Γιάννη Βαρδακουλά: Η Ναύπακτος από τα κείμενα του Μητροπολίτου Ιωάννου Αποκαύκου (Α')

ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

του Γιάννη Βαρδακουλά

Στην σειρά “Πατέρες της Εκκλησίας και Εκκλησιαστικοί Συγγραφείς της Δυτικής Ελλάδος” έξεδόθησαν από τον Ιερομόναχο π. Ιερώνυμο Δελημάρη τα διασωθέντα κείμενα του πάλαι ποτέ μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτης Ιωάννου Αποκαύκου. Για τον μητροπολίτη Απόκαυκο είχα πληροφορίες από την εναίσιμη διδακτορική διατριβή του συμπολίτη μας γυμνασιάρχη κ. Κοσμά Λαμπροπούλου, όπως και από δημοσιεύματα της κ. Ευγενίας Καραγιάννη - Χαραλαμποπούλου. Με την προδιάθεση από τη μικρή αυτή προετοιμασία μου, αναζήτησα στο πολυσέλιδο βιβλίο του π. Ιερωνύμου Δελημάρη, με πολλές δυσκολίες στη γλώσσα, οφείλω να ομολογήσω, στοιχεία για την πόλη μας, που επικεντρώθηκαν τελικά στην ιστορία και τον κοινωνικό και οικονομικό της βίο στα χρόνια της αρχιερατείας του Απόκαυκου (12ος-13ος αιώνας). Πριν προχωρήσω, θ’ αναφερθώ συνοπτικά σε πληροφορίες για τον λόγιο αυτόν μητροπολίτη, με βάση τα “βιογραφικά”, που αναφέρει γι’ αυτόν ο π. Ιερώνυμος. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ 1153-1160, όπου και σπούδασε στη Σχολή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, η οποία ήταν παράρτημα της Πατριαρχικής Σχολής, απ’ την οποία απεφοίτησε, μετά εξαιρετικές σπουδές “στά θεολογικά πράγματα και την θύραθεν παιδεία”. Ήταν ανηψιός του διαπρεπούς μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Μανασσή, ο οποίος τον χειροτόνησε το 1187 διάκονο, στην πόλη μας, και το 1199 ή 1200 χειροτονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μητροπολίτης Ναυπάκτου, όπου και παρέμεινε τουλάχιστον μέχρι 6 Αυγούστου 1232. Στο χρονικό αυτό διάστημα έγραψε και τις περιεχόμενες στην ανωτέρω εργασία “Επιστολές” του, στις οποίες αναζήτησα τα σχετικά με την πόλη μας στοιχεία, που τα παρουσιάζω σε ελεύθερη απόδοση.

Στην επιστολή του, τον Φεβρουάριο του 1225, προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνο διαλαμβάνονται περικοπές, στις οποίες περιγράφει την πόλη της Ναυπάκτου, δίδει κάποιες εικόνες από τη ζωή των κατοίκων και αναπαριστάνει το Επισκοπείο του:

“... το φρούριό μας είναι απόρθητο, δύσκολα μπορεί κανείς να το κυριεύση· είναι σαν να έχει οικοδομηθεί κρεμασμένο στον αέρα,... η πόλη μας, χτισμένη στις υπώρειές του, μοιάζει σά να μην εγγίζη στη γή, τα τείχη της είναι υπερυψωμένα, έχει τα τείχη διηρημένα. Η πόλη όλη είναι χωρίς λάσπες· γι’ αυτό και ακούω πολλούς να μακαρίζουν τους κατοίκους της, γιατί τα υποδήματά τους, κατά τη διάρκεια των βροχών του χειμώνα δεν λερώνονται με λάσπη, ούτε κυλιούνται στον βούρκο, όπως αυτό αρέσει στα ζώα... όσο κι αν ανοίξουν οι καταρράκτες του ουρανού...

Στην πόλη μας υπάρχουν άφθονες πηγές, απ’ τις οποίες πίνουμε καθαρό νερό με τις παλάμες μας, και όχι από πηγάδια, όπως οι τυφλοπόντικες, λόγος για τον οποίον οι γέροντες και οι γρηές με ευκολία το προμηθεύονται, χωρίς να χρειάζεται ο κάδος, που χύνεται και τότε είναι αναγκαία και δεύτερη άντληση, χωρίς έτσι να καταπονούνται τα δάκτυλα από το σχοινί του κάδου, χωρίς κι’ αυτό από την υγρασία να σαπίζη. Και για να θυμηθώ, γράφει, τον μύθο του Πήγασου, για τον οποίον λένε πώς, χτυπώντας με το πέλμα του τη γή, ανέβλυσε νερό, λόγος για τον οποίο η περιοχή ονομάστηκε Ταρσός –η πατρίδα του Παύλου. Στη Ναύπακτο όμως φαίνεται, πολλοί Πήγασοι χτύπησαν στη γη της, πολλές πηγές μέσα και έξω ανάβλυσαν, γεγονός για το οποίο μπορεί αυτή να καταγραφή για τον μεγάλο αριθμό των πηγών της, τις οποίες δεν θα μπορούσε ένας μόνος υδατομέτρης να καταγράψη”.

Σε άλλη επιστολή του προς τον επίσκοπον Βονδίτζης Νικόλαο, το θέρος του 1218, περιγράφει τις κατοικίες της πόλης: “Οι συμπολίτες μου ζουν σε καλύβες, που για κεραμίδια έχουν χορτάρι”. Ασφαλώς πρόκειται για τις κατοικίες της φτωχολογιάς της εποχής εκείνης.

Μια παρόμοια περιγραφή μας έχει δώσει, εξακόσια χρόνια μεταγενέστερα, ο γερμανός περιηγητής L. Salvator, απεικονίζοντας τον οικισμό της πόλης Μεχμετάκι, τη σημερινή Αφροδίτη, για τα σπίτια της οποίας γράφει: τα σπίτια ήσαν χτισμένα με ξύλινους πασσάλους, χωμένους στη γή, με πλέγμα από χόρτα στα πλάγια και με ξύλινα δοκάρια στην σκεπή, που ήταν σκεπασμένη με καλάμια και λάσπη.

Στην πρώτη, την προηγούμενη επιστολή του προς τον Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνο, δεν παραλείπει να παρουσιάση το Επισκοπείο, την κατοικία του, για την οποία γράφει: “Δεν είναι όλο το Επισκοπείο μου από μάρμαρα, λευκό σαν το γάλα, ένα απλωμένο παλάτι. Η καμπάνα του όρθρου, εξωτερικά στη θύρα, δεν βγάζει τον ήχο της σαν από Άδη, αλλά ήμερη προτρέπει τον επίσκοπο, καθώς την ακούει αμέσως να ευλογή...”. Και αναφερόμενος στον παραλήπτη της επιστολής επίσκοπο Θεσσαλονίκης του ζητεί να μην τον επιπλήξη για τους μαρμάρινους αναβαθμούς των καταλυμάτων και τους μαρμαρόστρωτους υπαίθριους χώρους, οι οποίοι υπερκείμενοι, διευκολύνουν τη θέα προς την υποκειμένη θάλασσα, τους οποίους σκιάζουν και ευωδιάζουν τα φυτά και τα άνθη, με τις κολονίτσες τις μαρμάρινες που επιστέφονται από τα μαρμάρινα δοκάρια....

Η αρχιερατεία του Ιωάννου Απόκαυκου εξελίσσεται εντός της περιόδου του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Οι αρχιερείς, ως εκπρόσωποι των λαϊκών, είχαν την υποχρέωση να καταβάλλουν στον Δεσπότη ως φορολογία ορισμένα χρηματικά ποσά, που ο ίδιος προσδιόριζε.

Σε επιστολή του προς τον μητροπολίτη Λαρίσης, με χρονολογία 1212, εξιστορεί σ’ αυτόν τη δοκιμασία του ιδίου και των κατοίκων, προς τους οποίους η συμπεριφορά του Δούκα είναι σκληρή με τις απαιτήσεις του σε χρήματα και άλλα δοσίματα, που εξαναγκάζει τους κατοίκους να φεύγουν και μόνο τις νύχτες να προσπαθούν να συναποκομίσουν κάποια συγκομιδή. Αποτέλεσμα της εγκατάλειψης των εργασιών, διεκτραγωδεί, θα είναι ο λιμός που επέρχεται και η πείνα, που καραδοκεί, προς μεγάλην του λύπη. Εξ άλλου στην επιστολή του προς τον Θεόδωρο Κομνημό του 1217, γράφει, ότι οι κάτοικοι της Μητρόπολής του “άχρις ογδοήκοντα και εκατόν υπερπύρων” είναι δυνατόν να συγκεντρώσουν και οι εκτελεστές της διαταγής, από που θα μπορέσουν να συγκεντρώσουν 1.000 υπέρπυρα (“καί οι τελεσταί των τοσούτων πόθεν καταβαλούνται χιλιάδα χρυσού σεσωρευμένην εν τόπω ή εις τραπεζίτην ή εις βαθύπλουτον”). Αν δεν θέλεις να πιστεύης στα όσα ο αδελφός σου σε πληροφόρησε, ακόνισε το σπαθί σου και αποκεφάλιζε... Μη δέχεσαι δοσίματα εκ μέρους των εκκλησιών, γιατί ο επίσκοπος, που θα χρησιμοποιήσει από τα οικονομικά της εκκλησίας, τα λεγόμενα “πτωχικά” είναι κατά τους εκκλησιαστικούς κανόνες, “ιερόσυλος”.

Η προστασία των οικονομικών της Εκκλησίας και η αντίδραση στην εξουθενωτική φορολογική επιβάρυνση των κατοίκων οδήγησε σε οξεία διένεξη τον Απόκαυκο και τον Δούκα Κωνσταντίνο, αδελφό του ηγεμόνα του Δεσποτάτου της Ηπείρου Θ. Κομνηνού, που απέληξε στην έξωσή του από το Επισκοπείο, σε διώξεις κατά των κληρικών και σε δημεύσεις της περιουσίας της Εκκλησίας, για την άρνηση συμμόρφωσής τους στην αξίωση για την φορολογία των “πλωΐμων” με δικαιολογία την οργάνωση κάποιας ναυτικής εκστρατείας. Τελικά επήλθε καταλλαγή, με την πράξη της οποίας απαγορεύτηκαν εφ’ εξής η φορολογία “πλωΐμων”, της δεκάτης για τους χοίρους, των εισαγομένων στη χώρα, οι χορηγίες σίτου και τροφής στους στρατιωτικούς, και κάθε άλλη επιβάρυνση με οποιαδήποτε ονομασία όπως οι αγγαρείες σε βάρος των ανειδικεύτων, των υφαντών και ραπτών των βυρσοδημεργατών και υποδηματοποιών, η επίταξη ζώων, η παρακώλυση των αλιέων στην εργασία τους...

Ο Ιωάννης Απόκαυκος κατά τον χρόνο της αντιδικίας του με τον χωροδεσπότη Δούκα είχε εξωσθεί από το Επισκοπείο του σε κάποιο οίκημα έξω από την πόλη, όπου εργάζεται για να επιβιώση, αφού η εκκλησιαστική περιουσία δημεύτηκε και ο διωγμός του έφθασε στο σημείο να απειλούνται οι αλιείς που θα του έδιναν απ’ το αλίευμά τους.

Ύστερα την εποχή εκείνη, όπως εξιστορεί στην με χρονολογία 1217 επιστολή του προς τον επίσκοπον Βονδίτζης Νικόλαο η πόλη ζούσε τις συνέπειες πειρατικής επιδρομής:

Επειδή είχε αποπλεύσει ο στόλος, που υπεράσπιζε την πόλη, επιχώριοι πειρατές, συμπράττοντας με τους Λατίνους της Πάτρας (είναι γνωστόν ότι οι πειρατές του Κορινθιακού είχαν τα ορμητήριά τους στην Βαράσοβα) προσορμίστηκαν στην Ναύπακτο και έβαλαν φωτιά Με δεδομένο, ότι οι καλύβες - οικίες ήσαν από χόρτα και ξύλα, από εύλεκτα δηλαδή υλικά, η καταστροφή της πόλης από τη φωτιά ήταν ολοκληρωτική. Κάηκαν σπίτια, τα δέντρα, τα σπαρτά στους αγρούς, οι μεταξοσκώληκες και έτσι αντιλαμβάνεται κανείς, γράφει, ότι είναι καλοκαίρι από τους μήνες και όχι από τα σπαρτά. Ο κόσμος πήρε τα βουνά, οι άντρες ξέχασαν τις γυναίκες τους και οι γυναίκες τα παιδιά τους και πόδια αμάθητα να γυμνο-οδοιπορούν, περπατούσαν στα βράχια, ενώ οι ορεινοί δεν ήλθαν να τους βοηθήσουν και να πάρουν τις οικοσκευές τους. Μεγάλη δοκιμασία περίμενε τις έγκυες γυναίκες και τις θηλάζουσες. Οι στρατιωτικοί του κάστρου και οι χωρικοί και οι πλάνητες βρήκαν την ευκαιρία να λαφυραγωγήσουν τις περιουσίες των κατοίκων. Η πόλη, χωρίς πολίτες, άδειασε, οι φυγάδες έπιασαν τα ψηλώματα και η μόνη διατροφή τους ήσαν τα χορταρικά. Μάλιστα άδειαζαν τις κυψέλες και από τις κυρήθρες και δεν αισθάνονταν τον πόνο, όταν τους κέντριζαν οι μέλισσες.

Πρέπει βέβαια να σημειωθή, ότι η Ναύπακτος την εποχή του Ιωάννου Απόκαυκου δεν αποζούσε μόνο από την αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή, ούτε από την μεταξοπαραγωγή. Από υπάρχουσες μαρτυρίες προκύπτει, ότι υπήρχαν ιβάρια και αλυκές, για την παραγωγή και εξαγωγή ψαριών και αλατιού, που σημαίνει ότι από το λιμάνι της πραγματοποιείταν έντονη, για την εποχή εκείνη, εμπορευματική κίνηση, λόγος για τον οποίον η υπερβολική, για τον Ι. Απόκαυκο, φορολογία του Δεσποτάτου, και η αντίστοιχη προσπάθεια του Μητροπολίτη να προστατεύση τα οικονομικά της τοπικής εκκλησίας και της πόλης.

(συνχίζεται στο επόμενο)

  • Προβολές: 1222

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance