«Τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας» - Ὁμιλία Ναυπάκτου Ἱεροθέου στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, Πάτρα (video)

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα κατά τόν Ἑσπερινό τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Εὐαγγελιστρίας Πατρῶν, 24 Μαρτίου 2019.  

Μπορεῖτε νά δεῖτε ὅλο τό κήρυγμα τοῦ Σεβασμιωτάτου κ. Ἱεροθέου ΕΔΩ

 *

Ὁμιλία Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, στήν Πάτρα (video)Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Πατρῶν καί ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ πολυφίλητε ἀδελφέ, κύριε Χρυσόστομε, Ἐπίσης, θά ἤθελα νά σᾶς εὐχαριστήσω θερμά γιά τήν ἄριστη συνεργασία τήν ὁποία εἴχαμε στήν Ἐπιτροπή διαλόγου σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἡ ὁποία Ἐπιτροπή ἦταν ὑπόδειγμα ἑνότητος τῶν Ἱεραρχῶν, τῶν Πρεσβυτέρων καί τῶν λαϊκῶν καί ὑπόδειγμα ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους καί συνοδικοῦ φρονήματος. Γιατί, βεβαίως, ὅταν ἔχουμε μία Ἐπιτροπή γιά νά λύσουμε τά θέματα, δέν εἶναι μόνο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τήν προεδρία, ἀφοῦ ἄν δέν ἔχη καί Ἱεράρχες οἱ ὁποῖοι νά ἔχουν κοινή συναντίληψη, τότε δέν μπορεῖ νά κατορθώση ἀπολύτως τίποτα. Στήν συνέχεια θά ἀναφερθῶ στό γεγονός τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, λόγῳ τῆς σημερινῆς ἑορτῆς.

1. Τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας

Σήμερα εἶναι μεγάλη ἑορτή, ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ ἑορτή τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἄλλο εἶναι ἡ θεολογία καί ἄλλο εἶναι ἡ οἰκονομία. Ὅταν μιλᾶμε γιά θεολογία, ἐννοοῦμε τήν θεολογία περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅταν μιλᾶμε γιά θεία Οἰκονομία, ἐννοοῦμε τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τί εἶναι αὐτό τό μυστήριο τό ὁποῖο συνετελέσθη μέσα στήν κοιλία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Αὐτό τό παρουσιάζει ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τό ἀναλύουν ὅλα τά τροπάρια πού ψάλλαμε προηγουμένως.

Τί εἶναι αὐτό τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας; Εἶναι ἡ ἕνωση θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ θεία φύση ἑνώθηκε μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου, πού σημαίνει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν εἶχε δική της ὑπόσταση, ἀλλά ἔγινε σέ αὐτήν ὑπόσταση ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, εἶναι ὁ τέλειος Θεός καί ὁ τέλειος ἄνθρωπος καί εἶναι αὐτό πού λέμε Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός.

Αὐτό, βέβαια, εἶναι ἕνα μυστήριο τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά τό καταλάβη κανείς μέ τήν ἀνθρώπινη λογική, δέν εἶναι δυνατόν νά τό κατανοήση φιλοσοφικά, τό πῶς δηλαδή ἑνώθηκε ἡ θεία φύση μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Στήν πραγ¬ματικότητα δέν μπορεῖ κανείς νά καταλάβη λογικά τό πῶς ἡ θεία φύση περιχώρησε τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν προσέλαβε καί τήν ἁγίασε στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Εἶναι ἕνα μυστήριο τό ὁποῖο εἶναι ἀκατάληπτο ἀπό τήν ἀνθρώπινη λογική καί τήν φιλοσοφία.

Ἄν διαβάσετε προσεκτικά τά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλαμε σήμερα, θά δῆτε ὅλη αὐτήν τήν θεολογία τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας, τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί ἐδῶ, σέ αὐτό τό μυστήριο σκόνταψε ὅλη ἡ ἀνθρώπινη λογική.

Γιατί τό λέγω αὐτό; Διότι οἱ ἀρχαῖοι θεολόγοι τοῦ 3ου καί 4ου αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νά ἀντιμετωπίσουν καί νά κατανοήσουν λογικά αὐτό τό μυστήριο, χρησιμοποίησαν τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία καί τίς βασικές ἀρχές της, κυρίως τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας καί ἔτσι περιέπεσαν σέ αἱρέσεις.

2. Οἱ αἱρετικοί φιλοσοφοῦσαν γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ

Οἱ ἀρχαῖοι θεολόγοι προσέλαβαν τρεῖς ἀρχές τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, δηλαδή τρεῖς φράσεις, καί νόμιζαν ὅτι μέ αὐτόν τόν τρόπο θά καταλάβουν καί θά κατανοήσουν λογικά τό μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Ἡ πρώτη ἀρχή τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας εἶναι ὅτι «κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση εἶναι ἀναγκαστικό», δηλαδή «πᾶν ἐκ φύσεως εἶναι κατ’ ἀνάγκη». Ὁπότε, κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἀριστο¬τέλης, εἶναι ἀναγκαστικό, δηλαδή ταυτίζεται ἡ φύση μέ τήν ἀναγκαιότητα. Ἄρα ὁ Πατήρ, κατά τόν Ἄρειο, δέν ἐγέννησε τόν Υἱό ἐκ φύσεως, διότι αὐτό θά ἦταν κατ’ ἀνάγκην, ὁπότε θέλησε, «ἠβουλήθη» νά γεννήση τόν Υἱό πού σημαίνει ὅτι ὁ Λόγος εἶναι κτίσμα. Ἔτσι κατέληξε ὁ Ἄρειος στήν ἄποψη ὅτι ὁ Λόγος εἶναι τό κτίσμα καί μάλιστα τό πρῶτο κτίσμα τῆς δημιουργίας. Τήν αἵρεση αὐτή τοῦ Ἀρείου ἀντιμετώπισε μέ πάρα πολύ εὔστοχο τρόπο ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί τήν κατεδίκασε ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.

Ἡ δεύτερη φιλοσοφική ἀρχή μέ τήν ὁποία προσπάθησαν οἱ ἀρχαῖοι θεολόγοι νά καταλάβουν αὐτήν τήν ἕνωση θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στόν Χριστό, εἶναι ὅτι ἡ φύση δέν εἶναι ἀνυπόστατη, δηλαδή κάθε φύση ἔχει ἀναγκαστικά τήν δική της ὑπόσταση, ἔτσι δέν ὑπάρχει τίποτε ἀνυπόστατο. Καί ἡ φύση ταυτίζεται μέ τήν ὑπόσταση. Δέν ὑπάρχει φύση χωρίς ὑπόσταση. Καί ἐφ’ όσον δέν ὑπάρχει φύση ἀνεξάρτητη ἀπό τήν ὑπόσταση, γι’ αὐτό στόν Χριστό ἔχουμε δύο φύσεις καί δύο ὑποστάσεις, δύο πρόσωπα. Αὐτή εἶναι ἡ αἵρεση τοῦ Νεστορίου, τήν ὁποία ἀντιμετώπισε ὁ ἅγιος Κύριλλος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας στήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.

Στήν συνέχεια παρουσιάσθηκαν ἄλλοι αἱρετικοί οἱ ὁποῖοι χρησιμοποίησαν μία τρίτη φιλοσοφική ἀρχή, κατά τήν ὁποία δύο τέλεια ὄντα δέν μποροῦν νά κάνουν ἕνα τέλειο ὄν. Καί ἐφ’ ὅσον δύο τέλεια δέν μπορεῖ νά ἑνωθοῦν καί νά κάνουν ἕνα, ἄρα ἀπορροφήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση καί ἔχουμε τόν Μονοφυσιτισμό τόν ὁποῖο ἀντιμετώπισε ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος. Ἀργότερα ἀπό αὐτήν τήν αἵρεση προῆλθε καί ὁ Μονοθελητισμός, ὅτι ὑπάρχει μία θέληση στόν Χριστό.

Αὐτές εἶναι οἱ τρεῖς ἀρχές τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, καί κυρίως τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, τίς ὁποῖες προσέλαβαν οἱ ἀρχαῖοι αἱρετικοί θεολόγοι καί ἀνέπτυξαν τίς αἱρέσεις πού ἀνέφερα.

3. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν θεία Ἐνανθρώπηση

Τό ἐρώτημα εἶναι: Πῶς ἀντιμετώπισε ἡ Ἐκκλησία ὅλη αὐτήν τήν κατάσταση, δηλαδή αὐτήν τήν προσπάθεια τῶν αἱρετικῶν θεολόγων νά κατανοήσουν λογικά τό μυστήριο τῆς ἑνώσεως θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου;

Οἱ Πατέρες στίς Οἰκουμενικές Συνόδους ἀπεφάσισαν ὅτι ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίἙπομένως, ἐάν δέν μπορῆ κανείς μέ τήν λογική, ἐάν δέν μπορῆ μέ τήν φιλοσοφία, ἄν δέν μπορῆ μέ τόν ὀρθολογισμό, πῶς μπορεῖ κανείς νά κατανοήση αὐτό τό μυστήριο; Δέν ὑπάρχει δυνατότητα νά τό βιώση;

Ἀντιμετώπισαν αὐτά τά θέματα γιά νά δείξουν ὅτι δέν μπορεῖ κανείς μέ τίς ἀρχές τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί μέ τόν ὀρθό λόγο νά καταλάβη τό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί, βεβαίως, τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας.Ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε θά δῆ τούς Πατέρες νά λένε ὅτι γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός, ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση. Καί πῶς τό ξέρουμε; Τό ξέρουμε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἀπό τήν φιλοσοφία. Τό γνωρίζουμε ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἀσάρκου Λόγου στήν Παλαιά Διαθήκη, στούς Προφῆτες, καί τήν ἀποκάλυψη τοῦ Σεσαρκωμένου Λόγου στούς Ἀποστόλους καί ἔπειτα στούς ἁγίους Πατέρας, μέσα ἀπό τήν πνευματική ἐμπειρία. Διαβάζοντας κανείς τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, διαπιστώνει ὅτι συνεχῶς οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν χωρία τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης γιά νά δηλώσουν αὐτό τό γεγονός. Καί συνεχῶς χρησιμοποιοῦν τούς λόγους τοῦ Χριστοῦ, τούς λόγους τῶν Προφητῶν, τούς λόγους τῶν Πατέρων καί δέν φιλοσοφοῦσαν.Ὁπότε, οἱ Πατέρες χρησιμοποίησαν τήν ὁρολογία τήν ὁποία εἶχαν τότε οἱ φιλόσοφοι, ἀλλά τό ἔκαναν μέ ἕναν διαφορετικό τρόπο. Καί στήν πραγματικότητα τεκμηρίωναν αὐτήν τήν ὀρθόδοξη θεολογία βασιζόμενοι στά κείμενα τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, τήν στήριζαν στήν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

4. Ἡ ἐμπειρική προσέγγιση τῶν μυστηρίων

Καί ἐπειδή ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης σας θυμήθηκε σήμερα τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ πού γιορτάσαμε χθές καί σήμερα τό πρωΐ, θά ἤθελα νά πῶ ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στά κείμενά του αὐτό ἀκριβῶς λέγει. Στηρίζεται ἐπάνω στήν Θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων.

Σέ ἕνα κείμενό του πού ἐπιγράφεται «Ἁγιορειτικός Τόμος, ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», τόν ὁποῖο συνέταξε ὁ ἴδιος καί ὑπογράφηκε ἀπό τούς ἐγκρίτους Πατέρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, λέγει αὐτό πού γράφεται στά Πρακτικά ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς τους: «Ταῦτα ὑπό τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθημεν, ταῦτα παρά τῶν Πατέρων παρελάβομεν, ταῦτα διά τῆς μικρᾶς ἔγνωμεν πείρας».

Ἐδῶ βρίσκεται ὅλη ἡ ὀρθόδοξη θεολογία: Αὐτά τά διαβάσαμε στίς Γραφές, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, αὐτά τά παραλάβαμε ἀπό τούς Πατέρες μας πού εἶχαν τήν ἐμπειρία, αὐτά ἀκριβῶς καί ἐμεῖς ἀποκτήσαμε πείρα μέσα στήν Ἐκκλησία.

Ὁπότε, ὅταν δῆ κανείς ὅλο τό ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, θά διαπιστώση ὅτι ἀναφέρεται σέ αὐτό τό γεγονός, στόν λεγόμενο ἡσυχασμό. Καί τί εἶναι αὐτός ὁ ἡσυχασμός; Εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄, 8).  Ἔάν διαβάση κανείς τά κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, θά δῆ ὅτι ὁ ἅγιος ἀντιμετωπίζοντας τούς αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τόν Βαρλαάμ καί τούς ἄλλους ὁμόφρονές του, πού ἦταν ἐδῶ στόν δικό μας χῶρο, στηρίζεται κυρίως ἐπάνω στό γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ στό Ὄρος Θαβώρ.

Πῶς ξέρουμε, δηλαδή, ὅτι ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου; Ὑπάρχουν πολλά γεγονότα, ἀλλά στήν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ φαίνεται καθαρά. Ἐπάνω στό Ὄρος Θαβώρ εἶναι ὁ Χριστός πού τό πρόσωπό Του λάμπει ὡς ὁ ἥλιος, γιατί μέσα ἀπό τό σῶμα του βγαίνει τό φῶς τῆς Θεότητος. Τό φῶς αὐτό δέν εἶναι μία λάμψη ἐξωτερική. Λάμπει τό πρόσωπό του ὡς ὁ ἥλιος, γιατί αὐτό τό φῶς δέν εἶναι κτιστό, ἀλλά εἶναι ἄκτιστο. Καί «τά ἱμάτια ἐγένοντο λευκά ὡς τό φῶς». Οἱ τρεῖς Μαθητές βλέπουν, δηλαδή, ἕνα σῶμα τό ὁποῖο εἶναι μέσα στό φῶς, τό σῶμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση, τό φῶς εἶναι ἡ ἄκτιστη Θεότητα τοῦ Λόγου πού διαπορθμεύεται μέσα ἀπό τό σῶμα.

Καί ἑπομένως ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι ὅτι αὐτό τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας τό γνωρίζουμε μέσα ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μέσα ἀπό τήν φιλοσοφία. Ἐάν προσπαθῆ κανείς μέσα ἀπό τήν φιλοσοφία νά τό κατανοήση, τότε θά πέση σέ βαθύτατη αἵρεση.

5. Ὁ σκοπός τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δέν θεωρεῖ μόνο ὅτι ὁ ἡσυχασμός εἶναι ἡ βάση ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἡ προϋπόθεση ὅλων τῶν δογμάτων, ἀλλά μᾶς διδάσκει καί γιατί ὁ Υἱός καί Λόγος του Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Ποιός, λοιπόν, εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὁ σκοπός τῆς Θείας Οἰκονομίας; Γιατί, δηλαδή, ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος, ποιός εἶναι ὁ σκοπός; Καί βέβαια αὐτά πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς φαίνονται καθαρά στά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλαμε σήμερα.

Δεῖτε λίγο τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ πού ἀναφέρεται σέ αὐτόν τόν σκοπό τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Σέ μία ὁμιλία του γράφει:

«Ἔγινε, λοιπόν, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος γιά νά δείξη σέ ποιό ὕψος θά μᾶς ἀνεβάση· γιά νά μήν ὑπερηφανευόμαστε ὅτι ἀνταποδώσαμε τήν ἧττα παλαίοντας μόνοι μας· γιά νά εἶναι πραγματικός μεσίτης ὡς διπλός στή φύση ἁρμόζοντας κάθε μέρος του πρός τό ἀντίστοιχό του· γιά νά διαλύση τόν δεσμό τῆς ἁμαρτίας· γιά νά καθαρίση τόν μολυσμό ἀπό τήν συνάφεια τῆς σάρκας· γιά νά δείξη τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς· γιά νά δείξη σέ ποιό βάθος κακῶν ἐμπέσαμε, ὥστε νά χρειαζόμαστε σάρκωση τοῦ Θεοῦ· γιά νά μᾶς γίνη ὑπόδειγμα ταπεινώσεως πού περικλείει ἡ σάρκα καί τό πάθος καί φάρμακο θεραπευτικό τῆς ὑπερηφανείας· γιά νά δείξη ὅτι ἡ φύσις μας κτίσθηκε ἀγαθή ἀπό τόν Θεό· γιά νά γίνη ἀρχηγός καί διαπιστωτής τῆς ἀναστάσεως καί τῆς αἰώνιας ζωῆς, λύοντας τήν ἀπόγνωση· γιά νά μεταβάλη τούς ἀνθρώπους σέ υἱούς τοῦ Θεοῦ, καθιστώντας τους κοινωνούς τῆς θείας ἀθανασίας, ἀφοῦ ἔγινε Υἱός ἀνθρώπου καί μετέλαβε τῆς θνητότητος· γιά νά δειχθῆ πῶς ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου κτίσθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐπάνω ἀπό ὅλα τά κτίσματα· διότι ἡ συγγένεια πρός τόν Θεό ἦταν τόση, ὥστε νά μπορεῖ νά συνενωθῆ μέ αὐτόν σέ μία ὑπόσταση· γιά νά τιμήση τήν σάρκα, αὐτήν τήν θνητή μάλιστα, ὥστε νά μή νομίζουν καί νά μή νομίζονται προτιμότερα ἀπό τόν ἄνθρωπο τά ὑπερήφανα πνεύματα καί νά θεωροῦνται θεϊκά ἐξ αἰτίας τῆς ἀσαρκίας καί τῆς φαινομενικῆς ἀθανασίας· γιά νά συνδέση τά φυσικῶς διαχωρισμένα, τούς ἀνθρώπους καί τόν Θεό, ἀφοῦ ἔγινε αὐτός μεσίτης διπλός στήν φύση. Τί χρειάζεται νά πῶ περισσότερα; Ἐάν δέν σαρκωνόταν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, δέν θά δεικνυόταν ἀληθινός Πατήρ ὁ Πατήρ, δέν θά δεικνυόταν ἀληθινός Υἱός ὁ Υἱός, δέν θά δεικνυόταν νά εἶναι προϊόν ἀπό τόν Πατέρα τό Πνεῦμα τό Ἅγιο· ὁ Θεός δέν θά ἦταν σέ οὐσία καί ὑποστάσεις, ἀλλά θά ἦταν κάποια ἐνέργεια παρατηρούμενη στά κτίσματα».

Βλέπετε ὅλη τήν θεολογία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί μέ πόσο ὡραῖο τρόπο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παρουσιάζει τόν σκοπό της;

Αὐτό τό μυστήριο ἑορτάζουμε σήμερα καί αὔριο, καί αὐτό τό μυστήριο συνετελέσθη στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Πῶς νά μήν τιμήση κανείς καί νά μήν ὑμνήση τήν Παναγία μας, πού ἡ κοιλία της ἔγινε τό ἐργαστήριο τῆς ἑνώσεως θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου; Πῶς νά μήν τιμήση αὐτό τό ὑπεράγιο καί καθαρότατο πρόσωπο τῆς Παναγίας μας πού συνδέεται πολύ στενά μέ τόν Χριστό; Καί πῶς καί ὁ Χριστός νά μήν ἀγαπήση τήν Παναγία, ὄχι ἁπλῶς γιατί τόν γέννησε κατά σάρκα, ἀλλά γιατί μέσα στά ἔγκατά της συνετελέσθη αὐτό τό μέγα μυστήριο τῆς ἑνώσεως Θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου;

6. Ἡ βίωση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οικονομίας

Καί καταλήγοντας θέλω νά πῶ: Τί σημαίνει αὐτό γιά μᾶς, καί ἐμεῖς πῶς θά βιώσουμε αὐτό τό μυστήριο καί πῶς θά τό ζήσουμε;

Θά τό ζήσουμε καί θά τό βιώσουμε μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ζῶντες μέσα στήν Ἐκκλησία, θά ἔχουμε αὐτή τήν πείρα καί θά καταλάβουμε αὐτό τό μυστήριο μέ τήν ὕπαρξή μας. Αὐτό πού κατάλαβε ἡ Παναγία, ὅταν μέσα της εἰσῆλθε τό πῦρ τῆς Θεότητος, τό καταλαβαίνουν ἐν μέρει καί ἐκεῖνοι πού ζοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία μέ καθαρότητα καί προσευχή καί βλέπουν νά ἀνάβη ἡ καρδιά τους ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό. Διότι συμβαίνει ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Χριστός: «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη!» (Λουκ. ιβ΄, 49).

Αὐτήν τήν φωτιά πού αἰσθάνθηκε καί βίωσε ἡ Παναγία, ὡς φλεγομένη καί μή καταφλεγομένη βάτος, αὐτήν τήν ἄκτιστη Χάρη καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ τήν αἰσθάνονται ἀναλογικά οἱ ἄνθρωποι πού ζοῦν πραγ¬ματικά μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Καί τότε δέν χρειάζον¬ται ἐπιχειρήματα, δέν χρειάζονται φιλοσοφίες, δέν χρειάζονται ἀνθρώπινες σκέψεις καί ὀρθολογισμούς γιά νά πιστεύσουν, οὔτε χρειάζονται ἁπλῶς ἠθικές σκέψεις, ἀφοῦ βιώνουν τό μυστήριο.  Καί συμβαίνει αὐτό πού ἔγινε στήν Σαμαρείτιδα γυναίκα ἡ ὁποία κήρυξε στούς συμπατριῶτες της ὅτι βρῆκε τόν Χριστό πού περίμεναν νά ἔρθη. Καί ὅταν οἱ ἄνθρωποι πῆγαν καί τόν συνάντησαν εἶπαν: «Οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός» (Ἰω. δ', 42).  

Καί τότε θά βλέπουμε καί θά κηρύττουμε αὐτό πού ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ταῦτα ὑπό τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθημεν, ταῦτα παρά τῶν Πατέρων παρελάβομεν, ταῦτα διά τῆς μικρᾶς ἔγνωμεν πείρας».

Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἐσύ πού ἔδωσες σάρκα στόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ ἄνοιξε τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, γιά νά αἰσθανθοῦμε καί ἐμεῖς βιωματικά καί καρδιακά αὐτό τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, τό ὁποῖο νά γίνη μυστήριο τῆς θεώσεώς μας. Ἀμήν.-