Σωτηρίου Δεσπότη: Τὸ μάθημα τῶν Ὀρθόδοξων Θρησκευτικῶν στὸ κέντρο τῆς Εὐρώπης

του δρ. Σωτηρίου Δεσπότη

Με αφορμή την συζήτηση που διεξάγεται στην πατρίδα μας σχετικά με την θέση και την σπουδαιότητα του μαθήματος των Ορθοδόξων Θρησκευτικών στην πολύπαθη ελληνική Παιδεία, θα ήθελα να καταθέσω την μαρτυρία μου σχετικά με την θέση την οποία έχει το ίδιο μάθημα σε μία χώρα πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική, η οποία βρίσκεται στην καρδιά (καί σύμφωνα με μερικούς και στην κεφαλή) της Ευρώπης την ομοσπονδιακή Γερμανία. Θα ήθελα έτσι να απαντήσω σε εκείνους, οι οποίοι “κόπτονται” για τον εξευρωπαϊσμό της ελληνικής Εκπαίδευσης και να παρουσιάσω απλά και υπεύθυνα την θέση που έχουν τα Θρησκευτικά στην “Ευρώπη”, την οποία αυτοί επικαλούνται.

Επί πενταετία υπηρετώ ως καθηγητής του μαθήματος των ελληνορθοδόξων Θρησκευτικών στα Γερμανικά σχολεία. Όσο και αν φαίνεται σε μερικούς παράδοξο, το γερμανικό Κράτος μισθοδοτεί μέσω της Εκκλησίας (Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας) ορθοδόξους καθηγητές Θεολόγους [1], έτσι ώστε μέσα στο γερμανικό σχολείο και στην γερμανική γλώσσα να παρέχεται η δυνατότητα στους ποικίλης εθνικότητας ορθόδοξους μαθητές να βρουν απαντήσεις στα κρίσιμα υπαρξιακά ερωτήματά τους. Το επίθετο “ελληνο-ορθόδοξος” το οποίο συνοδεύει σε όλα τα επίσημα και μη έγγραφα, το μάθημα των ορθοδόξων Θρησκευτικών, δεν σημαίνει ότι το μάθημα απευθύνεται μόνον στους Έλληνες, αλλά υπογραμμίζει τον καθοριστικό ρόλο τον οποίο διεδραμάτισε η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός στην διάδοση μιας Πίστης, η οποία δίνει μέχρι σήμερα ξεκάθαρες απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που έθεσε η ελληνική φιλοσοφία και απασχολούν μέχρι σήμερα την σύγχρονη ευρωπαϊκή σκέψη. Με την απόδοση αυτού του χαρακτηρισμού για τα Θρησκευτικά, οι Ευρωπαίοι αναγνωρίζουν την άρρηκτη σχέση της Ελλάδος και της Ορθοδοξίας, η οποία (σχέση) δυστυχώς για τους όψιμους Έλληνες νεοπαγανιστές και αρχαιολάτρες αποτελεί “σκάνδαλο και μωρία”.

Το μάθημα των Θρησκευτικών διδάσκεται ανελλιπώς και συστηματικά (μέ σχολικά εγχειρίδια) από την Πρώτη τάξη Δημοτικού μέχρι την 13η τάξη του Γυμνασίου/Λυκείου, δύο ώρες την εβδομάδα, βαθμολογείται κανονικά όπως τα υπόλοιπα βασικά μαθήματα και παίζει σπουδαιότατο ρόλο στην κρίση και στην προαγωγή του μαθητή. Έστω και αν το μάθημα διδάσκεται σε κάθε τάξη δύο ώρες εβδομαδιαίως, η γνώμη του διδάσκοντος για την εξέλιξη του μαθητή έχει την ίδια βαρύτητα με τους δασκάλους ή καθηγητές της τάξεως. Η μη συμμετοχή ενός μαθητή στο μάθημα των Θρησκευτικών γίνεται μόνον μετά από αίτηση εξαίρεσης, την οποία υποβάλλει ο κηδεμόνας ή ο ίδιος ο μαθητής μετά το 14ο έτος της ηλικίας του [2]. Ακόμα όμως και όταν ο μαθητής δεν επιθυμεί για προσωπικούς λόγους να παρακολουθήση μαθήματα ενός συγκεκριμένου δόγματος, είναι υποχρεωμένος να παρακολουθήση μαθήματα Ηθικής, προκειμένου να καλυφθή το έλλειμμα των αξιών και των ιδανικών που παρατηρείται στην Γηραιά Ήπειρο (Hessesches Schulgesetz§8).

Πρέπει επίσης να σημειωθή ότι στις τρεις τελευταίες τάξεις του Γερμανικού Γυμνασίου/Λυκείου, οι οποίες είναι κρίσιμες για την εισαγωγή του Νέου στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα θρησκευτικά ανήκουν (μαζί με την Ιστορία, Κοινωνιολογία, Γεωγραφία, Φιλοσοφία και Νομικά) στον κύκλο των μαθημάτων που αφορούν την Κοινωνία και την Επιστήμη (gesellshaftswissenschaftliche Aufgabenfeld). Μαζί με τους άλλους δύο κύκλους μαθημάτων (ο δεύτερος είναι εκείνος που αφορά την γλώσσα, την φιλολογία και την Τέχνη στον οποίο εντάσσεται και η Ελληνική γλώσσα και ο τρίτος εκείνος που αφορά τα Μαθηματικά, τις Φυσικές επιστήμες και την Τεχνολογία) ο κοινωνιολογικός κύκλος και τα θρησκευτικά τα οποία εντάσσονται σε αυτόν αποτελούν τομείς επίδοσης (Leinstungsfacher) και όχι απλά γνώσης.

Αυτό το οποίο είναι αξιοσημείωτο είναι ο ρόλος τον οποίον καλείται από το ίδιο το Κράτος να διαδραματίση η τοπική Εκκλησία στην διδασκαλία του μαθήματος. Οι καθηγητές οι οποίοι διδάσκουν το μάθημα των Θρησκευτκών απαιτείται να έχουν την έγκριση και την εξουσιοδότηση της Εκκλησίας (missio canonica), της οποίας την Πίστη καλούνται να μεταδώσουν. Το Κράτος δεν παρέχει στην Εκκλησία μόνον τους μισθούς των Εκπαιδευτικών της, αλλά επιπλέον της χορηγεί επιπλέον κονδύλια (τά οποία ανέρχονται στο όχι ευκαταφρόνητο ποσόν του 20% του μισθού κάθε καθηγητή που απασχολεί) προκειμένου εκείνη να συγκροτήση επιτροπές αρμόδιες για την σύνταξη των αναλυτικών Προγραμμάτων και των σχολικών εγχειριδίων του μαθήματος των Θρησκευτικών. Το ίδιο το περιεχόμενο των αναλυτικών Προγραμμάτων του μαθήματος αποτελεί καθαρά υπόθεση της τοπικής Εκκλησίας. Το κράτος απαιτεί απλά την συμμόρφωση με το ισχύον Σύνταγμα και επεμβαίνει δια του παιδαγωγικού Ινστιτούτου συμβουλευτκά σε θέματα τα οποία άπτονται της Παιδαγωγικής. Θέλει έτσι (τό γερμανικό κράτος) να είναι σίγουρο ότι το μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο διδάσκεται στους μαθητές του, ανταποκρίνεται πλήρως στην Πίστη, την Παράδοση και την ζωή της Εκκλησίας και δεν είναι απλά θρησκειολογικό. Δικαιολογεί μάλιστα στις μεγάλες γιορτές του χρόνου την απουσία του μαθητή, προκειμένου εκείνος να συμμετάσχη στην θεία Λειτουργία. Φαίνεται γενικότερα στην Ευρώπη να υπερισχύη η παιδαγωγική αρχή ότι “μόνον όποιος γνωρίζει βαθιά την Πίστη του μπορεί να κατανοήση, να ανεχτή και να σεβασθή την Πίστη των άλλων [3]. Μόνον όποιος έχει ταυτότητα (καί σε αυτήν εντάσσεται και το “Θρήσκευμα”) και ρίζες μπορεί να συνομιλήση κατάματα με τον άλλον και να αναπτυχθή φυσιολογικά σε έναν έρημο από ιδανικά κόσμο”.

Αυτή η αναζήτηση ιδανικών και αξιών στην ερημιά της μεγαλούπολης οδηγεί τους γονείς να φέρνουν τα παιδιά τους με προθυμία στο Σχολείο, όπου γίνεται το μάθημα των ορθοδόξων Θρησκευτικών, από περιοχές πολλές φορές αρκετά χιλιόμετρα μακριά και να περιμένουν με καρτερία πολλές φορές επί μιάμιση ώρα στην ύπαιθρο, στις συνθήκες του κρύου και της βροχής που επικρατούν στην Γερμανία, για να μάθουν τα παιδιά τους (καί μαζί με αυτά και οι ίδιοι) “τού Θεού τα πράματα”. Αυτή η δίψα οδηγεί πάνω από 350 μικρούς μαθητές στην περιοχή της Φρανκφούρτης και του Βιζμπάντεν, κάποτε πεινασμένους και κουρασμένους (αφού το μάθημα προκειμένου να έρθουν παιδιά από γειτονικά σχολεία γίνεται στις 2 το μεσημέρι, σχεδόν αμέσως μετά το κανονικό ημερήσιο πρόγραμμα) με λαχτάρα να έρχονται να παρακολουθήσουν Θρησκευτικά, αφού κανείς δεν τους υποχρεώνει γι’ αυτή την θυσία. Αυτά τα παιδιά, τα οποία κατέχουν τις περισσότερες φορές ελλιπώς την Ελληνική γλώσσα, μαθαίνουν να ψέλνουν, να αγιογραφούν, να χορεύουν όπως οι Τρείς Παίδες μέσα στην φωτιά της σύγχρονης κοινωνίας, να αντιστέκονται με “θεόπνευστη λογική” στον παρολογισμό της βίας του συγχρόνου κόσμου. Και μαζί με τα παιδιά αυτά, πολλά από τα οποία δεν γεννιούνται αλλά γίνονται ορθόδοξα, και εμείς οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί (οι οποίοι υπηρετούμε σε πάνω από 6 σχολεία ο καθένας, προκειμένου να συμπληρωθή το ωράριο που προβλέπει το Κράτος) μεταμορφωνόμαστε, χωρίς να το συνειδητοποιούμε πολλές φορές, από δημόσιοι υπάλληλοι σε “πρόδρομοι” του Χριστού και διάκονοι της Εκκλησίας. Και το πιο θαυμαστό είναι ότι στον ανηφορικό μας δρόμο προς την Εκκλησία μας ακολουθούν με χαρά και ενδιαφέρον και Γερμανοί συνάδελφοι, αλλά και παιδιά που θέλουν να μάθουν και να βιώσουν την Ορθοδοξία. Είναι πραγματικά μοναδικές οι εμπειρίες που ζούμε εδώ στο κέντρο της Ευρώπης, ιδίως στις θείες Λειτουργίες, στις οποίες ψέλνουν σχεδόν εξ ολοκλήρου τα μικρά παιδιά, και ως ακροατές παρευρίσκονται Γερμανοί, οι οποίοι χωρίς να καταλαβαίνουν τα λόγια της Λατρείας, μαγεύονται πραγματικά από την κατανυκτική ατμόσφαιρα των καντηλιών, των εικόνων, της ψαλμωδίας, ... της Ανάστασης.

Έγραφε κάποια Γερμανίδα διευθύντρια ενός σχολείου: “Είμαι ένας άνθρωπος, που επέζησε από στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Τα μάτια μου είδαν πράγματα που δεν έπρεπε να τα δει ποτέ κανείς. Θαλάμους αερίων κατασκευασμένους από σπουδασμένους μηχανικούς. Παιδιά δηλητηριασμένα από μορφωμένους γιατρούς. Γυναίκες και μωρά να πυροβολούνται και να σκοτώνονται από καθηγητές Γυμνασίου και Πανεπιστημίου. Γι’ αυτό είμαι επιφυλακτική απέναντι στην στείρα μόρφωση. Η παράκλησή μου είναι: Βοηθήστε τα παιδιά σας, τους μαθητές σας να είναι άνθρωποι... Διδάσκουμε τα πάντα στους ανθρώπους εκτός από το πιο ουσιαστικό. Κι αυτό είναι η ζωή. Κανείς δεν σού διδάσκει την ζωή! Υποτίθεται πώς την ξέρεις. Κανείς δεν σού διδάσκει πώς να είσαι άνθρωπος και τί σημαίνει να είσαι άνθρωπος”. Φυσικά η διευθύντρια αυτή δεν είχε γνωρίσει την Ορθοδοξία και τις απαντήσεις που δίνει στα σύγχρονα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου. Παρουσιάζει όμως αμείλικτα τον προβληματισμό που υπάρχει σήμερα στην Ευρώπη και στην Αμερική (όπου σκοτώνουν εν ψυχρώ πλέον όχι οι μεγάλοι, αλλά οι έφηβοι και τα μικρά παιδιά τους συμμαθητές τους) σχετικά με τις προτεραιότητες, τις οποίες θα πρέπει να έχει η παιδεία. Σύγχρονο γερμανικό περιοδικό, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα με θέμα “Οι Παιδαγωγικές Πλάνες του 20ου αιώνα” θέτει το κρίσιμο ερώτημα πώς και γιατί οι φορείς και υπέρμαχοι της ουμανιστικής Παιδείας στην Γερμανία (η μεγάλη πλειονότητα των μορφωμένων εκπαιδευτικών) όχι μόνον αποδέχτηκαν, αλλά και θετικά συνήργησαν στο ναζιστικό φασιστικό καθεστώς του Χίτλερ.

Τα πάντα στον σύγχρονο κόσμο, “όπου τα παιδιά δεν ρωτούν πλέον πώς να ζήσω, αλλά γιατί να ζώ” (Σ. Καργάκος) αποδεικνύουν ότι “Σε όποιον δεν έχει Θεό όλα επιτρέπονται”. Αυτός ο προβληματισμός οδηγεί όλο και πιο πολλούς Γερμανούς να γράφουν τα παιδιά τους σε καθαρά εκκλησιαστικά Γυμνάσια, προκειμένου να αποκτήσουν τις χριστιανικές αξίες και τα γερμανικά Υπουργεία Παιδείας με έμφαση σε εγκυκλίους τους να υπογραμμίζουν την σημασία του μαθήματος των Θρησκευτικών. Είναι κρίμα λοιπόν στην μητροπολιτική Ελλάδα, την στιγμή κατά τη οποία ως ενοποιητικός κρίκος του οικουμενικού Ελληνισμού αποδεικνύεται όχι η γλώσσα (τήν οποία δυστυχώς λησμονεί η δεύτερη και η τρίτη γενιά στην Γερμανία, όπως συμβαίνει στην Αυστραλία και την Αμερική) αλλά η Ορθοδοξία, να υποβαθμίζεται το μάθημα των Ορθοδόξων Θρησκευτικών. Κάποιος Ευρωπαίος ευρωβουλευτής είχε πρόσφατα πει ότι η Ελλάδα τρέχει ασθμαίνοντας να ανεβή στο τρένο της Ευρώπης, από το οποίο κατεβαίνουν ...οι Ευρωπαίοι. Εάν το τρένο, στο οποίο τρέχει να επιβιβαστή η Ελλάδα, είναι αυτό της υλικής ευημερίας, των χρηματιστηριακών δεικτών και αξιών, τότε θα πρέπη να ξέρουν οι ταγοί της ότι αυτό το τρένο οδηγεί το πολύ στον καναπέ κάποιου ψυχαναλυτή και είναι προ πολλού αδειανό και ξεπερασμένο. Οι Ευρωπαίοι ήδη ανηφορίζουν σε κάποιο Ειιήί, σε κάποια ορθόδοξη Εκκλησία, σε κάποιο άγιον Όρος προκειμένου να γνωρίσουν το πλήρωμα της ζωής, που έχασαν με τον πολιτισμό τους. Γυρνάνε ...από κεί που εμείς φεύγουμε! Όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός διαπραγματευόταν την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πρωθυπουργός της Γερμανίας Willy Brandt του είχε πει με έμφαση: Από σάς τους Έλληνες δεν περιμένουμε τις ντομάτες και το τζατζίκι. Αυτά τα αγοράζουμε από άλλους πιο φθηνά. Από σάς περιμένουμε αξίες, περιμένουμε πολιτισμό”. Και εγώ θα πρόσθετα από την μικρή μου εμπειρία: “Περιμένουμε Ορθοδοξία!”.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το άρθρο 7,3 του γερμανικού Συντάγματος ορίζει: “Το μάθημα των Θ. Στα δημόσια σχολεία, με εξαίρεση τα “μή ομολογιακά”, είναι ένα βασικό μάθημα. Χωρίς να παραθεωρείται το δικαίωμα του Κράτους να επιβλέπει την λειτουργία του, το μάθημα των Θ. διδάσκεται σε συμφωνία τις βασικές αρχές των θρησκευτικών κοινοτήτων”. Το κράτος με αυτόν τον τρόπο εγγυάται (οικονομικά και θεσμικά) την διοργάνωση εκ μέρους των θρησκευτικών κοινοτήτων της διδασκαλίας του μαθήματος, η οποία (διοργάνωση) περιλαμβάνει την ετοιμασία των αναλυτικών προγραμμάτων, την έκδοση σχολικών εγχειριδίων, τον διορισμό δασκάλων. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι πόλεις του Βερολίνου και της Βρέμης, όπου το μάθημα δεν είναι βασικό. Η Εκκλησιαστική επέμβαση στον τρόπο διεξαγωγής του μαθήματος ποικίλει στα διάφορα κρατίδια. Ενώ π.χ. στην Βαυαρία και άλλα κρατίδια (τά οποία μάλιστα ορίζουν ως ιδανικά της σχολικής αγωγής τον φόβο του Θεού και το πνεύμα της χριστιανικής αλληλεγγύης) η Πολιτεία επιβλέπει μόνον την συνταγματική και ομαλή λειτουργία του μαθήματος, στην Έσση διαδραματίζει ενεργότερο ρόλο, εκδίδοντας τα αναλυτικά προγράμματα, προσδιορίζοντας τις ώρες μαθήματος κ.ά. βλ . C. Bruhl, Die rechtliche Stellung dew Religions- und Ethik ynterrichts, στό: F. Schweitzer, G. Faust - Siehl, Religion in der Grundschule. Religiose und moralische Erziehung, Arbeitskreis Grundschule-Der Grundschuleverband-e. V.Frankfurt am Main 1994, 83-97.

[2] Στην Βαυαρία και στο Saarland από το 18ο έτος.

[3] Ήδη στην Μ. Βρετανία (καί περίπου παράλληλα Ολλανδία και Σουηδία) από την δεκαετία του ’70 ένεκα της πολυπολιτισμικότητας και πολυθρησκευτικότητας (6 μεγάλες θρησκείες) άρχισε να διδάσκεται το μάθημα ως θρησκειολογία. Τα παιδιά παρέμεναν μέσα στην τάξη τους και όλα μαζί γνώριζαν ισότιμα τα φαινόμενα των θρησκειών (σύμβολα, λατρεία, διαμόρφωση ζωής και ευλαβείας), προκειμένου να ικανοποιηθούν απλά οι βασικές ανάγκες του παιδιού (γιά αγάπη, ασφάλεια και προστασία) και να αναπτυχθή σε αυτά το αίσθημα της ισότιμης θρησκευτικής αντιμετώπισης. Το αρνητικό στοιχείο όμως το οποίο προκύπτει από αυτό το μοντέλλο είναι ότι έχει απλά περιγραφικό/πληροφοριακό φαινομενολογικό χαρακτήρα, αφού ο διδάσκων (ο οποίος δεν έχει συνήθως βαθιά γνώση των δομών και της διδασκαλίας της κάθε θρησκείας) αποφεύγει να απαντήση σε κρίσιμα ερωτήματα των παιδιών για να μην πληγώση τις συνειδήσεις άλλων, δεν εμβαθύνει σε καμία από τις ομολογίες ή θρησκείες (οι οποίες εξ αντικειμένου παρουσιάζουν αρκετές διαφορές) και δεν εκλαμβάνει κάθε θρησκεία με την δική της αυτοσυνειδησία. Το μάθημα γίνεται έτσι εντελώς επιφανειακό και μη ρεαλιστικό. Γι’ αυτό χαρακτηρίσθηκε ως “θρησκευτικός τουρισμός”. Αυτή η επιδερμικότητα έχει αναγκάσει την ίδια την Μ. Βρετανία να στραφή από το φαινομενολογικό στον υπαρξιακό μοντέλο Θ. Το πρόβλημα επίσης εστιάζεται στο ότι φυσικά το παιδί δεν πρέπει να πληγώνη την θρησκευτική συνείδηση των άλλων. Πρέπει όμως να γίνεται σεβαστή και η δική του θρησκευτική συνείδηση και αγωγή, η οποία έχει διαμορφωθεί προτού μπεί στο Σχολείο. Πολλές φορές με το θρησκειολογικό μοντέλλο δημιουργείται συνειδησιακή κρίση στο Παιδί, όταν αυτό πιστεύη από την οικογένεια ότι ο Ιησούς είναι γιός του Θεού και είναι αναγκασμένο παράλληλα να δεχθή στα πλαίσια της θρησκειολογίας ότι ο Ιησούς είναι απλά ένας προφήτης κατώτερος του Μωάμεθ. Έτσι η μοντέρνα τάση σήμερα στην Ευρώπη είναι η καθιέρωση ενός “ομολογιακού μαθήματος Θρησκευτικών” το οποιο στέκεται χωρίς προκαταλήψεις, αλλά με διάθεση κατανόησης και διαλόγου προς τις άλλες θρησκείες, αλλά και προς τον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι, ενώ στο καθολικό μάθημα πρέπει να υπάρχη θρησκευτική ταύτιση μεταξύ δασκάλου, διδασκομένου και διδασκαλίας, στο Ευαγγελικό ο διδασκόμενος συμμετέχει ελεύθερα. Έτσι εκπληρώνεται καλύτερα η αποστολή του μαθήματος, η οποία είναι πρώτον η γνωριμία με την θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση της χώρας, η οποία έχει επηρεάσει την ιστορία της (καί στην περίπτωση της Ευρώπης αναμφισβήτητα είναι η χριστιανική) και δεύτερον ο διάλογος/συνάντηση με άλλες παραδόσεις βλ . K.E. Nikow Religion in der Grundschule-in welcher Form στό: F. Schweitzer, G.Faust-Siehl, Religion in der Grundschule, 26-37.

  • Προβολές: 1321

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance