Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Το σύγχρονο κράτος και οι ανθρώπινες σχέσεις

του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Τελευταία γίνεται πολύς λόγος για την απάληψη από το σχέδιο του ευρωπαϊκού συντάγματος κάθε αναφοράς στις χριστιανικές ρίζες της Ευρώπης. Για το θέμα αυτό υπάρχει σχετική ανακοίνωση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που αναφέρει τα δέοντα. Είναι ένα θέμα πολύ σημαντικό, γιατί δείχνει το πνεύμα και τις κατευθύνσεις του σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους· ενός κράτους που βλέπει μόνο το σήμερα, χωρίς ιστορικές ρίζες, χωρίς οράματα και “διδακτική διάθεση” για τους πολίτες του. Δείχνει απρόθυμο να αναλάβη την ευθύνη της προβολής προτύπων. Αποφεύγει να συνδέση τον εαυτό του με κάποια ή κάποιες θρησκευτικές παραδόσεις. Από πολλούς θιασώτες της Νέας Ευρώπης το θέμα της θρησκευτικής πίστης θεωρείται θέμα περιθωριακό· θεωρείται ότι είναι κάτι που αφορά την προσωπική ιδιορρυθμία του κάθε πολίτη, αποτελεί ένα “απόρρητο προσωπικό δεδομένο”, με το οποίο το κράτος δεν πρέπει καθόλου να ασχολήται. Έτσι, το “πνεύμα” του σύγχρονου κράτους αποκλείει από τους πολίτες του τις διαφυγές από τον στενό κλοιό των οικονομικών συμφερόντων, της ιδιοτέλειας και των εγωϊστικών απαιτήσεων. Τους διδάσκει την πρακτική σκέψη τού, πώς μέσα από τα συστήματα των νόμων, “χωρίς λύπη, χωρίς αιδώ”, θα μπορούν να πετυχαίνουν τους στόχους τους. Το “πνεύμα της ελεύθερης αγοράς” έχει διαποτίσει άλλες τις εκφάνσεις της σύγχρονης πολιτικής σκέψης.

Δεν έχω την πρόθεση να αναλύσω αυτό το επίκαιρο θέμα. Θέλω απλώς να δείξω ότι αποτελεί μια από τις αιτίες του παγώματος των διαπροσωπικών σχέσεων στις σύγχρονες κοινωνίες. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, οι υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις προϋποθέτουν την ειλικρίνεια και την αγάπη και αυτές για να υπάρξουν χρειάζονται την ελευθερία του “θεολογικού ουρανού”. Δεν μπορεί να ζήσουν μόνο με τον επίγειο άρτο. Όταν ο ουρανός της πίστεως κλείνει, τότε σκοτεινιάζει όλη η ζωή· υποτασσόμαστε στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, υπακούουμε στο νόμο της ζούγκλας.

Απτά παραδείγματα για τα παραπάνω μας δίνουν συνεχώς τα Μ.Μ.Ε. Τον τελευταίο καιρό, λοιπόν, πληροφορούμαστε συνεχώς για κοινωνικές αναταραχές, οι οποίες έχουν ως υπόβαθρο την “νόμιμη” αγνόηση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, την κατοχηρωμένη από τους νόμους αδιαφορία κάποιων οικονομικά ισχυρών για τις υλικές ανάγκες των εξαρτημένων από τις δραστηριότητές τους συνανθρώπων τους. Οι αναταραχές αυτές είναι αποτελέσματα της ψυχρής επιχειρηματικής λογικής, που κυριάρχησε στις σύγχρονες ελεύθερες κοινωνίες. Είναι μια λογική που δεν βλέπει μπροστά της ανθρώπους, δηλαδή, ελεύθερες λογικές υπάρξεις με αναζητήσεις, αγωνίες, αδιέξοδα, επιθυμίες και οράματα. Βλέπει μόνον το δίδυμο του κόστους και του κέρδους, εστιάζοντας πιο πολύ την προσοχή στο ρυθμό αυξήσεως του κέρδους. Όσοι κυριαρχούνται από αυτή τη λογική, ακόμη και τους υπαλλήλους και τους εργάτες τους, με τους οποίους, μέσα στο πνεύμα της χριστιανικής παράδοσης, θα έπρεπε να έχουν μια πολύ στενή ανθρώπινη σχέση, τους βλέπουν σαν ουδέτερες οικονομικές μονάδες ή, πιο σωστά, τους αισθάνονται σαν κάποια “πρώτη ύλη”, η οποία έχει γι’ αυτούς συγκεκριμένο κόστος, το οποίο η επιχειρηματική τους “σύνεση” επιδιώκει συνεχώς να συμπιέζη. Έτσι βλέπουμε χιλιάδες εργάτες εργοστασίων να μένουν χωρίς εργασία, επειδή οι διοικήσεις των εργοστασίων στα οποία εργάζονταν, κήρυξαν πτώχευση ή, μελετώντας την παγκοσμιοποιημένη αγορά εργασίας, διαπίστωσαν ότι, αν μεταφέρουν το εργοστάσιό τους σε κάποια άλλη χώρα, το κόστος των εργατικών χεριών θα είναι πολύ μικρότερο, οπότε το κέρδος της επιχείρησής τους θα γίνει πολύ μεγαλύτερο. Μέσα σ’ αυτή τη λογική ο ανθρώπινος παράγοντας, με την πολυπλοκότητα των ψυχοσωματικών λειτουργιών και αναγκών του, εκμηδενίζεται ή μάλλον μαζοποιείται, γίνεται άμορφη κοινωνική μάζα, η οποία, όταν δε συμφέρει σαν “πρώτη ύλη” στην “βιομηχανία του κέρδους”, αποβάλλεται σαν “οικονομικό απόβλητο” μέσα στις κοινωνίες των πόλεων δηλητηριάζοντας με αναστατώσεις και φτώχεια τη ζωή τους.

Αυτό το οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα είναι κάτι που αφορά άμεσα την Εκκλησία. Όχι τόσο γιατί την υποχρεώνει να επεκτείνη τις ήδη υπάρχουσες φιλανθρωπικές δραστηριότητές της, όσο γιατί πρέπει να διατυπώση πειστικά την αλήθεια, ότι όλα αυτού του είδους τα προβλήματα είναι αποτελέσματα του αποκλεισμού της χριστιανικής θεολογίας από το υπόβαθρο της πολιτικής σκέψης. Η θεολογία δεν μετατρέπεται σε πολιτική, αλλά με το πνεύμα της διευρύνει τους ορίζοντες των πολιτικών και εξανθρωπίζει τις πολιτικές.

Πρέπει να επισημανθή όμως ότι η ψυχρή επιχειρηματική λογική είναι μια λογική εύκολα κατανοητή και αποδεκτή από όλους τους “συνετούς” ανθρώπους του αιώνος τούτου, ενώ πολλοί από αυτούς δυσκολεύονται να αποδεχθούν και να ομολογήσουν την ιστορική σημασία της πίστης, ιδιαίτερα της Χριστιανικής, για την πολιτισμική οικοδόμηση των προηγμένων κοινωνιών, ιδιαίτερα της Ευρώπης. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι η σύγχρονη Ευρώπη, η οποία μας ενδιαφέρει άμεσα, δεν ευτύχησε να οικοδομηθή πάνω στον καθαρό λόγο των Αποστόλων και των Προφητών, αλλά στις αιρετικές διαστρεβλώσεις του ευαγγελικού μηνύματος, που έγιναν αιτία για έριδες και θρησκευτικούς πολέμους, που δημιούργησαν πολλά τραύματα στο σώμα της δυτικής Ευρώπης.. Παρά ταύτα όμως βασικοί κανόνες ζωής, όπως αυτοί που περιέχονται στην “επί του Όρους ομιλία” του Χριστού, βρίσκονται ακόμη μέσα στις συνειδήσεις όλων των χριστιανικών λαών, σαν αρχαία απηχήματα, έστω ισχνά, μιας πλούσιας πνευματικής παραδόσεως. Αυτά τα ισχνά απηχήματα έχουν την δύναμη – αν θέλουμε– να εμπλουτίσουν και πάλι την ζωή των ευρωπαϊκών λαών με την αρχοντιά και το φιλότιμο της ζωής που κήρυξε ο Χριστός. Αρκεί βέβαια να υπάρχουν οι κατάλληλοι “ενισχυτές” αυτών των ισχνών απηχημάτων. Αυτοί οι “ενισχυτές” μπορεί να προέρχονται από όλες τις κατηγορίες των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

Προφανώς οι κυβερνήσεις των κρατών δεν μπορούν να παίξουν τον ρόλο των θρησκευτικών ηγετών, δεν μπορούν να ταυτισθούν με τις εκκλησιαστικές διοικήσεις. Μπορούν όμως να προβάλλουν πρότυπα, τα οποία βρίσκονται στις παραδόσεις των λαών τους. Σ’ αυτό το σημείο όμως υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα. Οι συζητήσεις γύρω από το σύνταγμα της Ευρώπης έδειξαν ότι οι σύγχρονες δημοκρατικές κυβερνήσεις δεν τολμούν να επιλέξουν πρότυπα για τους λαούς τους. Δεν αναλαμβάνουν αυτό το ρίσκο. Θέλουν τον ρόλο του απλού διαχειριστή των καταστάσεων που δημιουργεί η ελεύθερη ανθρώπινη δραστηριότητα.

Όλα αυτά βέβαια δεν ισχύουν ακόμη για το Σύνταγμα και τους νόμους του Ελληνικού κράτους, στους οποίους υπάρχουν αρχές και πρότυπα. Για παράδειγμα ο εκπαιδευτικός νόμος 1566/85, στο άρθρο 1, περί του γενικού σκοπού της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, μεταξύ άλλων προβλέπει, την υποβοήθηση των μαθητών “..νά διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παράδοσης”. Τέτοιες διατάξεις, βέβαια, δεν είναι γνωστό πόσο ακόμη θα αντέξουν, γιατί σε λίγο καιρό θα αρχίσουμε, ως νομοταγείς ευρωπαίοι πολίτες, να προσαρμόζουμε τους νόμους μας προς τις αρχές του εκκολαπτόμενου ευρωπαϊκού συντάγματος.

Το θέμα είναι ότι πολλά πράγματα μπορούν να γίνουν νόμιμα, ενώ είναι άδικα και απάνθρωπα. Η επιδίωξη όλων των δημοκρατικών κυβερνήσεων είναι να προσεγγίζουν με τους νόμους που ψηφίζουν, όσο μπορούν πιο πολύ, το δίκαιο. Όταν όμως τα νομοθετικά σώματα επηρεάζονται από τους απρόσωπους δείκτες της οικονομίας, τότε αυτό είναι πολύ δύσκολο. Η άσκηση της νομοθετικής εξουσίας μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα “θέλει αρετήν και τόλμην”. Απαιτεί προϋποθέσεις που είναι έξω από το “πνεύμα της οικονομίας”. Οι ρίζες της ανθρωπιστικής και θρησκευτικής παράδοσης, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτή είναι εμποτισμένη από την διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων, μπορούν να δώσουν αυτές τις προϋποθέσεις. Μπορούν να δώσουν δυνάμεις για έναν εξανθρωπισμό του κράτους και της οικονομίας, ώστε το πρωτεύον να μην είναι η ευημερία των αριθμών, αλλά η ευημερία και η πρόοδος των ανθρώπων.

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 1059

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance