Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Ο νόμος 2472/97 και το Θρήσκευμα

Δημοσιεύθηκε στον “Τύπο της Κυριακής” την 2-7-2000.

Το θέμα του θρησκεύματος στις ταυτότητες, που ανέκυψε πρόσφατα, συνδέεται με τον νόμο 2472/97 “περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” και με την απόφαση της “Αρχής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”.

Μου δημιουργείται η εντύπωση ότι τόσο ο συγκεκριμένος νόμος, όσο και η σχετική απόφαση της Αρχής προσπαθούν να δημιουργήσουν προηγούμενο, το οποίο θα έχει συνέχεια. Δηλαδή, θα γίνη πρότυπο άλλων αλλαγών. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να δοθή πολλή προσοχή στον νόμο 2472/97 και την όλη φιλοσοφία που τον διέπει. Αργά ή γρήγορα όλοι θα αντιληφθούν την σημασία που θα διαδραμματίση στην ζωή μας ο νόμος 2472/97. Αυτό μου δίδει την αφορμή να υπογραμμίσω μερικά σημεία για τον νόμο αυτό.

1. Ιστορία της ψηφίσεως του νόμου

Το 1983 συστήθηκε ομάδα υπό τον Σύμβουλο της Επικρατείας κ. Κακούρη και τους Καθηγητάς και Νομικούς κ.κ. Παπαδημητρίου, Παυλόπουλο, Μαρίνο, Μαυριά, Χαλαζωνίτη. Το προσχέδιο παρουσιάστηκε στον Τύπο, στις 9-11-1986. Κατατέθηκε στην Βουλή το 1988 από τον Μένιο Κουτσόγιωργα, αφού προηγήθηκαν τροποποιήσεις του Ελ. Βερυβάκη, χωρίς να προχωρήση η ψήφισή του. Στην συνέχεια κατατίθεται διαδοχικά στην Βουλή το 1991 από τον Αθανάσιο Κανελλόπουλο, το 1992 από τον Μιχ. Παπακωνσταντίνου, χωρίς να συζητηθή, την περίοδο 1993 - 1995 από τον Γ. Κουβελάκη, και τους διαδόχους του Α. Πεπονή και Ι. Ποτάκη. Έπειτα κατατέθηκε το 1996 από τον Ευάγ. Βενιζέλο, χωρίς να συζητηθή, λόγω των εκλογών του Σεπτεμβρίου. Τελικώς, κατατέθηκε το 1997 από τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο και ψηφίστηκε με πολλές αντιδράσεις. Όλη αυτή η ιστορία δείχνει τον προβληματισμό που δημιούργησαν στην νομοθετική εξουσία οι θέσεις του νομοσχεδίου αυτού περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. Δαμιανού Κατραμάδου σελ. 4 και εξής και Συμφωνία Σένγκεν, έκδ. Ποντίκι σελ. 169).

2. Η αναγκαιότητα του νόμου 2472/97

Ο νόμος 2472/97 ήταν καρπός ευρωπαϊκών συνθηκών και συμβάσεων.

Μνημονεύουμε την Σύμβαση 108 της 28ης Ιανουαρίου 1981 του Συμβουλίου της Ευρώπης “γιά την προστασία των ατόμων από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, που κωδικοποίησε για πρώτη φορά τις αρχές που πρέπει να διέπουν την αυτοματοποιημένη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων. Η Ελλάδα υπέγραψε την Σύμβαση την 7-2-1983 και την επικύρωσε μετά από τρία χρόνια με τον νόμο 2068/1992. Όμως για να καταθέση η Ελλάδα έγγραφο επικύρωσης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έπρεπε κατά το άρθρο 4 παρ. 1 να υπάρχη νόμος που να εξασφαλίζη την προστασία των πληροφοριών που περιέχει η Σύμβαση.

Επίσης, υπάρχει και η Κοινοτική οδηγία 95/46 της 24ης Οκτωβρίου 1995 “γιά την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών”. Το άρθρο 32 παρ. 1 της οδηγίας θέτει στα Κράτη - Μέλη προθεσμία να συμμορφωθούν ή να προσαρμοσθούν στους κανόνες της, μέχρι τον Οκτώβριο του 1998.

Ακόμη για να μπορέση η Ελλάδα να προχωρήση στην Σύμβαση της Σένγκεν ήταν υποχρεωμένη να θεσπίση σχετική νομοθεσία σύμφωνα με το άρθρο 126 της Σύμβασης. Χαρακτηριστικά είναι και τα άρθρα 117 και 118 της Συνθήκης Σένγκεν (βλ. Δαμιανού Κατραμάδου: “Κριτική παρουσίαση του νόμου 2472/97”).

3. Η βασική φιλοσοφία του νόμου

Ο νόμος 2472/97 κρίθηκε αναγκαίος λόγω της νέας πραγματικότητας που επικρατεί σήμερα με την σύγχρονη τεχνολογία, και βέβαια την μεγάλη χρήση της πληροφορικής, δια των οποίων είναι δυνατόν να παραβιασθή η ανθρώπινη ελευθερία. Γι’ αυτό άλλωστε και στο άρθρο 1 του νόμου λέγεται σαφώς: “Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής”.

Από το άρθρο αυτό, αλλά και από την προσεκτική μελέτη του πνεύματος που διέπει τον νόμο φαίνονται σαφώς δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι επιδιώκεται η προστασία του ανθρώπου από τις διάφορες επεξεργασίες των προσωπικών δεδομένων του. Και αυτό το γεγονός πρέπει οπωσδήποτε να χαιρετισθή και να επαινεθή. Ο άνθρωπος πρέπει να διατηρήση την προσωπική του ελευθερία, όσο βέβαια είναι δυνατόν, όταν ζη σε οργανωμένες κοινωνίες. Γιατί δεν είναι δυνατόν εν ονόματι της ατομικής του ελευθερίας να καταργήται η ενότητα του κοινωνικού συνόλου, επειδή τότε θα καταλήγαμε στην αναρχία, ούτε βέβαια και εν ονόματι της ενότητος του κοινωνικού συνόλου να καταργήται η ατομική ελευθερία, επειδή τότε θα καταλήγαμε στην δικτατορία.

Δεύτερον, φαίνεται ότι δια του νόμου αυτού για πρώτη φορά επιτρέπεται, έστω και κατ’ εξαίρεση, η οποία εξαίρεση λόγω του ότι απλώνεται σε μεγάλο φάσμα καθίσταται επικίνδυνη, η ηλεκτρονική επεξεργασία των προσωπικών και ευαισθήτων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρα 5 και 7), επιτρέπεται ακόμη η διασύνδεση των αρχείων (άρθρο 8), καθώς επίσης επιτρέπεται και η διασυνοριακή ροή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είτε προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε, με προϋποθέσεις, και σε τρίτες χώρες (άρθρο 9). Σαφώς στο άρθρο 9 λέγεται: “Η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ελεύθερη. Η διαβίβαση προς χώρα που δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία έχουν υποστεί ή πρόκειται να υποστούν επεξεργασία μετά την διαβίβασή τους, επιτρέπεται ύστερα από άδεια της Αρχής”.

Επομένως, ο νόμος αυτός έχει διφυή χαρακτήρα, ήτοι προστατεύει τον άνθρωπο από την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, αλλά και παρέχει άδεια επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Και βέβαια κανείς δεν αρνείται την αναγκαιότητα τέτοιων νόμων στις σύγχρονες κοινωνίες, καθώς επίσης κανείς δεν μπορεί να αρνηθή τις προθέσεις του νομοθέτου και των ανθρώπων που εργάσθηκαν για τον σκοπό αυτό. Αλλά δεν μπορεί να παραθεωρηθή ότι μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα χρειάστηκε να γίνη τροποποίηση του νόμου γιατί θεωρήθηκε ότι ο νόμος, όπως ψηφίσθηκε το 1997, κάλυπτε τα φυσικά πρόσωπα (άρθρο 1) και άφηνε ακάλυπτα τα νομικά πρόσωπα, τα οποία έτσι εστερούντο προστασίας. Με την πρόσφατη τροποποίηση που έγινε καλύφθηκε αυτό το κενό.

4. Κριτική του νόμου 2472/1997

Υπάρχει μια μελέτη την οποία εισηγήθηκε ο Δαμιανός Κατραμάδος, στο μεταπτυχιακό τμήμα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης (Β' έτος) της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα στο Συνταγματικό Δίκαιο, υπό την επίβλεψη των Καθηγητών Αντώνη Μανιτάκη, Κώστα Χρυσογόνου και Ιφιγένειας Καματσίδου με θέμα “κριτική παρουσίαση του νόμου 2472/1997.........”. Στην εργασία αυτή αφού παρουσιάζονται τα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα, καθώς επίσης η ελληνική έννομη τάξη, σχετικά με την προστασία του ιδιωτικού βίου και την προστασία προσωπικών δεδομένων, στην συνέχεια σε άλλα κεφάλαια, αφ’ ενός μεν γίνεται ανάλυση κατ’ άρθρο του νόμου, αφ’ ετέρου δε γίνονται κριτικές παρατηρήσεις στον νόμο.

Τα συμπεράσματα της μελέτης είναι ενδιαφέροντα. Μεταξύ των άλλων λέγεται:

α) Η Ελλάδα είχε διεθνείς και κοινοτικές υποχρεώσεις να ψηφίση τον νόμο για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

β) Ο νομοθέτης έλαβε ως πρότυπο την Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης και την οδηγία 95/46 του Ε.Κ. κατά την σύνταξη του νόμου “χρησιμοποιώντας πολλές φορές τις ίδιες γενικόλογες διατάξεις των παραπάνω κειμένων χωρίς ιδιαίτερες εξειδικεύσεις”.

γ) “Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες και τις εξαγγελίες των συντακτών του, ο νόμος δυναμιτίζει το Κράτος Δικαίου, καθώς ο πολίτης ουσιαστικά στερείται βασικών συνταγματικών του δικαιωμάτων, βρίσκεται ακάλυπτος και απροστάτευτος μπροστά σε οποιονδήποτε Έλληνα ή ξένο, κρατικό υπάλληλο ή ιδιώτη επιθυμεί να συλλέξει ή να επεξεργασθεί προσωπικά του δεδομένα, να διασυνδέσει αρχεία ή και να τα αποστείλει στο εξωτερικό. Τις περισσότερες φορές ο νόμος ξεκινά από μια ορθότατη βαρύγδουπη απαγόρευση, η οποία όμως στην συνέχεια αναιρείται από μία σειρά εξαιρέσεων”.

δ) Ουσιαστικά, με τον νόμο αυτό “νομιμοποιήθηκε η προηγουμένη ασυδοσία, χωρίς όμως ο πολίτης να διαθέτη εκείνες τις ασφαλιστικές δικλείδες (πού υπάρχουν σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στην Γερμανία,) που θα του επιτρέψουν να γνωρίζη ποιός συγκεντρώνει προσωπικά του στοιχεία και για ποιό λόγο. Μόνον έτσι θα μπορεί να παρεμβαίνει στην διαδικασία αποτελεσματικά και να διορθώνει τις λανθασμένες εγγραφές”.

ε) Σήμερα ο πολίτης “βρίσκεται εντελώς διαφανής, απόλυτα ελέγξιμος και ηλεκτρονικά χειραγωγήσιμος, χωρίς να γνωρίζη ουσιαστικά από ποιόν κινδυνεύει και πώς μπορεί να αμυνθεί”.

στ) “Το νομοθέτημα αυτό αποτελεί επικίνδυνη ρωγμή στην Αρχή του Κράτους Δικαίου και την Δημοκρατική Αρχή και θεωρώ ότι είναι επιτακτική ανάγκη ο νόμος αυτός άμεσα να τροποποιηθεί ώστε οι διατάξεις του να είναι σύμφωνες με το Ελληνικό Σύνταγμα”.

ζ) “Ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι επιλέχθηκε η λύση της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής (μέ τα γνωστά προβλήματα που παρουσιάζει η εφαρμογή αυτού του θεσμού στην Ελλάδα, κυρίως λόγω των συνεχών επεμβάσεων του Κράτους), και όχι η σύσταση μιας δικαστικής αρχής, εν όψει της σοβαρότητας των ζητημάτων που η Αρχή θα διαχειρίζεται” (σελ. 58).

5. Η στάση του νομοθέτου έναντι της Εκκλησίας

Στο άρθρο 19 του νόμου προβλέπονται όλες οι αρμοδιότητες της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Μπορεί να επεμβαίνη και να ερευνά όλα τα αρχεία, είτε κατόπιν καταγγελίας είτε αυτεπαγγέλτως. Ζητά να πληροφορηθή για τα υπάρχοντα αρχεία και χορηγεί τις άδειες λειτουργίας των αρχείων.

Υπάρχει μια σημαντική παράμετρος του όλου θέματος, που δείχνει μια υποτίμηση του έργου και του τρόπου δράσεως της Εκκλησίας από τον νόμο αυτό.

Στο άρθρο 8 παρ. 2 περ. δ' της Κοινοτικής οδηγίας 95/46/τής 24ης Οκτωβρίου 1995, όπου περιγράφονται οι εξαιρέσεις γνωστοποιήσεως αρχείου στην Αρχή Προστασίας και μη υποχρέωση λήψεως αδείας από την Αρχή για την τήρηση αρχείου γράφεται ότι εξαιρείται η γνωστοποίηση Αρχείων, όταν “δ) η επεξεργασία πραγματοποιείται από ίδρυμα, σωματείο ή οποιονδήποτε άλλο μη κερδοσκοπικό φορέα ο οποίος επιδιώκει πολιτικούς, φιλοσοφικούς, θρησκευτικούς ή συνδικαλιστικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι η επεξεργασία αφορά μόνον τα μέλη του ή πρόσωπα με τα οποία το ίδρυμα, το σωματείο ή ο φορέας διατηρεί, ως εκ του σκοπού του, τακτικές επαφές, και τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους μόνον με τη συγκατάθεση των προσώπων στα οποία αναφέρονται...”.

Στο σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στην Βουλή τον Μάρτιο του 1997 συμπεριλαμβάνονταν οι εξαιρέσεις ως εξής: Εξαιρείται η γνωστοποίηση των Αρχείων όταν “η επεξεργασία πραγματοποιείται από αναγνωρισμένο ίδρυμα, σωματείο ή ένωση προσώπων χωρίς κερδοσκοπικό χαρακτήρα με πολιτικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό ή συνδικαλιστικό χαρακτήρα...”. Όμως η διάταξη αυτή απαλείφθηκε την τελευταία στιγμή. Την 7η Μαρτίου 2000 επανήλθε αυτή η εξαίρεση, αλλά χωρίς να αναφέρεται στα σωματεία με θρησκευτικούς σκοπούς, όπως προβλεπόταν από την Κοινοτική οδηγία. Γράφεται επί λέξει στην νέα τροποποίηση του νόμου: “...ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται ... όταν η επεξεργασία γίνεται από σωματεία, εταιρείες, ενώσεις προσώπων και πολιτικά κόμματα και αφορά δεδομένα των μελών ή εταιρειών τους...”.

Φαίνεται, επομένως, ότι παραλείπεται η αναφορά στα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας και βέβαια υποβιβάζεται η Εκκλησία στο επίπεδο των “ενώσεων προσώπων” (βλ. “Ορθόδοξη κατάθεση”, Μάρτιος 2000).

Οπότε δημιουργούνται πολλά προβλήματα, επειδή παραβιάζεται και η Κοινοτική οδηγία σε βάρος της Εκκλησίας. Υπάρχουν έντονες υποψίες ότι υπάρχει μια σκοπιμότητα. Παρά ταύτα είναι βέβαιο ότι στις ενώσεις προσώπων υπάγεται και η Εκκλησία.

6. Η αναγραφή του θρησκεύματος

Ο νόμος 2472/97 έγινε κυρίως γνωστός σε όλους τον τελευταίο καιρό από την απόφαση της Αρχής για την μη αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Όμως πολλοί από μας γνωρίζαμε την ύπαρξη του νόμου από την συζήτηση που έγινε στην Βουλή το 1997, όταν ψηφιζόταν, και την αντίδραση μιας μερίδας του ευαισθητοποιημένου πληθυσμού.

Θα ήθελα στην συνέχεια να κάνω λόγο για την σχέση του νόμου αυτού με την αναγραφή ή μη του θρησκεύματος στις ταυτότητες.

Κατ’ αρχάς, όπως έχει παρατηρηθή, ο νόμος 2472/1997 είναι γενικός νόμος και δεν μπορεί να καταργήση τον ειδικό νόμο για τις ταυτότητες που ισχύει από το 1991. Έπειτα, ο νόμος 2472/1997 κάνει λόγο για την προστασία των ευαισθήτων δεδομένων από την ηλεκτρονική επεξεργασία και μεταξύ αυτών συγκαταλέγει και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Έχω υποστηρίξει και αλλού ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ θρησκεύματος και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Το θρήσκευμα είναι κάτι το γνωστό, αφού εξασκείται σε δημόσιο χώρο, και για μας τους Ορθοδόξους εκδηλώνεται με το Βάπτισμα, τον εκκλησιασμό, την θεία κοινωνία, την συμμετοχή σε λιτανείες κλπ., ενώ οι θρησκευτικές πεποιθήσεις κρύβονται συνήθως μέσα στον εσωτερικό χώρο της ψυχής. Με αυτήν την έννοια το θρήσκευμα δεν είναι ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο. Για παράδειγμα ο Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Μιχάλης Σταθόπουλος, όπως δήλωσε σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις, είναι βαπτισμένος Χριστιανός Ορθόδοξος, εκκλησιάζεται τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, συμμετέχει σε διάφορα μυστήρια που γίνονται στην Εκκλησία, αλλά όμως έχει και τις προσωπικές του θρησκευτικές πεποιθήσεις τις οποίες δεν θέλει να δημοσιοποιήση καί, βεβαίως, είναι σεβαστές. Από αυτό φαίνεται η διαφορά μεταξύ θρησκεύματος και θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Πέρα από αυτό, μπορεί κανείς άνετα να υποστηρίξη ότι το θρήσκευμα δεν είναι ούτε και προσωπικό δεδομένο σε περιπτώσεις που το Κράτος θέλει να γνωρίζη πόσα είναι τα μέλη των διαφόρων θρησκειών για στατιστικούς λόγους. Για παράδειγμα, στο άρθρο 2 παρ. α’ σαφώς λέγεται: “Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων”. Σαφώς, λοιπόν, έστω και χωρίς προσδιορισμό των προσώπων, κάποτε πρέπει να καταγράφεται το στοιχείο του θρησκεύματος των μελών κάθε θρησκείας.

Αλλά, αν το θρήσκευμα μπορεί να θεωρηθή ότι είναι ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, τότε ο νόμος 2472/1997 επιτρέπει την αναγραφή του, όταν το “υποκείμενο” έχει δώσει την συγκατάθεσή του (άρθρ. 5, παρ. 1). Μπορεί όμως το θρήσκευμα να καταγραφή χωρίς εξαίρεση και χωρίς την συγκατάθεση του υποκειμένου, όταν “η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του υπευθύνου της επεξεργασίας”, “όταν η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκετέλεση έργου δημοσίου συμφέροντος ή έργο που εμπίπτει στην άσκηση δημοσίας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή”, όταν “η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα” (άρθρ. 5, παρ. 2).

Το ίδιο συμβαίνει και για τα λεγόμενα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Ενώ απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαισθήτων δεδομένων, εν τούτοις επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, όταν το υποκείμενο δώσει την γραπτή συγκατάθεσή του, “όταν η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά δεδομένα του υποκειμένου τα οποία δημοσιοποιεί ή του είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον του δικαστηρίου”, όταν “η επεξεργασία είναι απαραίτητη των αναγκών της εθνικής ασφαλείας”, όταν η επεξεργασία πραγματοποιείται για ερευνητικούς και επιστημονικούς αποκλειστικά σκοπούς ή “εφ’ όσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ή την διαχείριση συμφερόντων τρίτων” (άρθρ. 7).

Επίσης, “η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ελεύθερη”, καθώς επίσης με προϋποθέσεις επιτρέπεται η διασυνοριακή ροή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και σε χώρες που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρ. 9).

Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι σε αυτόν τον ίδιο τον νόμο 2472/1997 το θρήσκευμα μπορεί να μη θεωρήται προσωπικό δεδομένο, αλλά και εάν εκληφθή ως ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, μπορεί να αναγράφεται, εφ’ όσον υπάρχει η συγκατάθεση του “υποκειμένου” ή εφ’ όσον εξυπηρετούνται λόγοι εθνικής ασφαλείας!!!

Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μη αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες, δήθεν από σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά όμως το Κράτος για λόγους “εθνικής ασφαλείας” έχει την δυνατότητα να το προσδιορίζη στις ηλεκτρονικές ταυτότητες. Τελικά, αυτό είναι απειλή για την ανθρώπινη ελευθερία, είναι μια υποκριτική διάθεση για την προστασία των ευαισθήτων προσωπικών δεδομένων, αφού υπάρχει πλήρες ηλεκτρονικό φακέλωμα και απορώ πώς δεν το αντιλαμβάνεται αυτό ο δημοκρατικός κόσμος, ο οποίος όμως ειρωνεύεται και χλευάζει την στάση της Εκκλησίας. Αλλά θα το μετανοιώσουν, γιατί ό,τι συμβαίνει για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις θα γίνη και για τις πολιτικές πεποιθήσεις και την όλη προσωπική ζωή του ανθρώπου.

Η Νέα Τάξη πραγμάτων οδηγεί την κοινωνία σε μια τέλεια δικτατορία με νόμους που “προστατεύουν” τα προσωπικά δεδομένα των ανθρώπων!!

 

  • Προβολές: 1127

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance