Η αναρμοδιότητα της ανθρώπινης επιστήμης

Μερικοί άνθρωποι ασχολούνται με πάθος πρωτοπόρου ερευνητή με προβλήματα που έχουν λυθεί από αιώνες. Δεν γνωρίζουν τις λύσεις που δόθηκαν, είναι ανεπαρκώς και μονομερώς ενημερωμένοι, γι’ αυτό, στα κείμενα που γράφουν, αδικούν την αλήθεια με άμεση συνέπεια να καταδικάζουν τον εαυτό τους σε πενία πνευματική. Αυτό διαπιστώνει κανείς διαβάζοντας το άρθρο του Μ. Γκόλια, φυσικού και πολιτικού μηχανικού, με τίτλο “Επιστήμη και θρησκεία”, που δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Ελευθροτυπία στις 18-2-2001. Ο αρθρογράφος παραβιάζει, κατά το κοινώς λεγόμενο, ανοιχτές θύρες, αλαλάζοντας εναντίον των υποτιθεμένων εχθρών της “προόδου”, οι οποίοι στην πραγματικότητα εκπροσωπούν μια παράδοση με προοδευτικότερες τοποθετήσεις από τις δικές του. Με λίγα λόγια το πεντόσταγμα του άρθρου του βρίσκεται στην πρότασή του, που διατυπώνεται ερωτηματικά: “Αλήθεια, μήπως πρέπει η πολιτεία να επιβάλλει, όπως συμβαίνει για άλλο βέβαια λόγο στα πακέτα των τσιγάρων, την υποχρεωτική αναγραφή σε ευκρινή θέση στα πάσης φύσεως θρησκευτικά φυλλάδια, περιοδικά, βιβλία κ.λπ. ότι: “Το υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων προειδοποιεί ότι δεν υπάρχει επιστημονική απόδειξη της ύπαρξης του Θεού”;”.

Θα διατυπώσω στη συνέχεια κάποιες σύντομες παρατηρήσεις:

1) Ο κ. Μ. Γκόλιας είναι δέσμιος στον σχολαστικισμό του Μεσαίωνα, αφού νομίζει ότι η γνώση του Θεού και η γνώση των κτισμάτων αποκτώνται με την ίδια μέθοδο. Αγνοεί την διπλή μεθοδολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι –σύμφωνα με τις αναλύσεις του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου και του καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη– σαφώς διακρίνουν την μέθοδο γνώσεως των κτισμάτων από την μέθοδο γνώσεως του Θεού. Ο καθηγητής Ν. Ματσούκας, εξάλλου, επισημαίνει ότι η Εκκλησία στην “διαρκώς συνεχιζόμενη ζωντανή παράδοσή” της “ποτέ δεν μπερδεύει τις περιοχές της επιστήμης των δεδομένων της κτίσης με τη λειτουργία της θεολογίας ως χαρίσματος”. (Δογματική και Συμβολική Θεολογία, τόμος Α', σ. 140). Αυτοί που προσπαθούν με τηλεσκόπια, μικροσκόπια ή δοκιμαστικούς σωλήνες να φθάσουν στην γνώση του Θεού, έχουν εκ των προτέρων αποτύχει, γιατί διάλεξαν λανθασμένη μέθοδο. Χωρίς την θεραπεία των αισθητηρίων της ψυχής, που αποτελεί το πραγματικό έργο της Εκκλησίας, δεν μπορεί να “ερευνηθή” η ύπαρξη του Θεού. Ο άνθρωπος που έχει καθαρή καρδιά, ελεύθερο και φωτισμένο νού, με όργανα της φυσικής και της χημείας, αλλά και χωρίς αυτά, βλέπει παντού την δημιουργική και προνοητική ενέργεια του Θεού. Η σκέψη του Μ. Γκόλια είναι δυτική, αγκιστρωμένη σε απόψεις αιρετικές, που ποτέ δεν αποδέχθηκε η Ορθόδοξη Εκκλησία.

2) Η “επιστημονική” γνώση των κτισμάτων έχει πολύ περιορισμένη σημασία για την ανθρώπινη ύπαρξη. Βελτιώνει, βέβαια, σημαντικά τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής, αλλά δεν ικανοποιεί την φυσική δίψα του ανθρώπου για γνώση, η οποία δεν μπορεί να εγκλωβιστή στα όρια της αριστοτελικής τυπικής λογικής και στην εξωτερική, ουδέτερη παρατήρηση των φαινομένων. Η εσώτερη δίψα του ανθρώπου θέλει την γνώση να είναι κοινωνία, προσωπική σχέση, γι’ αυτό δεν μπορεί να δεχθή ως κυρίαρχες του παντός τις απρόσωπες τυφλές δυνάμεις, που μελετά η επιστήμη. Ο άνθρωπος της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης θέλει μέσα από τα κτίσματα να φθάνη σε γνωστική αγαπητική σχέση με την προσωπική “υπεράρχιο αρχή” του σύμπαντος κόσμου.

Η επιστήμη, πράγματι, δεν μπορεί να αποδείξη την ύπαρξη του Θεού, όπως και δεν μπορεί να την αρνηθή. Αυτό το αναντίρρητο γεγονός υπογραμμίζει την ανεπάρκεια της επιστήμης. Αν δεν παραδεχθούμε αυτήν την “επιστημονική ανεπάρκεια” και συνεχίσουμε με τον γνωσιολογικό οπλισμό της επιστήμης να βάζουμε ερωτηματικό στην ύπαρξη του Θεού, θα μοιάζουμε με υπερήφανους μικρούς μαθητές του Γυμνασίου που αμφισβητούν τα συμπεράσματα των ανωτέρων μαθηματικών, επειδή δεν αποδεικνύονται με τα μαθηματικά που αυτοί γνωρίζουν.

3) Η γνωσιολογία της Εκκλησίας είναι εμπειρική. Τα δόγματα δεν είναι φιλοσοφικές αρχές· είναι περιγραφές της θεοπτικής εμπειρίας των Αποστόλων και των Πατέρων. Η απαίτηση του αρθρογράφου, οι Ιερείς να κάνουν θαύματα και να ζουν ως άσαρκοι, υποδηλώνει αναζήτηση της εμπειρικής θεολογίας, η οποία, όμως, πνίγεται μέσα σε μια πουριτανική νοοτροπία.

Πάντως, ας μην αγωνίζεται ο κ. Γκόλιας να πείση το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων να γράψη σε όλα τα θρησκευτικά περιοδικά και βιβλία ότι δεν υπάρχει επιστημονική απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού. Αυτό το λένε όλα τα ορθόδοξα βιβλία, γιατί γνωρίζουν οι συγγραφείς τους την αναρμοδιότητα της ανθρώπινης επιστήμης για την “έρευνα του Θεού”. Η επιστήμη στο μόνο που μπορεί να φθάση, αν ο ερευνητής είναι “ευγνώμων”, είναι να “υποθέση” τον Θεό ως αρχή του παντός και να Τον θεωρήση ως το “τέλος” της “σκοπιμότητος” που διαβλέπει στο σύμπαν. Άν, όμως, ο ερευνητής δεν είναι “ευγνώμων”, απλώς δέχεται την αϊδιότητα της ύλης, όπως οι αρχαίοι μας πρόγονοι και μελετά, με προϋποθεση αυτήν την παραδοχή, το πώς αντιδρούν τα στοιχεία της μέσα στους δοκιμαστικούς σωλήνες, ή πώς κινούνται τα ουράνια σώματα στον ουράνιο θόλο, αναλώνοντας την ζωή του στα τηλεσκόπια και στις μελέτες φασμάτων...

π.Θ.Α.Β.

Λόγοι του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), από το βιβλίο “Περί Πνεύματος και Ζωής”, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας

Μην έχετε υπερβολική εμπιστοσύνη στην ανώτερη μόρφωση που αποκτήσατε στον κόσμο. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε είναι κουλτούρα της πτώσεως.

Μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους –οι πόλεμοι είναι η κατ’ εξοχήν αμαρτία– ο σύγχρονος κόσμος έχασε την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Δεν μπορεί όμως να εννοήση την θεότητα του Χριστού χωρίς το Άγιον Πνεύμα. Να πιστέψουμε ότι αυτός ο άνθρωπος, που είναι αληθινός άνθρωπος, είναι ο Δημιουργός του κόσμου, αυτό μας ξεπερνά. Να πιστέψουμε ότι ο Ίδιος ο Θεός σαρκώθηκε, ότι μας κάλεσε να είμαστε αιώνια μαζί Του, νά, αυτό είναι που λείπει από πολλούς ανθρώπους του καιρού μας, κυρίως από επιστήμονες.

  • Προβολές: 1056

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance