Συμπερασματικές διαπιστώσεις: «Τό Συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας» μέ ἀναφορά στό Οὐκρανικό ζήτημα

Τά κεφάλαια πού προηγήθηκαν δέν γράφηκαν ἀπό τήν ἀρχή μέ σκοπό νά ἀποτελέσουν ἕνα βιβλίο, γιατί σέ μιά τέτοια περίπτωση θά εἶχαν μιά διαφορετική διάρθρωση καί θά γράφονταν μέ ἕνα διαφορετικό τρόπο. Δέν ὑπῆρχε, λοιπόν, ἐξ ἀρχῆς πρόθεση νά γραφῆ αὐτό τό βιβλίο.

Ἡ πείρα μου μέ ἔχει διδάξει ὅτι, ὅταν κανείς θέλη νά γράψη ἕνα βιβλίο, ἐπιλέγει τό θέμα του, συγκεντρώνει τό ὑλικό, τό διαρθρώνει σέ κεφάλαια καί σέ ἐπί μέρους ἑνότητες καί μέ ἡσυχία καί ἠρεμία ἀναπτύσσει τό θέμα του, ὥστε νά ὑπάρχη μιά σαφής διήκουσα ἔννοια.

Ὅμως, τό βιβλίο αὐτό ἀπαρτίσθηκε ἀπό κεφάλαια, τά ὁποῖα γράφηκαν κατά καιρούς καί γιά τήν ἀνάγκη τῆς ἐνημερώσεως τῶν ἀναγνωστῶν γιά τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἀφορμή τό θέμα τῆς Οὐκρανίας. Τό πρῶτο κεφάλαιο γράφηκε τό 2008, τό δεύτερο τό 2014, καί τά ἑπόμενα γράφηκαν κατά τά ἔτη 2018-2019, ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες τῆς κάθε ἐποχῆς. Πολλές φορές προανήγγειλα τό ἑπόμενο κείμενο καί ἔπειτα χρειάσθηκε νά γραφῆ καί ἕνα ἐπί πλέον κείμενο. Ἔτσι, δέν ὁδηγοῦσα ἐγώ τά πράγματα πρός τήν συγγραφή, ἀλλά τά πράγματα, δηλαδή οἱ ἀνάγκες μέ καθοδηγοῦσαν στό νά γράψω κάθε φορά ἕνα νέο κείμενο.

Αὐτό σημαίνει ὅτι στό τέλος αὐτοῦ τοῦ βιβλίου θά πρέπει νά συνοψίσω μερικές συμπερασματικές διαπιστώσεις, νά καταγράψω μερικά βασικά σημεῖα γιά τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα. Τό θέμα τῆς Οὐκρανίας δέν μπορεῖ κανείς νά τό δῆ ἀποσπασματικά καί ἀπομονωμένα, ἀλλά μέσα στό σύνολο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος. Οἱ συμπερασματικές ἐκτιμήσεις μου, λοιπόν, περιλαμβάνονται σέ δέκα σημεῖα.

1. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή της. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τό μυστήριο τῶν Μυστηρίων. Συγχρόνως, ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία θεώσεως πού σημαίνει ὅτι ὁδηγεῖ τά μέλη της στήν θέωση.  Ἀπό αὐτό φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἁγιάσθηκε καί ἁγιάζεται ἀπό τόν Χριστό, πού εἶναι ἡ κεφαλή της, καί δέν ἁγιάζεται ἀπό τά μέλη της. Τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἁγιάζονται ἀπό τόν Χριστό στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μέ τά Μυστήρια, τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή.  Εἶναι βλασφημία τό νά ὑποστηρίζη κανείς ὅτι ἡ ἀναξιότητα τῶν Κληρικῶν μολύνει τήν Ἐκκλησία καί τήν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ.

2. Στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει ἡ ἀποστολική ζωή, ἡ ἀποστολική παράδοση καί ἡ ἀποστολική διαδοχή. Ἀποστολική ζωή εἶναι ἡ μέθεξη τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ Ἀπόστολοι τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο τούς ἔκανε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ ἀποστολική ζωή μεταδόθηκε στά πνευματικά τους παιδιά, καί λέγεται ἀποστολική παράδοση. Αὐτό πού παραδίδεται δέν εἶναι μερικές ἐξωτερικές ἀλήθειες, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ἡ ὁποία μεταδίδεται διά τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως τῶν ἀνθρώπων. Ἀποστολική διαδοχή εἶναι ἡ μετάδοση τῆς ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ ἀπό γενιά σέ γενιά. Ἔτσι, μπορεῖ κάποιος νά ἔχη τήν ἀποστολική διαδοχή, ὡς μιά σειρά χειροτονιῶν, ἀλλά νά μήν ἔχη ἀποστολική παράδοση καί ἀποστολική ζωή. Ὅπως ἐπίσης μπορεῖ νά ἔχη κάποιος ἀποστολική παράδοση καί ἀποστολική ζωή, χωρίς νά ἔχη ἀποστολική διαδοχή, γιατί δέν ἔχει ἱερωσύνη.

3. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους συνέθεσαν ἱερούς Κανόνες γιά τήν καλή συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν στήν ἑνότητά της. Οἱ ἱεροί Κανόνες εἶναι ἔκφραση καί ἐφαρμογή τῶν ὅρων-δογμάτων πού θέσπισαν οἱ Πατέρες στίς Οἰκουμενικές Συνόδους.  Οἱ ἱεροί Κανόνες καθορίζουν τά ὅρια καί τά πλαίσια μέσα στά ὁποῖα λειτουργοῦν τά χαρίσματα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Δέν πρέπει κανείς, ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης καί ἄλλων σκοπιμοτήτων καί τοῦ ἐθνικισμοῦ, νά καταργῆ τούς ἱερούς Κανόνες. Δέν μπορεῖ νά ἰσχύση οὔτε ὁ ἀντινομισμός (κατάργηση τῶν Κανόνων) οὔτε καί ἡ ἐκνομίκευση (νομικισμός) τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀκριβῶς γιά τόν σκοπό αὐτό οἱ ἱεροί Κανόνες προβλέπουν καί τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού συσκέπτονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καθορίζουν πότε θά τηρηθῆ ἡ ἀκρίβεια, πότε θά ἐφαρμοσθῆ ἡ οἰκονομία, ἀλλά καί μέ ποιές προϋποθέσεις θά ἀσκηθῆ ἡ οἰκονομία.  Ἡ παράβαση τῶν ὅρων-δογμάτων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὀνομάζεται αἵρεση καί ἡ παράβαση τῶν ἱερῶν Κανόνων καί, κυρίως, ἡ ἀποκοπή ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας λέγεται σχίσμα.

4. Τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό. Συνοδικό σημαίνει ὅτι οἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται συνοδικά, καί ἱεραρχικό σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων καί τῶν διακονιῶν. Τό συνοδικό σύστημα εἶναι ἀντίθετο τοῦ Παπισμοῦ καί τό ἱεραρχικό σύστημα εἶναι ἀντίθετο τοῦ προτεσταντισμοῦ.  Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα προέρχεται καί παραπέμπει στήν θεία Λειτουργία. Ὅλοι συνέρχονται στόν ἴδιο Ναό πού τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία, δηλαδή ὑπάρχει συνοδικότητα, ἀφοῦ ἡ θεία Λειτουργία εἶναι «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», ἀλλά ὑπάρχει καί ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων καί τῶν διακονιῶν.  Ὁ πρῶτος τῶν Κληρικῶν τελεῖ τήν θεία Λειτουργία, δηλαδή ὁ Χριστός τελεῖ τήν θεία Λειτουργία δι’ αὐτοῦ, εἶναι εἰς «τάξιν τοῦ Χριστοῦ», ἐπευφημεῖται «τήν χάριν αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) φέρειν», οἱ ὑπόλοιποι Κληρικοί εἶναι συλλειτουργοῦντες καί οἱ λαϊκοί εἶναι συμπροσευχόμενοι. Αὐτό μεταφέρεται καί στόν τρόπο διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι εὐχαριστιακός καί ἡ συνοδικότητα συμπορεύεται μέ τήν ἱεραρχικότητα.  Τό συνοδικό καί τό ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας λειτουργεῖ σέ ὅλα τά ἐπίπεδα. Ξεκινᾶ ἀπό τό Μητροπολιτικό σύστημα, φθάνει στό Πατριαρχικό καί καταλήγει στό Πανόρθοδοξο. Παντοῦ ὑπάρχει Πρῶτος, ὁ ὁποῖος προεδρεύει, συντονίζει τίς συνεδριάσεις μέσα στό πλαίσιο τῶν ἱερῶν Κανόνων, κυρίως τοῦ 34ου Ἀποστολικοῦ Κανόνος. Δέν εἶναι δυνατόν νά λειτουργῆ τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα, ἐκτός ἀπό τό Πανορθόδοξο μεταξύ τῶν Προκαθημένων, γιατί τότε καταλήγει ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι σύστημα συνομοσπονδιῶν Ἐκκλησιῶν, κατά τρόπο προτεσταντικό.  Βέβαια αὐτή ἡ συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα ὑφίσταται στό κανονικό δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας, καί δέν ἀνάγεται δῆθεν στήν «ἱεραρχικότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος». Δέν ὑπάρχει ἱεραρχικότητα στήν Ἁγία Τριάδα. Ἄλλωστε, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ δέν ὑπάρχει καμμιά ὁμοιότητα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ καί καμμιά ἀναλογία μεταξύ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί κτίσεως. «Διό οὐδ’ ὑπόδειγμά ἐστι τούτων (δηλαδή, «τῆς οὐσιώδους ἑνώσεως, τῆς ὑποστατικῆς διακρίσεως καί τῆς ἀμιγοῦς παντάπασι καί ἀφύρτου συμφυΐας») ἐπί τῆς κτίσεως εὑρεῖν». Ἡ ἀναγωγή τῆς συνοδικότητος καί ἱεραρχικότητος τῶν κανόνων δικαίου στό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος συνιστᾶ αἵρεση.

5. Στήν πρώτη χιλιετία μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καθιερώθηκε τό σύστημα τῆς Πενταρχίας, δηλαδή τότε ἦταν πέντε Πατριαρχεῖα, ἤτοι, Παλαιά Ρώμη, ἡ Νέα Ρώμη Κωνσταντινούπολη, ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἡ Ἀντιόχεια καί τά Ἱεροσόλυμα. Συγχρόνως, ὑπῆρχε καί ἡ «αὐτοκεφαλία» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Στήν δεύτερη χιλιετία, μετά τήν ἀπομάκρυνση τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, λειτουργοῦσε ἡ Τετραρχία, καί ἀργότερα γιά διαφόρους λόγους, κυρίως γιά ἐθνικούς ἤ καί ἐθνικιστικούς, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὑποχρεώθηκε νά χορηγήση καί ἄλλες αὐτοκεφαλίες καί Πατριαρχικές ἀξίες καί τιμές, ἀλλά εἰδικά οἱ νεώτερες Πατριαρχικές τιμές θά ἐπικυρωθοῦν ἀπό μιά μέλλουσα νά συνέλθη Οἰκουμενική Σύνοδο.  Ὅμως, πρέπει νά γίνη σαφές ὅτι τό αὐτοκέφαλο δέν νοεῖται ὡς τελείως ἀνεξάρτητο ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά ὅτι ἔχει τό αὐτοδιοίκητο στίς ἐκλογές καί στίς χειροτονίες καί τίς κρίσεις τῶν Ἐπισκόπων• εἶναι τό λεγόμενο «δίκαιο τῶν χειροτονιῶν» καί τό «δίκαιο τῶν κρίσεων». Ἡ Αὐτοκεφαλία δέν εἶναι «αὐτοκεφαλισμός» ἤ «αὐτοκεφαλαρχία», ἀλλά εἶναι αὐτοδιοίκηση καί συγχρόνως κοινωνία μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο προεδρεύει στήν Σύνοδο-Σύναξη τῶν Προκαθημένων.  Τό θέμα τῆς Αὐτοκεφαλίας εἶναι ἀπό τά σοβαρότερα θέματα πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία. Ἡ Αὐτοκεφαλία δίνεται μέ σκοπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι τήν διάσπαση, τήν σχάση της.  Ὁ καθηγητής Ἀρχιμ. π. Γρηγόριος Παπαθωμᾶς σέ μελέτη του μέ τίτλο «Ἡ υἱοθέτηση τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Δύση καί τήν Ἀνατολή» (Θεολογία, 90, 1 (2019) σελ. 235-276) πραγματεύεται τό θέμα τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Δύση καί τήν Ἀνατολή, κυρίως κατά τήν δεύτερη χιλιετία (1054-2017). Ἡ μελέτη αὐτή εἶναι ἀποκαλυπτική καί φανερώνει ὅλο τό πρόβλημα πού ὑφίσταται σήμερα στό θέμα αὐτό. Ὡστόσο θά περιορισθῶ νά σημειώσω δύο σημεῖα πού μέ ἐνδιαφέρουν ἐδῶ.  Τό ἕνα σημεῖο εἶναι ὅτι στήν πρώτη χιλιετία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ ἐκκλησιαστική Αὐτοκεφαλία διατηρεῖ μιά «διοικητική αὐτονομία» (ad intra) καί συγχρόνως ἔχει «κοινωνική ἑνότητα» (ad extra) μέ τίς ἄλλες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες.  Τό ἄλλο σημεῖο εἶναι ὅτι κατά τήν δεύτερη χιλιετία «τό αἴτημα τῆς Αὐτοκεφαλίας μετέβαλε ἔννοια καί περιεχόμενο, ἀποκτώντας δύο νέα χαρακτηριστικά: τήν ἀπουσία τοῦ πρωτείου τῆς δικαιοδοσίας σέ καθο λικό ἐπίπεδο (Δυτική Εὐρώπη - Πατριαρχεῖο / Ἐκκλησία Ρώμης) καί τόν προσδιορισμό «ἀνεξάρτητη» ὅσον ἀφορᾶ στή ζωή τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν πού ἱδρύθηκαν σέ ἐθνική κλίμακα καί κρατικό πλαίσιο (Ἀνατολική Εὐρώπη–Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως)».  Ἔτσι, ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, ὅπως λειτουργεῖ σήμερα, ἔχει δεχθῆ ἐπιδράσεις ἀπό τόν Φεουδαλισμό-Φεουδαρχία (10ο αἰώνας-ἀρχή τοῦ 16ου αἰώνα), τήν Μεταρρύθμιση (ἀπό τόν 16ο αἰώνα καί ἐπέκεινα) καί τήν ἀρχή τῶν ἐθνοτήτων, πού ἐμφανίσθηκε τόν 12ο αἰώνα καί ἀναπτύσσεται μέ τόν διαφωτισμό καί τήν Γαλλική Ἐπανάσταση (18ο αἰώνα). Ἡ Αὐτοκεφαλία, ὅπως λειτουργεῖ σήμερα, ἔχει ὑποστῆ παραμόρφωση σέ σχέση μέ τήν Αὐτοκεφαλία τῶν κανόνων τῆς πρώτης χιλιετίας, συνδέεται μέ μιά «ἐκκλησιακή αὐτάρκεια» καί «αὐτοπληρότητα-αὐτοκεφαλισμό», ὥστε νά ἱκανοποιηθοῦν πολιτικοί ἤ πολιτιστικοί σκοποί μέ χαρακτηριστικά γνωρίσματα «ἐκκλησιαστικῆς Διπλωματίας» συνδεδεμένης μέ γεωπολιτικές στρατηγικές. Σέ τέτοιες περιπτώσεις ὑφίσταται ὁ κίνδυνος μιά Αὐτοκεφαλία τέτοιας μορφῆς νά ὁδηγήση «σέ ἀποσχιστικές τάσεις καί σχισματικές καταστάσεις».  Τελικά, ἡ Αὐτοκεφαλία πρέπει νά λειτουργῆ μέ τήν ἔννοια «τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας καί ὄχι ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἄτυπης πολλαπλασιαστικότητας τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν πρός ὄφελος ἐθνικο-πολιτικῶν συμφερόντων!». Τό Χριστολογικό δόγμα ἀναφέρεται καί στήν Ἐκκλησιολογία. Τό "ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως" ἑρμηνεύει τήν αὐτοδιοίκηση τῶν Ἐκκλησιῶν καί τό "ἀδιαλείπτως καί ἀχωρίστως" ἑρμηνεύει τήν ἑνότητα μέ τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Οἱ παρατηρήσεις αὐτές εἶναι εὔστοχες.

6. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας ὑπαγόταν κατ’ ἀρχάς στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἦταν κανονικό ἔδαφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, σύμφωνα μέ τόν 28ο Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέχρι τό 1589, ὁπότε καί ἔλαβε τήν πατριαρχική ἀξία καί τιμή. Αὐτό ἔγινε ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἱερεμία Β΄ «ἐπιτοπίως» καί ἐπικυρώθηκε ἀπό δύο ἄλλες Συνόδους τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τά ἔτη 1590 καί 1593.  Ὅμως, πολύ γρήγορα ἀπό τόν 15ο αἰώνα, κ υρίως ἀπό τόν 16ο α ἰώνα ἀ ναπτύχθηκε ἡ θ εωρία π ερί τ ῆς « Τρίτης Ρώμης», ὅτι δηλαδή, ὅπως ὑπῆρξε ἡ πτώση τῆς Πρώτης Ρώμης στόν Ἀπολλιναρισμό, μέ τήν εἰσαγωγή τοῦ ἀζύμου ἄρτου στήν θεία Λειτουργία, καί ἀκολούθως ἡ πτώση τῆς Δεύτερης Ρώμης στήν αἵρεση μέ τήν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν στήν Σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας τό 1438-39 καί ἡ αἰχμαλωσία τῶν Ρωμηῶν στούς Ὀθωμανούς τό 1453, ἔτσι καί τώρα μετατέθηκε τό κέντρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Μόσχα, ἡ ὁποία ἀποκλήθηκε «Τρίτη Ρώμη». Ἡ θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης» ἔχει πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές προεκτάσεις καί ἀξιοποιήθηκε ἀπό τούς Τσάρους, τόν Πανσλαβισμό, τόν Κομμουνισμό καί ἀξιοποιεῖται καί σήμερα ἀπό τήν πολιτική τῶν Ρώσων. Ἡ θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης» δέν ἀνταποκρίνεται στήν πραγματικότητα, γιατί δέν ὑπῆρξε ποτέ Πρώτη καί Δεύτερη Ρώμη, ἀλλά ὑπῆρξε Παλαιά Ρώμη καί ὑπάρχει Νέα Ρώμη. Ἑπομένως, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη Τρίτη Ρώμη, οὔτε μποροῦν νά καταργηθοῦν οἱ ἱεροί Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού καθόρισαν τήν τάξη τῶν Ἐκκλησιῶν.

7. Τίς τελευταῖες δεκαετίες ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας ὑπονόμευσε τό κείμενο περί τοῦ τρόπου χορηγήσεως τῆς αὐτοκεφαλίας, τό ὁποῖο εἶχε ἑτοιμασθῆ ἀπό τίς Πανορθόδοξες Διασκέψεις γιά νά συζητηθῆ σέ τελική μορφή στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης καί νά ἀποφασισθῆ πῶς θά χορηγῆται τό αὐτοκέφαλο σέ μιά Ἐκκλησία. Αὐτό τό κείμενο προέβλεπε ὅτι ἡ αὐτοκεφαλία σέ μιά Ἐκκλησία δίνεται ὕστερα ἀπό αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας πού τήν ἐπιθυμεῖ, συγκατάθεση τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας ἀπό τήν ὁποία θά ἀποσπασθῆ, συναίνεση ὅλων τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Ὕστερα ἀπό αὐτήν τήν διεργασία προβλεπόταν ὁ Πρῶτος, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, νά ἀναγορεύση τήν συγκεκριμένη Ἐκκλησία ὡς αὐτοκέφαλη μέ τό ρῆμα «ἀποφαίνεται».  Τό τελευταῖο αὐτό δέν τό δέχθηκε ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας, ἡ ὁποία προσέλαβε μέ τό μέρος της καί ἄλλες Ἐκκλησίες, γιατί δέν ἤθελε νά δώση τέτοια ἁρμοδιότητα στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἀλλά ἤθελε νά ὑπογραφῆ ἀπό ὅλες τίς Ἐκκλησίες. Ἔπειτα, ἡ πρόταση πού τέθηκε τό νά ὑπογράφεται ὁ Τόμος Αὐτοκεφαλίας ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη μέ τό ρῆμα «ἀποφαίνεται» καί κάτω ἀπό αὐτόν νά ὑπογράφουν καί οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες μέ τό ρῆμα «συναποφαίνονται» δέν ἔγινε ἀποδεκτή.  Ἄν ὑπῆρχε συμφωνία σέ αὐτό τό κείμενο ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Μόσχας, δέν θά εἴχαμε αὐτά τά προβλήματα σήμερα πού εἶναι διαλυτικά τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.

8. Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο χορήγησε τήν αὐτοκεφαλία στήν Οὐκρανία, γιά διαφόρους λόγους, καί ἀναγνώρισε τήν κανονικότητα τῶν Μυστηρίων πού τελέσθηκαν, κατά τήν διάρκεια τοῦ Σχίσματος, χωρίς νά γνωρίζω ἐπακριβῶς πῶς ἔγινε αὐτό.  Κατ’ ἀρχάς ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν δέν δέχθηκε νά ἰσχύση τό κείμενο περί τοῦ τρόπου χορηγήσεως τῆς αὐτοκεφαλίας, ὅπως προαναφέρθηκε, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο θεώρησε ὅτι ἰσχύει τό ἐθιμικό δίκαιο, μέ τό ὁποῖο τό Ἴδιο ἔδωσε τήν αὐτοκεφαλία καί τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή σέ ὀκτώ Ἐκκλησίες ἀπό τίς μέχρι τότε δεκατέσσερεις Ἐκκλησίες. Καί αὐτό ἀναγνωρίζεται ἐν τοῖς πράγμασιν.  Ἔπειτα, νομίζω, ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο πρίν ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης καί μετά ἀπό αὐτήν, κατάλαβε πολύ καλά τόν ὑπονομευτικό ρόλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας ἐναντίον του καί γι’ αὐτό ἐνήργησε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Τίς ἐνέργειές του δέν μποροῦμε νά τίς ἐξετάζουμε ἀνεξάρτητα ἀπό ὅσα προηγήθηκαν ἐδῶ καί πολλές δεκαετίες.  Ὅσοι, ὅμως, ὑποστηρίζουν σέ αὐτήν τήν περίπτωση τήν Ἐκκλησία τῆς Μόσχας δέν βλέπουν τόν ὑπονομευτικό ρόλο τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς σέ βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.  Ὡς πρός τό θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν σχισματικῶν καί αὐτοχειρονήτων, διατύπωσα μιά συγκεκριμένη πρόταση στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νά ἐρωτηθῆ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο πῶς ἔγινε, γιά νά κριθῆ κανονικῶς καί σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.  Σέ ἀνάλογες περιπτώσεις τηρεῖται ἡ ἀκρίβεια καί ἡ οἰκονομία. Οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι «οἱ οἰκονομοῦντες τάς Ἐκκλησίας». Ἡ Ἐκκλησία πορεύεται μέ τήν οἰκονομία, καί ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μυστήριο τῆς οἰκονομίας.

9. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πρόκειται νά ἀποφασίση γιά τό θέμα τῆς Οὐκρανίας, πού ἔχει δύο πλευρές: ἡ πρώτη πλευρά ἀναφέρεται στήν χορήγηση τοῦ αὐτοκεφάλου ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, χωρίς τήν συγκατάθεση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας, καί ἡ δεύτερη πλευρά ἀναφέρεται στόν τρόπο τῆς ἀποκατάστασης τῶν σχισματικῶν, τῶν καθηρημένων Κληρικῶν καί τῶν αὐτοχειροτονήτων. Αὐτό τό θέμα συζητήθηκε στίς δύο Συνοδικές Ἐπιτροπές, ἤτοι τήν Συνοδική Ἐπιτροπή ἐπί τῶν Δογματικῶν καί Νομοκανονικῶν Ζητημάτων καί τήν Συνοδική Ἐπιτροπή ἐπί τῶν Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων.  Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ποτέ στό παρελθόν δέν ἔγινε συζήτηση στήν Ἱεραρχία, ὅταν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο χορηγοῦσε τήν αὐτοκεφαλία καί τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή σέ διάφορες Ἐκκλησίες, ἀκόμη καί ὅταν ἀποκαθιστοῦσε τούς σχισματικούς Κληρικούς τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας. Σέ ὅλες τίς περιπτώσεις τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀνακοίνωνε σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες τήν ἀπόφασή του, ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος ἤ Πατριάρχης μέ γράμματα ἀνακοίνωνε τήν ἀνάληψη τῆς διακονίας του καί ἔπειτα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰσήγαγε τό ὄνομά του στά Δίπτυχα πού διαβάζονται κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας καί τοῦ εὔχονταν μέ γράμμα. Βέβαια, στήν περίπτωση πού μᾶς ἀπασχολεῖ ὑπάρχει ἡ ἀντίδραση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας καί γι’ αὐτό χρειάζεται μιά ἀντιμετώπιση συνοδική.  Γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει καί ἕνα ἐπί πλέον θέμα ὅτι ἕνα μεγάλο τμῆμα της, δηλαδή οἱ Ἀρχιερεῖς πού εἶναι Μητροπολίτες τῶν Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στήν Ἑλλάδα, (Νέων Χωρῶν), μνημονεύουν τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος ἔχει τό ἀνώτατο κανονικό δικαίωμα σέ αὐτούς καί ὁ ὁποῖος χορήγησε τήν Αὐτοκεφαλία στήν Οὐκρανία.

10. Τά γεγονότα πού συνέβησαν στό θέμα τῆς Οὐκρανίας ξεπέρασαν τίς ὅποιες καλές προθέσεις ὑπῆρχαν. Εἶναι δεδομένο ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο χορήγησε τήν αὐτοκεφαλία στήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας καί δέν εἶναι διατεθειμένο νά ἀνακαλέση αὐτήν τήν ἀπόφαση, κατά τό γνωστό λόγιο, «τό γινόμενον οὐκ ἀπογίνεται», καθώς ἐπίσης τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας δέν θέλει νά ἀποδεχθῆ τετελεσμένα γεγονότα καί οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες βρίσκονται σέ ἀναμονή. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά βρεθῆ μιά κατ’ οἰκονομία λύση γιά νά μήν ἐπικρατήση τό σχίσμα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού μόνον οἱ ἐχθροί της τό ἐπιθυμοῦν καί τό ἐπιδιώκουν.  Νομίζω ὅτι μιά ἐνδεχόμενη λύση εἶναι νά ἐπαναφέρη ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας τήν μνημόνευση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στά Δίπτυχα, νά μελετήσουν οἱ ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν ἐκ νέου τό κείμενο γιά τόν τρόπο χορήγησης τῆς αὐτοκεφαλίας καί γιά τά Δίπτυχα, ὥστε σέ μιά Πανορθόδοξη Σύνοδο νά ἐγκριθῆ.  Σέ αὐτήν τήν Σύνοδο θά πρέπει νά βρεθῆ κατ’ οἰκονομία λύση γιά τήν Οὐκρανία, ὥστε στήν Οὐκρανία νά λειτουργῆ ἡ αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, κατά τόν τρόπο πού λειτουργεῖ στήν Ἑλλάδα, μέ τήν συνύπαρξη τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας καί τῶν Νέων Χωρῶν, ἤ κατά τό σύστημα πού λειτουργοῦν οἱ Ἐπισκοπικές Συνελεύσεις στήν Διασπορά ἤ κάτι ἄλλο.  Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως φαίνεται στίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί στήν μετέπειτα πείρα τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει βρῆ λύσεις σέ παρόμοιες περιπτώσεις, οἱ ὁποῖες πρέπει νά ἀναζητηθοῦν.  Τελικά τά ἐκκλησιαστικά πράγματα θεραπεύονται μέ τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη, μέ τήν οἰκονομία καί τήν προσευχή. Ἐφ’ ὅσον οἱ Ἐπίσκοποι ἔχουν τήν ἀποστολική διαδοχή καί διατείνονται ὅτι ἔχουν καί τήν ἀποστολική ζωή καί τήν ἀποστολική παράδοση, τότε εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὁπότε δέν θά ὑπάρχουν σκοπιμότητες καί γι’ αὐτό θά φωτισθοῦν ἀπό τόν Θεό νά βροῦν τήν καλύτερη λύση καί νά μήν ἀφήσουν νά κυριαρχήση ἡ φιλαρχία καί ἡ ἀλαζονεία.  Μέσα στό πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, γιά τήν ὁποία ὁμιλοῦν ὅλοι οἱ ἐψηφισμένοι Μητροπολίτες τήν ἡμέρα τῆς χειροτονίας τους καί τά τροπάρια πού κάνουν λόγο κατά τήν χειροτονία τους, λύονται ὅλα τά ζητήματα. Ἐκτός καί ἄν ἔχουν τήν συνείδηση ὅτι ἔφθασαν στήν Πεντηκοστή τήν ἡμέρα τῆς χειροτονίας τους σέ Ἐπίσκοπο, ἀλλά στήν συνέχεια κινοῦνται ἀπό διάφορες γεωπολιτικές πρακτικές καί σκοπιμότητες. Στήν περίπτωση αὐτή δέν θά βρεθῆ λύση στό πρόβλημα αὐτό.  Νομίζω ὅτι πάνω ἀπό ὅλα θά πρέπει νά γίνη κατανοητό ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό καί αὐτό πρέπει νά λειτουργῆ καί στό ἐπίπεδο τῶν Προκαθημένων. Ὅποιος δέν βλέπει αὐτό τό θέμα, τότε χάνει τό δάσος καί ἐξετάζει τό δένδρο.

  • Προβολές: 155

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance