Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εκφραστής της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως (Β)

Ὅπως σάς είχαμε υποσχεθή, δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο τμήμα της εισήγησης του Σεβ. Μητροπολίτη μας κ. Ιεροθέου στο διήμερο Συνέδριο που διοργάνωσε η Ιερά Σύνοδος για τα 150 χρόνια από την γέννηση και 90 από τον θάνατο του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, στην Αίθουσα της Παλαιάς Βουλής στην Αθήνα.

(συνέχεια ἀπό τὸ προηγούμενο Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εκφραστής της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως (Α))

3. Η ευσέβεια του Παπαδιαμάντη

Η ευσέβεια του Παπαδιαμάντη δεν έχει καμμία σχέση με τον καλβινιστικό πουριτανισμό, δεν διακρίνεται από κάποια πουριτανική ηθική, αλλά είναι η ευσέβεια της ορθοδόξου παραδόσεως.

Είναι γνωστόν ότι οι Προτεστάντες και κυρίως οι Καλβινιστές, επηρεασμένοι από τον απόλυτο προορισμό, έφθασαν στο σημείο να κάνουν λόγο για σεσωσμένους και μή, από καθαρά ρατσιστικά κριτήρια και, βέβαια, η σωτηρία εκδηλώνεται και εξωτερικά, δηλαδή οι άνθρωποι έχουν εκδηλώσεις για την απόδειξη της σωτηρίας. Τά πέντε σημεία, όπως διατυπώθηκαν από τούς Καλβινιστάς στην συνάντηση του Dήίι της Ολλανδίας το 1618, ήτοι «η τέλεια αδυναμία ή η τέλεια διαφθορά», «η εκλογή των σεσωσμένων από τον Θεό χωρίς όρους», «η ειδική απολύτρωση ή η περιορισμένη εξιλέωση», που γίνεται με το απολυτρωτικό έργο του Χριστού, «η ακατανίκητη χάρη» του Αγίου Πνεύματος, που οδηγεί τον εκλεγμένο αναπόφευκτα στην σωτηρία, «η εμμονή των αγίων», αφού οι εκλεγμένοι είναι αιώνια σεσωσμένοι και δεν έχουν δυνατότητα επιλογής, δημιούργησαν έναν πουριτανικό χριστιανισμό που βασίζεται σε ρατσιστική νοοτροπία. Οι άνθρωποι χωρίζονται σε σεσωσμένους ή μή, ακόμη και από εξωτερικά κριτήρια, δηλαδή από την επιτυχία στον κόσμο, την κυριαρχία στην κοινωνία, και την απόκτηση των υλικών αγαθών.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να εξετάζουμε και την προτεστάντικη ηθική, που χωρίζει τούς ανθρώπους σε αμαρτωλούς και αγίους, σε ηθικούς και ανηθίκους, σε ευσεβείς και ασεβείς, με βάση εξωτερικά κριτήρια. Σέ αυτόν τον πειρασμό έπεσε και ο Καζαντζάκης, ο οποίος στο έργο του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» χωρίζει τούς Κληρικούς στις δύο αυτές κατηγορίες, αφού ο παπα-Φώτης είναι άγιος, ενώ ο παπα-Γρηγόρης είναι ο φαταούλας, ο εκμεταλλευτής, και όσο εξυψώνει υπερβολικά τον πρώτο, τόσο ταπεινώνει υπερβολικά τον δεύτερο. Δέν μπορεί να βρή και άλλα στοιχεία στούς ανθρώπους που περιγράφει.

Αντίθετα, ο Παπαδιαμάντης διακρίνεται από μιά ευαισθησία, όση έχουν οι ερημίτες μοναχοί. Ποιός δεν έχει πλησιάσει τέτοιους ερημίτες και δεν έχει αισθανθή την αρχοντική τους αγάπη, που σε θερμαίνουν με την θαλπωρή, με τον ιλαρό λόγο; Αλλά και όταν χρησιμοποιούν «σκληρό» λόγο είναι θεραπευτικός, αφού προέρχεται από ευαίσθητη καρδιά. Ο ασκητής είναι «ανίκανος» να κάνη κακό.

Ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης έχει αίσθηση της αναξιότητός του, της πνευματικής του πτωχείας, παρά την μεγάλη αρχοντιά του. Στό τέλος του έργου του «αμαρτίας φαντάσματα» γράφει: «Τ’ ανωτέρω συνηρμολογήθησαν εκ παλαιών ατάκτων σημειώσεων τεθνεώτος ατυχούς φίλου». Προφανώς πρόκειται για σημειώσεις του ιδίου του συγγραφέα, αλλά και αν δεν είναι δείχνει την ίδια νοοτροπία που τον διακατείχε. Συνεχίζει:

«Ώ, φρίκη, και πόνος ανεκλάλητος! Είδα, είδα το παρελθόν μου με τούς ιδίους μου οφθαλμούς, το είδα ως μαύρον φάντασμα. Ολίγον ακόμη και η καρδία μου θα έπαυε να πάλλη. Ηισθάνθην βαθείαν συντριβήν το φάσμα το ίδιον μ’ ευσπλαγχνίσθη, και ταχέως έγινεν άφαντον.

Έλαβα το αγγείον με το ύδωρ, και κατήλθον με βήματα βραδέα, τύπτων τα στήθη, και ψιθυρίζων. "Αμαρτίας νεότητός μου και αγνοίας μου μή μνησθής, Κύριε..."».

Δέν χωρίζει τούς ανθρώπους σε καλούς και κακούς, σε ευσεβείς και ασεβείς, αλλά σε όλους βλέπει την οντολογία τους. Κάθε άνθρωπος, παρά την πτώση του, διασώζει το κάλλος της δημιουργίας, παραμένει μέσα του το κατ’ εικόνα έστω και αμαυρωμένο, μαζί με τούς δερμάτινους χιτώνας της πτώσεως. Καί πρέπει κανείς να έχη ευαισθησία καρδιακή για να βλέπη την θετική αυτή δόξα μέσα στην κατά κόσμον αδοξία.

Στήν «Εξοχική λαμπρή» σκιαγραφεί ανάγλυφα το πάθος του παπα-Κυριάκου, που αναδύθηκε από το πάθος του παπα-Θοδωρή, αλλά στο τέλος ο παπα-Κυριάκος μετανοεί και λέγει:

«Ήμαρτον, Κύριε, είπε, ήμαρτον! μή με συνερισθής.

Επανέλαβε δέ:

Εάν εκείνος έκλεψεν, ο Θεός άς τον ... συγχωρήση .... κ’ εκείνον κ’ εμέ. Εγώ πρέπει να κάμω το χρέος μου.

Ηισθάνθη δάκρυ βρέχον την παρειάν του.

-Ώ Κύριε, είπεν ολοψύχως, ήμαρτον, ήμαρτον! Σύ παρεδόθης διά τάς αμαρτίας μας, και ημείς σε σταυρώνομεν κάθε μέρα.

Καί εστράφη προς τον ανήφορον, σπεύδων να επανέλθη εις το παρεκκλήσιον, όπως λειτουργήση.

Καί ήθελα να πιώ και νερό, είπε, δεν είμαι άξιος να λειτουργήσω. Αλλά πώς να κάμω; Δέν πρέπει να μεταλάβω! Θά λειτουργήσω χωρίς μετάληψιν, δεν είμαι άξιος!... "Δεύτε του καινού της αμπέλου γεννήματος!..." Εγώ άξιος δεν είμαι!».

Η Χριστίνα η δασκάλα ήταν αστεφάνωτη, αλλά είχε φθάσει σε βίωση μεγάλης αυτομεμψίας αφού ακόμη «και τάς καλάς ημέρας δεν είχε τόλμης πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν» και όταν πήγαινε καθόταν μακρυά από τον κόσμο. Μόνον στον Εσπερινό της Αγάπης «κρυφά και δειλά εισείρπεν εις τον ναόν, διά ν’ ακούση το "Αναστάσεως ημέρα" μαζί με τις δούλες και τις παραμάννες». Η θρησκευτική κοινότητα την έχει απορρίψει, αλλά αυτή όμως δεν την απέρριψε. Νοσταλγούσε την συμμετοχή της σε λατρευτικές συνάξεις και συμμετείχε νοερά και εξ αποστάσεως, διακριτικά.

Περιγράφει πολύ παραστατικά ο Παπαδιαμάντης όλη την αυτομεμψία που κυριαρχούσε στην ψυχή της.

«Τήν Μεγάλην Παρασκευήν όλην την ημέραν ερρέμβαζε κ’ έκλαιε μέσα της, κ’ εμοιρολογούσε τα νιάτα της, και τα φίλτατά της όσα είχε χάσει, και ωνειρεύετο ξυπνητή, κ’ εμελετούσε να πάγη κι αυτή το βράδυ πρίν αρχίση η Ακολουθία ν’ ασπασθή κλεφτά-κλεφτά τον Επιτάφιον, και να φύγη, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα την ίασίν της από τον Χριστόν. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε να σκοτεινιάζη, της έλειπε το θάρρος, και δεν απεφάσιζε να υπάγη. Τής ήρχετο παλμός.

Αργά την νύκτα, όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών και λαβάρων και κηρίων εξήρχετο του ναού, εν μέσω ψαλμών και μολπών και φθόγγων εναλλάξ της μουσικής των ορφανών Χατζηκώστα, ...... τότε και η πτωχή αυτή η Χριστίνα η Δασκάλα (όπως την έλεγαν έναν καιρόν εις την γειτονιάν) εις το μικρόν παράθυρον της οικίας της, μισοκρυμμένη όπισθεν του παραθυροφύλλου εκράτει την λαμπαδίτσαν της, με το φώς ίσα με την παλάμην της, κ’ έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις το πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν το μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τα αρώματα και τα δάκρυα της αμαρτωλού, και μή τολμώσα εγγύτερον να προσέλθη και ασπασθή τούς αχράντους και ηλοτρήτους και αιμοσταγείς πόδας Του.

Καί την Κυριακήν το πρωί, βαθιά μετά τα μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις το παράθυρον, κρατούσα την ανωφελή και αλειτούργητον λαμπάδα της, και ήκουε τάς φωνάς της χαράς και τούς κρότους, κ’ έβλεπε κ’ εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφον τρέχουσαι φρού-φρού από την εκκλησίαν, φέρουσαι τάς λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας έως το σπίτι, ευτυχείς, και μέλλουσαι να διατηρήσωσι δι’ όλον τον χρόνον το άγιον φώς της Αναστάσεως. Καί αυτή έκλαιε κ’ εμοιρολογούσε την φθαρείσαν νεότητά της.

Μόνον το απόγευμα της Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες των ναών διά την Αγάπην, την Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα να εξέλθη από την οικίαν, αθορύβως και ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τον τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, με σχήμα και με τρόπον τοιούτον ως να έμελλε να εισέλθη διά τι θέλημα εις την αυλήν καμμιάς γειτονίσσης. Καί από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις την βόρειον πλευράν του ναού, και διά της μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά και κλεφτά έμβαινε μέσα».

Εν τούτοις αυτή η ίδια μεγάλωνε τα παιδιά που έκανε ο άντρας της με τις «ερωμένες» του. «Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα, έπαιρνε τα νόθα του αστεφανώτου ανδρός της εις το σπίτι, τα εθέρμαινεν εις την αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τα επονούσε». Καί όταν τα παιδιά τρία ή τέσσερα πέθαναν έως επτά ή οκτώ ετών η Χριστίνα η δασκάλα πονούσε πολύ. «Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε και άσπριζε. Κ’ έκλαιε τα νόθα του ανδρός της ως να ήσαν γνήσια δικά της». Καί όταν ο άνδρας της δεν έλεγε να την στεφανωθή, «αυτή δεν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή», παρά την κατακραυγή της κοινωνίας.

Αυτό το ίδιο περιστατικό το βλέπουμε στον γάμο του Καραχμέτη.

4. Ταπεινό μέλος της Εκκλησίας

Ο Παπαδιαμάντης ήταν ένα ταπεινό μέλος της Εκκλησίας, αισθανόταν και λειτουργούσε ως μέλος της. Είχε συναίσθηση ότι ο Χριστός είναι Κεφαλή της Εκκλησίας, αυτού την Γέννηση και την Ανάσταση υμνεί και δοξάζει και υπακούει ταπεινά στις αποφάσεις της Εκκλησίας.

Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι όλη η ζωή του Παπαδιαμάντη ήταν φιλοκαλική, που σημαίνει ότι δεν στηριζόταν σε καταφατικές εκφράσεις και διαβεβαιώσεις, αλλά κυρίως ζούσε αποφατικά. Έβλεπε την δόξα της Εκκλησίας όχι στην επίγεια κοινωνική κατάφασή της, αλλά στην χάρη του Αγίου Πνεύματος. Τήν αισθανόταν μέσα στις αγρυπνίες, μέσα στην θεία Ευχαριστία, που είναι το κέντρο της Εκκλησίας, στις ακολουθίες, στα τροπάριά της. Συνελάμβανε το πνεύμα της θείας λατρείας, που είναι η ταπείνωση, η ησυχία, η κένωση και η προσφορά.

Σ’ ένα κείμενό του γράφει: «Η Εκκλησία εθριάμβευσεν εν τώ κόσμω άνευ της ελαχίστης συνδρομής της πολιτείας, τουναντίον μάλιστα και διωκομένη και κατατρυχομένη πολλάκις υπό ταύτης».

Στήν εποχή του ο Μακρακισμός αλλοίωνε την ταυτότητα και την φυσιογνωμία της Εκκλησίας. Ο Παπαδιαμάντης γράφει άρθρο για να καυτηριάση την στάση του Μακράκη, ο οποίος εμήνυσε δύο ιερείς, οι οποίοι υπενθύμισαν στον κόσμο ότι είναι μέν ελεύθεροι να ακούσουν τον Μακράκη, αλλά να ξεύρουν ότι «έχει αποκηρυχθή υπό της Ιεράς Συνόδου, ως κακόδοξος και απειθής». Καί στην συνέχεια γράφει:

«Ο κ. Μακράκης είναι έκπτωτος δι’ όλην την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Τό ηξεύρει και προσποιείται ότι το αγνοεί.... Η καινοδοξία δεν είναι εν χώρω και χρόνω, δεν ορμάται αποκλειστικώς εξ Αμερικής ή εξ Αγγλίας η καινοδοξία είναι εν τή γνώμη και εν τή φρενί.... και ο κ. Μακράκης, όστις περιέρχεται τάς πόλεις και τα χωρία ερμηνεύων κατά την ιδίαν αυτού φαντασίαν τάς Ιεράς Γραφάς, άνευ κύρους, άνευ αδείας και εγκρίσεως εκκλησιαστικής.... Τί του ψιθυρίζουν εις το ούς, του κ. Μακράκη, τα αρχοντικά δαιμόνια, τα πονηρότατα και πεισμονέστατα των δαιμονίων! Ποίος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος δύναταί ποτε ν’ αναγνωρίση τον κ. Μακράκην ως ορθόδοξον, εάν ούτος δεν προσέλθη απλώς και καθαρώς, εν ταπεινώσει, άνευ σοφισμάτων και άνευ υστεροβουλίας, εάν δεν προσπέση εις την Εκκλησίαν να είπη το ήμαρτον, ν’ αποπτύση το τρισύνθετον και πάσαν άλλην κακοδοξίαν, και να είπη ότι μετανοεί ειλικρινώς; Ως ίσος προς ίσην τολμά να διαπραγματεύηται προς την Εκκλησίαν, ή έτι θρασύτερον, ως θεραπαινίδα θέλει να την μεταχειρισθή ο αγχίστροφος διαλεκτικός, ο πολύπλαγκτος αγορητής, αξιών, ίνα η Εκκλησία αυτή και όχι ο Μακράκης ομολογήση ότι έσφαλε να τον αποκηρύξη! Οίον εξαίσιον πτώμα! Οίος κρημνός!».

Καί όταν οι Μακρακισταί αντέδρασαν ο Παπαδιαμάντης είναι αφοπλιστικός στα επιχειρήματά του, που δεν είναι στοχαστικά, αλλά εκκλησιολογικά: «Τί με προκαλείτε εις συζήτησιν περί του αν είσθε αιρετικοί ή όχι; Η Εκκλησία σάς απεκήρυξεν. Επί δεδικασμένου συζήτησις δεν δύναται να γίνη».

5. Τό φιλοκαλικό ήθος του Παπαδιαμάντη

Τό κυριότερο γνώρισμα του Παπαδιαμάντη, από όπου αντλείται η άποψή του για τον Θεό, αλλά και η αίσθηση με την οποία πλησίαζε τούς ανθρώπους, που σαφώς λέγεται ησυχαστική, φιλοκαλική, είναι ότι όλη του η προσωπικότητα είναι λιβανισμένη, και αυτό το άρωμα του αγιορείτικου λιβανιού βγαίνει και προχέεται από την καρδιά του στο σώμα, στα δάκτυλα, στο μολύβι και στα γραπτά του. Τά κείμενά του είναι «λιβανάτα» από το μοσχοθυμίαμα της λατρείας, της προσευχής. Έχει το ήθος της λατρείας, της υμνωδίας. Αυτή η λατρεία τον έκανε να παραμείνη ορθόδοξος στο φρόνημα, στο ήθος σε όλη του την ζωή.

Σέ πολλά κείμενά του φαίνεται καθαρά ότι συνεχώς έψαλε τα «Τραγούδια του Θεού». Είναι πολύ χαριτωμένο το κείμενό του «Τραγούδια του Θεού», που στην πραγματικότητα περιγράφει μιά κοινωνία που συναντιόταν στον Ναό του αγίου Ελισσαίου και έπειτα στα σπίτια, μέσα στα οποία μεταφερόταν το ήθος της λατρευτικής και ευχαριστιακής κοινότητας. Ο Παπαδιαμάντης έψελνε στα σπίτια που έμπαινε ώστε η Μαρία της Ρηνούλας να πή:

«– Αυτά δεν είναι τροπάρια που ψέλνετε κύριε.

– Αλλά τί είναι κορίτσι μου; ηρώτησα.

– Αυτά είναι σάν γλυκά γλυκά τραγουδάκια».

Καί αυτά τα τραγουδάκια του Θεού ήταν το τροπάριο του Κανόνος του Πάσχα «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα».

Αλλά και η Αγγελικούλα του φίλου του Μπούκη του είπε: «Εσύ μπαρμπ’ Αλέξανδρε, ψέλνεις τα τραγούδια του Θεού».

Η Αγγελικούλα, γράφει ο Παπαδιαμάντης, «με ήκουε να ψάλλω συνεχώς «Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν νυκτερινόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά με την μητέρα της. Εκοιμάτο μές στο στασίδι, εις τον γυναικωνίτην, την ώρα των αποστίχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ’ έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυχτα».

Η μικρή Αγγελικούλα ένδεκα ετών ήταν άρρωστη βαρειά. Τήν επισκέφθηκε ο Παπαδιαμάντης και εκείνη του είπε:

«Ά μπάρμπ’ Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μού πής πάλι τα θεία ... τραγούδια;

–Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γίνη αγρυπνία εις τον Άγιον Ελισσαίον να έλθης, να σού τα πώ.

–Νά μού τα πής. Μά θα τ’ ακούσω;

– Άμα προσέχης, θα τ’ ακούσης...

– Ώχ!

Έστέναξεν, έκλεισε τα όμματα, και δεν μού ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι είχε πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς το ούς ενώ εψέλλιζε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυηκοΐαν ένεκα της νόσου). Τής έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδήλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τάς αισθήσεις της, κ’ εψιθύρισε:

–Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θά πλέψω καλά».

Μετά τον θάνατό της ο Παπαδιαμάντης έψαλε τα τραγούδια του Θεού στην αγνή Αγγελικούλα. Γράφει στο κείμενό του:

«Μετά τρείς ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί ιερείς κ’ οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την "Άμωμον οδόν" έως τον "Τελευταίον ασπασμόν". Μόνος ο παπα-Νικόλας απ’ τον Αι-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έκανε χωριστήν ακολουθίαν, εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα.

–Τί μουρμουρίζεις, παπά; του είπα, από το όπισθεν του στασιδίου, όπου είχεν ακουμβήσει.

–Λέγω την ακολουθίαν των Νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπα-Νικόλας. Εις αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων.

Τωόντι κ’ εγώ, με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή εκείνην την στιγμήν την ακολουθίαν των Νηπίων. Καί ακουσίως έλεγα μέσα μου τα τραγούδια του Θεού: "Τών του κόσμου ηδέων αναρπασθέν άγευστον" και "ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς επουρανίους έσωσας" και "του Αβραάμ, εν κόλποις, εν τόπος ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζών, τάξαι σε Χριστός ο δι’ ημάς νηπιάσας" και "οίς αριθμοίς το πλάσμα σου, νήπιον φοιτήσαν τανύν προς σε"».

Ο Παπαδιαμάντης ζούσε την Εκκλησία ως θεραπευτική κοινότητα, και όχι ως χώρο εκφράσεως των συναισθημάτων του, την ζούσε με τις αγρυπνίες, τις προσευχές, με τον κόσμο γύρω του, που κοιμόταν μέσα στον ναό σάν να βρισκόταν στην αγκαλιά της μάννας τους, με την ψαλμωδία και στα σπίτια. Όλη αυτή η πνευματική εκκλησιαστική οικογένεια λειτουργεί θεραπευτικά, ευχαριστιακά.

Ο Παπαδιαμάντης ήθελε την απλότητα, την ηρεμία, την ησυχία, την ταπείνωση. Έτσι ένιωθε και την λατρεία. Γι’ αυτό γράφει στο κείμενό του με επιγραφή «φωνή αύρας λεπτής»:

«Όλα ταύτα είναι ως μηδέν ενώπιον της θείας μεγαλειότητος, ο δέ Θεός ηυδόκησε να φανερωθή κ’ εφανερώθη ως πράος ταπεινός Ιησούς. Τούτο προεσήμαινεν η θεοφάνεια η γενομένη εις τον Θεσβίτην Ηλίαν επί του όρους Χωρήβ. Ο Θεός εφανερώθη εις τον Προφήτην όχι εν τώ πνεύματι τώ βιαίω, όχι εν τώ συσσεισμώ, όχι εν πυρί, αλλ’ εν φωνή αύρας λεπτής. Καί η φωνή της αύρας της λεπτής είναι η φωνή του πράου Ιησού, είναι η φωνή του Ευαγγελίου.

Διά τούτο, λέγει ο μελωδός, "Ιησού τώ πράω ψάλλομεν". Καί διά τούτο, θαρρούντως επιφέρομεν ημείς, οφείλομεν να ψάλλωμεν εν Εκκλησία με πραείας φωνάς, με φωνήν αύρας λεπτής, και όχι με πολυφωνίας και παραφωνίας, αίτινες ομοιάζουν με το πνεύμα του ανέμου το βίαιον και με τον συσσεισμόν, μέσω των οποίων δεν εφανερώθη ο Θεός.

"Ουκ εν τώ συσσεισμώ, Κύριος ... ουκ εν τώ πυρί Κύριος, και μετά το πύρ, φωνή αύρας λεπτής, και εκεί Κύριος"».

Τό ήθος αυτό του Παπαδιαμάντη ήταν ήθος φιλοκαλικό, αγιορείτικο. Τόν έχει πληγώσει βαθειά το Άγιον Όρος σε όλη του την ζωή. Ζούσε μέσα στην Αθήνα και γενικά στον κόσμο, αλλά ασπαζόταν τον Άθωνα, για την ζωή που περικλείει. Γράφει σε ένα κείμενό του:

«Από των νεωτέρων Αθηνών, πόλεως αναγεννηθείσης διά του κηρύγματος του ουρανοβάμονος Παύλου, πέμπομεν μυστηριώδη ασπασμόν εις τάς υπωρείας και τάς φάραγγας του μεγαλοπρεπούς Άθω, με τάς δροσεράς κρήνας, με τάς χιλιετείς κυπαρίσσους, με τα αιώνια δάση των καστανεών, με τούς μινυρισμούς των απειραρίθμων αηδόνων, όπου Έλλην ψάλτης, ο Κουκουζέλης, Oδων εκίνει τάς αίγας και τούς άρνας, ως ο μυθολογούμενος Ορφεύς, όπου η σκέπη της Παναγίας επισκιάζει ως άλλοτε εν τή βασιλευούση των πόλεων, όπου ζή και θάλλει η ιερά παράδοσις του μεσαιωνικού Ελληνισμού, και όπου έχει την κοιτίδα μία υψηλή ποίησις, η ποίησις η χριστιανική, ήτις δεν έπαυσε ποτέ να εμπνέη και να παρηγορή τούς θιασώτας αυτής, εν τώ ανθρωπίνω βίω».

(συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος)