• Αρχική
  • Τεῦχος 53 - Ἰούνιος 2000
  • Κύριο θέμα: Μια υπεύθυνη άποψη για το κρίσιμο πρόβλημα που ανέκυψε - Ἀναζητώντας τὴν ταυτότητα τοῦ προβλήματος τῶν ταυτοτήτων

Κύριο θέμα: Μια υπεύθυνη άποψη για το κρίσιμο πρόβλημα που ανέκυψε - Ἀναζητώντας τὴν ταυτότητα τοῦ προβλήματος τῶν ταυτοτήτων

Την εξέλιξη ενός σοβαρού προβλήματος για την Πατρίδα μας παρακολουθούμε τις τελευταίες εβδομάδες. Πρόκειται για το θέμα των νέων ταυτοτήτων, για ένα κατ’ εξοχήν εθνικό και κοινωνικό πρόβλημα, που άπτεται της υποστάσεως του Γένους μας και δεν είναι δυνατόν να μετρηθή, όπως επιχειρείται, με κομματικά ή προσωπικά κριτήρια, καί, βεβαίως, οι κρίσιμες εξελίξεις που δρομολογούνται στο θέμα αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνουν ερήμην του Κοινοβουλίου και του λαού.

Η Ιερά Σύνοδος, κατανοώντας την κρισιμότητα του θέματος, συνεκάλεσε έκτακτη σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, για να αντιμετωπίση το πρόβλημα.

Στην σύνοδο αυτή της Ιεραρχίας ακούσθηκαν τρεις εισηγήσεις, του Σεβ. Μητροπολίτου μας κ. Ιεροθέου με θέμα “Ιστορική εξέλιξις του θέματος της αναγραφής του θρησκεύματος εις τα Δελτία των Αστυνομικών Ταυτοτήτων των Ελλήνων Πολιτών”, του Σεβ. Μητροπολίτου Καβάλας κ. Προκοπίου για την νομική άποψη του ζητήματος, και του Σεβ. Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις για την αντιμετώπισή του.

Σημειώνουμε ότι ο Σεβ. Μητροπολίτης κ. Ιερόθεος ήταν Πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής για το θέμα των ταυτοτήτων και είχε μελετήσει το θέμα επισταμένως για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτόν τον λόγο και προς ενημέρωση των αναγνωστών θα δημοσιεύουμε σε συνεχόμενα τεύχη της “Παρέμβασης” χαρακτηριστικά σημεία της εν λόγω εισηγήσεως.

Η αρχική εισήγηση του Σεβασμιωτάτου αποτελείται από 58 σελίδες και αντιμετωπίζει το ζήτημα συνολικά. Στο τεύχος αυτό δημοσιεύουμε το έβδομο κεφάλαιο.

***

7. Απαντήσεις σε προβληματισμούς

Κατά την πρόσφατη συζήτηση περί της αναγραφής ή μη του θρησκεύματος ετέθησαν μερικά ερωτήματα και εκφράσθηκαν μερικοί προβληματισμοί ευλογοφανείς ή λογικοί. Θα προσπαθήσω να εντοπίσω μερικούς από αυτούς.

α) Κατά κόρον ελέχθη ότι οι ταυτότητες είναι κρατικά δημόσια έγγραφα και δεν είναι ανάγκη να είναι ομολογιακά κείμενα, στα οποία θα εκφράζεται η πίστη του κάθε πολίτη.

Αυτό είναι μια αλήθεια η οποία δεν μπορεί να παραθεωρηθή. Όμως, ταυτόχρονα δεν μπορούν να παραγνωρισθούν άλλες επί μέρους παράμετροι. Για παράδειγμα: Γιατί τώρα τελευταία προσδίδεται στην ταυτότητα αυτός ο χαρακτήρας ότι, δηλαδή, είναι δημόσιο έγγραφο, στο οποίο δεν μπορεί να γράφεται το θρήσκευμα ενός ανθρώπου; Και γιατί υπονοείται ότι στα δημόσια έγγραφα δεν πρέπει να αναφέρεται η θρησκεία την οποία ακολουθεί ο κάθε πολίτης;

Ο προβληματισμός αυτός μπορεί να τεθή από πλευράς Εκκλησίας, όχι όμως από πλευράς Πολιτείας. Και αυτό γιατί είναι γνωστόν ότι η κάθε Πολιτεία έχει την δυνατότητα, αλλά και την υποχρέωση να καταγράφη το θρήσκευμα κάθε πολίτη, αφ’ ενός μεν για στατιστικούς λόγους, και στην πατρίδα μας για εθνικούς λόγους, αφ’ ετέρου δε για να προστατεύη την χώρα από θρησκεύματα τα οποία λειτουργούν ως ψυχοναρκωτικά και καταδυναστεύουν την προσωπικότητα του ανθρώπου. Έπειτα, δεδομένου ότι υπάρχουν δημόσια έγγραφα στα οποία αναγράφεται το θρήσκευμα (όπως το δηλώνουν οι Μουσουλμάνοι για εισαγωγή στα πανεπιστήμια, οι Προτεστάντες για την λήψη αδείας λειτουργίας ευκτηρίου οίκου, οι Χιλιαστές για να μη παραλάβουν όπλα, κ.λ.π.) όταν χρησιμοποιούμε το επιχείρημα ότι στην ταυτότητα, που είναι δημόσιο έγγραφο, δεν αναγράφεται η θρησκεία, κινδυνεύουν τα άλλα δημόσια έγγραφα να μη θεωρηθούν ως δημόσια έγγραφα.

Τα ερωτήματα είναι πολλά: γιατί χρησιμοποιείται τώρα τελευταία αυτό το έωλο επιχείρημα και γίνεται αυτή η αλλαγή; Τί συνετέλεσε στην στροφή αυτή και μάλιστα χωρίς διάλογο, ο οποίος είναι απαραίτητος στα δημοκρατικά πολιτεύματα;

Έχω την γνώμη ότι εάν γινόταν διάλογος μεταξύ Πολιτείας και Διοικήσεως της Εκκλησίας θα μπορούσε να βρεθή ουσιαστική λύση, η οποία θα εξέφραζε την συναίνεση, χωρίς υποχωρήσεις σε βασικά σημεία πίστεως, και θα διετηρείτο η κοινωνική συνοχή. Είμαι δε σε θέση να γνωρίζω ότι ακούγονταν πολλές σοβαρές φωνές και εκ μέρους μελών της Εκκλησίας για λύσεις ουσιαστικές, με τις οποίες και η Πολιτεία θα ικανοποιείτο και η Εκκλησία θα θεολογούσε αποφεύγοντας ευσεβιστικές θεωρήσεις.

Τελικά πιστεύω, και δεν είναι της ώρας να αναλύσω, ότι υπήρχαν και άλλοι τρόποι για να λυθή το θέμα αυτό χωρίς αναταράξεις, που δεν συμφέρουν κανέναν, εκτός κι αν επιδιώχθηκε ο τεχνητός αυτός θόρυβος για πολιτικούς - κομματικούς λόγους, πράγμα που δεν θέλω να πιστεύσω.

β) Συνέχεια αυτής της απόψεως είναι και η άλλη, σύμφωνα με την οποία η Πολιτεία είναι εκείνη που καθορίζει όλα όσα έχουν σχέση με τους πολίτες και επομένως ο τύπος εκδόσεως των ταυτοτήτων είναι αποκλειστική υπόθεση της Πολιτείας και κανενός άλλου Οργανισμού, ούτε φυσικά και της Εκκλησίας.

Και η άποψη αυτή, ενώ έχει φαινομενικά στοιχεία αληθείας, εν τούτοις είναι αποσπασματική και τελικά επικίνδυνη για την δημοκρατία. Και αυτό στηρίζεται σε δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να εκληφθή ως ένας ανθρωποκεντρικός οργανισμός ή μια εκκλησιαστική διοικητική υπηρεσία, αφού είναι το σύνολο των Κληρικών και των λαϊκών, που αποτελούν τον λαό του Θεού, είναι εκείνη που εκφράζει και σηματοδοτεί την παράδοση αυτού του τόπου, χωρίς βέβαια να παραθεωρούνται οι άλλες θρησκευτικές δοξασίες, που είναι σεβαστές, σύμφωνα με την Παράδοση της Εκκλησίας και την σύγχρονη ελληνική νομοθεσία. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο λαός που ανήκει στην Εκκλησία έχει λόγο για όλα τα σοβαρά θέματα, που τον απασχολούν και η άποψή του πρέπει να γίνεται σεβαστή όχι μόνον κατά την ημέρα των εκλογών –γιατί μια άποψη περί κυριαρχίας του λαού κατά την διαδικασία της ψηφοφορίας είναι υποκριτική και τολμώ να υποστηρίξω αντιδημοκρατική– αλλά σε όλες τις φάσεις της εξασκήσεως της εξουσίας. Δεν είναι δυνατόν μια εξουσία να “υποκλέπτη” την ψήφο του λαού με “επιστημονικούς” τρόπους και στην συνέχεια να κυβερνά για τα προσδιορισμένα χρόνια σε βάρος των πραγματικών συμφερόντων του λαού, αποθέτοντας απλώς τις ελπίδες στον λαό επανευρέσεως της λαϊκής κυριαρχίας στις νέες εκλογές, στις οποίες θα επικρατήσουν και πάλι πολωτικές νοοτροπίες και ενέργειες ψυχολογικές, οι οποίες θα “υποκλέψουν” την ψήφο του λαού και στην ουσία θα παραβιάσουν τις ατομικές ελευθερίες. Μια τέτοια αντίληψη συνιστά έλλειμμα δημοκρατίας. Γι’ αυτό από πολλούς παράγοντας συνιστάται σήμερα η εισαγωγή και καθιέρωση της αρχής των δημοψηφισμάτων για σοβαρά θέματα, ώστε ο λαός να συμμετέχη ενεργά στην εξάσκηση της εξουσίας και η Πολιτεία να δεσμεύεται στην χρησιμοποίηση δημοκρατικών τρόπων διακυβέρνησης.

Δυστυχώς, όμως, η πρόταση περί δημοψηφισμάτων για σοβαρά θέματα που έγινε επίσημα και επιστημονικά από την κίνηση ενεργών πολιτών, η οποία έκανε σχετικές ομιλίες σε ολόκληρη την Ελλάδα από ειδικούς επιστήμονας, η οποία κίνηση εισηγήθηκε την άποψη αυτή στην Κυβέρνηση και τα άλλα κόμματα, εν όψει αναθεωρήσεως του Συντάγματος, δεν έγινε αποδεκτή, με αποτέλεσμα να μη συμπεριλαμβάνεται στα αναθεωρητέα άρθρα του νέου Συντάγματος, που πρόκειται να ψηφισθή από την Βουλή των Ελλήνων, η οποία προήλθε από τις πρόσφατες εκλογές.

Επομένως, η άποψη ότι ο τύπος εκδόσεως των νέων ταυτοτήτων και μάλιστα η απάλειψη ενδείξεων που επικρατούσαν για πολλά χρόνια, όπως είναι η ένδειξη του θρησκεύματος, είναι έργο της Πολιτείας οδηγεί αναπόφευκτα σε πολλές παραχαράξεις, κυρίως στην ισχυροποίηση της αρχής της Πολιτειοκρατίας. Αυτή, όμως, η άποψη δίδει το δικαίωμα και την δυνατότητα στην Πολιτεία να προχωρήση και στην εισαγωγή ενός άλλου τύπου ταυτότητος, της ηλεκτρονικής, που αποβλέπει και καταλήγει αναπόδραστα στο ηλεκτρονικό φακέλλωμα με την υιοθέτηση του μικροτσίπ, αφού και πάλι δεν θα ερωτηθή ο λαός, με την αιτιολογία ότι αυτό είναι έργο και δικαίωμα της Πολιτείας. Αυτή, όμως, η σκέψη μπορεί να οδηγήση και σε άλλες πράξεις στο μέλλον, που θα διασαλεύσουν την καλώς νοούμενη Δημοκρατία.

Στο σημείο αυτό θεωρώ επίκαιρη την επισήμανση του Max Weber περί της εξουσίας, η οποία επισήμανση πρέπει να ληφθή σοβαρά υπ’ όψη. Ο Max Weber υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρία είδη εξουσίας, ήτοι η γραφειοκρατική ή νόμιμη εξουσία, η χαρισματική εξουσία και η παραδοσιακή εξουσία.

Επεκτείνοντας την σκέψη αυτή του Max Weber θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι είναι ανάγκη να λειτουργούν σωστά και τα τρία αυτά είδη εξουσιών και να συνεργάζωνται στενά μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι η γραφειοκρατική ή νόμιμη εξουσία συνδέεται στενά με την εκάστοτε Κυβέρνηση, η οποία ελέγχεται από τον λαό και ασχολείται με θέματα διοικήσεως του λαού. Επίσης, η χαρισματική εξουσία ασκείται από ανθρώπους με ιδιαίτερα προσόντα–χαρίσματα, από προσωπικότητες που έχουν έναν σοβαρό λόγο στην κοινωνία (Κληρικοί, γονείς, δάσκαλοι, φορείς διαφόρων Οργανώσεων κ.λ.π.) και αναπληρώνουν πολλά κενά της γραφειοκρατικής εξουσίας. Και τέλος, είναι η παραδοσιακή εξουσία που εκφράζει τις παραδόσεις του λαού, και είναι απαραίτητο στοιχείο της καλά οργανωμένης κοινωνίας.

Το σημαντικό είναι ότι η συνεργασία μεταξύ αυτών των τριών παραγόντων βοηθά αποτελεσματικά στην καλή λειτουργία της κοινωνίας. Εάν η λεγομένη γραφειοκρατική ή νόμιμη εξουσία παραγνωρίζη και παραθεωρή τις άλλες μορφές εξουσίας, τότε οδηγείται αναπόφευκτα στην επικράτηση δικτατορικών και τυραννικών αντιλήψεων. Και εάν η παραδοσιακή ή χαρισματική εξουσία δεν σέβεται την εκλεγμένη και νόμιμη εξουσία, τότε οδηγούμαστε σε διάφορες παραχαράξεις της κοινωνίας, δηλαδή την δικτατορία ή την αναρχία. Αυτό σημαίνει ότι η ιδιότυπη μορφή δικτατορίας, και η ιδιόμορφη έκφραση αναρχίας είναι συμπτώματα αλαζονικής συμπεριφοράς, όταν δεν συνεργάζονται αρμονικά οι ποικίλες μορφές εξουσίας μέσα στην κοινωνία.

γ) Μια άλλη άποψη, θεολογικά προβαλλόμενη, είναι ότι η Εκκλησία είναι Θεανθρώπινος Οργανισμός, είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού και επομένως έχει μια άλλη αποστολή, που διακρίνεται σαφώς από την αποστολή της Πολιτείας, αφού ενδιαφέρεται να οδηγήση τον άνθρωπο σε κοινωνία με τον Θεό.

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθή αυτήν την πραγματικότητα, αλλά και δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε έναν εκκλησιολογικό μονοφυσιτισμό ή έναν εκκλησιολογικό νεστοριανισμό, αφού η Εκκλησία ζη και εργάζεται εν τόπω και χρόνω, μεταμορφώνει τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων, μεταμορφώνει τον όλο άνθρωπο και αγιάζει την κτίση, χωρίς να αρνήται τίποτε από τον ιστορικό βίο του ανθρώπου και την δημιουργία. Η Εκκλησία δεν μπορεί να αρνηθή ούτε τις ιδιαιτερότητες ενός ανθρώπου, ούτε να προδώση και να παραθεωρήση την εσχατολογική προσδοκία της.

Έπειτα, οι ποιμένες της Εκκλησίας δεν μπορούν να αρνηθούν τις ποικίλες πνευματικές ηλικίες των Χριστιανών. Είναι δε γνωστόν ότι η ποιμαντική επιστήμη προϋποθέτει σαφή γνώση της καταστάσεως κάθε ανθρώπου και συνδέεται στενά με την προσπάθεια για την ανύψωσή του στο υψηλότερο πνευματικό επίπεδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε ο Απόστολος Παύλος το πρόβλημα των ειδωλοθύτων. Στην αρχή γράφει: “περί δε των ειδωλοθύτων, οίδαμεν ότι πάντες γνώσιν έχομεν. η γνώσις φυσιοί, η δε αγάπη οικοδομεί” (Α’ Κορ. η’, 1). Στην συνέχεια εκφράζοντας αυτήν την γνώση, γράφει: “περί της βρώσεως ουν των ειδωλοθύτων οίδαμεν ότι ουδέν είδωλον εν κόσμω και ότι ουδείς Θεός έτερος ειμή είς” (Α’ Κορ. η’, 4). Όμως, υπάρχουν μερικοί ασθενείς Χριστιανοί που δεν έχουν αυτήν την γνώση. “Αλλ’ ουκ εν πάσιν η γνώσις· τινές δε τη συνειδήσει του ειδώλου έως άρτι ως ειδωλόθυτον εσθίουσι, και η συνείδησις αυτών ασθενής ούσα μολύνεται” (Α’ Κορ. η’, 7). Γι’ αυτό συνιστά: “βλέπετε δε μήπως η εξουσία υμών αύτη (τό να τρώγη ειδωλόθυτα επειδή έχει την γνώση) πρόσκομμα γένηται τοις ασθενούσιν” (Α’ Κορ. η’, 9), γιατί τρώγοντας ειδωλόθυτα, ενώ τύπτουν την ασθενική συνείδηση των άλλων, αμαρτάνουν. “Ούτω δε αμαρτάνοντες εις τους αδελφούς και τύπτοντες αυτών την συνείδησιν ασθενούσαν εις Χριστόν αμαρτάνετε” (Α’ Κορ. η’, 12). Και καταλήγει ο Απόστολος Παύλος, εκφράζοντας την ουσία της ορθοδόξου ποιμαντικής: “διόπερ ει βρώμα σκανδαλίζει τον αδελφόν μου, ου μη φάγω κρέα εις τον αιώνα, ίνα μη τον αδελφόν μου σκανδαλίσω” (Α’ Κορ. η’, 13).

Αυτό, κατά αναλογία, ισχύει και για το θέμα που μας απασχολεί.

Βεβαίως σε καιρό διωγμών η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται για το τί θα πράξη η Πολιτεία, και μάλιστα όταν η Πολιτεία δεν είναι Χριστιανική, αλλά δέχεται προθύμως το μαρτύριο, προσφέροντας την μαρτυρία της αληθείας. Όμως, δεν πρέπει να παραθεωρούνται δύο πραγματικότητες. Η μία ότι δεν μπορεί η ίδια η Εκκλησία να συντελή στον αποχρωματισμό της κοινωνίας και την εκκοσμίκευση των Χριστιανών και του εαυτού της, διότι ο εκκλησιαστικός αποχρωματισμός της κοινωνίας και ο λεγόμενος πολιτιστικός εκσυγχρονισμός συνιστούν το φαινόμενο της εκκοσμικεύσεως. Και η άλλη πραγματικότητα είναι ότι και κατά τον καιρό των διωγμών η Εκκλησία δεν παρακινούσε τα τέκνα της απερίσκεπτα προς το μαρτύριο, χάρη μιας εκφράσεως της ομολογίας της πίστεως, αλλά υπήρχαν περιπτώσεις που περιόριζε τις ενθουσιαστικές τάσεις των Χριστιανών προς το μαρτύριο, επειδή γνώριζε τις αδυναμίες τους και επειδή ήθελε να αποφύγη τον πειρασμό ενδεχομένης αρνήσεως του Χριστού. Άλλωστε, ο Χριστός μας δίδαξε να προσευχόμαστε στον Θεό να μην επιτρέπη πειρασμούς. “Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν”. Όταν όμως έρχεται ο πειρασμός, τότε παρακαλούμε τον Θεό να μας βοηθήση στην αντιμετώπισή του.

Επομένως, η Εκκλησία δεν φοβάται το μαρτύριο, το οποίο είναι δόξα γι’ αυτήν, αλλά και δεν το προκαλεί, επειδή γνωρίζει την αστάθεια και τις αδυναμίες μερικών μελών της. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία με δική της βούληση, εν ονόματι τάχα του μαρτυρικού πνεύματος, να εξωθή ή να εμπνέη κάθε Πολιτεία, στο να προκαλή τους Χριστιανούς και να συντελή, με δική της θέληση, στον αποχρωματισμό του Γένους μας, όταν μάλιστα η Πολιτεία διακηρύσση ότι είναι Χριστιανική και εκτιμά δεόντως την ιδιαίτερη πολιτιστική παράδοση. Όταν, όμως, επιβάλλωνται μαρτυρικές συνθήκες, τότε η Εκκλησία ενεργεί κατά περίπτωση, ήτοι άλλοτε ενθαρρύνει τους Χριστιανούς προς το μαρτύριο, άλλοτε αναστέλλει την μαρτυρική πορεία, άλλοτε εμψυχώνει την υπομονή και την καρτερία των πιστών, άλλοτε καθοδηγεί προσεκτικά και γενικώς οικονομεί τις ποικίλες αντιδράσεις των μελών της, ανάλογα με την πνευματική τους ηλικία και την πνευματική εν Χριστώ ωριμότητά τους.

δ) Διατυπώθηκε η άποψη ότι η σωτηρία των Χριστιανών δεν εξαρτάται από την αστυνομική ταυτότητα ούτε από τα στοιχεία τα οποία δηλώνονται σε αυτήν.

Πρόκειται για μια μεγάλη αλήθεια η οποία πρέπει να τονίζεται, γιατί η σωτηρία των ανθρώπων δεν συνδέεται με κτιστά μέσα, αλλά είναι καρπός ενέργειας της ακτίστου Χάριτος του Θεού και συνέργειας του ανθρώπου. Άλλωστε, εμείς πριν από χρόνια διακηρύσσαμε ότι δεν μπορούμε να είμαστε Χριστιανοί μόνον της ταυτότητας, αλλά πρέπει να διακρινόμαστε από την πιστότητα στον Αποκαλυπτικό λόγο. Η πραγματική ταυτότητα είναι ότι είμαστε Χριστιανοί “εν πράξει, γνώσει και θεωρία” και έχομεν τον λόγο του Θεού “εν καρδίαις σαρκίναις” και όχι “εν πλαξί λιθίναις” (Β’ Κορ. γ’, 3) ή εν “ταυτότητι πλαστική”.

Όμως, πρέπει να τονίζεται και η άλλη όψη του θέματος, ώστε να είναι πλήρης. Ο Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης γράφει πολύ σωστά ότι η αρχή του εκκλησιαστικού δικαίου δεν είναι ο λαός, αλλά ο Θεός, και η πραγμάτωση του δικαίου δεν είναι η μένουσα, αλλά η μέλλουσα πόλη. Όμως, ποτέ στην προοπτική της Εκκλησίας δεν παραθεωρείται και η μένουσα πόλη, αφού η εκκλησιαστική ζωή είναι ζωή αναγεννήσεως και ανακαινίσεως του ανθρώπου και ολοκλήρου της κτίσεως. Καί, βεβαίως, η εκκλησιολογία δεν ταυτίζεται απόλυτα με την κοινωνιολογία, αλλά και η κοινωνία δέχεται ή πρέπει να δέχεται την επίδραση και την αλλοίωση της Εκκλησίας. Άλλωστε, στην θεία Ευχαριστία ζούμε τα έσχατα και όλα όσα χρησιμοποιούνται στην λατρεία εκφράζουν την ζωή των εσχάτων, καθώς επίσης και η όλη ζωή του ανθρώπου πρέπει να επηρεάζεται από την ευχαριστιακή βίωση των εσχάτων.

ε) Η άποψη ότι η Εκκλησία πρέπει να ασχολήται μόνον με τα του οίκου της είναι επικίνδυνη. Και αυτό γιατί ο οίκος της Εκκλησίας είναι και ολόκληρη η κτίση, οι θεσμοί, ακόμη και ο πολιτισμός. Άλλωστε, είναι γνωστόν ότι η Εκκλησία δια μέσου των αιώνων παρήγαγε και πολιτισμό, στην προσπάθειά της να αλλοιώση τα ιστορικά δεδομένα, με την άκτιστη ενέργεια του Θεού, χωρίς, βέβαια, να χάνη την προοπτική των εσχάτων. Αλλά, τελικά, ο περιορισμός της Εκκλησίας σε μια ορισμένη περιοχή της ζωής των ανθρώπων και ο εγκλεισμός της σε μερικές πληθυσμιακές ομάδες ανθρώπων λειτουργεί ευσεβιστικά και λίγο ρατσιστικά. Θεωρώ ότι ευσεβισμός είναι και ο αποκλεισμός μερικών περιοχών του ανθρωπίνου βίου και μερικών ανθρώπων από την αναγεννητική ενέργεια της Εκκλησίας. Άλλωστε, όπως λέγεται από τους Πατέρας της Εκκλησίας, η Εκκλησία δεν έγινε για να βοηθήση τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δημιουργήθηκε για να γίνη Εκκλησία.

στ) Η χρησιμοποίηση, εξ άλλου, του λόγου του Θεού “απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ” (Ματθ. κβ’, 21), κυρίως από τους πολιτικούς, δεν είναι επιτυχημένη. Πρώτον, γιατί αυτός ο λόγος έχει μια συγκεκριμένη αιτία και αναφέρεται σε ένα ερώτημα που έθεσαν οι Φαρισαίοι στον Χριστό “έξεστι δούναι κήνσον Καίσαρι ή ού;”, και αυτό έγινε με πονηρία, για να τον συλλάβουν και τον φονεύσουν, πράγμα το οποίο δεν συνδέεται με το θέμα μας, αφού ο τότε Καίσαρ ήταν ειδωλολάτρης, κατακτητής και όχι Χριστιανός, καθώς επίσης ο Χριστός δεν ήθελε να προκαλέση την τότε εξουσία. Ο ιερός Θεοφύλακτος παρατηρεί: “ο δε Ιησούς δια του εντετυπώσθαι τω νομίσματι τον Καίσαρα, πείθει αυτούς ως δει τω Καίσαρι αποδιδόναι τα εαυτού, τουτέστι, τα έχοντα την αυτού εικόνα· και εν τοις σωματικοίς και τοις έξω υποτάττεσθαι τω βασιλεύοντι, εν δε τοις έσω και πνευματικοίς, τω Θεώ”1. Δεύτερον, γιατί οι φορείς της Πολιτείας που χρησιμοποιούν την φράση αυτή, δεν πιστεύουν ότι η δική τους εξουσία ταυτίζεται με την εξουσία που είχε ο τότε Καίσαρ, ούτε αποξενώνουν τον εαυτό τους από την Εκκλησία, η οποία εκφράζει το θέλημα του Θεού, καί, βέβαια, εάν δούν το χωρίο αυτό μέσα από άλλη προοπτική, που συνήθως τους διακρίνει, είναι δυνατόν να σκανδαλισθούν, θεωρώντας ότι δήθεν ο Χριστός συνιστούσε τότε υπακοή σε άδικους φορολογικούς νόμους, που επικρατούσαν την εποχή εκείνη. Επομένως, καλό θα είναι, τουλάχιστον από την πλευρά της Χριστιανικής Πολιτείας να μη χρησιμοποιήται, αντί άλλου επιχειρήματος, λόγος αυτός του Χριστού.

Τελικά, πρέπει να υπογραμμισθή δεόντως ότι η αποϊεροποίηση του κόσμου και η θεοποίηση ή δαιμονοποίηση μερικών πτυχών και πλευρών της ζωής μας συνιστά τον λεγόμενο Διαφωτισμό, ο οποίος δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στην ανθρωπότητα, οδήγησε τον άνθρωπο μέχρι τις θεωρίες του Νίτσε, περί του υπερανθρώπου, ο οποίος υπεράνθρωπος εκφράσθηκε από τον φασισμό και ναζισμό που αιματοκύλισε την ανθρωπότητα, και ανέπτυξε στην συνέχεια τον άθεο υπαρξισμό, ο οποίος συνιστά την αυτοκτονία του ουμανισμού. Όλες αυτές οι θεωρίες στην εποχή μας είναι ξεπερασμένες. Εκείνο που επικρατεί στην εποχή μας είναι η απόκτηση σχέσης, η βίωση της καινότητας και η ουσιαστική συνύπαρξη μεταξύ προσώπου και κοινωνίας.

Το θέμα των ταυτοτήτων και της αναγραφής του θρησκεύματος, ενώ φαίνεται μια παρονυχίδα και ένα δευτερεύον σημείο, εν τούτοις, είναι έκφραση πολλών διεργασιών και ζυμώσεων που γίνονται στην πατρίδα μας. Αν εξετάση κανείς το ιδεολογικό υπόβαθρο της κινήσεως αυτής και τον τρόπο εισαγωγής του θέματος αυτού, θα διαπιστώση ότι υποκρύπτονται σοβαρά ζητήματα που συνδέονται με την επιβίωση του Έθνους μας. Επιπροσθέτως, αν σκεφθή κανείς ότι μερικοί άρχοντες αυτού του τόπου, όλων των πολιτικών αποχρώσεων, δεν γνωρίζουν επαρκώς την παράδοση αυτού του λαού, δεν κοινωνούν με τον τρόπο ζωής του, αγνοούν εν πολλοίς την ελληνορθόδοξη παράδοση, η οποία δεν είναι ούτε ιδεολογικό σύστημα, ούτε μια κοσμοθεωρία, ούτε απλώς ήθη και έθιμα, αλλά ένας ιδιαίτερος τρόπος ζωής, που δίνει απαντήσεις σε όλα τα οντολογικά, κοσμολογικά, υπαρξιακά, κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα, τότε αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα του ζητήματος. Θέλω να βλέπω την ατομική ταυτότητα κάθε ανθρώπου μέσα από την προοπτική της ταυτότητας της παράδοσης αυτού του τόπου. Δεν με ενδιαφέρει τί γίνεται με τους άλλους λαούς, αλλά βλέπω τον δικό μου λαό. Έχω δικαίωμα να το κάνω αυτό και κανείς δεν μπορεί να μου το αρνηθή.

Ο Ελληνικός λαός και γενικότερα η πατρίδα μας έχουν ανάγκη της πνευματικής και πολιτιστικής υποδομής, έχουν ανάγκη, για να επιζήσουν, την Ρωμαίϊκη παράδοση με όλη την δυναμικότητά της. Έτσι θα διατηρηθούμε ως Έθνος και έτσι μπορούμε, όχι μόνο να επιβιώσουμε στην χοάνη του συγχρόνου κόσμου, που επηρεάζεται από δυτικές και ανατολικές παραδόσεις, αλλά και να επικρατήσουμε στην Ευρώπη, αφού το πνεύμα νικά την μηχανή και το πρόσωπο μεταμορφώνει θεσμούς και κοινωνικές καταστάσεις. Αυτό μπορούμε να το επιτύχουμε, γιατί έχουμε ένα ιστορικό παράδειγμα, ήτοι τον εξελληνισμό και εκχριστιανισμό της σιδηρόφρακτης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία με αυτήν την γονιμοποίηση ανέβηκε σε υψηλά επίπεδα ζωής και πολιτισμού.

...

Τελειώνοντας, θα ήθελα να υπενθυμίσω τον καταπληκτικό λόγο του Εθνικού ποιητού της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη που έχει και εδώ εφαρμογή:

“Η Ρωμηοσύνη εν’ φυλή συνότζιαιρη του κόσμου, κανένας δεν ευρέθητζεν για να την ηξηλείψην, κανένας γιατί σιέπει την ’που τ’ άψη ο Θεός μου.

Η Ρωμηοσύνη εν’ να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!”.

1 P.G., 123, 389

  • Προβολές: 1129

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance