Πέτρου Θωμαΐδη: Ἡ κένωση τοῦ Σταυροῦ

Πέτρου Θωμαΐδη, Δικηγόρου

Τό παρόν κείμενο απετέλεσε την ομιλία του κ. Π. Θωμαΐδη κατά την εορτή του Αποστόλου Παύλου στην Κόρινθο. Τό δημοσιεύουμε, πιστεύοντας ότι συντονίζεται με το αφιέρωμα του παρόντος τεύχους.

«Ου γάρ απέστειλέ με ο Χριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μή κενωθή ο σταυρός του Χριστού» (Α' Κορ. Α'17).

Η αποστολή που μού όρισε ο Χριστός ήταν να κηρύττω το ευαγγέλιο χωρίς σοφά και περίτεχνα λόγια, γράφει σε μάς τούς Κορινθίους και στην πρώτη του επιστολή με αποδέκτες τούς προγόνους μας, ο διδάσκαλος της Οικουμένης, Απόστολος Παύλος.

Νά ευαγγελίζομαι χωρίς ρητορικά σχήματα, χωρίς συνθήματα, χωρίς επιχειρήματα ανθρώπινης πειθούς, για να μή κενωθή ο Σταυρός του Χριστού, δηλαδή, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, για να «μή μείνη το κήρυγμα περί του Σταυρού, άχρηστον και άδειον, λόγια μόνον περιέχον ψιλά και ρητορικά και όχι έργα και πράγματα» (βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου: «Η κένωση του Σταυρού του Χριστού» στο βιβλίο του «Τό πολίτευμα του Σταυρού», 1990, σελ..146-150).

Σήμερα... τον λόγο μας θα στρέψουμε σε μία αυτοκριτική της δικής μας πνευματικής πορείας ως Χριστιανών και μελών του ζωντανού εκκλησιαστικού Σώματος, οδηγούμενοι πάντα στην αυτοκριτική μας από τα λόγια και προπαντός, από το ίδιο το παράδειγμα του Αποστόλου μας. Εκ προοιμίου οφείλουμε να υπογραμμίσουμε πως είναι τίτλος μεγάλης τιμής και παράσημο γνήσιας αποστολικότητας το ότι από το παύλειο στόμα δεν εξήλθε ποτέ λόγος προπαγάνδας, λόγος προσηλυτισμού, λόγος λαϊκισμού, λόγος υφαρπαγής της προσοχής και της επιδοκιμασίας του ακροατηρίου.

Ο καρπός των χειλέων του Παύλου ήταν φωνή αύρας λεπτής, μά συγχρόνως και λόγος ζωντανός, περισσότερο και από δίστομο μαχαίρι κοφτερός και πάντοτε άλατι ηρτυμένος. Λόγος από το Σταυρό εκπορευόμενος και γι’ αυτό με την ανθρώπινη διαλεκτική και λογική μή συγχεόμενος και από τα φαινόμενα, που πάντα απατούν, αποδεσμευμένος.

Άραγε το παράδειγμα του Πρωτοκορυφαίου, αλλά και των άλλων Αποστόλων, παράδειγμα το οποίο ακολούθησαν, ως τρόπων μέτοχοι, οι Πατέρες της Εκκλησίας, βρίσκει ανάμεσά μας μιμητές;

Ειδικά στις ημέρες μας είναι εντονότερος ο πειρασμός να περιοριστούμε στην επιφάνεια και να ξεχάσουμε το βάθος. Νά εμπλεκόμαστε στή μάχη των εντυπώσεων και της δημοσιότητας αφήνοντας την ουσία για αργότερα.... Νά λέμε με ωραίο τρόπο ευχάριστα και ωφέλιμα πράγματα και να παίζουμε στο γήπεδο της ώδε μένουσας πόλης και πολιτείας, μετρώντας την αποδοχή μας από την ένταση των χειροκροτημάτων.

Διά των Εφεσίων μάς παραγγέλλει συγκεκριμένα: «τούτο σάς λέγω και το τονίζω στο όνομα του Κυρίου: να μή ζήτε πιά όπως ζούν οι ειδωλολάτρες που ακολουθούν τούς μάταιους διαλογισμούς τους, το μυαλό τους είναι σκοτισμένο και έχουν αποξενωθή από τή ζωή που δίνει ο Θεός, γιατί έχουν άγνοια και η καρδιά τους έχει πωρωθή. Εσείς δεν διδαχθήκατε έναν τέτοιο Χριστό. Πετάξτε από πάνω σας τον παλιό εαυτό σας. Ανανεωθήτε σε όλο το πνευματικό βάθος. Ντυθήτε τον καινούριο άνθρωπο, που ο Θεός κατά το σχέδιό Του έχει πλάσει, για να ζή με Δικαιοσύνη και Αγιότητα που προέρχονται από την αλήθεια» (Εφεσ. δ`, 17-24).

Ελάτε όμως που ο παλιός εαυτός μας μάς βολεύει, μάς εξασφαλίζει πρόσβαση στο σύστημα και μερίδιο από την πίτα της διαπλοκής των υλικών συμφερόντων. Όμως και το να διακόψουμε παντελώς τις σχέσεις μ’ αυτήν που αποκαλούμε Θρησκεία μας, θα μάς ήταν ιδιαίτερα βαρύ και στενόχωρο. Λύση του διλήμματος; Τό ναί σε όλους. Καί με τον Έναν και με τούς άλλους και με το Θεό και με το Μαμωνά. Τά από μέσα όλα δικά μας, μερικά από τα έξω του Θεού και μέχρις εκεί βέβαια που δεν ενοχλούνται οι ποικιλώνυμες «ανεξάρτητες» αρχές και εξουσίες.

Διατηρούμε λοιπόν το Σταυρό ως σύμβολο και αντικείμενο διακόσμησης, αλλά του αφαιρούμε το νόημα ως προς την ενταύθα πορεία μας, τον κενώνουμε, γιατί αλλιώς δεν γίνεται να πάμε μπροστά, κατά το πασίγνωστο δαιμονικό απόφθεγμα.

Κενώνουμε το Σταυρό του Χριστού κάθε φορά που αναζητούμε τον φθαρτό στέφανο της δικαιώσεως και του επαίνου από τούς ανθρώπους και δεν αγωνιζόμαστε μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης να μάς αξιώση να ακούσουμε την ευκταία Του φωνή «εύ δούλε αγαθέ...».

«Άν όλος ο κόσμος μάς απορρίψη ως αναξίους προσοχής, εμπιστοσύνης ή σεβασμού, δεν θα έχη καμία σημασία προκειμένου να μάς δεχθή ο Κύριος. Καί αντιστρόφως. Τίποτε δεν θα μάς ωφελήση αν όλος ο κόσμος σκέπτεται καλά για μάς και μάς εγκωμιάζη, εάν ο Κύριος αρνείται να κατοικήση μέσα μας», γράφει ένας όσιος, ο μακαριστός πατήρ Σωφρόνιος Σαχάρωφ.

Αγνοούμε ασυγχώρητα ότι η Ιστορία δεν κρίνει την Εκκλησία με τα μέτρα και τα σταθμά του πεπτωκότος κόσμου, αλλά η Ιστορία κρίνεται από την Εκκλησία με κριτήρια παράδοξα: Τήν Χάρη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την αγάπη του Θεού και Πατρός και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος.

Αυτό βέβαια «ο κόσμος ου δύναται λαβείν» και για τούτο η Εκκλησία του Εσταυρωμένου Νυμφίου θα σκανδαλίζη σε κάθε εποχή όσους έχουν θρησκεία και όχι Εκκλησία και όσους συνεχίζουν να επιχειρούν κατάληψη του Ουρανού χτίζοντας στην άμμο της δήθεν σοφίας, τούς πύργους της Βαβέλ.

Αρνούμαστε το πολίτευμα του Σταυρού όταν, αντί να ευαγγελιζόμαστε ότι ο Παράδεισος της κοινωνίας και της ένωσής μας με το Θεό είναι εδώ, η Βασιλεία των Ουρανών είναι ήδη εγκατεστημένη εν δυνάμει και δόξη πολλή, ελάτε να τή δήτε, και ότι το Θαβώρ της προσωπικής μας μεταμορφώσεως μάς περιμένει να το ανεβούμε τώρα, προβάλλουμε την πίστη μας απλώς σάν προϊόν χρήσιμο για ανακούφιση πτωχών και πασχόντων και για διατήρηση του λαϊκού πολιτισμού και της εθνικής κληρονομιάς.

Έτσι όμως αφήνουμε τούς αδελφούς μας, μά και τούς εαυτούς μας, να πεινάνε για νόημα σ’ αυτήν την παράλογη ζωή και να διψάνε για αιωνιότητα και αγιότητα.

Έτσι εγκαταλείπουμε αθεράπευτο, όπως ο Ιερεύς και ο Λευίτης της παραβολής, τον παραπεσόντα σε βασανιστικά υπαρξιακά ερωτήματα σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος, όσο και αν προσπαθή να ξεχάση τον Άδη, έρχεται κάποτε η ώρα να συνειδητοποιήση ότι βρίσκεται στον τόπο της εξορίας του Αδάμ, εν χώρα και σκιά θανάτου. Τί να τα κάνη τότε τα συσσίτια και τα ψυχολογικά γιατροσόφια μας; Τήν Ανάσταση θα μάς γυρέψη, πλήν όμως όχι σάν θεωρία, αλλά ως ψηλαφητή εμπειρία, και ουκ αν λάβη παρά των μή εχόντων.

Κατεβαίνουμε από το Σταυρό με το να απαιτούμε θαύματα και προορατικούς Γέροντες, για να πιστέψουμε ή με το να διαφημίζουμε «σημεία και τέρατα» «για να προκαλέσουμε τον ενθουσιασμό των σκλάβων, των τρομοκρατημένων μπροστά σε μιά ισχύ που τούς συντρίβει» (αδ. Καραμάζοφ, του Φ. Ντοστογιέφσκι, έκδ. Γκοβόστη)...

Αλλοιώνουμε το Σταυρό, και το κήρυγμα το προφητικό, δηλαδή το αποκαλυπτικό των μυστηρίων του Θεού και της αδιάκοπης Πρόνοιάς Του για τα όντα, δίδει τή θέση του στον άψυχο λόγο της θρησκευτικής επικοινωνιακής πολιτικής, την οποίαν έχουν αναλάβει να υπηρετούν και επαγγελματικά στελέχη ειδικών καθηκόντων ενημέρωσης και δημοσίων σχέσεων.

Παρακάμπτουμε το Σταυρό, και η Θεία Λειτουργία από σύζευξη ουρανού και γής, σύναξη της οικογένειας των τέκνων του Θεού, γάμος των ψυχών με το Εσφαγμένο Αρνίο και πρόγευση των εσχάτων, προσεγγίζεται σάν θεατρική πράξη ή τηλεοπτικό στιγμιότυπο με τις κάμερες ακόμη και μέσα στο Άγιο Βήμα. Μάλιστα ενδυόμαστε εξωτερικά, σάν κοστούμι ενός ρόλου, τή λεγόμενη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, χωρίς όμως να μπορούμε να βοηθήσουμε τούς «θεατές» να αναχθούν από τα σύμβολα και τούς τύπους στο κάλλος της καινής κτίσεως και της ουράνιας τελεταρχίας. Πώς άλλωστε να κατορθωθή αυτό, όταν οι πρωταγωνιστές είμαστε, εν πολλοίς, φορείς ενός πνεύματος ριζικά διαφορετικού από εκείνο που γέννησε τή φιλοκαλία και συγχρόνως ετεχνούργησε την Αγιά Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη ;

Εκλογικεύουμε το Σταυρό, και η άσκηση η πνευματική, όπου δεν έχει εξαφανισθή, παραμένει με αυτοσκοπό την κατά περιόδους αποτοξίνωση και την περιστασιακή γυμναστική της θέλησης.

Καί το χειρότερο: καίτοι κάποιες φορές παραδεχόμαστε τις παραπάνω αποτυχίες μας και άλλες συμπλεκόμενες μ’ αυτές, εμμένουμε στή φαύλη και πονηρά συνήθεια έχοντας επιλέξει έναν νεοχριστιανισμό άκοπο, άμοχθο, πρόχειρο, εύκολο, δίχως κανένα κόστος, αντισταυρικό, τελικά αντιευαγγελικό.

Όμως «η οδός του Θεού σταυρός καθημερινός εστίν. Ουδείς γάρ εν τώ ουρανώ ανήλθε μετά ανέσεως» διαβάζουμε στον Αββά Ισαάκ τον Σύρο.

Πάνω στο Σταυρό γνωρίζεις ότι οι από κάτω δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβουν την αξία της ταπείνωσης, της υπομονής, της υπακοής, της αυτοπαραδόσεως στο θέλημα του Θεού.

Πάνω στο Σταυρό πονάς από τή θέα της αμαρτίας μέσα σου και ματώνεις, για να πλυθής και υπέρ χιόνα λευκανθής.

Πάνω στο Σταυρό την καρδιά σου διαπερνά ρομφαία, όταν βλέπης την άγνοια των ανθρώπων για τον Θεό και την αυτοθέωσή τους, που είναι η κόλασή τους (Μητροπολίτου Ναυπάκτου, ένθ. ανωτ., Ανατολικά Α' σελ. 263-273).

Πάνω στο Σταυρό δεν επιδιώκεις ν’ αλλάξης τα μυαλά των δυστυχισμένων σταυρωτών με λογικά επιχειρήματα, ρητορείες, καλά χαρτιά και ντοκουμέντα, Η φαινομενική σου ανοησία, ασθένεια και ατιμία είναι σοφία, δύναμη και δόξα.

Από το Σταυρό δεν υπόσχεσαι, δεν τάζεις, δεν εξουσιάζεις, δεν στρατολογείς οπαδούς. Μόνο προσωπική πρόσκληση απευθύνεις: «έρχου και ίδε τή ζωήν ημών κρεμαμένην επί ξύλου».

Συσταυρούμενος καταργείς κάθε πρόφαση, κάθε αναβλητικότητα, καταπολεμάς την πλαδαρότητα και την ακηδία, δεν ασχολείσαι με το τί πρέπει να κάνη ο ένας ή τί δεν πράττει ο άλλος, δεν ειδωλοποιείς κανέναν, μήτε τούς κληρικούς, μήτε τούς μοναχούς, αλλά παλεύεις να νεκρώσης τή σάρκα σου σύν τοίς παθήμασι και ταίς επιθυμίαις, ακριβώς διότι την αγαπάς και την τιμάς και έτσι βιώνεις, χάριτι Θεού και όχι επειδή το αξίζεις, το μυστήριο μιάς άλλης βιοτής μέσα στον κόσμο, όχι όμως εκκοσμικευμένης...

Στήν Αποκάλυψη του Ιωάννου αναφέρεται ο αριθμός του Άντιχρίστου, που στο πρόσφατο παρελθόν προκάλεσε απέραντες συζητήσεις και επεξηγηματικές προσεγγίσεις. Θά σταθούμε σε μιά ερμηνεία που μάλλον διαφεύγει από τούς πολλούς. Στό κείμενο της Αποκάλυψης ο αριθμός παρατίθεται με ελληνική γραφή: χξστ. Δέν είναι τυχαίο ότι τα γράμματα αυτά είναι τα αρχικά της φράσης: Χριστός ξένος Σταυρού. Ο μοντέρνος πειρασμός του Διαβόλου είναι πιό ήπιος και γι’ αυτό πιό ύπουλος και επικίνδυνος. Προσπαθεί να μάς πείση να δεχθούμε το Χριστό χωρίς το Σταυρό, δηλαδή έναν ακίνδυνο Χριστό, που δεν έχει σχέση με τή θυσία, την αυταπάρνηση, το μαρτύριο, την ομολογία (Αρχιμ. Νεκταρίου Αντωνοπούλου: «Αρχιεπίσκοπος Λουκάς Βόϊνο Γιασενέτσι», έκδ. Ακρίτας σελ. 19-20.

Δεηθήτε..., όπως διαφυλάξουμε την Ορθόδοξη Χριστιανική ιδιοπροσωπία μας που είναι η Σταυροαναστάσιμη καθημερινή διαγωγή. Η σιωπή, η απολογία, το κήρυγμα, οι κινήσεις, οι αντιδράσεις μας να είναι από την εμπειρία και την ατμόσφαιρα που επικρατεί στο ύψος του Σταυρού (Μητροπολίτου Ναυπάκτου, ένθ. ανωτ., «Όσοι Πιστοί», 1996 σελ. 258). Νά μή θέλουμε άλλη μορφή για καύχηση εκτός από το Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Γαλ. στ' 14), το Σταυρό που πάνω του ο κόσμος, παγκοσμιοποιημένος ή μή, έχει σταυρωθή για μάς κι εμείς για τον κόσμο. Αμήν.-

  • Προβολές: 915

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance