Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Πίστη και αγάπη, έκφραση του μαρτυρικού μοναχισμού

 

Λόγος στην πανηγυρική τράπεζα κατά την εορτή της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας στην Ι. Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους.

 

Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου.  Ναυπάκτου Ἱερόθεος - π. ΖαχαρίαςΟ αισθητός ήλιος καθημερινά ακολουθεί την ίδια πορεία και έχουμε την δυνατότητα να βλέπουμε την ανατολή και την δύση του ηλίου, αφού, όπως λέγει ο ψαλμωδός “ανέτειλεν ο ήλιος και συνήχθησαν και εις τας μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται”, καθώς επίσης “ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού”. (Ψαλμ. 103, 22, 19). Όμως κάθε ημέρα τόσο η ανατολή όσο και η δύση του ηλίου μας φαίνονται καινούρια γεγονότα, ακριβώς επειδή ο άνθρωπος ατενίζει διαφορετικά κάθε ημέρα τον κόσμο. Η έγερση του ανθρώπου από τον ύπνο είναι στην πραγματικότητα μια μικρή ανάσταση και μέσα από αυτήν την προοπτική βλέπει την κάθε ανατολή του ήλιου ως καινούρια, όπως επίσης ο καθημερινός ύπνος το βράδυ είναι ένας μικρός θάνατος, γι’ αυτό και ο άνθρωπος διαφορετικά βλέπει την δύση του ηλίου.

Αυτό συμβαίνει και με κάθε προσκυνηματική μας επίσκεψη στο Άγιον Όρος, το Περιβόλι αυτό της Παναγίας μας. Κάθε επίσκεψη την θεωρούμε σαν μια καινούρια μέρα, μια νέα ανατολή της ζωής μας. Εδώ επαναλαμβάνεται η ίδια αιώνια κίνηση, οι ακολουθίες έχουν τον δικό τους ρυθμό, την δική τους κίνηση, η αγρυπνία έχει τα ίδια τυπικά, που επαναλαμβάνονται κάθε φορά τα ίδια, αλλά όμως είναι τόσο διαφορετικά κάθε φορά που ερχόμαστε στο Άγιον Όρος και κάθε φορά που συμμετέχουμε στην αγιορειτική αγρυπνία είναι πάντοτε καινούρια εμπειρία, αφού συνδέεται με έναν θάνατο και μια ανάσταση. Ο λόγος, η σιωπή, η μουσική, η προσευχή, ο έναρθρος και ενδιάθετος εν τη καρδία λόγος, η κοινωνία των αγίων, η παρουσία και η απουσία των αγίων, η εκκλησιαστική σύναξη όλων των ασκητών και προσκυνητών δημιουργούν μια αίσθηση πληρότητας. Γιατί η ζωή μας έχει ανάγκη από πληρότητα αγάπης και όχι απλώς από μια ποιότητα βιολογικής και οικολογικής ζωής.

1.Μας συγκέντρωσε στην σύναξη αυτή η αγία Αναστασία η Ρωμαία, που είχε όλα τα γνωρίσματα της Ρωμηοσύνης, την πίστη, την αγάπη, την πληρότητα ζωής. Η αγία Αναστασία ενδιέτριβε σε Μοναστήρι ζώντας την ασκητική ζωή. Ενησκείτο στην παρθενική ζωή, ευρισκόμενη σε νεαρά ηλικία. Όμως η παρθενική και μοναχική ζωή συνδέεται στενά με την ομολογία της πίστης. Έτσι, η οσία έδωσε την ομολογία της πίστης και στην συνέχεια υπέστη το μαρτύριο. Οι τρόποι του μαρτυρίου φοβεροί. Δεν μπορεί να ανθέξη ανθρώπινος νούς και οι πιο δυνατές σωματικές δυνάμεις. Την εκτύπησαν, την έρριψαν σε αναμμένα κάρβουνα, την κρέμασαν σε ξύλο και έσφιξαν το σώμα της με σφιγκτήρες, έσκισαν το σώμα της, έκοψαν τους μαστούς, ξερρίζωσαν τα νύχια της και στο τέλος έκοψαν την κεφαλή της.

2. Εκείνο που βλέπουμε στην αγία Αναστασία την Ρωμαία, αλλά και σε κάθε άγιο είναι ο συνδυασμός της πίστεως με την αγάπη, που δημιουργούν τον κατά Χριστόν άνθρωπο, που είναι έτοιμος για την ζωή και τον θάνατο, αφού η ζωή έχει στοιχεία θανάτου (διά του θανάτου η ζωή), αλλά και ο θάνατος έχει στοιχεία της αληθινής ζωής (διά της ζωής ο θάνατος).

Η πίστη και η αγάπη υμνήθηκαν από τον Απόστολο Παύλο. Ο ύμνος της πίστεως εκτίθεται στην προς Εβραίους επιστολή και ο ύμνος της αγάπης παρουσιάζεται ανάγλυφα στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του. Δύο ύμνοι που συνδέονται στενώτατα μεταξύ τους.

Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου.  Ναυπάκτου Ἱερόθεος - π. ΚαλλίνικοςΣτην προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, η οποία επιστολή είναι, όπως έλεγε ο αείμνηστος Γέροντας Σωφρόνιος, μια πνευματική αυτοβιογραφία του μεγάλου Αποστόλου, και δείχνει την μετάβασή του από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη, που έγινε με αποκαλύψεις και την βίωση του μυστηρίου της παιδείας του Θεού, μεταξύ των άλλων παρουσιάζεται και το μυστήριο της πίστεως. Η πίστη δεν είναι μια λογική παραδοχή μερικών αληθειών, δεν είναι μια λογικοκρατούμενη θεωρητική συγκρότηση αληθειών, αλλά ζωή και κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Οι άγιοι δια της πίστεως έζησαν τις επαγγελίες του Θεού, δια της πίστεως αισθάνθηκαν “ξένοι και παρεπίδημοι επί της γής” δια της πίστεως παρώκησαν “εις την γήν της επαγγελίας ως αλλοτρίαν”, δια της πίστεως “κρείττονος ορέγονται, τουτ’ έστιν επουρανίου”, δια της πίστεως προτίμησαν τον ονειδισμό του Χριστού, δια της πίστεως έζησαν την οδό του Κυρίου, δηλαδή πορεύθηκαν στο μαρτύριο και κατέβηκαν ακόμη και στον άδη και έζησαν την ανάσταση της υπάρξεώς τους.

Η πίστη, κατά τον Απόστολο Παύλο, δεν είναι μια διανοητική παραδοχή μερικών αληθειών, αλλά “ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων” (Εβρ. ια’, 1). Η βάση του χωρίου αυτού είναι ότι τα μη βλεπόμενα δια των αισθήσεων και της λογικής και τα ελπιζόμενα στον σαρκικό άνθρωπο γίνονται υπόσταση, πραγματικότητα στον πνευματικό άνθρωπο και όλη αυτή η πραγματικότητα, ελέγχεται, δηλαδή επιβεβαιώνεται. Πρόκειται για εμπειρία του Θεού που είναι υπαρκτή, μακράν, δηλαδή, της φαντασιώσεως και η οποία ελέγχεται και επιβεβαιώνεται.

Πολλοί άγιοι αναλύουν τί ακριβώς είναι η πίστη στην ορθόδοξη παράδοση. Θα αρκεσθώ εδώ να αναφέρω μερικά χωρία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, αλλά και του οσίου Θαλασσίου, ο οποίος εκφράζει την διδασκαλία του αγίου Μαξίμου.

Δίδοντας ο άγιος Μάξιμος τον ορισμό της πίστεως λέγει: “Η πίστις, δύναμίς εστι σχετική ή σχέσις δραστική της υπέρ φύσιν αμέσου του πιστεύοντος προς τον πιστευόμενον Θεόν τελείας ενώσεως” (Φιλοκαλ. Β, σελ. 111, η’). Πρόκειται για δύναμη που οδηγεί τον άνθρωπο σε σχέση με τον Θεό, που είναι μεγάλη δύναμη, και αυτή η σχέση είναι ένωση του πιστεύοντος με τον πιστευόμενο Θεό υπέρ φύσιν.

Μιλώντας ο άγιος Μάξιμος για την ενυπόστατη πίστη, δηλαδή για πίστη που έχει υπόσταση και δεν είναι προϊόν φαντασιώδους διανοίας, την ορίζει ως ενδιάθετον αγαθόν, δηλαδή ως “τήν γνώσιν αληθή των απορρήτων αγαθών αποδεικτικήν”. Και σε άλλο σημείο λέγει: “ενυπόστατος πίστις εστίν η εναργής και έμπρακτος” (Φιλοκαλ. Β’, σελ. 106, πδ’).

Οπότε, η πίστη δεν είναι μια εγκεφαλική λειτουργία, αλλά συνδέεται στενώτατα με την όλη πνευματική ζωή, που συνίσταται στην αναγέννηση του ανθρώπου. Αυτό το εκφράζει θαυμάσια, απόρροια της δικής του πνευματικής εμπειρίας, ο όσιος Θαλάσσιος.

Η πίστη συνδέεται με την όλη ευαγγελική ζωή. Γράφει: “Τω της πίστεως κτήματι ταύτα καθεξής επακολουθεί, φόβος Θεού, εγκράτεια ηδονών, υπομονή πόνων, ελπίς εις Θεόν, απάθεια και αγάπη”. (Φιλοκαλ. Β’, σελ. 226, ξα’). Σε άλλο σημείο θα υπογραμμίση: “Αρχή πρακτικής, πίστις Χριστού· τέλος δε ταύτης, αγάπη Χριστού” (Φιλοκαλ. Β’, σελ. 226, νζ’). Γι’ αυτό και συνιστά: “Κτησώμεθα πίστιν, ίνα έλθωμεν εις αγάπην, εξ ής τίκτεται ο της γνώσεως φωτισμός” (Φιλοκαλ. Β’, σελ. 226, ξ’).

Ακριβώς αυτός ο τελευταίος λόγος δίδει την δυνατότητα να αντιληφθούμε ότι η πίστη συνδέεται στενά με την αγάπη. Καί, όπως γνωρίζουμε, ο αποστολικός ύμνος της αγάπης παρουσιάζεται στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Χαρακτηριστικά ο Απόστολος γράφει: “Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει”. (Α’ Κορ. ιγ’, 4-7). Εδώ δεν πρόκειται για μερικές αρετές που είναι έκφραση μιας εσωτερικής ζωής, αλλά για αρετές, καρπούς του Παναγίου Πνεύματος. Αυτό φαίνεται από τις δύο φράσεις ότι “η αγάπη ου ζητεί τα εαυτής”, που δείχνει έναν άνθρωπο αναγεννημένο που έχει αποκτήσει την ανιδιοτελή αγάπη και ότι “η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει”, αφού μόνον εκείνος που φθάνει στην θέωση είναι άπτωτος στο κακό. Άλλωστε, η αγάπη συνδέεται με την θέωση και τον μέλλοντα αιώνα, αφού τότε θα δούμε τον Θεό “πρόσωπον προς πρόσωπον” και ενώ τώρα γνωρίζουμε μερικώς, “τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην” (Α’ Κορ. ιγ’, 12-13).

Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας, έχοντες την ίδια παράδοση, με τον ίδιο τρόπο έζησαν και βίωσαν την αγάπη. Θα αρκεσθώ σε δύο μόνον αγίους:

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος θα γράψη: “ο ευρών την αγάπην, τον Χριστόν εσθίει καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν και αθάνατος γίνεται εκ τούτου... Ούτός εστιν ο οίνος ο ευφραίνων καρδίαν ανθρώπου. Μακάριος ο πιών εκ του οίνου τούτου. Εκ τούτου έπιον οι ακόλαστοι, και ηδέσθησαν· και οι αμαρτωλοί, και επελάθοντο τας οδούς των προσκομμάτων· και οι μέθυσοι, και εγένοντο νηστευταί· και οι πλούσιοι, και επεθύμησαν την πτωχείαν· και οι πένητες, και επλούτησαν τη ελπίδι· και οι άρρωστοι, και εγένοντο δυνατοί· και οι ιδιώται, και εσοφίσθησαν” (Ευρεθέντα Ασκητικά σελ. 282-283). Και αλλού λέγει ότι από αυτήν την αγάπη μέθυσαν οι Απόστολοι και πορεύθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο, οι μάρτυρες και έχυσαν το αίμα τους, και οι ασκητές που ασκούνται σε όλη την ζωή τους. Πρόκειται για μια μέθη πνευματική, μια νηφάλιο μέθη.

Και ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης θα γράψη για την αγάπη: “Αγάπη κατά μεν ποιότητα, ομοίωσις Θεού, καθ’ όσον βροτοίς εφικτόν· κατά δε ενέργειαν, μέθη ψυχής· κατά δε την ιδιότητα, πηγή πίστεως· άβυσσος μακροθυμίας· θάλασσα ταπεινώσεως. Αγάπη εστί κυρίως απόθεσις παντοίας εναντίας εννοίας” (Λόγος Λ’, σελ. 167, γ’, δ’). Και αλλού γράφει: “Αγάπη, προφητείας χορηγός· αγάπη, τεράτων παρεκτική· αγάπη, ελλάμψεως άβυσσος· αγάπη πηγή πυρός· όσον αναβλύσσει, τοσούτον τον διψώντα καταφλέξει· αγάπη Αγγέλων στάσις, αγάπη, προκοπή των αιώνων” (Λόγος Λ’, σελ. 169, ιη’).

3. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι η πίστη και η αγάπη δεν είναι εξωτερικές αρετές, ούτε η πίστη έχει σχέση με την λογική του ανθρώπου και η αγάπη με το συναίσθημα, αλλά είναι καρποί του Παναγίου Πνεύματος, έκφραση της αναγεννημένης ζωής, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της θεοποιού ζωής και εκφράσεις των θεουμένων.

Αυτόν τον συνδυασμό πίστεως και αγάπης είχαν και οι μάρτυρες της Εκκλησίας. Άλλωστε, το μαρτύριο δεν είναι μια ιδιοτροπία και έκφραση δυνατής θέλησης ενός ανθρώπου, αλλά καρπός θεωρίας. Ο αείμνηστος Γέροντας Σωφρόνιος γράφει ότι ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης κατά την όραση του ζώντος Θεού απέκτησε υπαρξιακή γνώση Θεού, αλλοιώθηκε όλη του η ύπαρξη, απέκτησε την εμπειρία της αγάπης προς τον Θεό, αλλά και ο ίδιος έφθασε στο πλήρωμα της αγάπης και γι’ αυτόν τον λόγο απέκτησε το χάρισμα του μαρτυρίου, μπορούσε να μαρτυρήση για τον Χριστό. Οπότε το μαρτύριο είναι έκφραση της θεωρίας και πλήρωμα της αγάπης προς τον Θεό.

Επομένως, επαινούμε την πίστη και την αγάπη, αλλά δίνουμε σημασία και στον τρόπο και την μέθοδο αποκτήσεως της πραγματικής πίστεως και αγάπης. Και αυτό έχει μεγάλη αξία γιατί στην εποχή μας δίνουμε μεγάλη σημασία στο τί είναι θέωση και τί είναι αγάπη, χωρίς να δίνουμε προτεραιότητα στο πώς έφθασε κάποιος στην θέωση και την αγάπη. Το πρόβλημα δεν είναι μόνον το τί, αλλά και το πώς. Και βέβαια, αυτό το πώς είναι η όλη ασκητική και ησυχαστική μέθοδος που έχει η Εκκλησία και την διασώζει ως κόρην οφθαλμού.

Αυτό το πώς, την λεγομένη ησυχαστική μέθοδο την βλέπουμε στην διδασκαλία του Χριστού για τους μακαρισμούς. Η σειρά των μακαρισμών δείχνει τον τρόπο αποκτήσεως της πνευματικής ζωής. Προηγούνται η πτωχεία του πνεύματος και το κατά Θεόν πένθος και ακολουθούν η πραότητα, η πείνα και η δίψα για την δικαιοσύνη, η καθαρότητα της καρδιάς και η όραση του Θεού. Τέλος δε αποκτάται η κατά Θεόν ειρήνη και στην συνέχεια ακολουθεί ο διωγμός και ο ονειδισμός ένεκεν της δικαιοσύνης, δηλαδή το μαρτύριο για την δόξα του Θεού. Αποτέλεσμα του μαρτυρίου είναι η χαρά (Ματθ. ε’, 1-12). Επομένως, το μαρτύριο είναι καρπός της θεωρίας και προϋπόθεση της θεωρίας είναι η ευαγγελική ζωή που εξισούται με την ασκητική, ησυχαστική ζωή.

Με αυτήν την έννοια οι μάρτυρες κατά το σώμα ισοδυναμούν με τους μάρτυρες τη προαιρέσει, το μαρτύριο συνδέεται στενά με την παρθενία. Με αυτήν την προοπτική ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αποδίδει προφητικές, αποστολικές και ασκητικές ιδιότητες στον άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη, τον στρατιωτικό αυτόν άγιο. Ο άγιος Δημήτριος ήταν “προφητική δυνάμει κατηγλαϊσμένος, αποστολικής και διδασκαλικής... διακονίας και προεδρίας” ηξιωμένος, αλλά και δεν υστέρησε “οσίων ασκήσεως... και της δια βίου κατά τούτους λαμπρότητος” (ΕΠΕ ΙΙ, σελ. 164). Έτσι, ο άγιος Δημήτριος είναι Προφήτης, Απόστολος, Μάρτυς και Παρθένος, αφού αυτές οι ιδιότητες είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους. Η αποστολική Χάρη προϋποθέτει την προφητική ενέργεια, και η προφητική ενέργεια έχει ως βάση την παρθενική χάρη, οπότε καρπός όλων αυτών είναι η μαρτυρική ζωή.

Μέσα από το πρίσμα αυτό πρέπει να βλέπουμε και την οσία Αναστασία των Ρωμαία, η οποία υπερέβη εν Χριστώ Ιησού όλες τις διακρίσεις, ακόμη και του φύλου και είναι η χαρά όλων των ανθρώπων, εξαιρέτως των μοναχών που ζουν στο Κοινόβιο αυτό και καθημερινώς λαμβάνουν γνώση και εμπειρία της ενεργείας του Θεού, που εκφράζεται και διοχετεύεται από την οσία Αναστασία την Ρωμαία.

Άγιε Καθηγούμενε, αγαπητοί αδελφοί,

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία παρατηρείται σύγχυση στην πνευματική και εκκλησιαστική ζωή, την οποία χαρακτηρίζει η εκκοσμίκευση, που συνίσταται στην πτώση από τον ευαγγελικό και αποκαλυπτικό λόγο. Δηλαδή, κοινωνικοποιείται ο ευαγγελικός λόγος, ταυτίζεται η εκκλησιολογία με την κοινωνιολογία, ιστορικοποιείται η εσχατολογική ζωή, επιπεδοποιείται ο λόγος περί θεώσεως, αποβάλλεται ο πυρήνας της θεοποιού ζωής που είναι η ησυχαστική οδός. Μερικές φορές αλλοιώνεται και αυτός ο ίδιος ο μοναχισμός, ευτυχώς όχι στο Άγιον Όρος. Χαιρόμαστε πολύ γιατί ερχόμαστε στο Άγιον Όρος και βλέπουμε την ευαγγελική και πατερική ζωή στο υψηλό σημείο και αυτό αποτελεί πρότυπο για όλους μας. Ιδιαιτέρως αυτό το βλέπουμε σε αυτήν την Ιερά Μονή του Οσίου Γρηγορίου που διατηρεί αυθεντική αγιορειτική παράδοση και αυτό οφείλεται στον πεπειραμένο Γέροντα της Μονής, ζηλωτή των πατρικών παραδόσεων, αλλά και στους μοναχούς οι οποίοι διακρίνονται από ιερό ζήλο για να βιώσουν την παράδοση. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί στην εποχή μας αλλοιώνεται η πίστη και η θεολογία και συγχέεται με άλλες ιδεολογίες και ιδεοληψίες. Όμως μια τέτοια πίστη δεν οδηγεί στην θέωση και συνιστά μινιμαλισμό του ορθοδόξου δόγματος. Αλλά αλλοιώνεται και η αγάπη, που θεωρείται απλώς μια συναισθηματική, ανθρώπινη κατάσταση. Όμως μια πίστη και μια αγάπη που βρίσκονται σε ανθρώπινο επίπεδο και δεν συνδέονται με τον θεολογικό και αποκαλυπτικό λόγο συνιστά τραγωδία για τον άνθρωπο, διότι δεν σώζουν.

Πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στην ορθόδοξη πίστη, δια της οποίας θα φθάσουμε και στην αληθινή αγάπη. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ας μου επιτραπή να υπενθυμίσω τους λόγους του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού περί της πίστεως.

Γράφει ο άγιος Μάξιμος: “Σωτηρία ψυχών κυρίως εστίν το τέλος της πίστεως. Τέλος δε πίστεώς εστιν η του πιστευθέντος αληθής αποκάλυψις”.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο χρειάζεται αγώνας για την διαφύλαξη της αμωμήτου πίστεως. Γράφει ο άγιος Μάξιμος: “Φυλάξωμεν δε μάλλον το μέγα και πρώτον της σωτηρίας ημών φάρμακον· την καλήν, λέγω, της πίστεως κληρονομίαν· ομολογούντες ψυχή τε και σώματι μετά παρρησίας ως οι πατέρες ημών εδίδαξαν”.

Η αλλοίωση της Ορθοδόξου πίστεως είναι προδοσία. Διαβεβαιώνει ο άγιος Μάξιμος: “Πρόδοσις γαρ εστιν η της ευσεβούς αυτού τε και περί αυτού (δηλαδή του Χριστού) δόξης παραλλαγή, τη προσλήψει της των ετεροδόξων ομολογίας και διδαχής απεμπολούσα αυτόν, εις αναίρεσιν της εξ ημών παναγίας αυτού σαρκός”.

Χρειάζεται προσοχή στους αιρετικούς λόγους: “Ξίφος δίστομον και ξυρόν (ξυράφι) ηκονημένον την γλώσσαν κέκτηνται (οι αιρετικοί) ψυχάς σφάζουσαν και εις πέταυρον άδου και βάραθρον σκότους παραπέμπουσαν”. (Αρτεμίου Ραντοσάβλιεβιτς: Η σωτηρία κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή σελ. 91-99).

Η σημερινή πανηγυρική αγρυπνία ας γίνη αφορμή να αναλογισθούμε το “τί” της ορθοδόξου θεολογίας, αλλά και το “πώς” της ορθοδόξου πράξεως και ησυχασμού, διότι μέσα από την ταπείνωση και την υπακοή, το εκκλησιαστικό φρόνημα, την νοερά προσευχή, δηλαδή την κάθαρση της καρδιάς και τον φωτισμό του νού φθάνουμε στα μεγάλα ύψη της θεολογίας και σωτηρίας μας.

Θα τελειώσω αναφέροντας πάλι τον λόγο του οσίου Θαλασσίου:

“Κτησώμεθα την πίστιν ίνα έλθωμεν εις αγάπην, εξ ής τίκτεται ο της γνώσεως φωτισμός” (Φιλοκαλ. Β’, 226, ξ’).

  • Προβολές: 983

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance