Βασιλείου Π. Καυκόπουλου: Ἡ Βυζαντινὴ Μουσικὴ Γραφὴ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

του Βασιλείου Π. Καυκόπουλου Καθηγητή-Πρωτοψάλτη

Από το φύλλο αυτό εγκαινιάζουμε μια νέα στήλη, η οποία -όπως ο τίτλος της δηλώνει- θα έχη ως ενασχόλησή της τη μουσική της Ρωμηοσύνης· δεν λέω του “Βυζαντίου”, γιατί τη λέξη “Βυζάντιο” έχει αποδειχθή ότι δεν τη χρησιμοποίησαν ποτέ αυτοί τους οποίους χαρακτηρίζει.

Φιλοδοξία μας -καλή υποθέτουμε- είναι να εξετάσουμε την ευλογημένη, πράγματι, αυτή μουσική μας σε όλη της την έκταση. Κι αν θέλουμε νάμαστε ειλικρινείς η “Βυζαντινή” μουσική δεν περιορίζεται μόνο στη Θεία Λατρεία, αλλά επεκτείνεται στην δημοτική μας μουσική παράδοση (δημοτικό τραγούδι -εθνική μας (= Ελληνική) μουσική), στο λαϊκό μας τραγούδι, στο ρεμπέτικο κ.λπ.. Εγώ, όμως, θα προχωρήσω ακόμη παραπέρα, θα τολμήσω να πω -καί θα το αποδείξουμε αργότερα με επιστημονικά επιχειρήματα- ότι η μουσική από την Άπω Ανατολή μέχρι το Γιβραλτάρ είναι ίδια! Ή, αν προτιμάτε, σχεδόν ίδια... Οι κλίμακες, που σ’ αυτό το μεγάλο κομμάτι του πλανήτη μας χρησιμοποιούνται, είναι οι ίδιες, όμοιες ή παρόμοιες.

Αλλά, ας προχωρήσουμε σήμερα να εξετάσουμε το επί μέρους θέμα μας. Θα πούμε, λοιπόν, λίγα λόγια για την “Βυζαντινή” μουσική γραφή.

Γνωστή και ως παρασημαντική, η Βυζαντινή μουσική γραφή υπέστη στη διάρκεια των χρόνων αρκετές διαφοροποιήσεις. Όπως γράφει και ο Τ. Καλογεροπουλος στο Λεξικό του (τόμος 1, Α-Γ) αρχικά χρησιμοποιήθηκαν τα σημαδόφωνα, δηλαδή η ελληνική σημειογραφία της κλασικής περιόδου (τά γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου ορθά ή ανεστραμμένα, ακέραια ή ακρωτηριασμένα, όρθια ή πλάγια, κεφαλαία ή μεσαία). Αργότερα επινοήθηκε η λεγομένη εκφωνητική γραφή: τοποθετούσαν στο κείμενο ορισμένα σημάδια που έμοιαζαν με τόνους, τα οποία υποδήλωναν, κατ’ άλλους μεν τονισμό, κατ’ άλλους δε ολόκληρη μουσική φράση.

Πλήρης σημειογραφία της εκκλησιαστικής μουσικής καθιερώνεται από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Είναι η αγκιστροειδής γραφή, δύσκολη και πολύπλοκη (ένα σύστημα μουσικής “στενογραφίας”). Ο Ιωάννης ο Κουκουζέλης (12ος αι.) επιχειρώντας να απλοποιήση αυτήν τη γραφή, κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα. Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος (18ος αι.) προσέφερε σημαντικότατη υπηρεσία, γιατί κατάφερε να απλοποιήση ουσιαστικά τη γραφή και να αποδώση με αυτήν τα “ειρμολογικά” μέλη, που ως τότε παραδίδονταν “διά ζώσης”... Ακολούθησαν, κατόπιν, οι “τρείς Διδάσκαλοι”, οι οποίοι αποσαφήνισαν τις απλοποιήσεις, αποκρυσταλλώνοντας τη γραφή που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα. Εξετάζοντάς την δε περιληπτικά, παρατηρούμε ότι τα φθογγόσημά της είναι δέκα και έχουν φωνητική αξία: τονικό ύψος (σ’ αντίθεση μ’ εκείνα της δυτικής μουσικής που έχουν μόνο χρονική αξία, ενώ το τονικό τους ύψος ορίζεται από τη θέση που κατέχουν στο πεντάγραμμο). Ξοδεύει καθένα τους ένα “χρόνο”, που αντιστοιχεί με το “τέταρτο” της δυτικής μουσικής (1/4). Ο “χρόνος” τους αυξάνεται ή ελαττώνεται με τα “χρονικά σημεία”. Για κάθε ανάβαση ή κατάβαση, τα δέκα φθογγόσημα συμπλέκονται υπό προϋποθέσεις (πλοκή).

Εξάλλου, όπως αναφέρει επίσης ο Τ. Καλογερόπουλος, η έκφραση σημειώνεται με τα σημεία έκφρασης (ή άχρονες υποστάσεις), ενώ οι μαρτυρίες (πού ανταποκρίνονται προς το “κλειδί” και τον “οπλισμό” της δυτικής μουσικής) ορίζουν: την κλίμακα, το γένος και πολλές φορές τον ήχο. Με τις φθορές γίνονται μεταβάσεις από ήχο σε ήχο, από γένος σε γένος ή από κλίμακα σε κλίμακα.

Θα πρέπη να σημειώσουμε, τέλος, ότι τα τελευταία χρόνια γίνεται μεγάλη -καί έντονη- συζήτηση για τον τρόπο εκτέλεσης των άχρονων υποστάσεων (καί όχι μόνον). Το θέμα αυτό απαιτεί σοβαρή επιστημονική εργασία, δηλαδή μελέτη των αρχαίων χειρογράφων με βάση την ερμηνεία των “τριών Διδασκάλων” και όχι περιττές διενέξεις, χωρίς επιστημονικό υπόβαθρο.

  • Προβολές: 994

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance