Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στην Ανατολή και στην Δύση (Α')

Ὅπως είχαμε αναφέρει σε παλαιότερο τεύχος, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εγκαινίασε τον θεσμό του “Λαϊκού Πανεπιστημίου” της Εκκλησίας, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο και φιλοξενεί τις διαλέξεις. Το πρώτο γενικό πλαίσιο θεμάτων αναφέρεται στην συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης μας ανέπτυξε στην δεύτερη διάλεξη το θέμα « Συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στην Ανατολή και την Δύση» , και όπως είπε εισαγωγικά: “Εξ αρχής πρέπει να σημειώσω ότι όταν κάνουμε λόγο για συνάντηση μεταξύ του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, που έγινε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, αυτό δεν έγκειται απλώς στην πρόσληψη της ορολογίας που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ούτε απλώς στην απομίμηση μερικών μορφών τέχνης και παράδοσης, αλλά σε κάτι άλλο βαθύτερο, δηλαδή στην γονιμοποίηση της αρχαίας ελληνικής παραδόσεως και την νοηματοδότησή της από την πραγματική ζωή που έφερε στον κόσμο ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του και την ύπαρξη της Εκκλησίας ως του ενδόξου Σώματός Του. Αυτήν την διεργασία πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας για να κατανοήσουμε όλα όσα ακολουθήσουν και βέβαια να κατανοήσουμε το συμπέρασμα της ομιλίας αυτής”.

Διαίρεσε το θέμα σε τέσσερεις επί μέρους ενότητες. Στην πρώτη έκανε διασαφήνιση των όρων Ελληνισμός και Χριστιανισμός, στην δεύτερη ασχολήθηκε με την συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στην Ανατολή, στην τρίτη ενότητα μελέτησε την συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στην Δύση και στην τέταρτη απήντησε σ’ ένα κρίσιμο για την εποχή μας ερώτημα.

Η “Ε.Π.” θα δημοσιεύση σε συνέχειες την πολύ ενδιαφέρουσα και επίκαιρη αυτή ομιλία, αρχίζοντας από το πρώτο κεφάλαιο.

1. Διασαφήνιση των όρων Ελληνισμός και Χριστιανισμός

Επειδή κατά τον Αντισθένη « αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις» (Επίκτητος), γι’ αυτό δεν μπορούμε να προχωρήσουμε στην ανάπτυξη του θέματος αυτού αν δεν διασαφηνίσουμε τί εννοούμε χρησιμοποιώντας τις λέξεις Ελληνισμό και Χριστιανισμό, ώστε στην συνέχεια να καθορισθή ο τρόπος και ο βαθμός της συνάντησης μεταξύ αυτών των δύο μεγεθών.

Κατ’ αρχάς πρέπει να υπογραμμισθή ότι ο Ελληνισμός με την φιλοσοφία του, την θρησκεία του και την όλη παιδεία υπήρξε ένα σημαντικό γεγονός στην παγκόσμια ιστορία που δημιούργησε και ακόμη δημιουργεί μεγάλη έκπληξη και θαυμασμό.

Βέβαια, είναι γνωστόν ότι όταν κάνουμε λόγο για Ελληνισμό δεν εννοούμε κάτι ενιαίο, δεδομένου ότι κατά την διαχρονική παρουσία του εκφράστηκε με πολλά στοιχεία τα οποία πολλές φορές ήταν αντιφατικά μεταξύ τους, αυτή δε η αντιφατικότητα έβαινε από μόνη της στην αυτοαναίρεσή του. Για παράδειγμα η Επικούρεια υλιστική φιλοσοφία, η οποία για μερικούς είναι “η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου”, είναι αντίθετη και πολεμική στην ιδεαλιστική πλατωνική φιλοσοφία. Επίσης, παρατηρούνται συνεχείς δανεισμοί και γονιμοποιήσεις στην αρχαία ελληνική παράδοση. Για παράδειγμα οι Ελεάτες, κυρίως ο Παρμενίδης, γονιμοποιούν τις θεωρίες της “ιωνικής φυσικής” και ο Πλάτων γονιμοποιεί τις θεωρίες του Παρμενίδη για το Είναι και τον ασκητικό τρόπο ζωής του Πυθαγόρα. Επίσης, παρατηρούνται συγκρούσεις, υπερβάσεις μεταξύ θεοκεντρικών και ανθρωποκεντρικών, μεταξύ νοησιαρχικών και μυστικιστών, και μεταξύ μεταφυσικών - ιδεαλιστών και διαλεκτικών.

Η ανάπτυξη του θαύματος της ελληνικής σκέψεως και της ελληνικής φιλοσοφίας ήταν προϊόν μεγάλης επεξεργασίας. Όπως σημειώνει ο Κωνσταντίνος Βαμβακάς, υπήρξε μια σταδιακή εξέλιξη από την μυθική αντίληψη προς την ορθολογιστική σκέψη. Για πολλούς αιώνες θα παραμείνουν ασαφή τα όρια μεταξύ μύθου και λόγου. Και από εκεί προχώρησε στην μεταφυσική.

...

Επομένως, από την μελέτη του αρχαίου ελληνικού κόσμου φαίνεται ότι υπάρχει μία κίνηση από την μαγική αντίληψη και την λατρεία των Ολυμπίων Θεών προς την ιδεαλιστική μεταφυσική. Μπορεί κανείς να παρατηρήση τέσσερεις τάσεις σχετικά με το Ανώτατο Όν, τον κόσμο και την θρησκεία. Η πρώτη καθορίζεται από την μαγεία και την λατρεία των προσωποποιημένων θεών. Η δεύτερη είναι η ορθολογιστική - μηχανιστική αντίληψη για τον κόσμο και την δημιουργία. Πρόκειται για την “ιωνική φυσική” και τους τρεις εκπροσώπους της, ήτοι τον Θαλή, τον Αναξίμανδρο και τον Αναξιμένη, καθώς επίσης για τους σοφιστές, όπως τον Πρωταγόρα. Κύριο γνώρισμα είναι ο ορθολογισμός, η απομάκρυνση του μεταφυσικού και ο ανθρωποκεντρισμός. Η τρίτη τάση είναι η λεγομένη μυστικιστική, στην οποία υπάγεται ο ορφισμός, οι απόψεις του Πυθαγόρα, το Διονυσιακό πνεύμα και η ελεατική φιλοσοφία. Και η τέταρτη τάση είναι η ιδεαλιστική μεταφυσική, όπως εκφράζεται από τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τους μαθητάς τους.

Υποστηρίζεται με επιχειρήματα ότι η πρώτη και δεύτερη τάση (λατρεία Ολυμπίων Θεών - ορθολογιστική μηχανιστική) εκφραζόταν από τον Δήμο και την Δημοκρατία, ενώ η δεύτερη και τρίτη τάση (μυστικιστική - ιδεαλιστική μεταφυσική) υπεστήριζαν την αριστοκρατία. Συμπλέκονταν έτσι η θρησκεία - φιλοσοφία με την δημοκρατία - αριστοκρατία.

Αναλυτικότερα τον 7ο αιώνα « τό ελληνικό πνεύμα αρχίζει να πιστεύει ότι με εργαλείο την ιδία του την κριτική σκέψη μπορεί να ανιχνεύσει την αλήθεια». Την ίδια χρονική περίοδο σε πολλές περιοχές, όπως την Κίνα, την Ινδία, τον λαό του Ισραήλ, το Ιράν και στην Ελλάδα γίνονται πολλές θεμελιακές μεταβολές, γι’ αυτό ο ά. άήιήήίι θα αποκαλέση αυτήν την χρονική περίοδο ως « αξονική περίοδο της ιστορίας της ανθρωπότητας» .

Οι Έλληνες στην πρώϊμη εποχή δανείστηκαν διάφορες γνώσεις από γειτονικούς πολιτισμούς, παρέλαβαν δηλαδή στοιχεία από τους Φοίνικες, Χεττίτες, Αιγυπτίους, Σουμερίους, Βαβυλωνίους, Ασσυρίους, Πέρσες, Ισραηλίτες, αλλά με το ορθολογιστικό τους πνεύμα και την δύναμη του νού τους « μετέτρεψαν τις πρακτικές γεωμετρικές, αριθμητικές, αστρονομικές γνώσεις των γειτονικών μεγάλων πολιτισμών σε γενικευμένα, συνεκτικά φιλοσοφικά συστήματα» . Ακόμη και για την διαμόρφωση του νέου ελληνικού αλφαβήτου χρησιμοποίησαν μεν την φοινικική γραφή, προσέθεσαν όμως τα φωνήεντα, πράγμα το οποίο θεωρείται ως “κοσμοϊστορικό επίτευγμα”. Γενικά, “η φιλοσοφία και η επιστήμη είναι οικοδόμημα αποκλειστικά ελληνικό”. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Πλάτωνα: « Ό,τι περ αν Έλληνες βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τούτο εις τέλος απεργάζονται» . Γι’ αυτό η γνωστή αφροκεντρική θεωρία του Τζόρτζ Τζέϊμς, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του “Κλεμμένη Κληρονομιά”, δεν ισχύει.

Μπορεί κανείς να παρατηρήση τέσσερα στάδια στην ανάπτυξη του ελληνικού πνεύματος.

Το πρώτο στάδιο που κυμαίνεται από τον 8ο - 7ο αιώνα π.Χ. «πηγάζει από τις κοινωνικές ανάγκες για ηθικούς κανόνες, που θα τους βρούμε στα έργα του Ησιόδου, του Σόλωνα και στα γνωμικά των επτά Ελλήνων Σοφών» .

Το δεύτερο στάδιο που κυμαίνεται από τον 7ο - 6ο π.Χ. αιώνα και διακρίνεται από την στροφή του ανθρώπου στον φυσικό κόσμο και εμβαθύνει ο άνθρωπος στα ερωτήματα τί είναι το όν, τί είναι το είναι και έτσι αναπτύσσεται η αδιάσπαστη ενωμένη φιλοσοφία και επιστήμη.

Το τρίτο στάδιο που κυμαίνεται μεταξύ 6ου και 5ου π.Χ. αιώνος διακρίνεται από τις θεωρίες του Ηρακλείτου και του Παρμενίδη και την προσπάθεια συγκερασμού των θεωριών αυτών που γίνεται από τον Εμπεδοκλή, τον Αναξαγόρα και τους Ατομικούς.

Και το τέταρτο στάδιο που προήλθε απο «τήν διατάραξη αυτής της εμπιστοσύνης στις έσχατες δυνατότητες της γνώσης μας» , που συνέβη τον 5ο π.Χ. αιώνα θα στρέψη την προσοχή « από την φύση στον ίδιο τον άνθρωπο, στις σχέσεις του και στην θέση του στον κόσμο» και θα αναπτύξη την πρακτική φιλοσοφία (ηθική, πολιτική) με τους μεγάλους Τραγικούς, τους Σοφιστές και τον Σωκράτη.

...

Ακόμη και η ελληνική Θρησκεία δια μέσου του χρόνου πέρασε από διάφορα στάδια. Από την κατώτερη μορφή θρησκείας που εκφραζόταν με “τή λατρεία ζώων ή αψύχων, αόρατες δυνάμεις, μαγεία και άλλες παρόμοιες προλήψεις”, οι Έλληνες πέρασαν στην λατρεία των ανθρωπόμορφων θεών, όπως εκφράζεται στον Όμηρο και την Ησιοδική κοσμογονία, αφού οι θεοί των ομηρικών ανθρώπων είναι “ανθρωπόμορφοι, γοητευτικά καλλιτεχνήματα, ενσαρκώνουν τους ανθρώπινους πόθους”· από εκεί έφθασαν στην “οργιαστική λατρεία” και τα μυστήρια μιας νέας θρησκείας, όπως εκφραζόταν στην Διονυσιακή λατρεία και τον Ορφισμό, όπως και τον “πυθαγόρειο τρόπο ζωής”, όπου αισθάνονταν τους θεούς να ενδιαφέρονται άμεσα με τον πόνο τους· και στην συνέχεια κατέληξαν στον Πλατωνισμό, όπου ενώνονται οι θεωρίες του Πυθαγόρα και του Παρμενίδη και απαρτίζουν την ιδεαλιστική φιλοσοφία - θεολογία.

Είναι γνωστές οι ταξικές και αριστοκρατικές πολιτικές απόψεις του Πλάτωνα, όπως διατυπώνονται στο έργο του και οι οποίες έρχονταν σε αντίθεση με την δημοκρατική αντίληψη που συνδεόταν με την μηχανιστική και ορθολογιστική ερμηνεία του κόσμου και την ανθρωπομορφική έκφραση του θείου. Στον Πλάτωνα η διαστρωμάτωση της κοινωνίας αποτελείται από τρεις τάξεις, ήτοι την ανώτερη τάξη των σοφών στην οποία ανήκουν οι λίγοι, την αμέσως πιο κάτω στην οποία ανήκουν οι «προπολεμούντες» , οι «φύλακες» , και στην τελευταία τάξη στην οποία ανήκει το ανώνυμον πλήθος, οι αγρότες και οι επαγγελματίες.

Συνδεδεμένο με αυτό είναι ότι ο Πλάτων κατεσκεύασε την ιδεαλιστική φιλοσοφία, χρησιμοποιώντας την λογική του και την φαντασία του και έτσι τις γενικές έννοιες των πραγμάτων τις ανέβασε στο νοητικό κόσμο, τις θεοποίησε και τις έκανε ιδέες. Όλος αυτός ο κόσμος των ιδεών « έρχονται σ’ αντίθεση με το δημοκρατικό κι ορθολογιστικό πνεύμα, με το γνήσιο ελληνικό» , αφού ο λαός του Δήμου πίστευε στους θεούς του, θυσίαζε σε αυτούς, ενώ οι σοφοί, μαζί με τους πολεμούντες και τους φύλακες, που ανήκαν στην αριστοκρατία, είχαν την δυνατότητα να πιστεύουν στους θεούς της μεταφυσικής.

Μάλιστα δε οι θεοί της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας του Σωκράτη και του Πλάτωνα έρχονταν σε αντίθεση με τους δημοκρατικούς θεούς, τους θεούς του Δήμου, ο οποίος Δήμος, στους θεούς της μυθολογίας « έδωσε εμφάνιση κι ιδιοσυγκρασία δημοκρατική και τους έκανε προστάτες και φύλακες της δημοκρατίας» . Η κατηγορία που εκτοξεύθηκε εναντίον του Σωκράτη ότι εισήγαγε καινά δαιμόνια και διέφθειρε τους νέους είχε σχέση με την διδασκαλία για « πνευματικότερους θεούς σε βάρος των θεών του δήμου» και η διαφθορά των νέων είχε σχέση με το ότι ο Σωκράτης κλόνιζε την πίστη των νέων « στούς θεούς της πολιτείας, δηλαδή της δημοκρατίας» . Ο θεός του Πλάτωνα, δηλαδή ο θεός της μεταφυσικής και της οντολογίας υψώνεται « πάνω από την πραγματικότητα, γίνεται εξωκοσμικός κι υπερβατικός, αόρατος κι ανέγγιχτος, σαν μονάρχης απλησίαστος κι αθώρητος στο μεγαλείο του» .

Επομένως, ο Ελληνισμός εκφράσθηκε με πολλές μορφές και όπως γνωρίζουμε πριν τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, είχε αναπτυχθή η προσωκρατική φιλοσοφία. Αν δεν υπήρχαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, που έζησαν από τις αρχές του 6ου αιώνος π.Χ. μέχρι το τέλος του 5ου αιώνος π.Χ. οπότε εμφανίσθηκε ο Σωκράτης, δεν θα υπήρχε ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης.

...

Αλλά και ο Χριστιανισμός εκφράσθηκε με πολλές μορφές τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση. Όπως θα δούμε πιο κάτω, διαφορετικά προσήγγισαν την ελληνική φιλοσοφία οι ελληνίζοντες αιρετικοί Χριστιανοί, που την χρησιμοποιούσαν για την κατανόηση της διδασκαλίας του Χριστού με τον ορθό λόγο, και διαφορετικά την προσήγγισαν οι Πατέρες της Εκκλησίας στην προσπάθειά τους να εκφράσουν και όχι να κατανοήσουν την αποκαλυπτική αλήθεια την οποία ζούσαν. Για να γίνη αυτό κατανοητό, θα ήθελα να καταγράψω δύο λόγους του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά που αναφέρονται στο θέμα αυτό. Κάπου γράφει ο άγιος: « Κάν εξετάσης ίδοις αν πάσας ή τας πλείστας των δεινών αιρέσεων εντεύθεν (τής φιλοσοφίας) λαβούσας τας αρχάς». Και αλλού γράφει: « Κάν τις των Πατέρων τα αυτά τοις έξω φθέγγηται, αλλ’ επί των ρημάτων μόνον· επί δε των νοημάτων, πολύ το μεταξύ· νουν γαρ ούτοι, κατά Παύλον, έχουσι Χριστού, εκείνοι δέ, ει μη τι και χείρον, εξ’ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται» .

Στην Δύση ο Χριστιανισμός που εκφράσθηκε με την σχολαστική φιλοσοφία προσήγγισε διαφορετικά την ελληνική φιλοσοφία από ό,τι οι Πατέρες της Εκκλησίας. Για παράδειγμα ο ιερός Αυγουστίνος, χωρίς να γνωρίζη επαρκώς τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, στην πραγματικότητα ήταν πλατωνιστής και είχε επηρεασθή από τον νεοπλατωνισμό. Ο Θωμάς ο Ακινάτης είχε επηρεασθή από τον ιερό Αυγουστίνο, καθώς επίσης στο γνωστό συγγράμμά του Σούμα Θεολογική προσπάθησε να συνδέση τον Αυγουστίνο με τον Αριστοτέλη. Ο Ρωμαιοκαθολικός μεσαιωνιστής Σενύ θα γράψη: « ο μεσαίωνας ζη μέσα σε ένα αυγουστίνειο σύμπαν. Ο Άγιος Θωμάς (Ακινάτης) είναι και ο ίδιος στην κυριολεξία ένας σχολαστικός θρεμμένος από τον Αυγουστίνο» . Και ο γνωστός ερευνητής Χάρνακ θα παρατηρήση: « η κοσμοϊστορική σημασία του Θωμά έγκειται στην διασύνδεση του Αυγουστίνου με τον Αριστοτέλη».

Γίνεται φανερό, έστω και πολύ συνεπτυγμένα, ότι όταν χρησιμοποιούμε τους όρους Ελληνισμός και Χριστιανισμός, πρέπει να εννοούμε ότι υπάρχουν πολλές μορφές με τις οποίες εκφράσθηκαν μέσα στην ιστορία και πολλές φορές η μία αναιρούσε ή γονιμοποιούσε την άλλη. Στα όσα θα ακολουθήσουν θα εννοούμε τον Ελληνισμό όπως εκφράσθηκε κυρίως με την κλασσική ιδεαλιστική μεταφυσική (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης), και τον Χριστιανισμό όπως εκφράσθηκε τόσο από τους μεγάλους Πατέρας της Εκκλησίας, όσο και από τους αιρετικούς της Ανατολής και τους σχολαστικούς της Δύσεως.

(συνεχίζεται στο επόμενο)

  • Προβολές: 991

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance