθνική γραμμή ὅλων τῶν κομμάτων στό θέμα αὐτό. Περίμενα καί περιμένω ἐπάνω στό θέμα αὐτό, πού εἶναι ἐθνικό, νά βροῦν ὅλα τά κόμματα μερικά κοινά σημεῖα. Ὅπως ἔγινε τό 1992, πού ἔγινε τό Συμβούλιο Πολιτικῶν Ἀρχηγῶν καί ὅλα τά κόμματα, ἐκτός ἀπό ἕνα, ἔλαβαν ἀποφάσεις, διατύπωσαν ἀρχές, ἔθεσαν τίς κόκκινες γραμμές. Καί ὅπως ἔγινε τό 2008, πού τά δύο μεγάλα κόμματα τότε εἶχαν ἀντιπαράθεση μεταξύ τους, τό ἕνα ἦταν πρός τό τέλος καί ἐρχόταν τό ἄλλο, καί παρά τό ὅτι εἶχαν πολιτικές ἀντιπαραθέσεις, ἔκαναν συμφωνίες καί βρῆκαν τίς κόκκινες γραμμές.

Αὐτό γιατί νά μή γίνη τώρα; Γιατί ὅλοι νά ἐκμεταλλεύονται αὐτό τό θέμα γιά μικροκομματικά συμφέροντα; Αὐτός εἶναι ὁ πόνος μου. Πρέπει νά βροῦμε κοινές λύσεις. Νά ποῦν ποιά εἶναι ἡ γραμμή πού θά τηρήσουμε, τί εἶναι τό ἐφικτόν, τί εἶναι τό ἐπιθυμητό καί ποιές εἶναι οἱ κόκκινες γραμμές κάτω ἀπό τίς ὁποῖες δέν μποροῦμε νά προχωρήσουμε. Αὐτό περιμένω ἐγώ ἀπό τούς πολιτικούς. Περίμενα ἀπό τούς πολιτικούς, ἀκόμη εἶναι καιρός, νά βροῦν κοινά στοιχεῖα, ὥστε νά μή διαιρῆται ὁ λαός μας γι’ αὐτό τό ἐθνικό θέμα. Νά μή χρησιμοποιοῦν ἐθνικά θέματα γιά μικροκομματικές σκοπιμότητες. Αὐτό ἀπό πλευρᾶς πολιτικῆς.

Ἀπό πλευρᾶς Ἐκκλησίας τί περιμένω; Περιμένω πρῶτον νά ἀναπτύξη αὐτήν τήν ρωμαίϊκη συνείδηση στόν λαό, νά ἀγωνιζόμαστε μέ ὅποιον τρόπο μπορεῖ ὁ καθένας γιά τήν διαφύλαξη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τῆς ἐθνικῆς συνείδησης, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάνω ἀπό τά κόμματα, νά ἀναπτύξη αὐτήν τήν ρωμαίϊκη συνείδηση μέ τήν ἁγιότητα, μέ τήν Ρωμηοσύνη, μέ τούς Ἁγίους μας, ὅπως πολύ ὡραῖα μᾶς τά παρουσίασαν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία κρατᾶ οὐσιαστικά τήν πίστη στόν Θεό, στήν πατρίδα, ἀλλά ὄχι ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος νά ὑπονομεύεται ἡ Ἐκκλησία ἤ νά ὑποβιβάζεται ὁ Θεός. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά ἑνώνη τίς ἀντιθέσεις πού ὑπάρχουν στίς κοινωνίες.

Καί, φυσικά, ἐκεῖνο πού πρέπει νά γίνεται ἀπό ὅλους μας εἶναι νά προσευχόμαστε. Γιατί ὁ Θεός εἶναι Ἐκεῖνος πού ἀλλάζει καί τίς βουλές τῶν Ἐθνῶν καί τῶν ἀρχόντων. Χρειάζεται προσευχή. Καί σκεπτόμουν προηγουμένως, ὅταν ἔπαιξε μέ τό κανονάκι ὁ Παντελῆς τό τροπάριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου πού λέει: «Μέγαν εὕρατο ἐν τοῖς κινδύνοις σέ ὑπέρμαχον ἡ οἰκουμένη». Ποιά ἦταν ἡ οἰκουμένη; Ὅταν ἔλεγαν τότε οἰκουμένη, ἐννοοῦσαν τήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Αὐτή ἦταν ἡ οἰκουμένη, οἱ ἄλλοι ἦταν βάρβαροι, αὐτή ἦταν ἡ Ρωμαίϊκη Χριστιανική οἰκουμένη. Δυστυχῶς, τόν 19ο αἰώνα ὁ διαφωτισμός διαμόρφωσε πολλά μικρά ἐθνικά κρατίδια στά Βαλκάνια.

Προσευχόμαστε, λοιπόν, στόν ἅγιο Δημήτριο καί λέμε ὅτι ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη, ὄχι μόνο ἡ Ἑλλάδα, ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη ἐσένα βρῆκε ὑπέρμαχον, ἐνισχυτή, στούς κινδύνους. Σήμερα ἔχουμε πολλούς κινδύνους. Αὐτός ὁ μέγας Ἅγιος εἶναι ὑπέρμαχος καί σ’ αὐτόν προσεύχεται ὅλη ἡ οἰκουμένη. Τό λέει καθαρά: «Ἀθλοφόρε, τά ἔθνη τροπούμενον», ἐσένα ἀθλοφόρε ἡ οἰκουμένη, ἡ Ρωμαϊκή Χριστιανική Αὐτοκρατορία, περιμένει στούς κινδύνους πού περνᾶμε, νά κατατροπώσης τά ἔθνη, «τά τούς πολέμους θέλοντα», πού θέλουν νά καταργήσουν τήν Ρωμηοσύνη καί τήν χριστιανική οἰκουμένη. Καί ὅπως τοῦ «Λυαίου καθεῖλες τήν ἔπαρσιν», –δηλαδή ὁ Λυαῖος ἔκανε τόν ἔξυπνο, σήμερα μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι τά Κράτη πού θέλουν νά μᾶς ταπεινώσουν– ὅπως ἐσύ, Ἅγιε, κατέστρεψες τήν ἔπαρση τοῦ Λυαίου, διότι ἐνθάρρυνες τόν Νέστορα νά πολεμήση στό στάδιο, «οὕτως, ἅγιε μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος».

Ἑπομένως ἔχει καθιερωθῆ αὐτή ἡ ἑβδομάδα τοῦ ἁγίου Δημητρίου καί τήν γιορτάζουμε μέ διαφόρους τρόπους, δηλαδή μέ αὐτήν τήν ἐκδήλωση, μέ ἀγρυπνία καί μέ ἄλλες ἐκδηλώσεις πού θά σᾶς ἀνακοινώσουμε. Στόν ἑσπερινό τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρέπει νά γεμίση ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου ἐδῶ. Γιατί πῶς ἀλλιῶς θά προσευχηθοῦμε στόν ἅγιο Δημήτριο, ὁ ὁποῖος εἶναι προστάτης καί τῆς Θεσσαλονίκης καί τῆς Μακεδονίας καί τῆς Ναυπάκτου καί ὅλης τῆς χριστιανικῆς οἰκουμένης;

Ἑσπερινός, λοιπόν, τοῦ ἁγίου Δημητρίου τήν προηγουμένη ἡμέρα. Τήν κυριώνυμη ἡμέρα μέ τήν θεία Λειτουργία καί τήν λιτανεία μας νά προσευχηθοῦμε καί νά παρακαλέσουμε τόν ἅγιο Δημήτριο νά ταπεινώση τήν ἔπαρση τῶν ξένων πού θέλουν νά βλάψουν τήν Πατρίδα μας, ἀλλά καί νά φωτίση τούς ἄρχοντές μας νά ἐνεργήσουν μέ πολύ ἔξυπνο καί ὡραῖο τρόπο, ὥστε ἡ Μακεδονία νά εἶναι πάντοτε κομμάτι τῆς Ρωμηοσύνης. Εὐχαριστῶ.–

  • Προβολές: 297

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance