Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Ελεύθεροι και όχι αμαρτωλοί...

του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Ο Στέλιος Ράμφος, σε ένα άρθρο με πολλές απόψεις που δημιουργούν ερωτηματικά, μερικές από τις οποίες σχολιάστηκαν παλαιότερα από την στήλη αυτή, συνοψίζει ορθά το ποιμαντικό πρόβλημα που θα αντιμετωπίση η Εκκλησία κατά τον 21ο αιώνα, γράφοντας, ότι θα είναι αναγκασμένη να διαλεχθή με έναν άνθρωπο που θα αισθάνεται ελεύθερος και όχι αμαρτωλός.

Η παραπάνω διατύπωση αυτής της αλήθειας ίσως να μη δείχνη όλη την τραγικότητά της. Ο πυρήνας του προβλήματος -πού δηλώνει φθορά της ανθρώπινης υποστάσεως- είναι ότι θα έχουμε (καί ήδη έχουμε) την επικράτηση μιας ψευδαίσθησης ελευθερίας, που θα είναι τελείως αποδεσμευμένη από την αλήθεια. Πιό συγκεκριμένα, θα έχουμε ανθρώπους ψυχολογικά ελεύθερους, στους οποίους θα έχη απενεργοποιηθή η χάρη του Χρίσματος, το οποίο φωτίζει το νού με τη γνώση του Θεού. Αυτός ο φωτισμός μας δίνει τη δυνατότητα να ερχόμαστε σε αίσθηση του βάθους και του πλάτους του υπαρξιακού λάθους μας, δηλαδή της αμαρτίας, που τραυματίζει όλη την ύπαρξή μας. Αυτή η αίσθηση προκαλεί με τις τύψεις την εκδήλωση της μετάνοιας.

Το πρόβλημα αυτό χρειάζεται σοβαρή αντιμετώπιση, γιατί είναι μεγαλύτερο και πιο διαδεδομένο από όλα τα άλλα μεγάλα προβλήματα, όπως είναι τα ναρκωτικά, το AIDS, το αλκοόλ κ.ά.· ο ισχυρισμός ότι είναι η προϋπόθεση όλων αυτών των προβλημάτων, δεν είναι έξω από την αλήθεια, γι’ αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη της αντιμετώπισής του.

Από την αρχή πρέπει να πω ότι η θεραπεία του προβλήματος είναι δυνατόν να επιτευχθή με την σωστή εκκλησιαστική αγωγή, η οποία αρχίζει πριν από την γέννηση του ανθρώπου και διαρκεί, αλλάζοντας συνεχώς μορφές, μέχρι την κοίμησή του. Στη συνέχεια, έχοντας στο νού μου κυρίως τα παιδιά και τους νέους, θα αρκεσθώ στο να εντοπίσω δύο από τις αιτίες του προβλήματος, τις οποίες θεωρώ ως τις πιο σημαντικές.

Πρώτη αιτία είναι η επίδραση της ουμανιστικής ψυχολογίας, η οποία χωρίς να έχη οντολογία για την ψυχή, προσπαθεί να απαλλάξη τους ανθρώπους από εσωτερικές συγκρούσεις, τύψεις και ενοχές. Στόχος της είναι η εξισορρόπηση και εναρμόνιση των “θελήσεων” της ψυχής, η αφομοίωση από αυτήν των συνθηκών του περιβάλλοντος και η ενεργητική προσαρμογή προς τις συνθήκες αυτές, ώστε οι σχέσεις του ανθρώπου με τον εαυτό του, καθώς και με το ανθρώπινο και το φυσικό περιβάλλον να είναι αρμονικές. Αν σταθούμε κυρίως στην ψυχαναλυτική σχολή του Φρόυντ το ζητούμενο είναι η τελική ισορροπία -ομοιοστασία- μεταξύ του ενστίκτου της ηδονής και του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, τα οποία λειτουργούν ως αντίρροπες τάσεις. Η “τεχνική”, όμως που επιδιώκει την εξασφάλιση αυτής της ισορροπίας, μοιάζει με παυσίπονο, που δεν θεραπεύει την αιτία της αρρώστιας, γιατί αγνοεί την αλήθεια του ανθρώπου, την φύση και τον λόγο της υπάρξεώς του.

Πρέπει να ειπωθή, βέβαια, ότι όλες οι ψυχοθεραπευτικές σχολές δεν μιλούν για ομοιοστασία. Υπάρχει, για παράδειγμα, η τρίτη σχολή ψυχοθεραπείας της Βιέννης, την οποία εκπροσωπεί ο Βίκτωρ Φράνκλ, σύμφωνα με την οποία, “αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος δεν είναι η ομοιοστασία, αλλά η “νοοδυναμική”, δηλαδή μια ένταση που κρατά τον άνθρωπο προσανατολισμένο στην πραγματοποίηση του νοήματος της προσωπικής του ύπαρξης” (Επισκόπου Ιεροθέου Σ. Βλάχου..., Υπαρξιακή ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, σελ.32). Ο Φράνκλ βρίσκεται αρκετά κοντά στην θεραπευτική παράδοση της Εκκλησίας, χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα με αυτήν. Αυτό που έχει περάσει, όμως, στο πλατύ κοινό, ως η κρατούσα άποψη και πρακτική των ψυχοθεραπευτών -παρά την ύπαρξη και άλλων απόψεων- είναι η επιδίωξη της ομοιοστασίας. Αυτό το γεγονός είναι ανησυχητικό, διότι οι απόψεις της ψυχολογίας που περνούν στο λαό, δρούν σε ένα βαθμό “ψυχοθεραπευτικά”, πράγμα που σημαίνει ότι οι δέκτες της απόψεως αυτής, που δεν έχουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, είναι δυνατό να οδηγηθούν σε ένα είδος αυτοθεραπείας στην προοπτική της ομοιοστασίας. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να υπογραμμισθή ότι η επιδίωξη της εσωτερικής ισορροπίας, με την αποβολή των ενοχών και των τύψεων, χωρίς να υπάρχη οντολογία για την ψυχή, χωρίς να έχουμε στο πνευματικό οπτικό πεδίο την διδασκαλία για την “κατ’ εικόνα Θεού” δημιουργία του ανθρώπου, την πτώση και την αμαύρωση του “κατ’ εικόνα”, την προοπτική του “καθ’ ομοίωση”, όπως, επίσης, χωρίς να δεχόμαστε την ύπαρξη των δαιμόνων και την πειρασμική δυνατότητά τους, αλλά και την ανακαινιστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, όλη αυτή η προσπάθεια αποκαταστάσεως της εσωτερικής ισορροπίας, οδηγεί στη νέκρωση της συνείδησης, δηλαδή στην αδρανοποίηση της νοερής ενέργειας της ψυχής, με συνέπεια την βίωση από μέρους του ανθρώπου μιας ελευθερίας αποδεσμευμένης από την αλήθεια.

Η ύπαρξη, βέβαια, εσωτερικών συγκρούσεων και ανισορροπιών και η βύθιση στις ενοχές και τις τύψεις δεν είναι κάτι το ψυχικά υγιές, που πρέπει να μένη. Η ισορροπία, όμως, της ψυχής πρέπει να επιδιώκεται με την αποβολή λανθασμένων -ανορθοδόξων- αντιλήψεων και την εμφύτευση στις “βάσεις της διανοίας” σωστών -ορθοδόξων- διδασκαλιών, οι οποίες θεραπεύουν την ψυχή από τις δύσκολες καταστάσεις των ενοχών και την βοηθούν να μετατρέπη τις τύψεις της σε δύναμη μετάνοιας. Αυτό έχει σχέση με τη δεύτερη βασική αιτία του προβλήματος, που είναι η ανεπαρκής ή λανθασμένη εκκλησιαστική αγωγή. Μια αγωγή, η οποία, σε πολλές περιπτώσεις, αντί να εμπνέη αγάπη για το Θεό και την εν Χριστώ ζωή, γεμίζει τους νέους με ενοχές, τις οποίες, βέβαια, όταν ωριμάζει η λογική τους, τις αποτινάζουν, μαζί με την πίστη που τις ενέπνευσε. Αυτή η επανάσταση των νέων έχει ως μοναδικό “ποθούμενο” την ελευθερία, παραθεωρώντας την αλήθεια. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, οι ενοχές γίνονται ανεκτές ή καλλιεργούνται με συνέπεια μια “θρησκευτική” ζωή κυριαρχημένη από φόβους και άγχη, χωρίς ανοίγματα για μεγάλες πνευματικές αναβάσεις.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να διευκρινισθή ότι άλλο είναι οι τύψεις και άλλο οι ενοχές (Βλέπε Μητροπολίτου Ιεροθέου, Εικονοφιλικό και εικονοκλαστικό πνεύμα, σελ.123). Οι ενοχές είναι μια νόθος κατάσταση, που συνδέεται με μια λανθασμένη θεολογία. Προϋποθέτει την αιρετική διδασκαλία της “προσβληθείσης θείας δικαιοσύνης”, σύμφωνα με την οποία ο Θεός προσβάλλεται από κάθε αμαρτία μας, οπότε εμείς θα πρέπη να τον εξευμενίσουμε, να τον εξιλεώσουμε, ώστε να αποκατασταθή η παγκόσμια και υπερκόσμια δικαιϊκή τάξη, που διασαλεύθηκε. Αποδίδουμε, δηλαδή, στο Θεό δικά μας πάθη και ανασφάλειες. Αυτή η θεολογική άποψη είναι δυστυχώς διαδεδομένη και σε ορισμένους Ορθοδόξους, αλλά πρέπει να ειπωθή ότι αποτελεί ύβρη απέναντι στον Θεό. Σε τέτοια θεολογική υποδομή δεν μπορεί ποτέ να στηριχθή η γνήσια μετάνοια. Την γνήσια μετάνοια προκαλεί η σωστή αντιμετώπιση των τύψεων, που είναι οι νυγμοί (ο πόνος) της συνείδησης, λόγω του λανθασμένου προσανατολισμού της υπάρξεώς μας και της ανάξιας συμπεριφοράς μας απέναντι στο Θεό, που μας αγαπά ακόμη και κατά την απομάκρυνσή μας από Αυτόν. Βλέπουμε την ασθένεια στον εαυτό μας, ο οποίος πρέπει να θεραπευτή. Εμείς, δηλαδή, έχουμε ανάγκη θεραπείας και όχι ο Θεός.

Είναι φανερό ότι η λύση του προβλήματος βρίσκεται στην ανάπτυξη των αισθητηρίων της ψυχής, που είναι ο πραγματικός σκοπός της εκκλησιαστικής αγωγής και ασκήσεως, βάση της οποίας είναι η ορθόδοξη ανθρωπολογία, η σωστή, δηλαδή, διδασκαλία για την φύση και τον λόγο υπάρξεως του ανθρώπου.

Στο σημείο αυτό, έχοντας υπ’ όψη τα νέα μέτρα για το Ενιαίο Λύκειο, που εξαγγέλθηκαν αυτές τις ημέρες, θέλω να επισημάνω, ότι το μάθημα των Θρησκευτικών, που διδάσκει, σύν τοις άλλοις, την ορθόδοξη ανθρωπολογία, μπορεί να παίξη σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση του προβλήματος της αποσύνδεσης της ελευθερίας από την αλήθεια. Γι’ αυτό χρειάζεται πολλή προσοχή σε κάθε μέτρο που το αποσπά από την ομάδα των μαθημάτων στα οποία οι μαθητές δίνουν προτεραιότητα.

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 1355

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance