Γεγονότα καὶ Σχόλια: “Νομικόν καθήκον”

Τους νόμους του κράτους οφείλουμε να τους τηρούμε και ας μη τους πιστεύουμε. Τα πράγματα όμως δεν είναι ίδια με τη Θεία Λειτουργία. Εκεί η “νομική” υποχρέωση προϋποθέτει πίστη. Αν δεν πιστεύουμε κάτι, όχι μόνο δεν είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε, αλλά είμαστε ανέντιμοι και υποκριτές όταν το κάνουμε. Γι’ αυτό όταν κάποιες από τις βασικές θεολογικές και κανονικές προϋποθέσεις της Θείας Λειτουργίας δεν ελκύουν την πίστη μας, είναι προτιμότερη η αποχή μας από αυτήν. Εκτός και αν διαπιστώνουμε ότι διακατεχόμαστε από αδυναμία πίστεως, από σκληρότητα καρδιάς ή επηρμένο φρόνημα, που αντιδρούν στην πίστη, την οποία όμως παρά ταύτα επιθυμούμε να αποκτήσουμε. Σε μια τέτοια περίπτωση η τήρηση του “νόμου” είναι μια συνετή κίνηση, γιατί πραγματοποιείται με ειλικρινή ασκητική διάθεση, προκειμένου η τήρησή του να βοηθήση την καρδιά μας να αποβάλλη την σκληρότητά της και να πιστέψη.

Σημείωσα τα παραπάνω προκειμένου να αναφερθώ στην κατακλείδα της απάντησης του Αρχιμ. Σπυρίδωνος Λογοθέτη προς τον Μακ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλο, η οποία δημιουργεί πολλά ερωτηματικά. Πιστεύω ότι αυτά που λέγονται εκεί αποκαλύπτουν τις εκκλησιολογικές και θεολογικές βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται όλη η νοοτροπία που εκφράζει η συγκεκριμένη συκοφαντική επιστολή. Γράφει, λοιπόν, ο π. Σπυρίδων, ότι μνημονεύει “τού ονόματος του Σεβ. κ. Ιεροθέου κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας, διότι τούτο είναι νομικόν καθήκον”. Επειδή είναι γνωστό το πώς ενοείται τη λέξη “νομικόν”, σύμφωνα με τη “νομολογία” της Ιεράς Μονής, συνάγουμε το συμπέρασμα ότι μνημονεύει του ονόματος του Μητροπολίτου Ναυπάκτου, διότι έτσι τον συμβούλεψαν οι νομικοί του σύμβουλοι. Του είπαν, δηλαδή, ότι αν πάψη να μνημονεύη τον Μητροπολίτη της περιοχής του η λειτουργική του πράξη θα είναι παράνομη. Και σ’ αυτήν την περίπτωση κανένα δικαστήριο, ούτε κι αυτό το Συμβούλιο της Επικρατείας θα μπορέση να κατοχηρώση ως κανονική και νόμιμη την Θεία λειτουργία που θα τελή. Οπότε η μνημόνευση του Μητροπολίτου επιβάλλεται σ’ αυτόν ως “νομικόν καθήκον”.

Φοβερότερη όμως από αυτό το “νομικόν καθήκον” είναι η εξομοίωση της μνημόνευσης του Επισκόπου με την προσευχή που πρέπει να κάνη κάθε Ιερέας “υπέρ των διωκόντων”, των “καταρωμένων” και γενικά των “επηρεαζόντων” αυτόν. Είναι φοβερή αυτή η εξομοίωση διότι η μνημόνευση του Επισκόπου ταυτίζεται έτσι με τα προσωπικά μας αισθήματα και τις ιδιορρυθμίες, ενώ είναι η σφραγίδα της κανονικότητος της Θ. Λειτουργίας που τελούμε. Η σφραγίδα αυτή σημαίνει, αφ’ ενός μεν ότι έχουμε την ευλογία από τον συγκεκριμένο Επίσκοπο να τελούμε τα μυστήρια για τα οποία αυτός έχει την ευθύνη, αφ’ ετερου δε ότι έχουμε την ίδια πίστη με αυτόν και είμαστε ενωμένοι μαζί του “εν τη αυτή γνώμη”.

Ορισμένοι, βέβαια, επειδή δεν βρήκαν αυτές τις αλήθειες μέσα σε κοσμικούς νόμους και σε αποφάσεις δικαστηρίων, θέλουν να τις αγνοούν.

π. Θ.Α.Β.

Ετικέτες: ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ