Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας βάση γιὰ μιὰ νέα ἀρχή.

Η δραματική εξέλιξη που είχε λάβει το πρόβλημα της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως της Μητροπόλεώς μας, φάνηκε ότι θα τελείωνε, μετά την συζήτηση του θέματος στην Ιεραρχία του Οκτωβρίου και την απόφαση που έλαβε το Σώμα των Ιεραρχών.

* *

Ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής, Αρχιμ. Σπυρίδων Λογοθέτης απέστειλε επιστολή (24-10-2001) προς τον Σεβασμιώτατο, ζητώντας να τεθή «τελεία» σε όσα έγιναν και να γίνη μιά νέα αρχή.

* *

Ο Σεβασμιώτατος απήντησε στις 5-11-2001 ότι ευχαρίστως ξεχνά και συγχωρεί τα πάντα, αρκεί να υπάρξουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε να μή υποτροπιάση η κρίση. Έτσι, αφού προσδιόρισε τα προβλήματα και τις λύσεις και τόνισε τον δεσμό της αγάπης με την αλήθεια, κατέληξε:

«... Πανοσιολογιώτατε,

... Μέσα στα πλαίσια αυτά είμαι πρόθυμος να λυθούν όλα τα θέματα, και να ησυχάση και ο λαός, ο οποίος βασανίσθηκε όχι μόνον αυτό το διάστημα, αλλά εδώ και πολλά χρόνια. Γνωρίζετε καλά πόσοι πιστοί σκανδαλίζονται καθημερινώς και πόσοι εκθέτουν την ψυχή τους σε κίνδυνο απωλείας από πράξεις και ενέργειές σας. Πρέπει να διορθώσετε τα λάθη σας, γιατί η κανονική αυτή αταξία και η εκκλησιολογική εκτροπή έχει σοβαρές συνέπειες για σάς, το Ηγουμενοσυμβούλιο και όσους μοναχούς συμφωνούν με όλες τις ενέργειές σας.

Εμένα προσωπικά δεν με ενδιαφέρει απολύτως τίποτε άλλο, ούτε χρήματα, ούτε διάφορες υλικές απολαβές, άλλωστε δεν αγάπησα ποτέ στην ζωή μου τα χρήματα και τα υλικά αγαθά, αλλά με ενδιαφέρει η σωτηρία μου και η σωτηρία σας, αφού και εσείς είσθε μέρος του ποιμνίου, για το οποίο θα δώσω φρικτό λόγο εν ημέρα κρίσεως ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού.

Έχω σφοδρό πόθο το Μοναστήρι σας να λειτουργή μέσα στα πλαίσια της κανονικής και ησυχαστικής παραδόσεως της Εκκλησίας μας, ώστε να χαίρομαι και εγώ, να συμμετέχω στις λατρευτικές συνάξεις και να ζούν σ’ αυτό μοναχοί ταπεινοί, υπάκουοι που θα προσεύχονται ειλικρινώς για τον Επίσκοπό τους, ώστε και εκείνος να εύρη έλεος παρά Κυρίου.

Αυτές είναι οι απόψεις μου και σάς υπενθυμίζω ότι δεν θα εισέλθω στον πειρασμό να συνεχίσω τον διάλογο διά επιστολών.

Όλα εγράφησαν κατόπιν προσευχής και με βαθύτατο αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης, γιατί εκτός από τούς συνήθεις φαινομενικούς νόμους, λειτουργούν και οι πνευματικοί νόμοι, οι οποίοι είναι περισσότερο άτεγκτοι και από τούς φυσικούς νόμους, και, βεβαίως, όλοι θα δώσουμε λόγο στον Θεό για τις πράξεις μας.

Αναμένω, λοιπόν, από σάς αναγνώριση των σφαλμάτων σας, τα οποία συνοπτικώς εξέθεσα προηγουμένως, και έμπρακτη εκδήλωση της μετανοίας σας, ώστε να επακολουθήση προσωπική συνάντησή σας μαζί μου, και με την βοήθεια των νομικών συμβούλων να ευρεθή λύση, σύμφωνα με το κανονικό και εκκλησιαστικό δίκαιο, καθώς επίσης και με τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας. Διότι μιά λύση που δεν θα στηρίζεται σε σταθερά πλαίσια θα είναι αρχή μιάς καινούριας ανωμαλίας.

Εύχομαι ο Θεός να ευλογήση την προσπάθεια αυτή.

Μετ’ ευχών

Ο Μητροπολίτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος»

* *

Επίσης, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Χριστόδουλος απέστειλε χειρόγραφη επιστολή προς τον Καθηγούμενο (8-11-2001), επιστώντας του την προσοχή στο αδιέξοδο της πορείας του και ζητώντας του να υπακούση επί τέλους στην Εκκλησία (η επιστολή που είναι στο πλαίσιο).

* *

Δυστυχώς, δεν υπήρξε (μέχρι σήμερα) καμμία θετική απάντηση, καμμία κίνηση, καμμία επικοινωνία του Αρχιμ. Σπυρίδωνος Λογοθέτη με τον Μητροπολίτη του. Αντιθέτως απεστάλη προς διαφόρους παραλήπτες, πλήν του Μητροπολίτου, έγγραφο με τίτλο «Η Ιερά Μονή είναι σ’ όλα εν τάξει», ενώ την 24η Δεκεμβρίου, Παραμονή Χριστουγέννων, ο Σεβασμιώτατος έλαβε με δικαστικό Κλητήρα εξώδικη δήλωση να παρέμβη στον δημοσιογράφο Αντώνιο Καρκαγιάννη, ώστε να δημοσιεύση ο τελευταίος ολόκληρη την συκοφαντική προς το πρόσωπο του Μητροπολίτου επιστολή της κ. Στ. Παραλίκα! Εξώδικο με το ίδιο περιεχόμενο έλαβε και ο κ. Καρκαγιάννης.

Τήν Δευτέρα 7 Ιανουαρίου η Ιερά Μητρόπολη παρέλαβε την επιστολή-απόφαση υπ’ αριθμ. Πρωτ. 4388/19-12-2001 της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, με την οποία υλοποιείτο η απόφαση της Ιεραρχίας, και την διαβίβασε αυθημερόν στον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής. Ενώ η επιστολή αποτελεί τελεσίγραφο για την Ιερά Μονή και τον Καθηγούμενο, εν τούτοις καμμία πάλι κίνηση δεν γίνεται εκ μέρους της.

Τήν Κυριακή 13 Ιανουαρίου ο κ. Καρκαγιάννης, εξαναγκαζόμενος, δημοσιεύει στην «Καθημερινή» την συκοφαντική επιστολή της κ. Παραλίκα.

* *

Αντί για κάποια άλλη ενέργεια, ο Σεβασμιώτατος αναγκάστηκε να αποστείλη στην «Καθημερινή» την ως άνω τελεσίδικη απόφαση της Ιεράς Συνόδου, προς αποκατάσταση της αλήθειας, ενημέρωση του λαού και άρση της αναιδούς συκοφαντίας.

Η «Ε.Π.» δημοσιεύει την απόφαση αυτή της Ιεράς Συνόδου, με την παρατήρηση ότι πρόκειται για την μοναδική ευκαιρία για την θεμελίωση μιάς νέας πολυποθήτου ειρηνικής περιόδου στην Μητρόπολή μας. Κάθε αρνητική αντιμετώπισή της θα είναι πλέον «έγκλημα» εκ προμελέτης!

Χειρόγραφη επιστολή Μακαριωτάτου

«Αγαπητέ π. Σπυρίδων,

Έχω λάβει τα κατά καιρούς αποστελλόμενα προς με κείμενά σας, ως και το τελευταίον που είναι έκκλησις παρεμβάσεώς μου προς επίλυσιν του φοβερού προβλήματος που φέρει την Ι. Μονήν σας έκθετον ενώπιον της Εκκλησίας μας. Σήμερα έλαβα και την εκ σελίδων 8 απάντησιν του Σεβ. Μητροπολίτου σας, εις παρομοίαν έκκλησιν που του απηυθύνατε. Μέχρι στιγμής σάς έχω συμπεριφερθεί με αγάπην αλλά και με ειλικρίνειαν, επιθυμών να επανεντροχιασθήτε εις το κανονικώς δέον αποκαθιστώντες τις σχέσεις σας με τον Επίσκοπόν σας. Η διαμάχη αυτή κανένα δεν ωφελεί. Μόνον ο διάβολος χαίρει. Τώρα που ευρίσκεσθε εις το χείλος της καταστροφής, διότι επίκειται, μετά την αποτυχίαν όλων των κατευναστικών προσπαθειών τις οποίες μετήλθεν η Ι. Σύνοδος, η επιβολή κυρώσεων, που θα σάς στενοχωρήσουν, παρακαλώ αμέσως να συνέλθετε και να επιδιώξετε, μακράν εγωϊσμών και διεκδικήσεων, αλλά με ταπείνωσιν, να συνεννοηθήτε με τον Σεβ. Μητοπολίτην σας, εις όλα όσα σάς υποδεικνύει, εγκαταλείποντες την ανταρσίαν και ανυπακοήν. Γράφω ταύτα επειδή σάς αγαπώ και επιθυμώ να σάς ίδω ομονοούντας και δοξάζοντας τον Θεόν.

Μετ’ αγάπης και ευχών

† Ο Αθηνών Χριστόδουλος»

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Πρός τον Πανοσιολογιώτατον Αρχιμανδρίτην κ. Σπυρίδωνα Λογοθέτην,

Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Διά της Ι. Μ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου.

Πανοσιολογιώτατε,

Επανειλημμένως η Αγία και Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ησχολήθη με το πρόβλημα το οποίον ανέκυψεν, ως μή ώφελεν, εις τάς σχέσεις της Ιεράς Μονής υμών, μετά των εκάστοτε Μητροπολιτών της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και εσχάτως μετά του νύν Πατρός και Ποιμενάρχου υμών, Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου.

Ούτως: α) Η Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων εξέδωκε σημαντικήν γνωμοδότησιν την οποίαν υιοθέτησεν η Ιερά Σύνοδος.

β) Επί πλέον η Ιερά Σύνοδος συνεκρότησε δύο ειδικάς τριμελείς Επιτροπάς, μίαν εκ Μητροπολιτών και ετέραν εξ Ηγουμένων, αι οποίαι διεπίστωσαν τάς κανονικάς παραβάσεις της Ιεράς υμών Μονής επί διαφόρων ζητημάτων. Διεπιστώθη δέ, όπως εγράφη εις το υπ’ αριθμ. 263/19-1-1999 ημέτερον έγγραφον, ότι «κατά την εκτίμησιν της Ιεράς Συνόδου, η αυτόθι κατάστασις έχει οπωσδήποτε εκτραπεί έκ τε της ευαγγελικής και της κανονικής οδού, επί δεινώ σκανδαλισμώ και του Ιερού Κλήρου και του Χριστωνύμου Λαού της ειρημένης Ιεράς Μητροπόλεως» και ότι πρέπει να αποφευχθή η «εκκλησιαστική τρόπον τινα διαρχία υπό των Ιερών Κανόνων κατακρινομένη» και να υπακούητε εις τον κανονικόν και νόμιμον Ποιμενάρχην υμών, τοσούτον μάλλον, καθόσον ο νύν Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος αγαπά και υπερμαχεί του Ορθόδοξου Μοναχισμού και της Παραδόσεως της Εκκλησίας, ως έχει αποδειχθή διά πολλών πειστηρίων.

γ) Επί πλέον η Ιερά Σύνοδος, μετά από αίτησιν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεου, απέστειλεν επιθεωρητήν της Υπηρεσίας Εκκλησιαστικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.), ίνα ελέγξη τα της διαχειρίσεως της Ιεράς υμών Μονής. Υμείς όμως, όχι μόνον δεν εδέχθητε τον ως άνω Επιθεωρητήν, αλλά κατεφύγετε, παρά τούς Ιερούς Κανόνας, εις το Ανώτατον Ακυρωτικόν Δικαστήριον εναντίον της Ιεράς Συνόδου και της Ιεραρχίας, ίνα αποφύγητε τον έλεγχον, τον οποίον, άλλωστε, δεν πρέπει να φοβείσθε, δεδομένου ότι διατείνεσθε ότι πάντα τα εν τή Ιερά Μονή έχουσι καλώς.

Μέ τάς πράξεις ταύτας, διεπράξατε το κανονικόν παράπτωμα της απειθαρχίας, ανυπακοής και ανταρσίας, ουχί μόνον προς τον κατά τούς Ιερούς Κανόνας Ποιμενάρχην υμών, αλλά και προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας.

Τούτων ένεκα, υπό της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ωρίσθη ειδικός εισηγητής εις την Ιεραρχίαν του Οκτωβρίου 2001, δήλον ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ηλείας και Ωλένης κ. Γερμανός, εγκρατής εις τα περί Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας, όστις εις εμπεριστατωμένην εισήγησίν του ανεφέρθη γενικώς εις το πρόβλημα των σχέσεων των Ιερών Μονών προς τούς Επισκόπους αυτών, ειδικώς δέ εις τα συμβαίνοντα εις την Ιεράν υμών Μονήν, και προέτεινε τα δέοντα. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, λαβούσα υπ’ όψιν την εισήγησιν του ως άνω Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, απεφάσισεν όπως:

α. Τό σημαντικόν αυτό εκκλησιολογικόν, κανονικόν και ποιμαντικόν θέμα παραπεμφθή εις την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον διά λεπτομερή μελέτην και υλοποίησιν.

β. Νά εξονομασθούν η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Ναυπάκτου και η αδελφότης των Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ του Σάρωφ Τρικόρφου Δωρίδος, ως έχουσαι εκτραπή εκ της κανονικής και παραδοσιακής Εκκλησιαστικής Τάξεως.

γ. Νά γίνουν αι δέουσαι συστάσεις προς τα αρμόδια πρόσωπα, ιδίως προς τον Αρχιμανδρίτην Σπυρίδωνα Λογοθέτην Ηγούμενον της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, να πειθαρχήση εις τάς αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και να σταματήση την ως μή ώφειλε εκκλησιαστικήν αυτήν αταξίαν, υπακούων εις τον οικείον αυτού Μητροπολίτην.

Κατόπιν τούτου, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ανέθεσεν εις τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερώνυμον, ίνα εισηγηθή επί του προκειμένου. Μετά την Εισήγησιν και την διεξοδικήν συζήτησιν επ’ αυτής, κατά την Συνεδρίαν της 13ης Δεκεμβρίου ε.έ., η Ιερά Σύνοδος απεφάσισεν όπως παραγγείλη υμίν τα ως κάτωθι:

1. Τό συντομώτερον δυνατόν, δέον όπως αποκαταστήσητε τάς σχέσεις υμών μετά του κανονικού Ποιμενάρχου υμών και παύσητε την ανταρσίαν και την ανυπακοήν, ήτις εξελίσσεται εις εν δυνάμει σχίσμα, ώστε διά του τρόπου τούτου να βαδίσητε τον δρόμον της σωτηρίας και του αγιασμού εις όν εκλήθητε και τούτο είναι απαραίτητον, «μήπως άλλοις κηρύξαντες, αυτοί αδόκιμοι γένησθε».

2. Άμα τή λήψει του ημετέρου εγγράφου δέον όπως ανακαλέσητε γραπτώς και δημοσίως τάς συκοφαντίας άς εξετοξεύσατε εναντίον του Ποιμενάρχου υμών Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ιερόθεου, κυρίως τα όσα εγράψατε και διεδώσατε περί δήθεν απαιτήσεως εκ μέρους αυτού από την Ιεράν υμών Μονήν 200.000.000 δραχμών, ως και ετέρας συκοφαντίας, τάς οποίας απηυθύνατε κατά του Ποιμενάρχου υμών. Είναι δέ επιβεβλημένον να γίνη τούτο, διότι, καθώς διεπιστώσαμεν, από τάς τριμελείς εκ Μητροπολιτών και εξ Ηγουμένων Επιτροπάς, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης υμών, ου μόνον δεν απhτησεν από την Ιεράν υμών Μονήν χρηματικόν τι ποσόν, αλλά εγγράφως και προφορικώς εβεβαίωσεν ότι δεν επιθυμεί να καταθέτη η Ιερά Μονή χρηματικά ποσά εις την Ιεράν Μητρόπολιν. Η ανάκλησις των συκοφαντιών τούτων και η αποκατάστασις της αδικίας της γενομένης υφ’ υμών εις τον Σεβασμιώτατον Ποιμενάρχην υμών είναι αναγκαία διά την βελτίωσιν των κανονικών σχέσεων υμών μετ’ αυτού.

3. Διά λόγους υπακοής και εκκλησιαστικής ευταξίας δέον όπως δεχθήτε αμέσως τον Επιθεωρητήν της Οικονομικής Υπηρεσίας της Ιεράς Συνόδου, ίνα ούτος ενεργήση διαχειριστικόν και οικονομικόν έλεγχον εις απάσας τάς οικονομικάς διαχειρίσεις, τάς αμέσως ή εμμέσως εξηρτημένας εκ της Ιεράς υμών Μονής, διότι τούτο θα διευκολύνη τα μέγιστα εις την άμεσον λύσιν του σοβαρού προβλήματος του ανακύψαντος εις τάς σχέσεις υμών μετά της Ιεράς υμών Μητροπόλεως.

4. Συμφώνως τή υπ’ αριθμ. 2531/7-4-1992 Εγκυκλίω της Ιεράς Συνόδου, η αλληλογραφία της Ιεράς Μονής μετά Κρατικών και Δημοσίων Υπηρεσιών, δέον όπως γίνηται διά της Ιεράς Μητροπόλεως, η οποία ούτω θα λαμβάνη γνώσιν των επιχορηγήσεων, αι οποίαι θα εισέρχωνται εις την Ιεράν Μονήν, και των δανείων, τα οποία ενδεχομένως θα συνάπτη η Ιερά Μονή, δεδομένου ότι η Ιερά Μητρόπολις είναι εκ του νόμου υποχρεωμένη να εγκρίνη τούς απολογισμούς και προϋπολογισμούς της Ιεράς Μονής.

5. Άπασαι αι αποφάσεις και αι Πράξεις του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ιεράς Μονής, δέον όπως εγκρίνωνται κατά νόμον υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου υμών και μόνον τότε θα έχωσιν ισχύν, εν εναντία δέ περιπτώσει θα είναι άκυροι.

6. Η αλληλογραφία της Ιεράς υμών Μονής μετά της Ιεράς Συνόδου, δέον όπως γίνηται διά της Ιεράς υμών Μητροπόλεως. Τούτο σημαίνει ότι δεν θα αποστέλλητε εις την Ιεράν Σύνοδον απ’ ευθείας έγγραφα, άνευ γνώσεως του Μητροπολίτου υμών, ούτε θα κοινοποιήτε ταύτα εις την Σύνοδον και τούς Συνοδικούς Μητροπολίτας, διότι μία τοιαύτη ενέργεια θα εκληφθή ως εν επιγνώσει αγνόησις υφ’ υμών του κανονικώς προϊσταμένου υμών Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου.

7. Μετά τα ανωτέρω δέον όπως ορισθώσι δύο Νομικοί Σύμβουλοι εκατέρωθεν, ήτοι εκ της Ιεράς Μητροπόλεως και εκ της Ιεράς Μονής, ίνα αναλάβωσι μετά συνέσεως, διακρίσεως και σοβαρότητος την κατά τούς Ιερούς Κανόνας, το εκκλησιαστικόν δίκαιον και τάς αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου, επίλυσιν των εκκρεμούντων σοβαρών νομικών ζητημάτων, όπως τα της εγκρίσεως των προϋπολογισμών και απολογισμών των παρελθόντων ετών, οι οποίοι δεν ενεκρίθησαν, τα των Αστικών Εταιρειών και των Εμπορικών Εταιρειών (Ε.Π.Ε.), τα της ανεγέρσεως του Καθολικού της Ιεράς υμών Μονής άνευ δημοπρασιών, τα της ανεγέρσεως ξενώνος άνευ εγκρίσεως υπό της Ναοδομίας και υπό του Μητροπολίτου, τα της επιχορηγήσεως υπό του Κράτους και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, άνευ γνώσεως του Μητροπολίτου και εί τι έτερον νομικόν πρόβλημα το οποίον προέκυψεν. Η κοινή συμφωνία των δύο Νομικών Συμβούλων δέον όπως υποβληθή προς έγκρισιν εις τον οικείον Μητροπολίτην και εκείνος κατά την διακριτικήν αυτού ευχέρειαν δύναται να αποστείλη αυτήν εις την Ιεράν Σύνοδον προς ενημέρωσιν και έγκρισιν.

8. Είναι αναγκαίον να ±υθμισθή το όλον θέμα της οικονομικής διαχειρίσεως της Ιεράς υμών Μονής, κατά τάς υποδείξεις της Υπηρεσίας Εκκλησιαστικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως της Ε.Κ.Υ.Ο., ίνα μή επαναληφθή εις το μέλλον παρόμοιόν τι πρόβλημα.

Βεβαίως, όπως διεπιστώσαμεν, το πρόβλημα είναι πρωτίστως εκκλησιολογικόν και κανονικόν και δευτερευόντως νομικόν και οικονομικόν, δι’ ό και προτρεπόμεθα πατρικώς όπως αναθεωρήσητε την στάσιν υμών έναντι του Μητροπολίτου υμών και υποτάσησθε εις αυτόν, όπως ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες και το εκκλησιαστικόν δίκαιον. Άλλωστε, όπως έχομεν διαπιστώσει εκ των τριμελών Επιτροπών και των διαφόρων εισηγήσεων κατά τάς Συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου των προηγουμένων τριών Συνοδικών Περιόδων, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος δεν εζήτησεν υπερβολικόν τι από υμάς, ούτε έπραξεν τι καθ’ υπέρβασιν των Ιερών Κανόνων και των καθηκόντων αυτού ως Ποιμενάρχου της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου.

Πεποίθαμεν ότι θα συμμορφωθήτε πάραυτα εις τα ως άνω εντελλόμενα, προς ωφέλειαν υμών, καθ’ ότι η ανυπακοή εις τούς Επισκόπους και ο εξ αυτής προερχόμενος συχνάκις σκανδαλισμός του Χριστεπωνύμου πληρώματος αποτελούν βαρύτατα κανονικά παραπτώματα, οδηγούντα τούς απειθάρχους εις την αιωνίαν καταδίκην. Από πατρικής μερίμνης εκκινούντες και εις την αποκατάστασιν της ειρήνης αφορώντες επιθυμούμεν να γνωρίζητε την αγάπην μεθ’ ής η Ιερά Σύνοδος περιβάλλει την Ιεράν Μονήν υμών και την εν αυτή ασκουμένην Ιεράν Αδελφότητα νέων ανθρώπων αφιερωθέντων εις την, διά της ταπεινώσεως και υποταγής εις τον Θεόν, υπηρεσίαν του Αγίου Θελήματός Του. Η Ιερά Σύνοδος επιθυμεί να ίδη και πάλιν την Ιεράν υμών Μονήν διαλάμπουσαν εις το πνευματικόν στερέωμα της καθ’ Ελλάδα Εκκλησίας, υμάς δέ πάντας ως την χαράν και τον στέφανον αυτής. Μόλις δέ και ανάγκη εστιν ειπείν ότι επ’ ουδενί λόγω δέον να αφήσητε τα οικονομικά και πρακτικά ζητήματα να δηλητηριάζωσι τάς σχέσεις υμών μετά του Επισκόπου υμών. Διό και ευελπιστεί ότι μετά προθυμίας θα σπεύσητε να συμμορφωθήτε προς τάς άνω υποδείξεις Αυτής προερχομένας, ως ελέχθη, εξ αγάπης και αξιοχρέου ενδιαφέροντος υπέρ υμών.

Εάν δέ παρ’ ελπίδα, θελήσητε να συνεχίσητε την ιδίαν τακτικήν έναντι του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου υμών και του Ιερού Σώματος των Επισκόπων της Αγιωτάτης Εκκλησίας ημών, παραβαίνοντες τούς Ιερούς Κανόνας και την Εκκλησιαστικήν Νομοθεσίαν, η Ιερά Σύνοδος προτίθεται ίνα λάβη αυστηρότερα μέτρα, συμφώνως προς τα προταθέντα υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ηλείας κ. Γερμανού, κατά τάς Συνεδριάσεις της προσφάτου Ιεραρχίας.

Επί τούτοις, ευχόμενοι όπως Κύριος ο Θεός φωτίση υμάς και καθοδηγήση τα διαβήματα υμών προς εργασίαν των εντολών Αυτού, ίνα αποδειχθήτε άξιοι οικονόμοι της Θείας Χάριτος εν ημέρα Κρίσεως, διατελούμεν.

† Ο Αθηνών Χριστόδουλος, Πρόεδρος

Ο Αρχιγραμματεύς

+ Ο Σαλώνων Θεολόγος

Ετικέτες: ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ - ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ

  • Προβολές: 1560

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance