Κύριο ἄρθρο: Ταυτότητα καὶ Ταυτότητες

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Στην χώρα μας, με την πυκνή βλάστηση, προξενούνται πολύ συχνά φωτιές και δημιουργούνται πυρκαγιές. Όμως αυτό γίνεται και στην κοινωνία, αφού λόγω της πλούσιας παραδόσεως ανάβουν φωτιές, δηλαδή γίνονται πολλές και ποικίλες συζητήσεις. Κατά καιρούς αναφύεται ένα θέμα, γίνεται μεγάλη συζήτηση και στην συνέχεια πέφτουν οι τόνοι.

Αυτό το φαινόμενο μπορεί να εξηγηθή ποικιλοτρόπως. Μία εξήγηση είναι ότι είμαστε ένας λαός με μεγάλη ιστορική διαδρομή, πλούσια παράδοση, αλλά ταυτόχρονα είμαστε υποχρεωμένοι να κινούμαστε σε ένα σύγχρονο πολυπολιτισμικό κόσμο, οπότε άλλοτε αγωνιζόμαστε να διατηρήσουμε την ετερότητα της δικής μας ταυτότητος, και άλλοτε χάνουμε την ταυτότητά μας. Όσο δυνατός είναι ένας οργανισμός τόσο και δημιουργεί υψηλό πυρετό. Οπότε, αισθάνεται κανείς ότι οι διάφορες κρίσεις δείχνουν μια πνευματική και πολιτιστική υγεία.

Τελευταία δημιουργήθηκε ένας θόρυβος σχετικά με τις νέες ταυτότητες. Ελέχθησαν και εγράφησαν πάρα πολλά αρνητικά και θετικά, τεκμηριωμένα ή ατεκμηρίωτα. Θα ήθελα στην συνέχεια να παρουσιάσω εντελώς συνοπτικά μερικές σκέψεις μου πάνω στο θέμα αυτό.

1. Πολλοί είδαν το θέμα των ταυτοτήτων μεμονωμένα, δηλαδή το αντιμετώπισαν μόνο από την πλευρά της αναγραφής ή μη του θρησκεύματος. Βεβαίως, είναι ένα θέμα που απασχόλησε και στο παρελθόν, απασχολεί και τώρα ένα μέρος του ελληνικού λαού. Το βασικό είναι ότι η ισχύουσα νομοθεσία για τις ταυτότητες, και αναφέρομαι στον νόμο 1988/1991 που τροποποίησε τον νόμο 1599/1986, προβλέπει την υποχρεωτική αναγραφή του θρησκεύματος. Η όποια αλλαγή πρέπει να γίνη με τροποποίηση του νόμου. Ας αναλάβη επομένως η Βουλή την ευθύνη της τροποποιήσεως της νομοθεσίας και ας μη δημιουργείται τεχνητός θόρυβος.

2. Από μερικούς χρησιμοποιήθηκε το επιχείρημα του νόμου 2472/1997 “περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, σύμφωνα με τον οποίον οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι ευαίσθητο δεδομένο, που πρέπει να γίνη σεβαστό και το οποίο προστατεύεται. Όμως αγνοείται επιμελώς ότι άλλο είναι το θρήσκευμα και άλλο οι θρησκευτικές πεποιθήσεις. Όποιος ακολουθεί ένα γνωστό θρήσκευμα εισέρχεται σε αυτό επισήμως με διάφορες τελετές. Το Βάπτισμα για μας τους Ορθοδόξους γίνεται σε δημόσιο χώρο και δηλώνεται στο Ληξιαρχείο. Επίσης, ο πιστός συμμετέχει σε λατρευτικές συνάξεις που γίνονται δημόσια. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις όμως του ανθρώπου, γύρω από την θρησκεία που ακολουθεί μπορεί να είναι ποικίλες. Έτσι το θρήσκευμα είναι προσωπικό δεδομένο, χωρίς να είναι ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, όπως συμβαίνει με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Έπειτα, όπως ανέπτυξε επιτυχώς ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Αναστάσιος Μαρίνος, ο νόμος 2472/1997 αναφέρεται στην ηλεκτρονική επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και δεν αφορά τις ταυτότητες. Όπως, επίσης, ένας γενικός νόμος δεν μπορεί να αντικαταστήση και να τροποποιήση έναν ειδικό νόμο για τις ταυτότητες. Επομένως, δεν θεωρείται επιτυχημένη η χρησιμοποίηση αυτού του επιχειρήματος.

3. Γίνεται πολύς λόγος για το ότι δεν πρέπει να αναγράφεται το θρήσκευμα κάθε ανθρώπου διότι αυτό απαιτεί ο σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας του κάθε προσώπου. Κατ’ αρχάς βέβαια κάνει εντύπωση, όπως γράφεται στον νόμο 2472/1997 και το είπε επανειλημμένα ο κ. Δαφέρμος, ότι ο κάθε άνθρωπος χαρακτηρίζεται στην νομοθεσία αυτό “υποκείμενο” και φυσικά η λέξη αυτή μεταφράζεται από την αγγλική λέξη subject που σημαίνει τον υποκείμενο, τον υποτελή. Τί ελευθερία μπορεί να έχη ένας δούλος; Πρόκειται λοιπόν για μια πορεία προς την υποτέλεια και την σκλαβιά.

Έπειτα, δημιουργείται η εντύπωση ότι όταν δεν αναγράφεται το θρήσκευμα στην ταυτότητα τότε διασώζεται η θρησκευτική ελευθερία του κάθε πολίτη, ενώ όταν αναγράφεται τότε χάνεται. Δηλαδή, η απόλαυση της ελευθερίας εξαρτάται από μια αναγραφή. Δεν το θεωρώ εύστοχο επιχείρημα, γιατί δηλώνει μια ανασφάλεια του Κράτους και του πολίτη. Ένα δημοκρατικό Κράτος με ισχυρά νομοθεσία δεν περιμένει από την μη αναγραφή στις ταυτότητες του θρησκεύματος να εξασφαλίζη την ελευθερία του πολίτη, αλλά διαθέτει νομοθεσία που ρυθμίζει όλα τα σχετικά θέματα. Τελικά, όλη αυτή η συζήτηση δείχνει ότι έχουμε ανασφάλεια ως προς τους δημοκρατικούς θεσμούς. Αλλοίμονο αν μια Πολιτεία αναμένει από την αναγραφή ή μη του θρησκεύματος στις ταυτότητες να εξασφαλίση την έκφραση της ελεύθερης βούλησης του κάθε πολίτη και την προστασία του από αυτούς που τον επιβουλεύονται. Οπότε, αντί να γίνεται αυτή η συζήτηση, θα ήταν καλύτερο να ισχυροποιήται ακόμη περισσότερο το κράτος δικαίου ώστε να αποδίδεται δικαιοσύνη μεγαλύτερη και να προστατεύεται ο πολίτης στις επιλογές του. Αλλιώς εκφράζεται μια κοινωνική ανασφάλεια.

4. Στις εφημερίδες έγινε πολύς λόγος για το τί ισχύει στις άλλες χώρες της Ευρώπης σχετικά με την δήλωση του θρησκεύματος. Όμως οι συνθήκες που επικρατούν εκεί δεν είναι συγκρίσιμες με τις δικές μας. Οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες αφ’ ενός μεν είναι χώρες πολυπολιτισμικές, χώρες “μιγάδων”, αφ’ ετέρου δε για αιώνες ταλαιπωρήθηκαν από εθνικισμούς, ρατσισμούς, θρησκευτικές διαμάχες και πολέμους. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης έχει αποδείξει στα έργα του ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι προϊόν αφ’ ενός μεν του ευρωπαϊκού φεουδαλισμού με την φράγκικη ρατσιστική νοοτροπία του, αφ’ ετέρου δε της αντιδράσεως εναντίον αυτού του ρατσιστικού πνεύματος. Η είσδυση των Φράγκων στην Ευρώπη δημιούργησε τάξεις κοινωνικές, χώρισε τους ανθρώπους σε φύσει ευγενείς και φύσει δούλους με φοβερά αποτελέσματα. Ο Marc Bloch στο βιβλίο του “η φεουδαλική κοινωνία” και ο Jacques Le Goff στο βιβλίο του “ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσεως” κάνουν ευρύτατες αναλύσεις του φαινομένου του φεουδαλισμού με την ρατσιστική νοοτροπία, όπως καλλιεργήθηκε στην Δύση. Η μεταρρύθμιση, που δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση κοινωνική (βλ. το βιβλίο του Max Weber “Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού”), η αναγέννηση, ο διαφωτισμός, η Γαλλική επανάσταση, ο μοντερνισμός, ο μεταμοντερνισμός, η υπαρξιακή φιλοσοφία κλπ, είναι ρεύματα που δημιουργήθηκαν από την επικρατούσα ιδιαίτερη κατάσταση στην Δύση. Στην Πατρίδα μας όλα αυτά τα ρεύματα είναι εισαγόμενα, αφού ποτέ δεν είχαμε τέτοιες εγγενείς καταστάσεις, ποτέ η παράδοσή μας δεν γέννησε όλες αυτές τις ρατσιστικές, ιδιότυπες ιδέες. Οι Έλληνες δεν ήταν ρατσιστές, όπως συναντούμε τον όρο αυτόν στον ευρωπαϊκό χώρο, γιατί δεν πιστεύουμε σε τάξεις εκ γενετής.

5. Ο Max Weber έχει υποστηρίξει ότι υπάρχουν τρία είδη εξουσίας, ήτοι η γραφειοκρατική ή νόμιμη εξουσία, η χαρισματική και η παραδοσιακή. Όταν η λεγόμενη νόμιμη εξουσία δεν υπολογίζει τις άλλες δύο μορφές εξουσίας, τότε μπορεί εύκολα να καταλήξη στην δικτατορία και τον ολοκληρωτισμό. Οπότε, η Πολιτεία πρέπει οπωσδήποτε να λάβη σοβαρά υπ’ όψη της την λεγομένη χαρισματική και παραδοσιακή εξουσία, ώστε να λειτουργή σωστά, και μάλιστα στην εποχή μας που η λεγομένη παγκοσμιοποίηση στον πολιτισμό τείνει να είναι καταλυτική και να αφανίση πολιτισμούς και έθνη. Ο γνωστός Uberto Eco έγραψε ότι η Ευρώπη θα γίνη μια Ήπειρος “μιγάδων” και ίσως εξαφανισθούν τα εθνικά Κράτη. Αυτή είναι μια απειλή γι’ αυτό και η συνθήκη του Μάαστριχτ στα κεφάλαια περί Παιδείας και πολιτισμού κάνει λόγο για σεβασμό της παραδόσεως ενός λαού.

6. Θεωρώ ακόμη ότι ο θόρυβος για την αναγραφή ή μη του θρησκεύματος μπορεί να είναι μια “παγίδα”. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνον εκεί και φυσικά δεν είναι μεμονωμένο. Το ερώτημα είναι τί θα γίνη με τις ηλεκτρονικές ταυτότητες. Γιατί συζητούμε για την μη αναγραφή μερικών στοιχείων της προσωπικότητος του πολίτου, την στιγμή κατά την οποία με τις ηλεκτρονικές ταυτότητες και με τον ενιαίο κωδικό αριθμό μητρώου είναι δυνατόν να “σκλαβώνεται” ο άνθρωπος από μερικούς συγχρόνους “δικτάτορας”; Όταν μια ταυτότητα είναι ένας μικρός ηλεκτρονικός υπολογιστής, στον οποίο θα εισέρχονται στοιχεία άγνωστα στον κάτοχό του και μάλιστα δεν θα γνωρίζη ο άνθρωπος ποιός προσθέτει στοιχεία και τί ακριβώς προσθέτει, τότε πώς μιλούμε για προσωπικές ελευθερίες; Άλλωστε, είναι γνωστόν ότι στις σύγχρονες κοινωνίες του “επιστημονικού εγκλήματος” επικρατεί μια άλλη γλώσσα, σύμφωνα με την οποία εν ονόματι της ειρήνης γίνεται πόλεμος, εν ονόματι του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γίνονται εθνοκαθάρσεις και εν ονόματι της ελευθερίας του πολίτη τον δουλώνουν ακόμη περισσότερο. Οπότε, το αίτημά μας πρέπει να είναι: Δεν θέλουμε ηλεκτρονικές ταυτότητες, αλλά η Πολιτεία πρέπει να φροντίση να βρη τρόπους να κατασκευάση συμβατές ταυτότητες, χωρίς ηλεκτρονική επεξεργασία, και απομακρύνοντας τον κίνδυνο της πλαστογράφησης.

7. Τελικά, η λέξη ταυτότητα είναι πολύ σοβαρή λέξη που χρησιμοποιείται από τον Αριστοτέλη και άλλους φιλοσόφους με την έννοια: “τό είναι τι ταυτόν, το ίδιον” και συνεκδοχικώς δηλώνει την πιστότητα του σημαινομένου προς το σημαίνον, του ανθρώπου προς το νόημα της ύπαρξής του. Ταυτότητα του Έλληνα είναι η ταύτισή του και η αναφορά του προς την μακραίωνη παράδοσή του, που είναι ταυτόχρονα ελληνική και ρωμαίϊκη, και του χριστιανού ταυτότητα είναι η πιστότητά του προς τον αποκαλυπτικό λόγο, που είναι έντονα υπαρξιακός και κοινωνικός. Όταν ο τρόπος εκδόσεως των αστυνομικών ταυτοτήτων δείχνει την απώλεια αυτής της ταυτότητος, τότε το πρόβλημα είναι θεολογικό, φιλοσοφικό, υπαρξιακό, εθνολογικό και εκφεύγει των λογικών επιχειρημάτων και των φανατισμένων πράξεων.

Υπάρχουν σε αυτόν τον τόπο ψύχραιμοι άνθρωποι που μπορούν να συζητούν ώστε να διατηρήται η κοινωνική συνοχή.

Ετικέτες: ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ

  • Προβολές: 1643

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance