Θωμά Παναγιωτόπουλου: Δ' Περίοδος τῆς ίστορίας τῆς Ναυπάκτου

του Θωμά Παναγιωτόπουλου

διευθυντή του 2ου Δημ. Σχολείου και Δημοτικοῦ Συμβούλου Ναυπάκτου

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί τμήμα της εισηγήσεως του κ. Θ. Παναγιωτόπουλου στην ημερίδα Εκπαιδευτικών με θέμα “Τοπική ιστορία”, στην οποία είχαμε αναφερθή στο προηγούμενο τεύχος.

Ο εκπορθητής σουλτάνος Βαγιαζήτ Β`, εκτιμώντας την στρατηγική θέση της Ναυπάκτου, μερίμνησε για την οχύρωση της εισόδου του Κορινθιακού με τα κάστρα Ρίου και Αντιρρίου, προκειμένου να τον μεταβάλλει σε κλειστή, υπό τον έλεγχό του, θάλασσα. Η επέκταση των Οθωμανών στα Βαλκάνια προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, την αφύπνιση και την συσπείρωση των δυνάμεων της Δύσης, καθώς ήταν ορατός ο κίνδυνος περαιτέρω επέκτασής τους και η ανατροπή του προνομίου τους στο θαλάσσιο εμπόριο, κίνδυνος που επιτάθηκε με την κατάληψη της Κύπρου το 1570.

Όμως το μέγα γεγονός που συνέδεσε άρρηκτα το όνομά της με την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια ιστορία, ήταν η ναυτική αναμέτρηση ανάμεσα στην πανίσχυρη ακόμη οθωμανική αυτοκρατορία και στο συνασπισμένο στόλο της χριστιανικής Ευρώπης, στις 7 Οκτωβρίου 1571. Και παρότι αυτό έλαβε χώρα έξω από τα νερά της, η Ιστορία κατέγραψε με το όνομα της πόλης Ναυμαχία της Ναυπάκτου ή του άήήήήιή, όπως αποκαλούσαν τον κόλπο και την πόλη οι Βενετοί και οι άλλοι Ευρωπαίοι.

“....και εις τας επτά του Οκτωβρίου μηνός, ημέρα Κυριακή εβγήκεν η αρμάδα των Χριστιανών εκ την Κεφαλονίαν.....καί η αρμάδα η τούρκικη εβγήκεν εκ την Ναύπακτον, και ανταμώθηκαν εις το νησί Κουτζουλάρων. Εις τας τρεις ώρας της ημέρας εσμίξαν οι αρμάδες οι δύο και εδόθη ο πόλεμος ο θαυμαστός και ο μέγας. Και η δύναμις του αυθέντος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και Θεού και η πρεσβεία της Παναγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων ενίκησαν οι Χριστιανοί και εκατέκαψαν και ετρόπωσαν και επήραν πολλήν αρμάδα των Αγαρηνών· ολίγα έφυγαν και επήγαν μέσα εις την Ναύπακτον.....”

Έτσι λακωνικά και απλοϊκά κατέγραψε ο ανώνυμος χρονικογράφος την καταστροφή του τούρκικου στόλου. Ο Θερβάντες στον “Δόν Κιχώτη” γράφει “....κείνη τη μέρα γίνηκε η αφορμή να σκορπιστεί η πλανερή ιδέα που ’χε όλος ο κόσμος κι όλα τα έθνη, πώς οι Τούρκοι ήταν τάχα ανίκητοι στη θάλασσα. Εκείνη την ημέρα συντρίφτηκε η οθωμανική αλαζονεία και η φαντασία.....”

Ο επισκέπτης της πόλης μας και σήμερα, αν σταθεί ψηλά στο Κάστρο και δρασκελίσει το χρόνο, θα αφουγκραστεί το μουγκρητό της Ναυμαχίας και θα νιώσει τη θάλασσα ν’ ανοίγει και να καταπίνει χιλιάδες ανθρώπους και εκατοντάδες καράβια.

Στα μέσα του 17ου αιώνα η σύγκρουση μεταξύ Ιταλικών πόλεων και Τούρκων διευρύνθηκε και με τη συμμετοχή του αυτοκράτορα της Γερμανίας και των Ιπποτών της Μάλτας υπό την αρχιστρατηγία του Ενετού Μοροζίνι, ο οποίος το 1687 μ.Χ είχε καταλάβει την Πάτρα, οι Τούρκοι φοβισμένοι εγκαταλείπουν τα κάστρα Αντιρρίου και Ναυπάκτου. Το 1692 ο Πασάς Ιωαννίνων Χάλ κάνει επιδρομή για ανακατάληψη των κάστρων αλλά αποτυγχάνει.

Στις 16 Ιανουαρίου 1699 υπογράφεται η συνθήκη του Κάρλοβιτς μεταξύ της ηττημένης Τουρκίας και της Αυστρίας, Ρωσίας, Βενετίας και Πολωνίας με την οποία η Τουρκία αποχωρεί από τις Παραδουνάβιες περιοχές και η Βενετία επιστρέφει και πάλι την Ναύπακτο στους Τούρκους.

Ακολουθεί μακρά τουρκική κατοχή. Για την κατάσταση, που επικρατούσε στην πόλη, μας δίνουν πληροφορίες αρκετοί περιηγητές και μάλιστα σημαντικές. Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή.

Ο Τσελεμπή περιγράφοντας το Κάστρο της πόλης μας πληροφορεί ότι περιβάλλεται από τάφρο πλατειά και ρηχή, γιατί είναι σκαμμένη πάνω στο βράχο. Κατά τον Τσελεμπή, στην πόλη λειτουργούσαν οκτώ τζαμιά το Φετιχιέ τζαμί (τό τζαμί της άλωσης), του Ντουρκάμπεη, στα Πηγάδια, του Μεχμέτ εφέντη, του Ίτς Καλέ, το ομώνυμο τζαμί του Μπαμπά Τσαούς και του Βαγιαζήτ Βελή και έξω από τη μεγάλη Πύλη, τη Μετρόπολη Πόρτα του Ομέρ εφέντη, ενώ υπήρχαν ακόμη τρεις Μεντρεσέδες Ουλεμάδων, ιεροδιδασκαλεία δηλαδή ανώτερων θεολόγων, Μεκτέπ για τα παιδιά των Αϊάνηδων, σχολεία δηλαδή για τα παιδιά των ευπόρων, 6 τεκέδες δερβίσηδων, ήτοι ησυχαστήρια μωαμεθανών καλογήρων, του Μεχμέτ εφέντη, του Καραμπάς Μεχμέτ εφέντη, του Αζίζ Μεχμέτ εφέντη και έξω από το φρούριο οι τεκέδες των σεΐχηδων Ομέρ εφέντη και Κουτσούκ Μεχμέτ εφέντη, ενώ στους μαχαλάδες υπήρχαν Μεστζίτ, εκ των οποίων δύο μέσα στο Φρούριο του Χατζή και του Εμπουσαΐτ εφέντη.

Τα σπίτια που τα υπολογίζει σε 3000, που σημαίνει, αν αυτό είναι αληθινό, πώς η πόλη είχε πληθυσμό περίπου 14.000-15.000 ψυχές, ήταν, κατά τον Τσελεμπή, πέτρινα, καλοδιακοσμημένα, με κεραμίδια και προσανατολισμό προς το Κιμπλέ, δηλαδή προς την Ανατολή, με μεγάλα παράθυρα, σαχνίσια -εξώστες και μπαλκόνια βαμμένα σε διάφορα χρώματα. Οι δρόμοι της πόλης ήταν φαρδιοί και στρωμένοι με καλντερίμι, πόλη που “θά τη ζήλευαν ακόμα και σουλτάνοι”. Για την ύδρευση υπήρχαν 45 βρύσες για κοινή χρήση, κάθε σεράϊ είχε τη δική του βρύση, συνολικά δε υπήρχαν 245 βρύσες.

Εκθειάζοντας την πόλη γράφει πώς “..υπάρχουν ένα γύρω σαράντα εξοχές, που πάνε οι κάτοικοι της Ινέμπαχτης για να ψυχαγωγηθούν, να δροσιστούν και να ξαποστάσουν... ανάμεσά τους ένα πλάτωμα, έξω από την Πύλη των Σαλώνων με εκατοντάδες δέντρα, πλατύφυλλα και σκιερά, όπως πλατάνια και λεύκες... με τα φυλλώματά τους κρύβουν τις καυτές αχτίνες του αστεριού, που φωτίζει τον κόσμο, γι’ αυτό και καταφεύγουν εκεί κοπάδια ολόκληρα από πρόβατα, που αναζητούν σκιά και δροσιά... καμμιά τρακοσαριά βήματα πιο κάτω υπάρχουν υδρόμυλοι, που επισκέπτονται συχνά οι κάτοικοι για τέρψη και ξεκούραση... Στην πόλη έφτασα το 1077, δηλαδή το 1666 μ.Χ.”

Το Κάστρο της πόλης περιέβαλε, γράφει ο Τσελεμπή, τάφρος πλατειά και ρηχή, εξαιτίας που είναι σκαμμένο πάνω στο βράχο, αλλά βαθαίνει απότομα προς τη μεριά του Ίτς Καλέ, "γιά το λόγο ότι εκεί υπερυψώνεται το έδαφος". Για την τάφρο αυτή υπάρχουν οι ακόλουθες δύο μαρτυρίες: Η μία είναι του Τούρκου ζωγράφου Nasuh Matrakci, μία μικρογραφία του Κάστρου κατά το 16ο αιώνα, στην οποία η τάφρος ανατολικά εκτείνεται στα δύο χαμηλότερα διαζώματ, ενώ δυτικά περιορίζεται μέχρι το πρώτο διάζωμα. Η άλλη είναι από τη μικρογραφία άγνωστου καλλιτέχνη, που εκτίθεται στο Top Kapi Seray στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία η τάφρος απεικονίζεται λανθασμένα και για καθαρά αισθητικούς λόγους να περιβάλει όλο το φρούριο, ενώ στο μέσο του περίπου, δεξιά και αριστέρα μέσα στην τάφρο υπάρχει από μια επεξηγηματική επιγραφή στα τούρκικα, με τη λέξη "χαντάκι". Σ’ όλα τα μεσαιωνικά κάστρα υπήρχε τάφρος, για να καθιστά, αν όχι αδύνατη, τουλάχιστον δύσκολη, στα πεδινά του τμήματα, την αναρρίχηση του εχθρού.

 

  • Προβολές: 1393

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance