Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Το μοντέλο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Η παράδοσή μας έχει να προσφέρη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ένα μοντέλο και αυτό είναι το μοντέλο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την όλη διοργάνωση, αλλά και τον πολιτισμό της. Έχουν γραφή πολλά αξιόλογα κείμενα γύρω από το θέμα αυτό, αλλά θα περιορισθώ στον κορυφαίο βυζαντινολόγο Στήβεν Ράνσιμαν πού ασχολήθηκε πολύ με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το λεγόμενο Βυζάντιο.

Ο Ράνσιμαν παρατηρεί: “Το γεγονός ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μπόρεσε να διατηρηθή χίλια εκατό χρόνια οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις αρετές πού είχε το πολίτευμα και η διοίκησή της. Λίγα κράτη υπήρξαν οργανωμένα με τρόπο πού να ταίριαζε τόσο πολύ με την εποχή, και να είναι τόσο προσεκτικά προσανατολισμένος στο να αποτρέπει την παραμονή της εξουσίας σε χέρια ανικάνων. Η οργάνωση αυτή δεν ήταν έργο συνειδητό, πού έγινε από έναν άνθρωπο ή σε μια στιγμή. Βασικά ήταν κληρονομιά του ρωμαϊκού παρελθόντος, όσο περνούσαν όμως οι αιώνες συνεχώς αναπροσαρμοζότανε και συμπληρωνόταν, ώστε να μπορή να ανταποκρίνεται στις ποικίλες ανάγκες τους» .

Ένα κράτος πού παρέμεινε στην ιστορία τόσα χρόνια και δημιούργησε πολιτισμό, ο οποίος εξακολουθεί να υπάρχη μέχρι σήμερα είναι ανάγκη να ερευνηθή και να αξιοποιηθή. Και μάλιστα αυτό είναι χρήσιμο, όταν ενταχθή στους δύσκολους εκείνους καιρούς που είχε να αντιμετωπίση ποικίλους και ισχυροτέρους εχθρούς, όπως τους Φράγκους, τους Άραβες, τους Αβάρους, τους Ρώσους, τους Σλάβους κλπ. Επομένως, το πολίτευμά του, ο τρόπος λειτουργίας του και τα βάθρα στα οποία στηρίχθηκε η ενότητά του πρέπει να γίνουν αντικείμενο ερεύνης και να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψη όλα τα θετικά σημεία του. Βέβαια, οι σύγχρονες συνθήκες δεν είναι όμοιες με τις συνθήκες πού επικρατούσαν τότε, αλλά όμως μερικά σημεία πρέπει να αξιοποιηθούν και να εισαχθούν προσαρμοσμένα στην σύγχρονη πραγματικότητα. Πρέπει να εντοπίσουμε μερικά από αυτά, όπως τα αναλύει ο Στήβεν Ράνσιμαν.

1. Το πολίτευμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Το πολίτευμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αυτοκρατορικό, πού σημαίνει ότι ο αυτοκράτωρ ήταν η ανώτατη και ύπατη εξουσία του Κράτους. Όμως η εξουσία του Αυτοκράτορα ήταν περιορισμένη από την άποψη ότι ήταν υποχρεωμένος να σέβεται τους θεμελιώδεις νόμους του ρωμαϊκού λαού. Ο περιορισμός ακόμη του αυτοκράτορα οφειλόταν σε δύο βασικές αρχές, ήτοι στο ότι ήταν αιρετός και στο ότι υπήρχε το “νόμιμο δικαίωμα της επανάστασης”.

Η εκλογή του αυτοκράτορα γινόταν από τα τρία σώματα ήτοι την σύγκλητο, τον στρατό και τον λαό, δηλαδή προηγείτο η επευφημία από τους τρεις αυτούς παράγοντες και στην συνέχεια ακολουθούσε η τελετή της στέψης. Αν κάποιος αυτοκράτορας αποδεικνυόταν ανίκανος, τότε “οποιοσδήποτε από τους εκλέκτορές του είχε το δικαίωμα να ανακηρύξει άλλον αυτοκράτορα”.

Είναι επόμενο ότι η εξουσία του αυτοκράτορα περιοριζόταν σημαντικά από τους παράγοντες πού αναφέραμε προηγουμένως. Μια μικρή περιγραφή αυτών των περιοριστικών παραγόντων μπορεί να δείξη την αξία του αυτοκρατορικού πολιτεύματος πού λειτουργούσε στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο λαός της Κωνσταντινούπολης είχε οργανωθή σε τέσσερεις δήμους ή ομάδες πού “ήταν δημοτικές οργανώσεις με αυτοδιοίκηση, πού είχαν πολιτικές και στρατιωτικές υποδιαιρέσεις” και αυτοί ήταν οι Πράσινοι, οι Βένετοι (κυανοί), οι Λευκοί και οι Ρούσιοι (ερυθροί). Στο ιπποδρόμιο γίνονταν συζητήσεις μεταξύ του αυτοκράτορα και του λαού, δηλαδή ο ιππόδρομος ήταν ένα είδος λαϊκής συνέλευσης για διάφορα τρέχοντα ζητήματα. Όπως λέγει ο Ράνσιμαν “στούς πρώτους αιώνες ο Ιππόδρομος ήταν το μέρος όπου ο αυτοκράτορας επικοινωνούσε με τον λαό και έκανε τις επίσημες ανακοινώσεις του. Εκεί τον επευφημούσαν σαν αυτοκράτορα”.

Η εξουσία και η αρμοδιότητα της Συγκλήτου, εποίκιλε κατά εποχή, αλλά το γεγονός ήταν ότι μέλη της συγκλήτου “αποτελούσαν όλοι οι εν ενεργεία και οι πρώην κάτοχοι αξιωμάτων από ένα ορισμένο επίπεδο και απάνω, καθώς και οι απόγονοί τους”. “Στην πραγματικότητα την δύναμη της συγκλήτου την αποτελούσε το γεγονός ότι ήταν σώμα ημισυνταγματικό, πού αντιπροσώπευε τις απόψεις των πιο πλουσίων και των πιο ισχυρών στοιχείων του κράτους”.

Ένας ισχυρός φραγμός στην εξουσία του αυτοκράτορα και της συγκλήτου ήταν ο νόμος “Ο αυτοκράτορας ήταν η πηγή όλων των νόμων αλλά, κατά τρόπο παράδοξο, ο νόμος έμεινε πάντα κάτι ανώτερο από τον αυτοκράτορα”. Σε αυτό συντελούσε η κατά καιρούς κωδικοποίηση του Ρωμαϊκού νόμου.

2. Το διοικητικό σύστημα

Είναι σημαντικό και το διοικητικό σύστημα με τον οποίο διοικείτο η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Κατ’ αρχάς τον αυτοκράτορα, πού ήταν απασχολημένος με πολλά ζητήματα, “τόν βοηθούσε στις κυριότερες αποφάσεις του ένα μικρό συμβούλιο, ένα είδος ανεπίσημης υποεπιτροπής της συγκλήτου”. Υπήρχαν διάφοροι τίτλοι και αξιώματα, τα οποία καταλάμβαναν τα διάφορα σημαίνοντα πρόσωπα και οι σύμβουλοι του αυτοκράτορα. Ο μεγαλύτερος τίτλος ήταν του πατρικίου.

Στην αυλή του αυτοκράτορος υπήρχαν πολλές πολιτικές υπηρεσίες, όπως ο ανώτατος λειτουργός της δικαιοσύνης, ο καίστωρ του ιερού παλατίου, δύο ανώτατοι υπάλληλοι των οικονομικών, ο κόμης των θείων θησαυρών, ο κόμης της ιδίας κτήσεως, ο μάγιστρος των οφφικίων, ο διευθυντής του ταχυδρομείου του κράτους ο ελεγκτής των μυστικών υπηρεσιών, ο τελετάρχης κλπ..

Έπειτα η Αυτοκρατορία για την καλύτερη διοίκησή της είχε διαιρεθή σε τέσσερεις μεγάλες υπαρχίες, στις οποίες επικεφαλής ήταν οι λεγόμενοι ύπαρχοι. Η ισχύς των υπάρχων “ήταν όμοια με του αντιβασιλέα, με απόλυτη διοικητική, οικονομική και δικαστική εξουσία. Είχαν το δικαίωμα, σε δευτερεύοντα ζητήματα, ακόμα και να θεσπίζουν νόμους” Επί πλέον οι υπαρχίες ήταν διηρημένες σε επαρχίες. Σε κάθε πρωτεύουσα μιας επαρχίας, σε κάθε πόλη υπήρχε ο έπαρχος της πόλης “μιά θέση καθαρά πολιτική, πού στην ιεραρχία ερχόταν αμέσως μετά τους υπάρχους. Οι έπαρχοι αυτοί ήταν υπεύθυνοι για την αστυνομία και την τάξη μέσα στην πόλη και για την δωρεάν διανομή των άρτων”. Και με αυτό το σύστημα διοικήσεως υπήρχε μια αποκέντρωση διοικητική.

«Επί πλεόν σε κάθε επαρχία εκλεγόταν, με τοπική εκλογή, ένας αξιωματούχος, ο Defensor Civitatis, για να ελέγχει το διοικητή και να δικάζει υποθέσεις όχι και τόσο σημαντικές. Οι Επαρχίες διαιρέθηκαν ξανά το 536-7. Ένα περίεργο σύστημα ένωσε Επαρχίες πλούσιες με Επαρχίες φτωχές, ώστε να μπορούν οι πρώτες να πληρώνουν για τις δεύτερες» .

Με την πάροδο του καιρού οι επαρχίες ονομάσθηκαν θέματα από την παρουσία των συνταγμάτων του στρατεύματος, τα οποία ονομάζονταν θέματα.

Πέρα από τον τρόπο της διοικήσεως, πού ήταν αποκεντρωτικός, το σημαντικό είναι και το ότι ο τρόπος ζωής πού επέβαλε το σύστημα διοίκησης ήταν ανθρώπινο. Όπως σημειώνει ο Ράνσιμαν “τά ιδεώδη της βυζαντινής διοίκησης θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε σοσιαλιστικά. Όλοι έπρεπε να είναι καλοί πολίτες του κράτους. Θεωρούσαν ότι η λατρεία προς την πολιτεία, προς τον αυτοκράτορα, πού ήταν η κεφαλή και το σύμβολό της, προς τους νόμους πού την είχαν δημιουργήσει, ήταν η απαραίτητη βάση της κοινωνίας”.

Μέσα σε αυτήν την προοπτική στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε αναπτυχθή στο έπακρο η φιλανθρωπία πού ήταν άγνωστη έως τότε. Προς τον σκοπό αυτόν λειτουργούσαν πτωχοκομεία και νοσοκομεία για τους γέροντας και τους αρρώστους, κρατικά ορφανοτροφεία. “Με όλα αυτά τα φιλανθρωπικά ιδρύματα δεν ήταν δυνατόν ο λαός να πεινάει. Είναι αξιοσημείωτο ότι, όταν ο όχλος ξεσηκωνόταν και στασίαζε, τα κίνητρα δεν ήταν ποτέ αναρχικά ή κομμουνιστικά. Μπορεί να ήθελε να ρίξει έναν υπουργό πού τον καταπίεζε ή να εξοντώσει μισητούς ξένους, ποτέ όμως δεν ζήτησε να αλλάξει την σύσταση της κοινωνίας. Πραγματικά, τις περισσότερες φορές πού ο λαός εκδήλωσε έτσι τα κυριαρχικά του δικαιώματα, το έκανε για να προστατέψει το πορφυρό αίμα των αυτοκρατόρων από την υπερβολική θρασύτητα κάποιου σφετεριστή”.

3. Το οικουμενικό πνεύμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν μια κοσμοπολίτικη αυτοκρατορία με ένα καθαρά οικουμενικό χαρακτήρα. Άνθρωποι προερχόμενοι από πολλά άλλα έθνη ζούσαν αρμονικά μέσα στην αυτοκρατορία και είχαν τα ίδια δικαιώματα. Δεν υπήρχε ο εθνοφυλετισμός και η ρατσιστική νοοτροπία. Ο Ράνσιμαν παρατηρεί εύστοχα: «Στους έντεκα αιώνες πού πέρασαν από τον πρώτο ως τον τελευταίο Κωνσταντίνο, ο εξωτερικός τρόπος της ζωής άλλαξε πολλές φορές. Ως το τέλος όμως ο πολίτης της Αυτοκρατορίας έμεινε συνειδητά ο πιο πολιτισμένος εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους, συνειδητά Ρωμαίος, συνειδητά ορθόδοξος, συνειδητά κληρονόμος της ελληνικής εκλεπτύνσεως» . Στην αρχή η Αυτοκρατορία ήταν κοσμοπολίτικη, οικουμενική, «η εθνικότητά της ήταν μια έννοια άγνωστη» , στηρίχθηκε στην ορθοδοξία και την ελληνική γλώσσα, αλλά «η εθνολογική της σύσταση έμεινε πάντα περίπλοκη» . « Ο λαός της Μικράς Ασίας, ένα κράμα από Φρύγες, Χιττίτες, Γαλάτες, Πέρσες και Σημίτες και από πολλές άλλες φυλές, σε αναλογίες πού κανείς δεν μπορεί να τις ξέρει. Εξακολουθούσαν όμως να έρχονται και νέοι λαοί. Οι κυριότεροι ήταν οι Σλάβοι και οι Αρμένιοι» . Στην Αυτοκρατορία υπήρχε μια καθολικότητα, οικουμενικότητα πού συντηρούνταν και με τις επιγαμίες και την ανάληψη υψηλών αξιωμάτων. « Ο Αρκάδιος πού ήταν ισπανικής καταγωγής, παντρεύτηκε μια Γοτθίδα, την Ευδοξία, και ο γυιός τους, ο Θεοδόσιος Β´ , μια γνήσια Ελληνίδα» . «Στις αρχές του 9ου αιώνα άντρες μικτής ή και καθαρά σλαβικής καταγωγής κατείχαν μεγάλες θέσεις στην Αυτοκρατορία. Ο διεκδικητής του θρόνου Θωμάς ήταν Σλάβος, καθώς άλλωστε και πολλοί από τα υψηλά πρόσωπα του 10ου και του 11ου αιώνα, όπως η αυτοκράτειρα Σοφία, η γυναίκα του Χριστοφόρου Λεκαπηνού, ή ο Πατριάρχης Νικήτας. Μετά την κατάκτηση της Βουλγαρίας η αριστοκρατία αλλοιώθηκε ακόμα με γάμους με τη βουλγαρική βασιλική οικογένεια και με βουλγαρικές ευγενείς οικογένειες. Στο τέλος του 11ου αιώνα οι Σλάβοι πού ήταν μέσα στην αυτοκρατορία είχαν εντελώς απορροφηθεί και τους άλλους τους είχαν προσελκύσει τα ανεξάρτητα κράτη της χερσονήσου του Αίμου» .

Αυτό πού γινόταν με τους Σλάβους ίσχυε και με τους Αρμενίους. Ο Στρατηγός του Ιουστινιανού Ναρσής ήταν Αρμένιος. Ο Αυτοκράτορας Λέων Ε´ ήταν Αρμένιος, ο Βασίλειος Α´ γιός Αρμενίων εξορίστων, ο Ιωάννης ο Τσιμισκής ήταν Αρμέριος Ευγενής. « Συνεχώς γίνεται λόγος για πριγκίπισσες και ανώτερους αξιωματούχους αρμενικής καταγωγής και σε όλες τις πόλεις ήταν δυνατόν να συναντήσει κανείς Αρμένιους τεχνίτες και εμπόρους» . «Ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Α´ είχε αίμα αραβικό» .

Τελικά, όπως λέγει ο Ράνσιμαν, «οι Βυζαντινοί είχαν εξαιρετικά λίγες φυλετικές προκαταλήψεις –τό αίμα τους ήταν πάρα πολύ ανακατεμμένο. Δέχονταν οποιονδήποτε για συμπολίτη τους φτάνει να ήταν ορθόδοξος και να μιλούσε ελληνικά. Την βαθιά περιφρόνηση προς τους ξένους την αισθάνονταν μόνον γιατί οι ξένοι ήταν αιρετικοί και άξεστοι, αμάθητοι στις λεπτότητες του πολιτισμού της Αυτοκρατορίας (επομένως τα κριτήρια ήταν πολιτιστικά). Κάθε αλλοδαπός πού προσηλυτιζόταν και γινόταν υπήκοος του κράτους μπορούσε να παντρευτεί οποιαδήποτε βυζαντινή, όποια και αν ήταν η καταγωγή του, ή η καταγωγή της. Οι βυζαντινές αρχόντισσες παντρεύονταν ελεύθερα με Φράγκους ή ανατολίτες μετοίκους. Ανάμεσα στις γυναίκες των αυτοκρατόρων υπήρχαν δύο Χαζάρες καθαρής τουρκικής καταγωγής και απειράριθμες πριγκίπισσες από την Δύση”.

4. Ο πολιτισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Η βάση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν ήταν απλώς το αυτοκρατορικό πολίτευμα και η Διοίκηση, αλλά κυρίως ο πολιτισμός πού είχε καλλιεργήσει. Άλλωστε αυτός ο πολιτισμός ήταν εκείνος πού έδιδε αξία και στην οικουμενικότητα της αυτοκρατορίας, όπως είδαμε προηγουμένως. Ο Ράνσιμαν στο βιβλίο πού μελετούμε σε διάφορα κεφάλαια αναφέρεται στο μεγάλο θέμα του πολιτισμού. Σε ένα κεφάλαιο πού κάνει λόγο για την εκπαίδευση και την μόρφωση λέγει ότι “η καλή μόρφωση ήταν το ιδανικό κάθε βυζαντινού. την απαιδευσία, την έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας, την θεωρούσαν ατύχημα και συμφορά, σχεδόν έγκλημα”. Σε άλλο κεφάλαιο αναφέρεται στην βυζαντινή λογοτεχνία και κάνει λόγο για τους ύμνους, τα έργα της μυστικής ευλαβείας και τις βιογραφίες και λέγει ότι “ενώ το Βυζάντιο δεν έδωσε παρά λίγα αιώνια λογοτεχνικά αριστουργήματα, μπορεί ωστόσο να καυχηθή ότι είχε μια πολύ μεγάλη σειρά από ευφυείς και αξιόλογους συγγραφείς, πολύ περισσότερους από οποιοδήποτε άλλο σύγχρονο έθνος”. Σε άλλο κεφάλαιο κάνει λόγο για την Βυζαντινή τέχνη για την οποία λέγει επιγραμματικά: “Με τα έργα της τέχνης του άφησε το Βυζάντιο στον κόσμο την μεγαλοπρεπέστερη και διαρκέστερη κληρονομία του. Η Βυζαντινή τέχνη είναι ο καθαρότερος καθρέπτης όπου φαίνεται η συνείδηση του βυζαντινού πολιτισμού. Εκεί μπορεί να δει κανείς όλα τα στοιχεία, ελληνορωμαϊκά, αραμαϊκά, περσικά, σε ποικίλες αναλογίες, αλλά ενωμένα πάντα σε ένα μίγμα τέλειο, σε κάτι το μοναδικό και πρωτότυπο, παρά τις διαφορετικές προελεύσεις”.

Γενικά ο πολιτισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο λεγόμενος βυζαντινός πολιτισμός, προξενεί το ενδιαφέρον και συγχρόνων ερευνητών, για την εσωτερικότητα, το βάθος και την πληρότητα. Εκείνο πού κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ασκούσε τρομερή επίδραση στους γειτονικούς λαούς και τους γοήτευε όχι με τα όπλα, αλλά κυρίως με την πολιτιστική παράδοση. Θα πρέπει να δη κανείς ιδιαιτέρως την ιεραποστολική δράση των Βυζαντινών στους Σλάβους. Ο Ράνσιμαν παρατηρεί: «Ξεχνάμε ότι όσον καιρό υπήρχε η Αυτοκρατορία δεν σταμάτησε ούτε μια στιγμή να ασκεί ενεργητικά μια επίδραση στον πολιτισμό του κόσμου. Η ανατολική Ευρώπη όλο της σχεδόν τον πολιτισμό τον χρωστούσε στους ιεραποστόλους και τους αξιωματούχους της Κωνσταντινούπολης, και ακόμα και η δυτική Ευρώπη είχε κι αυτή ένα μόνιμο χρέος απέναντί της, πολύ πριν μεταφέρουν οι σοφοί της, τη στιγμή του θανάτου της, τα χειρόγραφά τους και τον νεοπλατωνισμό τους στην Ιταλία, ενώ ακόμη και το Ισλάμ συνεχώς δεχόταν ένα ρεύμα ιδεών από τον Βόσπορο» .

5. Η προσφορά της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Μεγάλη συμμετοχή στην έκφραση όλου αυτού του οικουμενικού και πολιτισμένου τρόπου ζωής είχε η Ορθόδοξη Εκκλησία με την αποκαλυπτική αλήθεια, όπως εκφραζόταν στα πρόσωπα των θεουμένων αγίων.

Κατ’ αρχάς η Ορθόδοξη Εκκλησία πού διαφέρει σαφώς από το μονοκρατορικό σύστημα διοικήσεως της παπικής “Εκκλησίας”, διότι διακρίνεται από την αρχή της συνοδικότητας, προσέλαβε το διοικητικό σύστημα διαιρέσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και επομένως το σύστημα διοικήσεώς της είναι καθαρά συνοδικό. Στις υπαρχίες του Ρωμαϊκού Κράτους ορίσθηκε το Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως, στις επαρχίες ορίσθηκε το Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως.

Αλλά εκείνο πού έχει μεγάλη σημασία δεν είναι μόνον το εξωτερικό σύστημα διοικήσεως, πού διακρίνεται από την αυτονομία, αλλά και ο τρόπος ζωής και πολιτείας των Χριστιανών, το όραμα πού είχε κάθε Χριστιανός πολίτης του Ρωμαϊκού κράτους. Βάση της εκκλησιαστικής ζωής και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν οι θεούμενοι άγιοι, πού ζούσαν την διδασκαλία του Χριστού και υπήρξαν το εικονογραφημένο ευαγγέλιο.

Είναι γνωστόν ότι η βάση της ορθοδόξου θεολογίας είναι ο θεραπευτικός της χαρακτήρας. Ο άνθρωπος με την Χάρη του Θεού πρέπει να μετατρέψη την ιδιοτελή αγάπη σε ανιδιοτελή αγάπη, την φιλαυτία να την κάνει φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Οι Ενορίες και τα Μοναστήρια λειτουργούσαν ως θεραπευτικές κοινότητες. Ο άνθρωπος θεραπευόμενος καθίσταται παράγων κοινωνικός και λύει πολλά προβλήματα εσωτερικά, κοινωνικά και οικολογικά. Επίσης η εσχατολογική προσδοκία της Βασιλείας του Θεού, που ήταν ο κύριος στόχος των Χριστιανών, έδινε άλλη προοπτική στην κοινωνική ζωή. Τελικά είναι φανερό ότι οι θεσμοί μπορούν να λειτουργούν καλά, όταν το περιεχόμενό τους είναι υπαρξιακό, πνευματικό, ισορροπημένο.

Όλοι αναγνωρίζουν την σημαντική προσφορά της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην διατήρηση για χίλια εκατό χρόνια του μεγαλείου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Υπάρχουν πολλοί μελετητές και στοχαστές που ισχυρίζονται ότι η ενότητα της Ευρώπης δεν πρέπει να στηριχθή μόνον σε οικονομικά θεμέλια ούτε και σε πολιτικά, αλλά κυρίως στον πολιτισμό. Η Ευρώπη πρέπει να έχη σταθερά πνευματικά θεμέλια. Οι αρχές του ουμανισμού με την πάροδο του χρόνου αλλάζουν και μεταβάλλονται. Είναι ανάγκη τα πνευματικά αυτά θεμέλια να είναι διαχρονικά και να εμπνέονται από σταθερή οντολογία.

Γι’ αυτό σήμερα πού γίνεται πολύς λόγος για την θεσμική μετεξέλιξη της Ευρώπης θα πρέπει τουλάχιστον εμείς που έχουμε στην ιστορική μας μνήμη πώς μεγαλούργησε ένα κράτος να μελετήσουμε όλο το σύστημα διοικήσεως και ζωής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της πατρίδας μας, με την καθολικότητα και οικουμενικότητα, με την φιλανθρωπία και την φιλοθεΐα με τον εσώτερο πολιτισμό, με την ενότητα και την αποκέντρωση. Και όταν συμμετέχουμε στα κέντρα λήψης αποφάσεων θα πρέπει να προσφέρουμε τέτοια μοντέλα, προσαρμοσμένα όμως στην εποχή μας, για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε την Ευρώπη να ζήση και να μεγαλουργήση. Να μη ντρεπόμαστε να κάνουμε λόγο για το Βυζάντιο, τον τρόπο διοικήσεώς του, που δεν ήταν θεοκρατία, και την όλη πολιτιστική του διάσταση και την ζωή του.

  • Προβολές: 1210

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance