Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν Ἀρχιμ. Σπυρίδωνα Λογοθέτη

Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

1634/9-5-2003

Προς τον Πανοσ. Αρχιμ. κ. Σπυρίδωνα Λογοθέτην,

Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Πανοσιολογιώτατε, Χριστός Ανέστη!

Εν άλγει ψυχής ανέγνωμεν την υπ’ αριθμ. πρωτ. 44/6.4.2003 υμετέραν επιστολήν προς ημάς δι' ής παραθέτων οκτώ σημεία παραγράφους, καταφέρεσθε κατά τρόπον ανοίκειον και απάδοντα προς ορθόδοξον Κληρικόν, μάλιστα δε και Ηγούμενον, κατά του οικείου υμών Ποιμενάρχου, αλλά και κατά της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ως κάλλιον δε παντός άλλου γνωρίζετε δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποίαν ασχολείται η Ιερά Σύνοδος μετά της υμετέρας Πανοσιολογιότητος υπό την ιδιότητα του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου. Επανειλημένως έχει ασχοληθή Αύτη με τα κατά καιρούς ανακύπτοντα προβλήματα εις τας σχέσεις της Ιεράς υμών Μονής μετά των εκάστοτε Μητροπολιτών Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, ιδιαιτέρως δε κατά τα τελευταία έτη μετά του νυν Πατρός και Ποιμενάρχου υμών κ. Ιεροθέου. Κατ' επανάληψιν μάλιστα δια των πράξεων και ενεργειών υμών έχετε παράσχει δείγματα απειθαρχίας και ανυπακοής, ουχί μόνον προς τον κατά τους Ιερούς Κανόνας Ποιμενάρχην υμών, αλλά και προς την Ιεράν Σύνοδον της Αγιωτάτης ημών Εκκλησίας, Ήτις έχει αποστείλει υμίν πλήθος παραινετικών ή ελεγκτικών εγγράφων.

Η εν λόγω επιστολή υμών τυγχάνει άκρως διαστρεβλωτική των γεγονότων και ως εκ τούτου απαράδεκτος διότι όσα αναφέρονται περί εκβιασμού και πιέσεων, μάλιστα δε και εκ μέρους δήθεν της Μετριότητος ημών, δια την υπογραφήν της “δηλώσεως” είναι παντελώς ψευδή. Ουδέποτε ησκήθη προς υμάς πίεσις, πολλώ δε μάλλον εκβιασμός, δια την υπογραφήν εκ μέρους υμών “δηλώσεως” μετανοίας, αντιθέτως μάλιστα η πρότασις δια την υπογραφήν της ως είρηται δηλώσεως προήρχετο εκ της επιθυμίας ημών αλλά και της Αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου του Δεκεμβρίου του έτους 2001, κατόπιν εισηγήσεως της τριμελούς εξ Αρχιερέων Συνοδικής Επιτροπής υπό την Προεδρίαν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου, προς εκτόνωσιν της κρίσεως την στιγμήν κατά την οποίαν η συμπεριφορά υμών ωδήγει, κατά τον παρελθόντα Οκτώβριον, το Σεπτόν Σώμα της Ιεραρχίας εις την επιβολήν του επιτιμίου της ακοινωνησίας. Η εξ ευεργετικής λοιπόν διαθέσεως πρότασις ημών όλως κακοβούλως προβάλλεται εν τη επιστολή ως προϊόν “ψυχολογικής και πνευματικής βίας”, κατά πλήρη διαστρέβλωσιν της πραγματικότητος και προς δημιουργίαν εντυπώσεων.

Ήκοντες νυν εις τα επί μέρους οκτώ σημεία της επιστολής, αναφερόμενα κυρίως εις τας σχέσεις υμών μετά του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, έχομεν να παρατηρήσωμεν τα ως κάτωθι:

1. Ως προς το πρώτον σημείον: Κατά σαφεστάτην και ειλικρινή διαβεβαίωσιν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ιεροθέου, εάν μετά την περίφημον “δήλωσιν” επεδεικνύατε πνεύμα ταπεινώσεως και κατανοήσεως και διάθεσιν συμφιλιώσεως και καταλλαγής θα επελύοντο τα πλείστα των αναφυέντων προβλημάτων. Υμείς όμως δεν επεσκέφθητε ουδέ μίαν φοράν τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην υμών, ούτε καν επεκοινωνήσατε έστω και τηλεφωνικώς μετ' αυτού. Εάν εδεικνύατε πνεύμα συνεργασίας και υπακοής αι εξελίξεις θα ήσαν διαφορετικαί. Η φράσις δε η αποδιδομένη εις τον Σεβασμιώτατον ότι δήθεν είπε ότι “τα χρήματα πού δεν εδώσατε σε μένα θα τα πληρώσετε τώρα στους δικηγόρους” ουδέποτε διετυπώθη κατά την διαβεβαίωσιν του ιδίου και των παρόντων Κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως και ως εκ τούτου ελέγχεται ως ψευδής. Ουδέποτε εζήτησεν ο Σεβασμιώτατος “τάς εκατοντάδας των εκατομμυρίων δραχμών” ως αναληθώς αναφέρετε. Η δε αλήθεια είναι ότι την 9ην Μαρτίου 2002 εις συνάντησιν του Σεβασμιωτάτου μεθ' υμών και ενώπιον άλλων εδήλωσεν ούτος με διάθεσιν σκωπτικήν: “Λέτε ότι σάς ζήτησα 200.ΟΟΟ.ΟΟΟ εκατομμύρια δραχμές. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Το εβεβαίωσα και δι’ εγγράφου. Αλλά εάν υποτεθή ότι σάς ζήτησα χρήματα, θα ήταν πολύ λιγότερα από αυτά πού δώσατε για γνωμοδοτήσεις και στους δικηγόρους”. Ο δε παριστάμενος πατήρ Ιερώνυμος απήντησε αμέσως ότι “Το χρήμα πρέπει να κινείται”. Αποδεικνύεται λοιπόν η εκ μέρους υμών διάθεσις διαστρεβλώσεως και της πλέον αθώας φράσεως.

2. Ως προς το δεύτερον σημείον: Εάν αναφέρεσθε εις το έγγραφον της Ιεράς Συνόδου δια την περίπτωσιν των κατασκηνώσεων, μετά από καταγγελίαν του Πατριάρχου Ιεροσολύμων κ. Ειρηναίου, υπενθυμίζομεν υμίν ότι αι κατασκηνώσεις αύται της Ιεράς Μονής λειτουργούν άνευ αδείας και ευλογίας του οικείου υμών Ποιμενάρχου φιλοξενούσαι μάλιστα νέους προερχομένους και εξ άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, άνευ εγκρίσεως των κατά τόπους Αρχιερέων. Ως δε είχομεν επισημάνει εις προγενεστέραν Συνοδικήν Επιστολήν, κατά την διάρκειαν προετοιμασίας μιας τοιαύτης περιόδου υπήρξε και θανατηφόρον ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου εξετέθη η Ιερά Μητρόπολις Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και διεσύρθη από δημοσιεύματα η Εκκλησία. Ως δε προς την εκζήτησιν επιβραβεύσεων δια το υφ’ υμών και της συνοδείας υμών επιτελούμενον ιεραποστολικόν έργον, είναι περιττόν να επισημάνωμεν ότι απάδει τούτο ου μόνον προς την συμφώνως προς τα μοναχικά ιδεώδη εν ταπεινώσει και άνευ επιδιώξεως επαίνου ή ανταμοιβής, άσκησιν ανιδιοτελούς ιερατικής διακονίας, αλλά και προς το στοιχειώδες ορθόδοξον χριστιανικόν ήθος, γνώμων του οποίου τυγχάνει η προτροπή του Κυρίου “...όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοί εσμεν, ότι ό ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν (Λουκ. 17,ΙΟ).

3. Ως προς το τρίτον σημείον : Αυτεπαγγέλτως ο Εισαγγελεύς ήσκησε τελικώς ποινικήν δίωξιν δι' υπεξαίρεσιν επιστραφέντων εις την Ιεράν Μονήν φόρων Φ.Π.Α. μη κατατεθέντων εις το Ταμείον της Ιεράς Μονής, ύψους 73.ΟΟΟ.ΟΟΟ δραχμών. Το απαλλακτικόν βούλευμα σας απαλλάσσει μεν από την υπεξαίρεσιν, αλλά αφήνει σοβαράς αιχμάς δι' άλλα ποινικά αδικήματα ως λ,χ. δι' απιστίαν, τα οποία θα ερευνήση ο διαταχθείς και εν όψει διαχειριστικός έλεγχος. Είναι δε σημαντικόν να υπογραμμισθή ότι εις το εν λόγω βούλευμα αναφέρεται ότι οι επιστραφέντες φόροι δεν ετέθησαν εις το Ταμείον της Ιεράς Μονής αλλά εις έτερον νομίμως λειτουργούν ταμείον αυτής, μη ελεγχόμενον όμως υπό του Μητροπολίτου (!). Προς τί λοιπόν να υποστή εκκλησιαστικήν “συνέπειαν δια το βαρύτατον αυτό έγκλημά του” ο Σεβασμιώτατος; Που ευρίσκεται η “βαρυτάτη συκοφαντία του”; Αντιθέτως μάλιστα υμείς υπέχετε εκκλησιαστικάς εύθύνας, διότι δεν παρεδώκατε το βιβλίον του ταμείου τούτου να το ελέγξη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης, ο έχων το δικαίωμα τούτο έκ τε των Ιερών Κανόνων και της εκκλησιαστικής νομοθεσίας.

4. Ως προς το τέταρτον σημείον: Αδίκως κατηγορείται ο Σεβασμιώτατος ότι “εκινήθη εναντίον” της Ιεράς υμών Μονής δια καταγγελιών προς την Πολεοδομίαν περί ανεγέρσεως των κτιρίων αυτής ως αυθαιρέτων. Η αλήθεια επί του θέματος είναι ότι η Ιερά Μονή ανήγειρε Ξενώνα άνευ αδείας της Ναοδομίας, άνευ γνώσεως του Μητροπολίτου και άνευ εγκρίσεως δημοπρασιών υπ' αυτού, εν συνεχεία δε παρεπλάνησε την Πολεοδομίαν Ναυπάκτου ίνα μετατρέψη τον εν λόγω Ξενώνα εις Κέντρον Εκπαιδευτικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.). Ο ίδιος ο Προϊστάμενος της Πολεοδομίας διεπίστωσε το γεγονός τούτο και απλώς ενημέρωσε τον Σεβασμιώτατον ο οποίος, ως είχε καθήκον, ηρεύνησε το θέμα. Τα δε ελθόντα εις την Ναύπακτον εντεταλμένα όργανα της Ναοδομίας της Ιεράς Συνόδου διεπίστωσαν όντως τας υπερβάσεις διό και δι’ αποφάσεως της Ναοδομίας διετάχθη “η άμεσος διακοπή εργασιών της 13α/80 αδείας λόγω διαπιστωθεισών υπερβάσεων”.

5. Ως προς το πέμπτον σημείον: Κατά τρόπον ανοίκειον αναφέρεσθε εις το σημείον τούτο εις το πρόσωπον της Εφόρου της Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου κ. Σοφίας Κουβάτση, ότι δήθεν κατέλαβε την θέσιν της Εφόρου “παραγκωνισθέντος κάθε άλλου δικαιούχου παρά πάσαν αξιοκρατίαν και νομιμότητα με μοναδικόν σκοπόν την δίωξιν του Μοναστηριού...” και κατηγορών κατά τρόπον όλως απαράδεκτον τον Επίσκοπον υμών γράφετε ότι “ο Σεβ. κ. Ιερόθεος, από καιρού εφημολογείτο ότι επέτυχε την μετάθεσιν της στενής συνεργάτιδός του και συζύγου του οδηγού του αυτοκινήτου του κ. Σοφίας Κουβάτση εξ Αθηνών εις την Εφορίαν Ναυπάκτου και την ανέβασεν εις την θέσιν της Προϊσταμένης με τα πολιτικά μέσα τα οποία διέθετε”. Εισέρχεσθε ούτως εις έτερα ζητήματα εις τα οποία δεν έχετε αρμοδιότητα, καθώς επίσης στηρίζεσθε εις φημολογίας, τούθ' όπερ είναι ανάρμοστον εις Κληρικούς. Και ταύτα πάντα επειδή εθίγητε από τα επιβληθέντα πρόστιμα. Συμπληρώνετε μάλιστα εις το σημείον τούτο την απαράδεκτον φράσιν: “Ιδού το κατάντημα της πονηρίας και δολοπλοκίας κάποιων σταυρωτών Αρχιερέων, τιμωμένων και προβαλλομένων υπό της Εκκλησίας!!!...”.

6. Ως προς το έκτον σημείον: Ποιείτε λόγον εις το σημείον τούτο δια “τον άδικον, ανελέητον και απάνθρωπον διωγμόν εναντίον του πατρός Ιγνατίου”, ενώ γνωρίζετε ότι ο εν λόγω Κληρικός, έχει κατ' επανάληψιν δημιουργήσει προβλήματα εις τον Επίσκοπόν του, ου μόνον κατέφυγεν εις τον Εισαγγελέα, εις βάρος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, αλλά προσέφυγεν δίς εις το Συμβούλιον της Επικρατείας. Αποφεύγομεν δε παντός είδους σχολιασμόν δια την φοβεράν φράσιν υμών: “Ιδού η εκκλησιαστική ανταμοιβή των εργασθέντων και θυσιασθέντων χάριν της Εκκλησίας Κληρικών!!!... Θυσιάζονται ως θύματα και καλύπτονται αι ανομίαι κάποιων αδικούντων θυτών, σταυρωτών Αρχιερέων!!!..”

7. Ως προς το έβδομον σημείον: Ισχυρίζεσθε ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ, Ιερόθεος “παρά πάσαν νομιμότητα και κανονικότητα” αρνείται να τελέση τας προτεινομένας χειροτονίας πατέρων της Ιεράς Μονής και ότι “εάν δεν προβή εις τας χειροτονίας, τότε θα πρέπει το αρμόδιον Δικαστήριον, (εννοών προφανώς το Συμβούλιον της Επικρατείας) να μας προστατεύση από τας παρανόμους εκκλησιαστικάς επιθέσεις”. Δεν υπεισερχόμεθα εις την ουσίαν του εν λόγω θέματος καθόσον το χειροτονείν Διακόνους και Πρεσβυτέρους εναπόκειται εις την απόλυτον κανονικήν κρίσιν και δικαιοδοσίαν του οικείου Αρχιερέως, εκφράζομεν όμως ου μόνον την απορίαν αλλά και την βαθυτάτην θλίψιν ημών όταν είς Ηγούμενος και επί τριακονταπενταετίαν Ιεροκήρυξ εκφράζει μίαν τόσον ακραίαν και αντορθόδοξον άποψιν, γέμουσαν εκκοσμικεύσεως και πολιτειοκρατικής αντιλήψεως: Ορθόδοξος Ηγούμενος αιτούμενος παρ' ενός κοσμικού Δικαστηρίου την λήψιν αποφάσεως προς επιβολήν τελέσεως του Μυστηρίου της Ιερωσύνης! Θλιβερόν το ολίσθημα! Παρά ταύτα, ως πληροφορούμεθα υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, προ της δημιουργηθείσης εντάσεως, δεκατέσσαρες (14) αδελφοί της Ιεράς Μονής ευηργετήθησαν υπ' αυτού, ήτοι επτά (7) δια χειροτονίας (Πρεσβυτέρων και Διακόνων), τέσσαρες (4) δια χειροθεσίας Πνευματικού και τρεις (3) δια διορισμού, συνολικώς δε οι υπάρχοντες Κληρικοί εις την Ιεράν Μονήν ανέρχονται εις τον αριθμόν των δεκαπέντε (11 Πρεσβύτεροι και 4 Διάκονοι) εξ αυτών δε οκτώ είναι διωρισμένοι και λαμβάνουν ετησίως το ποσόν των 134.122,96 Ε (45.702.398 δρχ.). Ετέθησαν δε υπ’ όψιν της Ιεράς Συνόδου τα συνεχή έγγραφα υμών επί του θέματος τούτου, τα οποία είναι απαράδεκτα, δεδομένου ότι, ως προείπομεν, η χειροτονία των Κληρικών αποτελεί κανονικόν δικαίωμα του οικείου Ιεράρχου.

8. Ως προς το όγδοον, τέλος, σημείον : Αναφέρετε ότι “ο Σεβασμιώτατος κ. Ιερόθεος μετά την υπογραφήν της δηλώσεως την οποίαν εδημοσίευσε θριαμβολογών στα πέρατα της οικουμένης... εσυνέχισε τον άδικον διωγμόν εναντίον της Ιεράς μας Μονής...”. Η αλήθεια είναι ότι αρχικώς εις ουδεμίαν ενέργειαν προέβη ο Σεβασμιώτατος μετά την υπογραφήν της δηλώσεως. Όταν όμως η ιδία η Ιερά Μονή υμών, μετά την Απόφασιν της Ιεραρχίας περί μη επιβολής εις υμάς του επιτιμίου της ακοινωνησίας (λόγω του ότι υπεγράψατε την δήλωσιν), έσπευσε να διοχετεύση εις τον τοπικόν τύπον παραπλανητικάς δηλώσεις του τύπου: “Η Ιεραρχία αθώωσε τον Ηγούμενο ή κανένα επιτίμιο στον Σπυρίδωνα”, συνοδευομένας υπό φωτογραφίας υμών μετά Σταυρού, Επανωκαλυμμαύχου και Ράβδου, τότε ηναγκάσθη ούτος να δημοσιεύση το κείμενον της δηλώσεως, το οποίον έπρεπε υμείς να πράξητε συμφώνως τη αποφάσει της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου του Δεκεμβρίου του έτους 2001. Όσον αφορά δε εις το ότι ο Σεβασμιώτατος πολλάκις κατέφυγεν εις την Δικαιοσύνην σύρων ή διασύρων την Ιεράν Μονήν τυγχάνει ανακριβές, διότι, ως ούτος διεβεβαίωσεν υμάς, δίς μόνον ήγειρεν αγωγάς εναντίον δύο δημοσιογράφων, και όχι εναντίον της Ιεράς Μονής, διότι ούτοι δια σχετικών δημοσιευμάτων αυτών έθιγον το κύρος και την αξιοπρέπειαν αυτού.

Πανοσιολογιώτατε,

Περιττόν ίνα είπωμεν ότι πάντα τα αναφερθέντα στοιχεία και γεγονότα δι' ών αναιρούνται τα προβαλλόμενα “περίφημα” οκτώ σημεία της απαραδέκτου υμετέρας επιστολής είναι εις υμάς γνωστά, πλην όμως αποσιωπώνται ή διαστρεβλούνται επί τω τέλει της προβολής και κατισχύσεως των υμετέρων απόψεων.

Πέραν τούτων η ενορχηστρωμένη επίθεσις, δια προφορικών και γραπτών λόγων, εναντίον της Εκκλησίας και του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου υμών, προερχομένη τόσον από υμάς όσον και από τους Συλλόγους τους λειτουργούντας πέριξ της Ιεράς Μονής δια των περιοδικών αυτών, επ' ευκαιρία της εκδόσεως βουλεύματος, συνιστά απρεπή, ανοίκειον και αντιεκκλησιαστικήν ενέργειαν. Ιδία δε οι λόγοι υμών κατά τας Ιεράς Ακολουθίας της Μεγάλης Εβδομάδος, εξαιρέτως δε κατά την ημέραν της Αγίας και Μεγάλης Παρασκευής, αι οποίαι ομιλίαι μετεδόθησαν και δια του άνευ αδείας εκ μέρους της Μητροπόλεως και της Ιεράς Συνόδου λειτουργούντος Ραδιοφωνικού Σταθμού, δεικνύουν πόσον εξέστητε από του γνησίου εκκλησιαστικού φρονήματος, απαραιτήτου γνωρίσματος παντός Κληρικού και Λαϊκού.

Θλιβόμεθα δε διότι πάλιν και πολλάκις προσεπαθήσαμεν νουθετούντες υμάς εν αγάπη και πατρική στοργή ίνα γεφυρώσωμεν το χάσμα και επαναφέρωμεν την γαλήνην και ηρεμίαν εις τας σχέσεις υμών μετά του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου υμών. Φοβούμεθα όμως ότι θα παύση πλέον η γλώσσα της επιεικείας και θα χρησιμοποιηθή η τοιαύτη της αυστηρότητος, ουχί εκ λόγων τιμωρίας, αλλά προς συνετισμόν και επαναφοράν υμών εις τον δρόμον της κανονικότητος και υπακοής. Το επί τόσα έτη επαναλαμβανόμενον, “Μη τέκνα... μη ποιείτε ούτως..” (Α' Βασ. Β, 24) του Αρχιερέως Ηλί κινδυνεύει να οδηγήση άπαντας εις απώλειαν ψυχώλεθρον. Δια τούτο και επιβάλλεται η δραστικωτέρα αντιμετώπισις του προβλήματος, ίνα μη η χαίνουσα πληγή επεκταθή επικινδύνως και μολύνη ανεπανορθώτως άπαν το σώμα της τοπικής Εκκλησίας.

Το ύφος της επιστολής σας και αι φράσεις τας οποίας χρησιμοποιείτε εις βάρος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου είναι αχαρακτήριστα και απαράδεκτα. Δεν είναι δυνατόν Κληρικός να καταφέρεται με τοιούτους χαρακτηρισμούς κατά του Μητροπολίτου του, δοθέντος μάλιστα ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ, Ιερόθεος ανεφέρθη διεξοδικώς εις την Ιεράν Σύνοδον και Αύτη έλαβε τας συγκεκριμένας αποφάσεις. Επομένως το πρόβλημα υμών δεν υφίσταται μόνον μετά του οικείου υμών Ποιμενάρχου αλλά μετά της Ιεράς Συνόδου και γενικώτερον μετά της καθ' όλου Εκκλησίας.

Γενικώς ο τρόπος με τον οποίον ενεργείτε και η απείθεια προς τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην υμών και την Ιεράν Σύνοδον αποτελεί αρνητικόν παράδειγμα Ηγουμένου προς τους Μοναχούς αυτού. Ερωτάται πώς υπακούουν οι αδελφοί της Ιεράς Μονής εις υμάς, όταν υμείς δεν υπακούετε εις τον Μητροπολίτην και την Ιεράν Σύνοδον;

Εν κατακλείδι δε διερωτώμεθα πώς είναι δυνατόν διακατεχόμενοι υπό τοιούτου παραπικρασμού κατά του Επισκόπου σας, ούτινος η εκκλησιαστική πολιτεία, το φρόνημα και το ήθος, αλλά και η θεολογική κατάρτισις τυγχάνουν διορθοδόξως ανεγνωρισμένα, να λειτουργήτε μνημονεύοντες του ονόματος αυτού;

Πεποιθότες ότι ποιούντες την εσχάτην έκκλησιν προς υμάς θα συμμορφωθήτε πάραυτα εις τα εν τη εκτενεί ταύτη επιστολή διαλαμβανόμενα ευχόμεθα πατρικώς, όπως “ο δι' υπερβάλλουσαν αγαθότητα οδόν αρίστην την ταπείνωσιν υποδείξας ημίν... Χριστός ο αληθινός Θεός ημών” φωτίση υμάς και καθοδηγήση τα διαβήματα υμών προς εργασίαν των εντολών Αυτού, ίνα, εν μετανοία, υπακοή και ταπεινώσει (ως συνάδει τοις βιούσι την αγγελικήν πολιτείαν) αποδειχθήτε άξιοι οικονόμοι της Θείας Χάριτος εν ημέρα Κρίσεως.

† Ο ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ, Πρόεδρος