Πέτρου Πιτσιάκκα: Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και το 1821 στην Κύπρο

του Πέτρου Πιτσιάκκα, φιλολόγου

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι μέγα γεγονός της ελληνικής ιστορίας. Το σύνθημα “Τούρκος να μη μείνει στο Μοριά, μηδέ στον κόσμο όλο”, που συγκλόνισε το πανελλήνιο, δεν ήταν δυνατό να αφήση ασυγκίνητους τους Κυπρίους. Για την ενεργό δράση των Κυπρίων στον Αγώνα δεν αναφέρεται σχεδόν τίποτα στις γενικές εργασίες της επανάστασης, που διαφωτίζουν τα τραγικά γεγονότα. Ωστόσο, από την πρώτη στιγμή, Έλληνες Κύπριοι μυούνται στη Φιλική Εταιρεία και ενισχύουν τον κοινό αγώνα, υλικά και ηθικά. Η ένοπλη δράση, η προσφορά αίματος, η παρουσία στην παιδεία και στη διοίκηση της επανάστασης, συνοψίζουν την κυπριακή συμβολή στον Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Κορυφαίο γεγονός όμως αποτελεί η θυσία εκατοντάδων μαρτύρων, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, τον Ιούλιο του 1821.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός (Στρόβολος Λευκωσίας 1756- Λευκωσία 1821), έλαβε στοιχειώδη μόρφωση στη μονή Μαχαιρά και παρακολούθησε ανώτερα θεολογικά και φιλολογικά μαθήματα στη Μολδαβία, με τη βοήθεια του ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτσου. Το 1810 ανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κύπρου. Ήταν λόγιος και έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην παιδεία. Το 1812 ίδρυσε την “Ελληνική Σχολή Λευκωσίας”, πρόδρομο του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Επίσης κατόρθωσε να βελτιώση τα οικονομικά της αρχιεπισκοπής.

Δεν είναι γνωστό πότε μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και από ποιόν. Όμως το 1820 έδωσε στο Φιλικό Δημήτριο Ίπατρο, που τον επισκέφθηκε, υπόσχεση για οικονομική βοήθεια. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Υψηλάντης έστειλε το συνεργάτη του Αντώνιο Πελοπίδα να παραλάβη τη “γενναία εισφορά” του Αρχιεπισκόπου, στέλνοντάς του μαζί με τις ευχαριστίες του, και το συνθηματικό μήνυμα ότι “η έναρξη του σχολείου εγγίζει”, υπονοώντας τον επικείμενο ξεσηκωμό. Η Φιλική Εταιρεία είχε αποφασίσει, αυτή καθ’ εαυτή η Κύπρος, να μην αναλάβη ένοπλο αγώνα, λόγω κυρίως της γεωγραφικής της θέσης, αλλά να περιοριστή σε υλική βοήθεια. Ταυτόχρονα κάλεσε τον Αρχιεπίσκοπο “νά σκεφθή πώς να διαφυλάξη το ποίμνιόν του από τους κατοίκους εκεί εχθρούς”.

Ένα μήνα μετά την έναρξη της επανάστασης, εκδόθηκε σουλτανικό διάταγμα για τον αφοπλισμό των χριστιανών της Κύπρου, που εκτελέστηκε χωρίς αντίσταση. Ο Αρχιεπίσκοπος με εγκύκλιο του, που θυμίζει ανάλογη ενέργεια του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, καλούσε τους Έλληνες να υπακούσουν και να παραμείνουν ήρεμοι και αδρανείς. Πέραν της εγκυκλίου, έδωσε και διαβεβαιώσεις στον κυβερνήτη της Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ για τη νομιμοφροσύνη των Ελλήνων.

Παρά τις προσπάθειες του Αρχιεπισκόπου να διαφυλάξη την ειρήνη στο νησί, οι τουρκικές αρχές ήταν αποφασισμένες να προχωρήσουν σε ενέργειες εκφοβισμού του λαού. Με αφορμή προκηρύξεις που διένειμε στη Λάρνακα ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησέας, ο Κιουτσούκ κατήγγειλε στην Υψηλή Πύλη ότι οι Έλληνες Κύπριοι ετοίμαζαν επανάσταση, υποβάλλοντας ταυτόχρονα και κατάλογο προγραφών επιφανών προσώπων. Μετά την έγκριση του αιτήματός του, ο Κυβερνήτης προχώρησε σε συλλήψεις, δημεύσεις περιουσιών και εκτελέσεις. Την 9η Ιουλίου άρχισε η μεγάλη σφαγή των αρχιερέων και των προκρίτων του νησιού. Πρώτος απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος και ακολούθησε ο αποκεφαλισμός των Μητροπολιτών Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας. Τον επόμενο χρόνο ο Σουηδός επισκέπτης Μπέργκρεν έγραψε ότι “η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν πιτσιλισμένα με αίμα”.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός γνώριζε τον επικείμενο θάνατό του. Ο άγγλος περιηγητής Carne, που τον είδε πριν από τα γεγονότα της 9ης Ιουλίου, αναφέρει ότι ο Αρχιεπίσκοπος του είπε: “Ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω πως μόνο ευκαιρία περιμένουν, για να με θανατώσουν”. Και ενώ γνωρίζει την επικείμενη θανάτωσή του, εκούσια αποφασίζει να παραμείνη στην έπαλξή του, διασώζοντας την αξιοπρέπεια του Έλληνα και αντιμετωπίζοντας το θάνατο ως μια προσφορά προς το έθνος και το ποίμνιό του. Αρνήθηκε να φύγη από το νησί, για να σώση τη ζωή του, λέγοντας ότι θα παρέμενε, για να προσφέρη κάθε δυνατή προστασία στο λαό του και να χαθή μαζί του.

Ο ποιμενάρχης της Κύπρου Κυπριανός επεχείρησε να κρατήση λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο ευκταίο και το εφικτό, ανάμεσα στη φιλοπατρία και τα ποιμαντορικά του καθήκοντα, υποστηρίζοντας από τη μια την επανάσταση στην Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα αποφεύγοντας να αναμείξη την Κύπρο ενεργά σ’ αυτή. Όμως όποιες και να ήταν οι επιλογές του, οι περιστάσεις και τα πάθη δε θα του επέτρεπαν να αποτρέψη την καταστροφή για το νησί. Πρώτο θύμα ήταν ο ίδιος. Αρνούμενος να εγκαταλείψη το ποίμνιό του, βάδισε συνειδητά προς την αγχόνη, κερδίζοντας την αθανασία στη συλλογική μνήμη του ελληνισμού. Σ’ αυτή του την απόφαση εκδηλώνεται η ελληνορθόδοξη παράδοση της Κύπρου και συμπυκνώνεται το υπεριστορικό πνεύμα του ελληνισμού στον αγώνα του για την πατρίδα και την ελευθερία. Αυτό το πνεύμα εκφράζει και η απάντηση που έδωσε στις απειλές του Τούρκου κυβερνήτη της Κύπρου περί αφανισμού των Ρωμιών, με την οποία διασώζει ταυτόχρονα και την εθνική μας αξιοπρέπεια:

Η Ρωμιοσύνη έν* φυλή συνότζιαιρη* του κόσμου

Κανένας δεν ευρέθηκε για να την ιξηλείψη*

Κανένας γιατί σσιέπει* την πού τάψη* ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή όντας ο κόσμος λείψη.

Εν = είναι

Συνότζιαιρη = σύγχρονη

Ιξηλείψει = εξαλείψει

Σσιέπει = σκεπάζει, προστατεύει

Τάψη = τα ύψη