Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Ἀναζητώντας τὴν ταυτότητα τοῦ προβλήματος τῶν ταυτοτήτων (Α)

Δημοσιεύουμε στο τεύχος αυτό, όπως είχαμε υποσχεθεί και εν συνεχεία του προηγουμένου τεύχους (7ο κεφάλαιο), το πρώτο κεφάλαιο της εισήγησης του Σεβασμιωτάτου για τις ταυτότητες, την οποία εκφώνησε στην Ιεραρχία της 6ης Ιουνίου ε.έ.

1ο Κεφάλαιο

Θεωρώ ιδιαίτερη τιμή και ευθύνη που η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με πρόταση του Μακαριωτάτου Προέδρου Αυτής κ. Χριστοδούλου μου ανέθεσε την Προεδρία της ειδικής Συνοδικής Επιτροπής επί των ταυτοτήτων και τώρα μου ανέθεσε να εισηγηθώ στην Ιεραρχία το θέμα: “Ιστορική εξέλιξις του θέματος της αναγραφής του θρησκεύματος εις τα Δελτία των Αστυνομικών Ταυτοτήτων των Ελλήνων Πολιτών”.

Βέβαια, πρέπει να ομολογήσω ότι από την αρχή αντελήφθηκα την σοβαρότητα της Επιτροπής αυτής και δίστασα να αποδεχθώ την τόσο τιμητική αλλά και υπεύθυνη αυτή διακονία, αλλά τελικά έκανα υπακοή.

Προβλεπόταν από πολύ καιρό μια αλλαγή, όχι βέβαια ο τρόπος με τον οποίον τέθηκε το θέμα τελευταία, αλλά φαινόταν καθαρά ότι εγκυμονείτο και εκυοφορείτο μια αλλαγή στον τομέα των δελτίων ταυτοτήτων. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 γινόταν λόγος για αλλαγή στον τύπο των ταυτοτήτων και γι’ αυτό οι Κληρικοί και η Ιερά Σύνοδος δεχόταν επανειλημμένως οχλήσεις - προκλήσεις.

Πρέπει να ομολογήσω ότι στην αρχή, όταν μελετούσα και το θέμα, δεν έβλεπα όλες τις προεκτάσεις του, δηλαδή το αντιμετώπιζα αποσπασματικά, αλλά με την πάροδο του χρόνου, με την συνεχή μελέτη, έβλεπα τις ποικίλες προεκτάσεις και παραμέτρους. Δεν πρέπει να βλέπη κανείς το θέμα μόνον θεολογικά, αλλά είναι ανάγκη να προχωρή και στην μελέτη των εθνολογικών και κοινωνικών ζητημάτων, όπως επίσης πρέπει να βλέπη και την ποιμαντική του ζητήματος. Άλλωστε, η θεολογία ποτέ δεν πρέπει να αποκόπτεται από την ποιμαντική. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας δίδαξαν ότι πρέπει να θεολογούμε ποιμαίνοντες και να ποιμαίνουμε θεολογούντες.

Στην συνέχεια θα υπογραμμίσω μερικά σημεία τα οποία θεωρώ απαραίτητα για την κατά το δυνατόν καλύτερη κατανόηση του θέματος αυτού, από πλευράς των Ποιμένων της Εκκλησίας, και μέσα πάντα από την προοπτική ότι η εσχατολογική θεώρηση της χριστιανικής ζωής ποτέ δεν αρνείται την ιστορία και τον χρόνο. Το λέγω αυτό, γιατί πάντοτε έχουμε κατά νουν ότι η Εκκλησία προχωρεί από την ιστορία στα έσχατα. Δεν παραμένει στο ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά όμως η πορεία αυτή γίνεται με την έμπνευση των εσχάτων. Αναγκαστικά, λοιπόν, η εισήγηση αυτή θα έχει ιστορικά στοιχεία του παρόντος, χωρίς να αποδεσμεύεται από το έσχατον που μεταμορφώνει το παρόν, δηλαδή θα προσπαθήσω να κάνω μια ώσμωση μεταξύ θεολογίας και του ιστορικού βίου των ανθρώπων.

Βέβαια, μπορεί να παρατηρηθή μια έλλειψη από το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό που γινόταν συζήτηση για την αναγραφή ή μη του θρησκεύματος στις ταυτότητες δεν την παρακολουθούσα επαρκώς, διότι ευρισκόμουν στην Αμερική. Αλλά αυτό παρά τα μειονεκτήματα, έχει και πλεονεκτήματα.

1. Γενικό θεωρητικό πλαίσιο

Το θέμα των ταυτοτήτων και ειδικά της αναγραφής ή μη του θρησκεύματος σε αυτές δεν είναι απλό ζήτημα, αλλά πολύπλευρο και πολυποίκιλο. Για να δούμε την σοβαρότητα του ζητήματος αυτού και την πολυπλοκότητά του πρέπει να υπογραμμίσουμε συνοπτικά τέσσερα επιμέρους ζητήματα, που θα αποτελέσουν το θεωρητικό υπόβαθρο των όσων θα ακολουθήσουν.

Το πρώτο είναι η σχέση μεταξύ της λεγομένης κοινωνικής συνοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της προσωπικής ελευθερίας του ανθρώπου.

Πράγματι, οι νέες συγκυρίες και ιστορικές συνθήκες μας έχουν εντάξει στην Ευρωπαϊκή Οικογένεια και έχουμε σχέση και επικοινωνία με τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, παρά το ότι στο παρελθόν υπήρχαν τεράστιες πολιτιστικές και εθνικές ακόμη διαφορές μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης, αφού στην Ανατολή κυριαρχούσε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής, ενώ στην Δύση οι Φράγκοι με την ιδιαίτερη πολιτιστική ιδεολογία. Σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα και ζούμε σε κοινωνία με τους ευρωπαϊκούς λαούς.

Όμως, το πρόβλημα είναι ότι στην σημερινή Ευρώπη υπάρχει μια πολυπολιτισμικότητα μεταξύ των λαών, καταρρέουν τα ηθικά, θεολογικά και φιλοσοφικά ερείσματα, πράγμα το οποίο έχει ως συνέπεια την αυξηση του εγκλήματος, της αδικίας, την διακίνηση ψυχοτρόπων ουσιών κλπ. Επίσης, η μεγάλη λαθρομεταναστευτική κίνηση είναι εκείνη που δημιουργεί τεράστια προβλήματα. Όλα αυτά τείνουν στο να καταστρατηγήται η κοινωνική συνοχή. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο επιδιώκεται με την θέσπιση νόμων και την υπογραφή συνθηκών να διατηρήται η κοινωνική συνοχή, παρά την ποικιλία και την πολυμορφία των παραδόσεων και πολιτισμών.

Μέσα σε αυτήν την αδήρητη ανάγκη ερευνάται μήπως η ελευθερία του ανθρώπου καταστρατηγηθή για χάρη μιας κοινωνικής ενότητος. Βέβαια αυτό λέγεται από την άποψη ότι πράγματι υφίσταται τεράστια διαφορά μεταξύ των ατομικών ελευθεριών και της ελευθερίας του προσώπου. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου και δεν προχωρώ στην ανάπτυξή του. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι πώς θα διατηρηθή η κοινωνική συνοχή χωρίς να καταργήται η ελευθερία του ανθρώπου, και πώς η λεγομένη ελευθερία του προσώπου δεν θα καταργή την κοινωνική συνοχή.

Το δεύτερο σημείο είναι η σχέση μεταξύ της λεγομένης παγκοσμιοποιήσης και της αρχής της επικουρικότητας.

Στις ημέρες μας γίνεται πολύς λόγος για την παγκοσμιοποίηση. Σημαντικά κείμενα είναι του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, εννοώ την ομιλία που έκανε στο Νταβός, ομιλίες και γραπτά κείμενα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου, κείμενα άλλων Αρχιερέων, Καθηγητών Πανεπιστημίου κλπ. Όλα αυτά τα προϋποθέτω και δεν θεωρώ τον χώρο κατάλληλο για να γίνουν σχετικές αναλύσεις.

Όταν κάνουμε λόγο για παγκοσμιοποίηση πρέπει να εννοούμε ότι αυτή ξεκίνησε κυρίως ως οικονομικό μέγεθος αφού απέβλεπε στην διεθνοποίηση της αγοράς. Επειδή όμως η κινητήρια δύναμη της παγκοσμιοποίησης είναι η τεχνολογία, γι’ αυτό και “η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών σε όλον τον κόσμο οδηγεί στην δημιουργία μιας πραγματικά παγκόσμιας κοινωνίας”. Καί, βέβαια, αυτό επεκτείνεται και στην δημιουργία ενός παγκόσμιου πολιτισμού. Ουσιαστικά, βαίνουμε στην επικράτηση ενός μόνο πολιτισμού, του λεγομένου δυτικού πολιτισμού. Πρόκειται για μια καρλομάγνεια πολιτιστική κυριαρχία. Αυτές είναι και οι επιδιώξεις της λεγομένης Νέας Εποχής και της λεγομένης Νέας Τάξης Πραγμάτων. Καί, βέβαια, εμείς δεν έχουμε πρόβλημα τόσο με την παγκοσμιοποίηση στον τομέα της οικονομίας, αλλά κυρίως στον τομέα της λεγομένης ομογενοποιήσεως των λαών, της αφομοιώσεως των πολιτισμών και της απωλείας της πολιτιστικής ετερότητάς μας.

Αυτόν τον κίνδυνο τον βλέπουν και εκείνοι που διευθύνουν τις τύχες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πιό κάτω θα μας δοθή η δυνατότητα να αναφερθούμε στο θέμα αυτό και να δούμε πώς οι προβληματισμοί των Ευρωπαίων Ηγετών φαίνονται και στις συνθήκες που καταρτίζονται, αλλά εδώ θα επιμείνω μόνο σ’ ένα σημείο. Από σχετικό άρθρο που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα φαίνεται καθαρά ότι παράλληλα με την λεγομένη παγκοσμιοποίηση αναπτύσσεται στην Ευρώπη και η λεγομένη “αρχή της επικουρικότητας”. Στην επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (14-7-1999) γίνεται λόγος για την “γνωμοδότηση της επιτροπής των περιφερειών για την αρχή της επικουρικότητας. Προς μία πραγματική προσέγγιση της επικουρικότητας. Έκκληση της επιτροπής των περιφερειών” της 11ης Μαρτίου του 1999.

Στην γνωμοδότηση αυτή των περιφερειών σαφώς λέγεται: “Μόνον εφόσον διακριθούν οι περιφερειακές ιδιαιτερότητες και η πολιτιστική ταυτότητα, μπορεί η Ευρώπη να αντέξει στον γενικό πολιτιστικό ανταγωνισμό”. Άρα γίνεται λόγος για πολιτιστικό ανταγωνισμό και για προσπάθεια για διάκριση των περιφερειακών ιδιαιτεροτήτων και της πολιτιστικής ταυτότητας. Επίσης πρέπει να σημειωθή ότι με την αρχή της επικουρικότητας καθιερώνεται “η αρχή της εγγύτητας”, όταν οι αποφάσεις λαμβάνωνται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στους πολίτες, η αρχή της “ευρωπαϊκής αλληλεγγύης”, που συνίσταται στην ισότιμη συμμετοχή όλων στην διαδικασία ολοκλήρωσης, ακόμη και των ασθενεστέρων, “η αρχή της αναλογικότητας”, που συνίσταται στο ότι η δράση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πρέπει να αφορά όχι μόνο τα Κράτη-μέλη, αλλά και όλα τα επίπεδα εξουσίας, και η αρχή “τής πολυμορφίας και ετερότητας” εφόσον αποτελούν τα χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Επομένως, “οι αρχές της εφαρμογής της κοινωνικής αλληλεγγύης, ισοτιμίας, συνεργασίας, ετερότητας, ισόρροπης σχέσεως και ανταλλαγής δυνατοτήτων αποδίδουν άριστα το περιεχόμενο της “αρχής της επικουρικότητας” η εφαρμογή της οποίας αποτελεί το διέξοδο στο αδιέξοδο της παγκοσμιοποίησης, απορρίπτοντας κάθε τάση ομοιομορφίας “κομφορμιστικού” τύπου ως υποβοηθούσα την “πλουραλιστική πολυμορφία και την ανάπτυξη συμμετοχής και συνεργασίας””.

Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι δεν μπορούμε να δικαιολογούμε κάθε αλλαγή στην κοινωνία μας εν ονόματι της Ευρώπης και εκείνων που υφίστανται στον ευρωπαϊκό χώρο, παραγνωρίζοντας την πολιτιστική ετερότητα, την οποία υπονοούν και οι Ευρωπαίοι.

Το τρίτο σημείο είναι η σχέση μεταξύ τεχνολογικής-ηλεκτρονικής αναπτύξεως και της προστασίας του πολίτη από την πλήρη υποδούλωσή του.

Η ανάπτυξη της σύγχρονης τεχνολογίας και η καλλιέργεια της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δημιούργησαν την ανάγκη να θεσπιστούν νομοθεσίες βάσει των οποίων θα προστατεύεται ο πολίτης από κάθε καταδυνάστευση.

Με την σύγχρονη ανάπτυξη της ηλεκτρονικής τεχνολογίας οδηγούμαστε σ’ έναν κόσμο ανελευθερίας και σύγχρονης σκλαβιάς, εθνικής, κοινωνικής και προσωπικής. Καλλιεργείται ένα καθεστώς σύγχρονης δουλείας που επιτυγχάνεται με την πληροφορική, χωρίς, βέβαια, να παραθεωρή κανείς τα θετικά στοιχεία της πληροφορικής. Το βιβλίο του Ζάν Γκισνέλ “πόλεμοι στον Κυβερνοχώρο, μυστικές υπηρεσίες και Internet”, στο οποίο γίνεται λόγος για σύγχρονους “πληροφοριακούς” πολέμους, σύγχρονα όπλα πληροφορίας, “πληροφοριακούς” πειρατές και κατασκόπους, είναι αρκετά διαφωτιστικό και εκφραστικό. Μέσα σε αυτήν την προοπτική μπορούμε να δούμε όχι μόνον τις Συνθήκες και τους διαφόρους Νόμους, αλλά και άλλα μέσα, μεταξύ των οποίων το γνωστό Δίκτυο Echellon, δια του οποίου, σύμφωνα με δημοσιεύματα, “120 δορυφόροι υποκλέπτουν, αξιολογούν και μεταφράζουν καθημερινά 2 δισ. τηλεφωνικές συνδιαλέξεις”.

Έχει παρατηρηθή ευστόχως ότι οι κλασσικές διατάξεις για την προστασία της προσωπικότητος του ανθρώπου και “τά παραδοσιακά θεσμικά πρότυπα” δεν είναι αρκετά, γι’ αυτό “κρίνεται απαραίτητη η εισαγωγή νέων εκσυγχρονισμένων αλλά και εξειδικευμένων ρυθμίσεων, ικανών να υποδεχθούν κατάλληλα το φαινόμενο αλλά και να διασφαλίσουν το φιλελεύθερο και δικαιοκρατικό χαρακτήρα της τεχνολογικής ανάπτυξης, ούτως ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος να καταστεί ο άνθρωπος-πολίτης αντικείμενο ηλεκτρονικής χειραγώγησης”.

“Στην Ευρώπη οι εξελίξεις στην σχετική νομοθεσία είχαν αρχίσει ήδη να πραγματοποιούνται από το 1970 με τον πρωτοποριακό νόμο του ομοσπονδιακού κρατιδίου της Έσσης (Γερμανία). Ακολούθησαν οι εθνικές νομοθεσίες των βορείων Χωρών, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Γαλλίας και του Λουξεμβούργου και ακολούθησαν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες με την εισαγωγή σχετικών νόμων ή την αναθεώρηση των ήδη υπαρχόντων με εξαίρεση την Ελλάδα”.

Μέσα σε αυτήν την προοπτική θεσπίστηκε στην Ελλάδα και νέα νομοθεσία για την προστασία του πολίτη. Για το θέμα αυτό θα αναφερθώ πιο κάτω.

Το τέταρτο σημείο είναι η σχέση μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.

Δεν πρόκειται να γίνουν εδώ ευρύτερες αναλύσεις πάνω στο θέμα αυτό, αλλά απλώς να σημειωθή ότι γίνονται πολλές παρεξηγήσεις και παρερμηνείες των όρων Εκκλησία και Πολιτεία. Πολλοί από μας όταν ακούμε αυτούς τους όρους δυσανασχετούμε, γιατί γνωρίζουμε ότι οι όροι αυτοί, όταν χρησιμοποιούνται, όπως χρησιμοποιούνται, είναι αδόκιμοι. Εκκλησία είναι ο λαός του Θεού, Κληρικοί και λαϊκοί, και Πολιτεία είναι το σύνολο των πολιτών που κατοικούν σ’ έναν συγκεκριμένο χώρο. Μέλη της Εκκλησίας είναι και η πολιτική ηγεσία του τόπου. Πώς μπορεί, λοιπόν, κανείς να ξεχωρίση την Πολιτεία από την Εκκλησία;

Προφανώς πρέπει να γίνεται λόγος για εκκλησιαστική διοίκηση και πολιτική διοίκηση. Αλλά αυτές οι διοικήσεις ουσιαστικά είναι ξεχωρισμένες και οι ρόλοι τους είναι διακριτοί νομοθετικά. Όμως, παρά την διακριτότητα των όρων αυτών πρέπει να υπάρχη αλληλοβοήθεια και στενή συνεργασία γιατί και οι δύο ασχολούνται με τον λαό, αλλά και για τον λόγο, ότι οι πολιτικοί ηγέτες είναι μέλη της Εκκλησίας στην πλειονότητά τους, και οι εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι μέλη της συγκεκριμένης Πολιτείας.

Άλλωστε, η πολιτική διοίκηση έχει ανάγκη της εκκλησιαστικής διοικήσεως και όλης της λατρευτικής και ποιμαντικής ζωής της Εκκλησίας, διότι ο άνθρωπος δεν είναι μια μηχανή, ένα ρομπότ, αλλά θέλει απαντήσεις και στα υπαρξιακά προβλήματα, καθώς επίσης και τα λεγόμενα κοινωνικά προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν έξω από την θεολογία της Εκκλησίας.

Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι, έχοντας υπ’ όψη μας τις τέσσερεις αυτές βασικές αρχές που επικρατούν σήμερα, πρέπει να ενεργούμε ψύχραιμα, νηφάλια, ώστε να βρίσκουμε τα κοινά σημεία μεταξύ αυτών των τεσσάρων ζευγών που αναφέραμε προ ολίγου. Απαιτείται δημιουργικός και ουσιαστικός διάλογος, μεταξύ φορέων της Πολιτείας και της Εκκλησίας, και όχι σπασμωδικές κινήσεις, οι οποίες κακό θα προξενήσουν στην κοινωνία και το γένος μας το οποίο έχει μια ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητα. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να εντάξουμε και τα όσα έγιναν τις τελευταίες ημέρες για τις ταυτότητες...

  • Προβολές: 1112

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance