Γιάννη Βαρδακουλά: Ο Χαρακτήρας της Επανάστασης του Εικοσιένα και ο ρόλος της Εκκλησίας μας

του Γιάννη Βαρδακουλά

Ο Χαρακτήρας της Επανάστασης του Εικοσιένα και ο ρόλος της Εκκλησίας μαςΓύρω από την Εθνεγερσία του Εικοσιένα, της οποίας θα γιορτασθή σε λίγες ημέρες η 178η Επέτειος, έχουν τεθεί, μεταξύ των άλλων, και δύο προβλήματα.. Το πρώτο αναφέρεται στον χαρακτήρα της· τί ήταν δηλαδή η Επανάσταση του γένους των Ελλήνων, εθνική, κοινωνική ή είχε μεικτό χαρακτήρα; Το δεύτερο πρόβλημα έχει τεθεί με την αμφισβήτηση από ορισμένους του ρόλου της Εκκλησίας· συμμετέσχε δηλαδή ο Κλήρος ενεργά στην προπαρασκευή και την διεξαγωγή της ή παρέμεινε αδιάφορος, κατ’ άλλους, και κατ’ άλλους εχθρικός, προκειμένου να διασφαλίση τα ιδικά του και μόνο συμφέροντα, την αδιατάρακτη νομή της όποιας εξουσίας του;

Το ιστοριογράφημα αυτό υποκινήθηκε από την πρόθεση του συντάκτη του, να υπενθυμίση στοιχεία από την ζωντανή ιστορία μας, για να μπορή ο αναγνώστης να σχηματίση δική του άποψη, όσο αυτό είναι δυνατόν.

* * *

Στα προβλήματα αυτά έχουν αναφερθεί κατά καιρούς διανοούμενοι Έλληνες, ιδία μετά την διατύπωση της άποψης, ότι η μελέτη και ερμηνεία της ιστορίας, για να είναι αντικειμενική, πρέπει να βασίζεται στην υλική δομή της κοινωνίας. Με το κριτήριο αυτό, άλλοτε φανερό και άλλοτε υπονοούμενο, έχουν διατυπωθεί οι άκόλουθες απόψεις:

Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, η καταπίεση και η τυραννία των Οθωμανών και των Ελλήνων τσιφλικάδων ώθησαν τις λαϊκές μάζες στον ξεσηκωμό, προκειμένου να διαμορφωθή μια νέα κατάσταση ελευθερίας. Με τα δεδομένα αυτά, καθώς ο ανώτερος Κλήρος και οι καλογέροι ήσαν δυνάστες του σκλαβωμένου λαού, ετήρησαν, με μερικές εξαιρέσεις, στάση αντεθνική. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Δημήτρης Φωτιάδης, ο οποίος συμπληρώνει, γράφοντας, πώς η εχθρική αυτή στάση τηρήθηκε τόσο για τον φωτισμό του λαού, όσο και κατά την εξέγερση. Γι’ αυτό και επιλέγει ο Γιάννης Σκαρίμπας, το Πατριαρχείο αφόρισε το Εικοσιένα και οι Ιεράρχες το χλεύασαν.

Το 1981 ο εκδοτικός οίκος “Σύγχρονη Εποχή” κυκλοφόρησε τα Πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, που είχε για θέμα “Προϋποθέσεις και κίνητρα της Επανάστασης του 1821”, στα οποία έχουν καταχωρηθεί και οι ακόλουθες απόψεις:

Ελένη Αντωνιάδου - Μπιμπίκου (Καθηγήτρια Γαλλικού Πανεπιστημίου): “Ο χαρακτήρας του ξεσηκωμού του ’21 ήταν εθνικοαπελευθερωτικός... είχε και κοινωνικό περιεχόμενο... Είναι φανερό, ότι ο αγώνας είχε και προγραμματικό κοινωνικό περιεχόμενο...”

Πέτρος Ρούσος: “...Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 εθνικοαπελευθερωτική στην κύρια κατεύθυνσή της... Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα...”.

Λεωνίδας Στρίγκος: “...Ήταν απαραίτητο να αποτιναχθή ο τουρκικός ζυγός, να δημιουργηθή κράτος ανεξάρτητο. Αυτό ήταν το κύριο πρόβλημα, το κύριο καθήκον της επανάστασης... Η εθνική πλευρά του αγώνα ήταν συνεπώς η κύρια και καθοριστική, ενώ η πάλη για την διανομή της γης βρισκόταν, στις αρχές τουλάχιστον του αγώνα, σε δεύτερο πλάνο. Το κυριώτερο στοιχείο σ’ αυτόν τον αγώνα ήταν η πάλη για την εθνική ανεξαρτησία. Υπήρχε οπωσδήποτε και το ζήτημα της γής, αλλά δεν μπήκε αυτό το ζήτημα από την Φιλική Εταιρεία. Είναι λάθος να πη κανείς, ότι μπήκε. Τέθηκε μετά την πρώτη Εθνοσυνέλευση... Στην πρώτη μοίρα ήταν το εθνικό” (Ακαδημία Αθηνών, Η Φιλική Εταιρεία, 1964). Και επιλέγει ο Λεωνίδας Στρίγκος: “...δέν μας βρίσκει σύμφωνους η θεωρία του λαϊκισμού, που καλλιεργήθηκε προπολεμικά και από μαρξιστές της χώρας μας και συνεχίζεται από ορισμένους σήμερα”.

Ο Χαρακτήρας της Επανάστασης του Εικοσιένα και ο ρόλος της Εκκλησίας μαςΓκριγκόρι Άρς, Καθηγητής στο Ινστιτούτο Σλαβολογίας και Βαλκανολογίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ: “Ο κύριος σκοπός της Επανάστασης του 21 ήταν η εξασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας. Αυτό καθορίζει τον χαρακτήρα της Επανάστασης, που ήταν εθνικοαπελευθερωτική και δεν είχε ιδιαίτερο κοινωνικό περιεχόμενο”.

Λέανδρος Βρανούσης: “...Άκουσα να γίνεται λόγος χθές για τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα του 21 και θα είναι, νομίζω, θετικό απόκτημα, όταν με τις εργασίες αυτού του Συμποσίου εδραιωθεί η διαπίστωση και παγιωθεί ο ορισμός, ότι το 21 ήταν αγώνας πρώτιστα και βασικά εθνικοαπελευθερωτικός. Αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία. Σ’ αυτό έγκειται όλο το μεγαλείο του, γι’ αυτό και μόνο είναι σταθμός στην ιστορία, σύμβολο και οδηγός...”.

Ο Παναγιώτης Πιπινέλης, αναφερόμενος ειδικότερα στον ανώτερο Κλήρο, έγραψε: “...αγροτικώς φεουδαρχικός, εις την επαρχίαν, πολιτικώς ραδιούργος και διπλωματικώς μακράν της εθνικής συνειδήσεως... ξένος προς το πενθούν και πάσχον έθνος κατέστη φυσικός σύμμαχος της τουρκικής και ιθαγενούς ολιγαρχίας”.

Καιρός ν’ ακούσουμε την γνώμη Πρωταγωνιστών της Εθνεγερσίας, όπως έχει διασωθεί σε γραπτά:

Ο Γέρος του Μωρηά, μιλώντας στην σπουδάζουσα νεολαία, στην Πνύκα: “Όταν αποφασίσαμε να κάμουμε την επανάσταση, δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πώς δεν έχουμε άρματα... αλλ’ ως μια βροχή έπεσεν εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι, και οι Κληρικοί και οι Προεστοί, και οι Καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν τον σκοπόν και εκάμαμε την επανάσταση...”.

Ο Γιάννης Μακρυγιάννης: “... πήγα στοχάσθηκα και τάβαλα όλα εμπρός και σκοτωμούς και κινδύνους και αγώνες. Θα τα πάθω δια την ελευθερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου”. Απευθυνόμενος στους στρατιώτες του, είπε: “σάβανον έχω την σημαίαν οπούφκιασα και σ’ αυτείνη απάνου θέλω να πεθάνω υπέρ της πατρίδος μου και θρησκείας μου” και αυτοί του απάντησαν: “ήρθαμε να πεθάνωμεν εκεί όπου θα πεθάνης εσύ με την σημαία της πατρίδος μας και θρησκείας μας”.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, στρατάρχης της Ρούμελης, προς τους Στερεοελλαδίτες: “...Όλοι μαζί εδράξαμεν τα όπλα εξ αρχής της Επαναστάσεως και συμφώνως τα εμεταχειρισθήκαμεν κατά του κοινού εχθρού της Πατρίδος και της θρησκείας μας...”.

Και ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος έχει γράψει στα Απομνημονεύματά του: “Ο αξιοσέβαστος Κλήρος των Ελλήνων Χριστιανών ευρίσκετο τότε παντού εμπρός και έδιδε βαρύτητα και την βεβαιότητα εις τον της επαναστάσεως και ένεκα τούτου εις τους Έλληνας, εφαίνετο, ότι η σημαία της επαναστάσεως είναι εις χείρας του Θεού δια των λειτουργών της θρησκείας του”.

Ο ιστορικός της επαναστάσεως του Εικοσιένα Σπυρίδων Τρικούπης, γράφει: “...εγνώριζεν ο Πατριάρχης τα της Φιλικής Εταιρείας, αλλά συνωμότης κατά της τουρκικής εξουσίας δεν ήτο...”, ενώ ο Τούρκος ιστορικός Σανί Ζακτέ επεσήμανε: “...τά σχέδια της Φιλικής Εταιρείας ετηρούντο μυστικά μεταξύ Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων και των Προκρίτων”. Ο επίσης ιστορικός της Εθνεγερσίας Φιλήμων σημειώνει “η Φιλική Εταιρεία επήγασε από την μέσην, την αστικήν τάξιν”.

Πριν τελειώσω με τις αντιπαρατιθέμενες αυτές απόψεις, σχετικά με τον χαρακτήρα της Επανάστασης του Εικοσιένα, και τον ρόλο της Εκκλησίας κατά την διάρκεια αυτής, κρίνεται αναγκαία η άποψη της Ακαδημίας Αθηνών και της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης. Η πρώτη έχει αποδεχθεί, ότι “τό σάλπισμα δεν περιορίσθηκε μόνο στους εμπόρους, τεχνίτας και άλλους αστούς επαγγελματίες, αλλ’ απευθύνθηκε σ’ όλα τα στρώματα του λαού, όπως αυτό το ομολογεί και ο Γιάννης Κορδάτος”. Η δεύτερη έχει καταχωρήσει σε κύριο άρθρο της: “τό αίτημα για εθνική ανεξαρτησία και ολοκλήρωση συνδυαζόταν στενά με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη και αποκατάσταση των πλατειών λαϊκών μαζών... Οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος, στην πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στον γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα, αποβλέποντες σε μια νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό”.

Αφήκα τελευταία την άποψη του πολυαγαπητού φίλου Γ. Καββαδία: Ο σηκωμός του 21 ήταν μια μεγάλη επανάσταση εθνική. Με συμμετοχή όλων των Ελλήνων, ενωμένων, με τον πόθο της ανεξαρτησίας και με την συνδρομή ενός πλήθους παραγόντων που απέρρεαν από την ζωή και συνιστούσαν στην δυναμική ολόκληρης της κοινωνίας τους και που φυσικά ξεπερνούσαν κάθε είδους ταξικό κατηγόρημα...

Αναφερόμενος δε στον ρόλο του ανωτέρου κλήρου, επιλέγει, πώς, καίτοι μέλη του ιερατείου παρουσίασαν και συμπεριφορές παρεκκλίνουσες “η αφοσίωση στο καθήκον και η προσωπική αυτοθυσία της συντριπτικής πλειοψηφίας των εκπροσώπων του έδειξε το αντίθετο”.

Μετά την παράθεση των ανωτέρω ποικίλων απόψεων σχετικά με τα από την αρχή διατυπωμένα δύο ερωτήματα, για τον χαρακτήρα δηλαδή της Επανάστασης και τον ρόλο του Ιερατείου, χωρίς δισταγμούς μπορεί κανείς να προχωρήση στην άποψη, ότι ο χαρακτήρας της ήταν εθνικός ή τουλάχιστον προπορευόμενα εθνικός. Η ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης και η συναπόφαση όλων ν’ αγωνισθούν κατά του κατακτητή για την αποκατάστασή της υπήρξε αναμφισβήτητα το κινούν αίτιο, η συλλογική της συνείδηση και η κοινωνική δυναμική της. Δεν είναι άλλωστε γεγονός ότι προηγήθηκαν τα κινήματα των αρματωλών και κλεφτών, που απέβλεπαν στην προστασία του υποδούλου Ελληνισμού έναντι της καταπίεσης του δυνάστη και στην εξασφάλιση περιοχών ελεύθερης ζωής, χωρίς φυσικά στοιχεία διαφοροποίησης του οικονομικού και κοινωνικού βίου σ’ αυτές; Η Φιλική Εταιρεία, εξ άλλου, η οποία οργάνωσε τον πατριωτικό ξεσηκωμό των Ελλήνων, είχε ως κύρια και πρώτιστη επιδίωξή της την ανατροπή, την κατάργηση της οθωμανικής εξουσίας, της ξένης δηλαδή κοινωνικής εξουσίας, που με την επιβολή της ήλεγχε την θέλησή της ελληνικής κοινωνίας, την επιδίωξη της εθνικής της ανεξαρτησίας. Φυσικά, ήταν εμπνευσμένη απαρχής από τα πολιτικά ρεύματα, που προήλθαν από τον Διαφωτισμό των νεοτέρων χρόνων και την γαλλική επανάσταση, με πυρήνα την ιδέα της προόδου του ανθρώπου και της κοινωνίας προς τελειότερα στάδια πολιτισμού, χωρίς οι ιδεολογικοπολιτικές αυτές τάσεις να καταστή δυνατόν να τεθούν. Στην πορεία των πραγμάτων και προς το τέλος του Μεγάλου Ξεσηκωμού τέθηκε το πρόβλημα των εθνικών γαιών με απώτερο σκοπό τον περιορισμό του φεουδαρχικού κατεστημένου, αλλ’ αυτό ήταν απόρροια των πολιτικοκοινωνικών εξελίξεων, που αναπτύχθηκαν μεταγενέστερα, όταν πια άρχισε ο ελεύθερος πολιτικός βίος. Άλλωστε, είναι δεδομένο, ότι καί, όταν τέθηκε το ζήτημα των εθνικών γαιών, η σχετική κίνηση και η δυναμική της δεν απέβλεπαν στην αναίρεση της ταξικής κατάστασης, αλλά στο διακανονισμό των ορίων με την απόσπαση ορισμένων δικαιωμάτων από την κρατούσα κοινωνική τάξη· δεν υπάρχουν μαρτυρίες ότι ο εργαζόμενος και αγωνιζόμενος λαός είχε διαμορφώσει την ταξική του συνείδηση με τη αποκορύφωση ενός οξέος ταξικού δυϊσμού. Ούτε και επιβεβαιώθηκε ο ταξικός αυτός χαρακτήρας μεταγενέστερα με τις επαναστατικές κινήσεις του 1843 και 1862. Ύστερα δεν αποκλείεται στα πλαίσια της Συνταγματικής Τάξης η επαναδιαπραγμάτευση και ο επαναπροσδιορισμός των όρων της υπάρχουσας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, όπως αυτό πραγματοποιήθηκε μετά την Επανάσταση του Γουδί (1909), με την οποία άρχισε η διαδικασία του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν έχει τεθεί από κανέναν ερευνητή υπό αμφισβήτηση ο ρόλος και η συμβολή του κατωτέρου Κλήρου κατά τα Μεγάλα Χρόνια του Ελληνισμού. Τουναντίον έχει γίνει δυσμενέστατη κριτική σε βάρος του ανωτέρου Κλήρου. Η κεντρική αμφισβήτηση αρχίζει με τον στιγματισμό από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε' και την Πατριαρχική Σύνοδο των νέων, φιλελευθέρων και απελευθερωτικών ιδεών και τον αφορισμό του Υψηλάντη και του Μ. Σούτσου, την Εγκύκλιο της οποίας υπογράφει και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος ο Ζ', που είχε εκλεγεί το 1820.

Η άρνηση όμως του Πατριάρχη να εγκαταλείψη τον θρόνο του και να διασωθή διαφεύγοντας σε ελεύθερες περιοχές, που θα την ακολουθούσε όμως άγριος διωγμός και σφαγή· η εμμονή του στο πνεύμα της αυτοθυσίας, για την οποία οι ημέρες είχαν ήδη μετρηθεί, όπως έχει διασωθεί η απάντησή του προς τον Επίσκοπο Δέρκων· η ομολογία της Πύλης, ότι ο απαγχονισμός του ήταν η απάντησή της στην άρνησή του να συμμορφωθή με το χρέος του, να επαγρυπνά για την στάση και την συμπεριφορά έναντι της εξουσίας του σουλτάνου των εξουσιαζομένων από αυτόν ομοθρήσκων του και να αναφέρη εις αυτήν τις παράνομες πράξεις του –συμπεριφορά που πείθει ότι ήταν “ως αρχηγός μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως...”, επέβαλε την ανάγκη να λείψη ο Πατριάρχης, κατά το σχετικό Διάταγμα της οθωμανικής εξουσίας, από του προσώπου της γης προς σωφρονισμό. Σε επίμετρο, δεν μπορεί κανείς να αγνοήση τους διωγμούς, τις φυλακίσεις, τις ταπεινώσεις, τα βασανιστήρια και την σφαγή μελών της Πατριαρχικής Συνόδου (Βάρνης Φιλόθεος, Σωζοπόλεως Παΐσιος), η οποία υπέγραψε, για να παραπλανήση την Πύλη, υπό την ασφυκτική πίεση της οποίας προσπαθούσε να εκπληρώση το εθνικό της χρέος. Ο εκ των υπογραφέων Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος Ζ', που είχε εκλεγεί και ενθρονισθεί το 1820, υπέστη και αυτός διώξεις και φυλακίσεις και βασανισμούς και εξορία, από την οποία διέφυγε, για να λάβη ενεργό μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα. Αλλά και ο διάδοχός του στον θρόνο, Μητροπολίτης Πορφύριος, με διαταγή της Πύλης συνελήφθη και φυλακίσθηκε στο Άγιον Όρος ως εργαζόμενος δραστήρια για την εθνική των Ελλήνων ανεξαρτησία, από όπου δραπέτευσε, για να προσφέρη τις υπηρεσίες του στον αγώνα.

Αλλά μήπως δεν είχε προηγηθεί του Εικοσιένα, η επαναστατική δράση των Μητροπολιτών: Μονεμβασίας Μακαρίου Μελισσηνού, που το 1571 πρωτοστάτησε σε πολεμικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο· του Μητροπολίτου Αχρίδος Αθανασίου, που υπεκίνησε την επίθεση των Ελλήνων κατά του φρουρίου της Τσέρνα στην περιοχή της Χειμάρας, το 1596· του Μητροπολίτη Λάρισας Διονυσίου, που το 1611 ηγήθηκε, φλογερός αυτός ηγέτης, της επίθεσης κατά των Τούρκων στα Γιάννενα, που απέληξε στη σύλληψη και τον αποδερματισμό του, με θύμα ακόμη τον επίσκοπο Φαναρίου Σεραφείμ. Αργότερα, κατά τους χρόνους της Επανάστασης, έπεσε μαχόμενος στο Μανιάκι ο Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μέλος της ανωτάτης αρχής της Φιλικής Εταιρείας Γρηγόριος Δικαίος Παπαφλέσσας, η τραγική αυτή μορφή της Εθνεγερσίας, ενώ προσφέρονται ως ολοκαύτωμα οι Επίσκοποι Σαλώνων Ησαΐας και ο Ρωγών Ιωσήφ στο Μεσολόγγι.

Εξ άλλου, το Ορθόδοξο Μοναστήρι έγινε στα χρόνια του Μεγάλου Ξεσηκωμού το καταφύγιο της Κλεφτουριάς· το θεραπευτήριο του τραυματία και άρρωστου αγωνιστή· η εστία καταφυγής και περίθαλψης του διωκομένου· το ορμητήριο πολεμικών επιχειρήσεων· η ζωογόνος πνοή για τον υπόδουλο· το Κάστρο της επαναστατημένης Ρωμηοσύνης.

Η Εκκλησία υπήρξε σημαντικός παράγοντας για την διάσωση και ενίσχυση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων. Με την διοικητική της διάρθρωση –πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, μητροπολίτες, επίσκοποι, μοναστήρια– αναδείχθηκε “σέ τέλειο οργανισμό για την διοίκηση του υπόδουλου γένους, αποκαθιστώντας την ενότητα του ελληνισμού και δημιουργώντας το ορθόδοξο εκκλησιαστικό κράτος”, ανυψώνοντας το κύρος της Ορθοδοξίας σε αξιόλογη πολιτική δύναμη και από τους σημαντικότερους παράγοντες του ελληνισμού στην μακραίωνη δουλεία του.

Για την αμφιλεγόμενη στάση και συμμετοχή του ανώτερου κλήρου στην Εθνεγερσία υπάρχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία.

Σε πίνακα, που έχει παραθέσει στην εργασία του “Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας”, ο Φιλήμων, σε 514 μέλη της, τα εννιά (9) ήσαν αρχιερείς, ενώ σε γράμμα του Ηγουμένου Δαμιανού, του Μοναστηριού του Αγίου Δημητρίου Ναυπακτίας, με ημερομηνία 5 Ιουλίου 1821, που μυήθηκε κατά την επίσκεψή του στο Πατριαρχείο, και το οποίο υπογράφει ως “απόστολος της ελευθερίας”, αναφέρονται οι μυημένοι από τον ίδιο Ναυπακτίτες. Εξ άλλου, στην εναίσιμη εργασία του “οι Αρχιερείς εις το Εικοσιένα” παραθέτει ο Πέτρος Γεωργαντζής τα ακόλουθα στοιχεία:

Κατά την κρίσιμη περίοδο του 1821, ο αριθμός των μητροπολιτών, σε όλην τη έκταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ανερχόταν σε 195-200, από τους οποίους τουλάχιστον 81 υπήρξαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας, ενώ 73 επώνυμοι αρχιερείς έλαβαν ενεργό μέρος σε διάφορες φάσεις του απελευθερωτικού αγώνα:

Από την περιοχή της Πελοπονήσσου 20, της Στερεάς Ελλάδας 7, των Νησιών του Αιγαίου Πελάγους 9, της Θεσσαλίας 5, της Ηπείρου 5, της Μακεδονίας 3, της Θράκης 4, Μ. Ασίας 6,

οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας Θεόφιλος, Μολδοβλαχίας Βενιαμίν, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός και οι θυσιασθέντες στον ιερό αγώνα Μητροπολίτες, εν οίς: Μεθώνης Γρηγόριος, Σαλώνων Ησαΐας, Ρωγών Ιωσήφ, Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιγνάτιος, Πλαταμώνος Γεράσιμος, Μαρωνείας Κωνσταντίνος, Σωζοπόλεως Παΐσιος, Αδριανουπόλεως Γεράσιμος, Βιζύης Ιωάσαφ, Αγαθουπόλεως Ιωσήφ, Βάρνας Θεόφιλος και Ευδοκιάδος Γρηγόριος, ενώ

οι δοκιμασθέντες, φυλακισθέντες, βασανισθέντες Αρχιερείς, ανήλθαν σε 42, μεταξύ των οποίων και οι δύο Αρχιερείς Ναυπάκτου και Άρτης, κατά την επαναστατική περίοδο, Άνθιμος Ζ' και Πορφύριος, για τους οποίους έχει ήδη γίνει λόγος, εκ των οποίων ο πρώτος φέρεται ως συνυπογραφέας της Πατριαρχικής Εγκυκλίου, που απεδοκίμαζε την Επανάσταση, και ακόμη οι Πατριάρχες Ευγένιος, Άνθιμος, Χρύσανθος και Αγαθάγγελος. Σημειώνεται ότι ο ενταφιασμένος στην βορεινή πλευρά του Ναού του Αγίου Δημητρίου, στην πόλη μας, Αρχιερέας Άνθιμος, ο λεγόμενος Ολύμπιος, Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας δεν ταυτίζεται με τον προαναφερόμενο.

Το 1833, επί Όθωνα, συστήθηκε Εκκλησιαστική Επιτροπή, για να απογράψη τα της Εκκλησίας κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα, στην έκθεση της οποίας, μεταξύ των άλλων, περιλαμβάνεται “εν διαστήματι της επαναστάσεως, πολλαί των επαρχιών της Ελλάδος εστερήθησαν τους Αρχιερείς τους, θυσιασθέντας τους περισσοτέρους εις τους υπέρ της Πατρίδος αγώνας”, όπως γράφει ο Θεόκλητος Στράγκας.

Βιβλιογραφικά

Γιάννη Κορδάτου, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, 1957

Δημήτρη Φωτιάδη, Καραϊσκάκης, Geneve 1969

Γιάννη Σκαρίμπα, το 21 και η αλήθεια, 1975

Μάριου Πλωρίτη, το 21, μύθοι και αντιμύθοι, 1980

Παναγ. Πιπινέλη, Πολιτική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 1927

Ακαδημία Αθηνών, Η Φιλική Εταιρεία, 1964

Φωτάκου Απομνημονεύματα, επανέκδοση 1960

Σπυρ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως

Ν. Μοσχόπουλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, όπου τα περί Σανιζάντ

Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγηση συμβάντων της ελληνικής φυλής

Γ. Τσερτσέτη, Άπαντα

Γιάννη Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα,

Επιστημονικό Συμπόσιο Μαρξιστικών Ερευνών, Σύγχρονη Εποχή, όπου οι εισηγήσεις των Λ. Στρίγκου, Π. Ρούσου, Ε. Αντωνιάδου - Μπιμπίκου, Γκρικόρι Άρς

ΟΛΜΕ, Δελτίο, Μάρτιος 1983

Γ. Καββαδία, Επανάσταση και κοινωνική δυναμική - 1821, 1996

Π. Γεωργαντζή, Οι Αρχιερείς εις το Εικοσιένα, 1985

Θ. Στράγκα, Εκκλησίας Ελλάδος ιστορία εκ πηγών αψευδών, 1817-1967, 1969

  • Προβολές: 1194

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance