Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Ἡ θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας μέχρι τῆς ἐνάτης

Λόγος ἀπομαγνητοφωνημένος στήν Ἀποκαθήλωση. Μεγάλη Παρασκευή 2019, Ἱερὸς Ναὸς Ἁγίας Παρασκευῆς Ναυπάκτου.

*

Τά Πάθη, ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάστασή τοῦ Χριστοῦ εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα δημιουργοῦν πολύ μεγάλη ἔμπνευση σέ αὐτούς πού τά μελετοῦν καί τά διαβάζουν. Εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα δέν συνδέονται μόνο μέ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί μέ τήν δική μας ζωή.

Τά γεγονότα τῆς Σταυρώσεως

Ὅταν διαβάζη κανείς τά ἅγια καί ἱερά Εὐαγγέλια, τότε βλέπει συνολικά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ.

Τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ὁ Χριστός συνελήφθη ἀπό τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους καί ὅλη τήν νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης προσήγετο ἀπό τόν Ἄννα στόν Καϊάφα καί γίνονταν ἀνακρίσεις, ἀκολούθησαν τά κολαφίσματα πού ὑπέστη ὁ Χριστός, ἡ πτώση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου μέ τήν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ καί πολλά ἄλλα.

Τό πρωΐ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς συνῆλθε τό Μεγάλο Συνέδριο τῶν Ἰουδαίων, διότι σύμφωνα μέ τήν νομοθεσία δέν ἔπρεπε νά συνεδριάζουν κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας. Ἔλαβαν ἀπόφαση νά θανατώσουν τόν Χριστό καί τόν ὁδήγησαν στόν Πιλάτο γιά νά ἐκδώση τήν ἀπόφαση. Ἔγινε ἡ σχετική ἀνάκριση ἀπό τόν Πιλάτο καί περίπου στίς ἐννέα ἡ ὥρα τό πρωί τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἐξεδόθη ἡ καταδικαστική ἀπόφαση νά θανατωθῆ ὁ Χριστός διά τοῦ Σταυροῦ.

Ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος γράφει: «ἦν δέ ὥρα τρίτη καί ἐσταύρωσαν αὐτόν» (Μάρκ. ιε΄, 25), δηλαδή αὐτό ἔγινε στίς ἐννέα ἡ ὥρα τό πρωΐ, ὅταν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφαση καί ἄρχισε ἡ διαδικασία τῆς σταυρώσεως καί τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν ὥρα ἐκείνη μέχρι τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι, ἔγιναν ὅλα τά γεγονότα τά ὁποῖα περιγράφουν οἱ ἱεροί Εὐαγγελιστές.

Ἀμέσως μετά, ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως στό Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, «ἀπό δέ ἕκτης ὥρας μέχρι ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. κζ΄, 45), δηλαδή ἀπο τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι μέχρι τίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι, ὑπῆρξε ἀπόλυτο σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ, σκοτείνιασε ὁ ἥλιος.

Στίς τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι, τήν ἐνάτη ὥρα, ὅπως τήν ἔλεγαν τότε, ὁ Χριστός παρέδωκε τό πνεῦμα Του καί ἀμέσως ἔγινε μέγας σεισμός, τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σκίσθηκε στά δύο, ἄνοιξαν τά μνήματα καί βγῆκαν ἀπό αὐτά πολλοί κεκοιμημένοι καί ἐμφανίστηκαν στήν πόλη μετά τήν ἔγερσή Του. Στήν συνέχεια ἡ ψυχή τοῦ Χριστοῦ μαζί μέ τήν Θεότητά Του κατέβηκε στόν Ἅδη γιά νά νικήση τόν θάνατο καί τό Σῶμα Του παρέμεινε στόν Τάφο μαζί μέ τήν θεότητα. Μέχρι τό πρωΐ τῆς Ἀναστάσεως ὑπῆρχε σιγή, σαββατισμός.

Θά ἤθελα σήμερα νά περιορίσω τόν λόγο μου κυρίως σέ αὐτό τό σκοτάδι τό ὁποῖο ἔγινε στίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι καί κράτησε μέχρι τίς 3 ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι, ὅπως λέει ὁ Εὐαγγελιστής: «Ἀπό δέ τῆς ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπί πᾶσαν τήν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. κζ΄, 45). Τό ἴδιο λένε καί οἱ δύο ἄλλοι Εὐαγγελιστές, ἰδίως ὁ δέ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς γράφει «τοῦ ἡλίου ἐκλείποντος» (Λουκ. κγ΄, 44).

Πρέπει νά δοῦμε λίγο τήν θεολογία αὐτοῦ τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας, δηλαδή τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης ὥρας, ὅπως τήν χαρακτηρίζουμε σήμερα.

Τί ἦταν τό σκοτάδι αὐτό

Ὅπως εἴδαμε αὐτό τό σκοτάδι κράτησε τρεῖς ὧρες, ἀπό τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι μέχρι τίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι πού ὁ Χριστός παρέδωσε τό πνεῦμα Του στόν Πατέρα Του. Κράτησε τρεῖς ὧρες αὐτό τό σκοτάδι. Τί ἦταν αὐτό τό σκοτάδι τό ὁποῖο ἔγινε πρίν ὁ Κύριος παραδώσει τό πνεῦμα Του στόν Πατέρα Του;

Ἐκεῖνο πού φαίνεται ἀπό τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ὅτι δέν ἦταν ἕνα σκοτάδι τό ὁποῖο ἦταν ἀποτέλεσμα ἐκλείψεως τοῦ ἡλίου ἀπό τήν παρεμβολή τῆς σελήνης, ἀλλά ἦταν ἕνα ὑπερφυσικό γεγονός.

Ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος, τοῦ ἑνδεκάτου αἰῶνος μ.Χ., ἑρμηνεύει: «Τό γενόμενον σκότος οὐκ ἦν κατά φυσικήν ἀκολουθίαν, οἷον ἀπό τῆς ἐκλείψεως ἡλίου φυσικῶς γενομένης». Δέν ἦταν, δηλαδή, κάποιο φυσικό φαινόμενο, ὅπως γίνεται μέ τήν ἔκλειψη τοῦ ἡλίου, γιατί ὑπῆρξε ἀπόλυτο σκοτάδι. Καί ὅπως ἐξηγεῖ στήν συνέχεια, τήν ἡμέρα ἐκείνη πού γινόταν τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων ἡ σελήνη ἦταν δεκατεσσάρων ἡμερῶν καί δέν μποροῦσε νά συμβῆ αὐτό τό φυσικό φαινόμενο.

Συνεχίζοντας λέει: «Ὥστε ὑπέρ φύσιν τό πάθος», δηλαδή τό σκοτάδι τοῦ ἡλίου, ἦταν ἕνα ὑπερφυσικό φαινόμενο, ὄχι φυσικό. Καί συνεχίζει ὅτι δέν ἦταν ἕνα μερικό γεγονός, ἕνα γεγονός πού συνέβη στά Ἱεροσόλυμα, στήν Παλαιστίνη, ἀλλά «κοσμικόν ἐστί γεγονός», ἦταν ἕνα γεγονός πού συνέβη σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἔγινε σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ πού κράτησε τρεῖς ὧρες.

Ἔχουμε μία μαρτυρία πού προέρχεται ἀπό τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ἐθνικός, ἦταν μέλος τοῦ Ἀρείου Πάγου στήν Ἀθήνα, καί ἐκείνη τήν ἡμέρα βρέθηκε στήν Αἴγυπτο. Σέ μία ἐπιστολή πού στέλλει ἀργότερα στόν ἅγιο Πολύκαρπο, τόν Ἐπίσκοπο Σμύρνης ἀναφέρεται σέ αὐτό τό γεγονός. Τοῦ γράφει νά πῆ σέ κάποιον πού ὀνομαζόταν Ἀπολλοφάνης:

«Τί λέγεις γιά τήν ἔκλειψη τοῦ ἡλίου πού συνέβη τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως τοῦ Σωτῆρος; Διότι τότε ἤμασταν καί οἱ δύο παρόντες στήν Ἡλιούπολη (τῆς Αἰγύπτου) καί βρισκόμασταν μαζί καί βλέπαμε παραδόξως τήν σελήνη νά ἐμπίπτη στόν ἥλιο, ἐνῶ δέν ἦταν καιρός συνόδου. Ἔπειτα, ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα (στίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι) ἕως τήν ἑσπέρα νά ὑποκαθίσταται ὑπερφυῶς στή διάμετρο τοῦ ἡλίου. Νά τοῦ ὑπενθυμίσης καί κάτι ἄλλο. Γνωρίζει καλά ὅτι εἴδαμε αὐτήν τήν συσκότιση νά ἀρχίζη ἀπό τήν ἀνατολή καί νά φθάνη ἕως τό ἡλιακό τέρμα καί ἔπειτα νά ξαναγυρίζη, ὥστε τό καθάρισμα δέν ἔγινε ἀπό τό ἴδιο σημεῖο τῆς συσκοτίσεως, ἀλλά ἀπό τό ἐκ διαμέτρου ἀντίθετο. Αὐτά εἶναι τά ὑπερφυῆ γεγονότα πού εἶναι δυνατά μόνο στόν Χριστό, τόν παναίτιο, ὁ ὁποῖος ἐνεργεῖ ἀναρίθμητα μεγάλα καί ἐξαίσια θαύματα».

Στήν βιογραφία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου γράφεται ὅτι, ὅταν εἶδε αὐτό τό σκοτάδι τήν ὥρα πού βρισκόταν στήν Αἴγυπτο τό μεσημέρι τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἶπε: «Ἤ Θεός πάσχει ἤ τό πᾶν ἀπόλλυται». Δύο πράγματα μπορεῖ νά συμβαίνουν: «Ἤ Θεός ὑποφέρει ἤ ὅλα καταστρέφονται». Γι’ αὐτό ὅταν ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἀργότερα ἄκουσε τόν Ἀπόστολο Παῦλο στήν Ἀθήνα νά ὁμιλῆ στόν Ἄρειο Πάγο γιά τόν θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀμέσως πίστευσε αὐτός καί ἡ οἰκογένειά του καί εἶναι ὁ μέγας ἐκεῖνος θεολόγος πού μᾶς ἄφησε τά συγγράμματα, στά ὁποῖα μιλᾶ γιά τόν γνόφο καί τό φῶς, γιά ὅλη αὐτή τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.

Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅλα αὐτά προέρχονται ἀπό τό θαῦμα τό ὁποῖο εἶδε ὁ ἅγιος Διονύσιος, τό θαῦμα καί τήν θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας ἐκείνης, δηλαδή στίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς.

Γιατί ἔγινε σκοτάδι τήν ὥρα ἐκείνη.

Τό ἐρώτημα ὅμως εἶναι: Γιατί ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι ὅταν ὁ Χριστός βρισκόταν πάνω στόν Σταυρό, πρίν παραδώση τό πνεῦμα Του; Γιατί ἐπέτρεψε ὁ Θεός ἐκείνη τήν ὥρα νά γίνη σκότος σέ ὅλη τήν γῆ;

Τήν ἑρμηνεία τήν δίνει πάλι ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος. Λέγει ὅτι αὐτό ἔγινε γιά τέσσερεις λόγους.

Πρῶτον, «ἵνα δειχθῇ ὅτι πενθεῖ ἡ κτίσις ἐπί τῷ πάθει τοῦ Κτίστου». Δηλαδή, καί ἡ κτίση ἔπρεπε να πενθήση γι’ αὐτό τό φοβερό πάθος τοῦ Κτίστου καί δημιουργοῦ τοῦ κόσμου. Καί αὐτό τό ἀκούσαμε σέ πολλά τροπάρια πού ψάλλαμε σήμερα.

Δεύτερον, γιά νά δειχθῆ «ὅτι ἀπό τῶν Ἰουδαίων ἀπέστη τό φῶς». Δηλαδή, οἱ Προφῆτες προμήνυαν καί προφήτευαν ὅτι ὁ Γιαχβέ θά γίνη ἄνθρωπος, ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως τί εἶπε γιά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ ὁ Προφήτης Ἡσαΐας πού ἔζησε ὀκτακόσια χρόνια πρίν ἀπό τόν Χριστό. Καί ὅμως ὁ λαός τῶν Ἰουδαίων πού διάβαζε αὐτές τίς προφητεῖες ὅτι θά ἔρθη ὁ Γιαχβέ γιά νά σαρκωθῆ γιά νά σώση τό ἀνθρώπινο γένος, τόν καταδίκασε σέ θάνατο. Δέν μπόρεσαν οἱ ἀπόγονοι τῶν Προφητῶν ἐκείνων νά καταλάβουν αὐτό τό γεγονός, ὅτι ἦλθε ὁ Χριστός, ὁπότε ἀπομακρύνθηκε τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Ἰουδαίους καί πῆγε στά ἔθνη.

Τρίτον, ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι γιατί τήν ἐποχή ἐκείνη, ὅπως διαβάζουμε στά Εὐαγγέλια, ὅταν μιλοῦσε ὁ Χριστός, τοῦ ζήτησαν σημεῖο ἀπό τόν οὐρανό, ἄν αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ἔλεγαν: Ὡραῖα, ἀκοῦμε αὐτά πού λές, δός μας ἕνα σημεῖο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑπενθύμισε τό σημεῖο τοῦ Προφήτου Ἰωνᾶ πού βρισκόταν τρεῖς ἡμέρες καί νύκτες στήν κοιλία τοῦ κήτους. Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος ὅτι αὐτό τό σημεῖο πού ζητοῦσαν τότε ἀπό τόν οὐρανό, ἐδόθη τήν ὥρα τῆς Σταυρώσεως, ὅταν σκοτίσθηκε ὁ ἥλιος καί ἑπομένως «οἱ αἰτοῦντες ἐξ οὐρανοῦ σημεῖον ἰδεῖν Ἰουδαῖοι, νῦν βλεπέτωσαν τόν ἥλιον σκοτιζόμενον».

Τέταρτη αἰτία γιά τήν ὁποία ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι εἶναι ὅτι τήν ἕκτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, καί τήν ἕκτη ὥρα τῆς ἕκτης ἡμέρας ὁ Ἀδάμ ἔφαγε τόν ἀπαγορευμένο καρπό καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό φῶς τό ἀληθινό καί ἔπεσε σέ βαθύτατο σκοτάδι. Δηλαδή, ἐπῆλθε ὁ σκοτασμός τοῦ νοῦ του καί ἔχασε τήν ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό καί μετά, ὅταν ἐξῆλθε ἀπό τόν Παράδεισο, ἄρχισε νά λατρεύη τά εἴδωλα, εὑρισκόμενος μέσα στό σκοτάδι. Καί τώρα ἦλθε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, καί ἔπειτα τήν ἕκτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, τήν Παρασκευή, καί τήν ἕκτη ὥρα τό μεσημέρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ὅπως μετροῦσαν τότε, δηλαδή τήν δωδεκάτη τό μεσημέρι σταυρώθηκε γιά νά ἀναγεννήση τόν ἄνθρωπο.

Καί ὅπως ὅλος ὁ κόσμος δημιουργήθηκε μέσα ἀπό τό σκοτάδι, μέσα ἀπό τήν ἄβυσσο, ἀφοῦ ὅπως λέγει ἡ Παλαιά Διαθήκη ἦταν στήν ἀρχή σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ, καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπιφερόταν ἐπάνω ἀπό τήν ἄβυσσο, ἔτσι καί τώρα γίνεται σκοτάδι καί ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Τελικά, τό σκότος ἔχει μέσα του ἕνα μυστήριο, ὅπως καί ἡ νύκτα ἔχει ἕνα μυστήριο καί περιμένουμε τήν ἀνατολή τῆς ἄλλης ἡμέρας, περιμένουμε νά ἔρθη πάλι τό φῶς. Ἔτσι, καί ὁ ἄνθρωπος αὐτές τίς σκοτεινές ὧρες ὅταν ὑπομένη θά ἀποκτήση κοινωνία μέ τόν Θεό καί θά γίνη φωτεινός κατά Χάριν.

Μποροῦμε, βέβαια, νά σκεφτοῦμε λίγο αὐτό τό γεγονός; Τέτοια ὥρα νά ὑπάρχη πολύς ἥλιος, ἐπειδή εἶναι μεσημέρι καί ἀμέσως νά σκοτεινιάσουν τά πάντα, σάν νά εἶναι δώδεκα ἡ ὥρα τά μεσάνυκτα καί νά μή βλέπουμε τίποτα, ὅταν μάλιστα δέν ἔχουμε ἠλεκτρικό ρεῦμα.

Γνωρίζουμε ὅτι στόν Γολγοθᾶ πρίν γίνη σκοτάδι ὁ ἕνας ἀπό τούς ληστές εἶπε στόν Χριστό νά κατεβῆ ἀπό τόν Σταυρό, ὥστε νά πιστεύσουν ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός δέν κατέβηκε ἀπό τόν Σταυρό. Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τοῦ γάρ καταβῆναι ἀπό τοῦ σταυροῦ τοῦτο (δηλαδή τό σκότος) θαυμασιώτερον». Δηλαδή, τό σκοτάδι τήν ὥρα ἐκείνη ἦταν πιό θαυμάσιο ἀπό τοῦ νά κατέβαινε ὁ Χριστός ἀπό τόν Σταυρό γιά νά δείξη τήν θεότητά Του. Ἔτσι, αὐτό πού ζητοῦσε ὁ ληστής ἔγινε, ἀλλά μέ ἕναν ἄλλο τρόπο.

Καί ἐμεῖς ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς ἀποκαλυφθῆ μέ τόν τρόπο πού ἐμεῖς θέλουμε, καί ὁ Θεός μᾶς ἀποκαλύπτει τήν δύναμή Του καί τήν παρουσία Του μέ ἕναν ἄλλο διαφορετικό τρόπο. Γιατί ἐμεῖς εἴμαστε κοντόφθαλμοι καί δέν μποροῦμε νά δοῦμε ἐκεῖνα τά ὁποῖα ὑπαρχουν στήν πραγματικότητα.

Αὐτή εἶναι ἡ θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας, δηλαδή τῆς δωδεκάτης μεσημβρινῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς.

Τό σκοτάδι στήν ζωή μας

Ὅμως, αὐτό τό γεγονός ἔχει πολύ μεγάλο νόημα στήν ζωή μας. Γιατί καί ἐμεῖς ὡς Χριστιανοί ἀκολουθοῦμε τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἀκοῦμε τόν Χριστό νά μᾶς διδάσκη καί ἐπειδή ἀκριβῶς θέλουμε νά ζήσουμε σύμφωνα μέ αὐτά πού διδάσκει ὁ Χριστός, πολλές φορές δεχόμαστε καί τόν σταυρό, σταυρωνόμαστε ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ καί γιά τόν Χριστό.

Πολλές φορές σταυρωνόμαστε ἀπό τά πάθη μας καί ἀκολουθεῖ τό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας. Ἄλλες φορές σταυρωνόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους. Οἱ ἄνθρωποι δέν μᾶς καταλαβαίνουν, μᾶς συκοφαντοῦν καί μᾶς διαβάλλουν. Δέν καταλαβαίνουν τήν ζωή τήν ὁποία ζοῦμε, τό τί σημαίνει νά εἶναι κανείς Χριστιανός Ὀρθόδοξος. Καί ἔτσι πολλοί ἀπό ἐμᾶς ὅλα αὐτά τά Πάθη τά ὁποῖα ὑπέστη ὁ Χριστός, τά ζοῦμε ποικιλοτρόπως στήν ζωή μας.

Ζοῦμε τήν διαδικασία τῆς πορείας ὅλων τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, μέ μετριότερη προσαρμογή, ἀκόμη καί τῶν ἀνακρίσεων ἀπό τούς Γραμματεῖς καί τους Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς μας, ζοῦμε καί τήν ἀνάκριση πολλές φορές ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία, ὅπως ἦταν ὁ Πιλάτος τήν ἐποχή ἐκείνη. Ζοῦμε τόν διωγμό, τήν σταύρωση, τήν φραγγέλωση, τά πάθη, τούς ἐμπτυσμούς καί τά παθήματα. Καί βεβαίως δεχόμαστε καί τόν σταυρό. Εἶναι ὅλα φυσιολογικά γεγονότα στήν χριστιανική ζωή.

Καί ὅταν πολλές φορές εἴμαστε ἐπάνω στόν σταυρό, ὅπως ὁ Χριστός τήν δωδεκάτη ὥρα τήν μεσημβρινὴ, τότε ἔρχεται ἕνα σκοτάδι, σκοτίζεται ὁ νοῦς μας, φθάνουμε σέ ἕνα σημεῖο νά ἔχουμε διάφορους λογισμούς, καί μία ἀπελπισία καταλαμβάνει τήν ψυχή μας, ἕνα σκοτάδι ὄχι διανοητικό, ἀλλά ψυχικό, καρδιακό σκοτάδι, σκοτιζόμαστε ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση, δέν ξέρουμε τί νά κάνουμε, ὅταν βρισκόμαστε σέ πειρασμούς καί δυσκολίες.

Μερικές φορές ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά γίνεται αὐτό κατά τήν πορεία τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, εἶναι αὐτό πού ὀνομάζουν οἱ ἅγιοι ὡς ἄρση τῆς θείας Χάριτος ἤ ὡς Θεοεγκατάλειψη, γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο οἱ ἀσκητικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀρχίζει κανείς τόν πνευματικό του ἀγώνα, διαβάζει χριστιανικά βιβλία, ζῆ χριστιανικά καί κάποια στιγμή ὄχι μόνο βλέπει τούς ἀνθρώπους νά εἶναι ἀπέναντί του, ἀλλά συγχρόνως δέν αἰσθάνεται καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Καί συμβαίνει περίπου αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλειπες;». Βέβαια, δέν ἐγκατέλειψε ὁ Πατέρας τόν Υἱό Του, ποτέ δέν ἐγκαταλείφθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση, πάντοτε ὁ Χριστός ἦταν ἑνωμένος μέ τόν Πατέρα Του, ἀλλά αὐτό τό εἶπε, γιατί ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «τυποῖ τό ἡμέτερον», δηλαδή οὐσιαστικά τυπώνει αὐτό πού ἐμεῖς ζούσαμε στήν ζωή μας, ὅταν φύγαμε ἀπό τόν Θεό.

Καί τότε φωνάζει κανείς καί λέει: «Ὅλοι μέ ἐγκατέλειψαν. Ὁ Προφητάναξ Δαυΐδ λέγει "ὁ πατήρ μου καί ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δέ Κύριος προσέλαβετό με"» (Ψαλμ. 26, 10). Ἀλλά ἔρχονται στιγμές πού δέν βλέπουμε καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί λέμε: «Ποῦ εἶσαι Θεέ; Ἐάν ὑπάρχης βοήθησέ με. Γιατί ἐξαφανίστηκες, γιατί ἔφυγες ἀπό μένα, γιατί μέ ἐγκατέλειψες μέσα στό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογνώσεως;». Ζοῦμε αὐτήν τήν θεολογία καί τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας. Ἀλλά, ἀδελφοί, δέν πρέπει νά ἀπογοητευόμαστε καί τίς ὧρες ἐκεῖνες, γιατί θά ἀκολουθήσουν καί ἄλλα γεγονότα στήν ζωή μας.

Τρεῖς ὧρες κράτησε τό σκοτάδι, κατά τήν διάρκεια τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔπειτα στίς τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι ὁ Χριστός παρέδωκε τό πνεῦμα Του. Ἔγινε σεισμός, ἀκολούθησαν μεγάλα γεγονότα, καί μετά σιγή, καί ὕστερα ἔλλαμψε τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή ἡ διαδικασία γίνεται καί σέ μᾶς, τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ.

Ἄρα τότε πού περνᾶμε αὐτό τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης ὥρας, τότε διενεργεῖται ἐσωτερικά καί μυστικά ἡ ἀναγέννησή μας. Αὐτό τό σκοτάδι τῆς συστολῆς τῆς θείας Χάριτος, κρύβει ἕνα μεγάλο μυστήριο, τότε κυοφορεῖται ἠ ἀνάστασή μας.

Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, μήν ἀπελπίζεστε. Ὅσα γεγονότα καί ἄν ἔλθουν στήν ζωή σας, ὅσες δυσκολίες, ὅσοι κατατρεγμοί, ὅσα κολαφίσματα, ὅσοι ἐμπτυσμοί, ὅσες καταδιώξεις καί ἄν ἔλθουν, καί ὅταν ἀκόμη ἔλθη ἀπελπισία καί ἀπόγνωση, μήν πτοεῖσθε. Αὐτή ἡ κατάσταση εἶναι ἡ θεολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ σκότους, καί θά ἀκολουθηση καί ἡ θεολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ φωτός. Γιατί μέσα ἀπό τό σκοτάδι αὐτό, ὅταν κάνουμε ὑπομονή καί προσευχόμαστε ἐκεῖνες τίς δύσκολες ὧρες, θά ἀνατείλη ὁ Ἀναστάς Χριστός μέσα στήν καρδιά μας καί θά γεμίσουμε ἀπό ἐλπίδα καί αἰώνια ζωή.

Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης μεσημβρινῆς τό ὁποῖο μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν προσευχή μας μπορεῖ νά μετατραπῆ σέ μυστήριο ἐλπίδας καί ἀναστάσιμης ζωῆς. Ἀμήν.

  • Προβολές: 299

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance