Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Το “παλιό”, το “νέο” και η Παράδοση

του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Μέσα στο θόρυβο της σύγχρονης προεκλογικής αγοράς ακούγονται πολλές αλήθειες, που έχουν σχέση με τις επιμέρους πολιτικές των διαφόρων κομμάτων, οι περισσότερες όμως αλήθειες και οι πιο θεμελιακές κρύβονται κάτω από τον κονιορτό της πολιτικής “εφημερότητας”. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κάτω από τις έντονες αντιθέσεις και πίσω από τις εντυπωσιακές συνθέσεις αφήνεται παραπεταμένη –στά αζήτητα– η πραγματικότητα του ανθρώπου, το νόημα της οποίας δεν εξαντλείται στον τιμάριθμο των λαϊκών αγορών ή στο αξιοπρεπές κατώτατο όριο της σύνταξης ή ακόμη στην ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων. “Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος”. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη από τον άρτο, δηλαδή, από την καλή οικονομική κατάσταση, τις καλές συνθήκες εργασίας, τις ίσες ευκαιρίες για μόρφωση και επαγγελματική εξέλιξη, όμως δεν μπορεί να ζήση –ως ψυχοσωματική συγκρότηση, ως κεκλημένος να γίνη θεός– μόνο με αυτά. Η πραγματικότητά του φωτίζεται επαρκώς μόνο από την θεολογία, κι ας μη μπορούν κάτι τέτοιο να το αποδεχθούν ορισμένοι παλαιοί –“δεξιόστροφοι” ή “αριστερόστροφοι”– θιασώτες της “νέας εποχής”· ο άνθρωπος, ό,τι και να τον κάνουν, είναι ένα όν με προοπτική που ξεφεύγει από τα περιορισμένα όρια της εγκοσμιότητας. Αυτή η θεολογική προοπτική του ανθρώπου είναι ο πυρήνας όλων των λαϊκών αναζητήσεων και των κοινωνικών προβλημάτων. Αυτή συνιστά την αθέατη πλευρά της κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτή η πλευρά χρειάζεται να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψη και να μη αποσιωπάται, ούτε να διαστρεβλώνεται.

Στη συνέχεια θα χρησιμοποιήσω δυο αποσπάσματα από κείμενα του Ζήσιμου Λορεντζάτου σαν “πύλη” που οδηγεί στην αθέατη ελληνική πραγματικότητα. Τα αποσπάσματα αυτά περιλαμβάνονται στην επιφυλλίδα του Χρ. Γιανναρά (Καθημερινή, 15-2-2004), η οποία είναι αφιερωμένη στη μνήμη του μεγάλου νεοέλληνα στοχαστή.

Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος έφυγε από τον κόσμο αυτόν στις 3 Φεβρουαρίου 2004. Η γνωστοποίηση του θανάτου του έκανε –σέ μας τους πολλούς– και πάλι αισθητή την παρουσία του.Μας έκανε να σκεφθούμε ότι όλον αυτό τον τελευταίο καιρό, των μεγάλων αναστατώσεων και αλλαγών στον εκκλησιαστικό και τον πολιτικό μας βίο, εκείνος υπήρχε ώριμος στη σκέψη και στερεός στην πίστη, χωρίς να εμφανίζεται με κριτικό ή άλλο λόγο στην τύρβη της σύγχρονης πολύγλωσσης αγοράς. Που οφειλόταν αυτή η απουσία του; Στην εξασθένηση των σωματικών δυνάμεών του; Στην γεύση των καρπών της “γνώσει σιωπής”; Ή, μήπως, στην απογοήτευση από τον πληθωρισμό του λόγου, που έχει ανεβάσει τις τιμές και των πλέον άχρηστων προϊόντων της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας; Οι προϋποθέσεις του έργου του κάνουν πιθανότερα τα δύο τελευταία ενδεχόμενα. Άλλωστε, σε μια εποχή που η σπουδή της ελληνικής γλώσσας δεν είναι από τις πρώτες επιλογές των νέων που σπουδάζουν και η πίστη, μέσα στο πνεύμα της “νέας εποχής”, εξωθείται στο περιθώριο της ζωής του λαού μας, τί να πη αυτός που παλαιότερα έγραφε, ότι “άν είναι να προκόψουμε σαν λαός, δεν θα μπορέσουμε να το κατορθώσουμε μακριά από την πίστη μας και τη γλώσσα μας. Μονάχα μέσα από αυτά τα δυο μπορεί να φυτρώση κάτι αληθινό. Μονάχα μέσα από αυτά τα δυο σωθήκαμε ώς σήμερα και μονάχα μέσα από αυτά τα δυο θα σωθούμε αύριο. Δε σωθήκαμε από τους λόγιους. Όσο τα ψευτίζουμε τα δυο αυτά, τόσο απομακραίνουμε τη μέρα του λυτρωμού”. Τώρα ο “λυτρωμός” νοείται μέσα στο πνεύμα της οικονομίας του χρήματος και όχι μέσα στο χριστιανικό πνεύμα της οικονομίας της σωτηρίας. Γι’ αυτό οι χρηματοοικονομικές σπουδές, όπως και η Πληροφορική, συγκεντρώνουν την μερίδα του λέοντος από τις επιλογές των νέων. Το μέλλον του έθνους κτίζεται πάνω σ’ αυτά.

Με την πίστη και τη γλώσσα συνδέεται το κρίσιμο θέμα της παράδοσης. Στις μέρες μας μιλάνε πολλοί με ενθουσιαμό για το “νέο” και αποστρέφονται με βδελυγμία το “παλιό”. Το τί είναι όμως “νέο” και τί “παλιό” δεν μπαίνουν στον κόπο να ορίσουν. Πάντως, τους ανθρώπους που σέβονται την παράδοση τους θεωρούν προσκολλημένους στο παρελθόν, άσχετους με τον σύγχρονο κόσμο, που διαρκώς αλλάζει. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν περνά από τον νού των θιασωτών του “νέου”, ότι η παράδοση του τόπου μας είναι εμποτισμένη από την παράδοση της Εκκλησίας μας, μέσα στην οποία βιώνεται η “ζωοποιός νέκρωσις” και δίνεται από τώρα η γεύση της ανάστασης, με την οποία υπερβαίνεται η διαίρεση του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Δεν είναι σε θέση, λόγω προκαταλήψεων, να αντιληφθούν, ότι στη ζωή της παραδόσεώς μας το κριτήριο βρίσκεται στο μέλλον, γι’ αυτό ο απ. Παύλος λέει ότι δεν έχουμε “ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν” (Προς Εβραίους 13,14). Η ζωή του μέλλοντος αιώνος είναι το κριτήριο του παρόντος.

Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος γράφει: “Στα γράμματα (αλλά και σε άλλες εκδηλώσεις κάθε πολιτισμού ανθρωπινού) δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Έχομε πεθαμένους που κατευθύνουν τη ζωή μας, τη ζωή του σήμερα ή κάθε νιόκοπης γενιάς, όπως έχουμε ζωντανούς που όσο περισσότερο φωνάζουν, τόσο περισσότερο βλέπουμε πώς είναι πρωθύστερα πεθαμένοι: και αυτό είναι παράδοση –νά ζουν μοναχά οι ζωντανοί (καί ας έχουν, καμμιά φορά, μερικοί από αυτούς πεθάνει χρόνους πρωτύτερα). Από την άποψη αυτή, εκείνο που λέμε ή ονομάζουμε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Είναι μια άπλερη φαντασία μας. Μοναχά η παράδοση υπάρχει πλέρια. Γιατί η παράδοση είναι η ζωή, και μάλιστα η ανώτερη φάση της ζωής που δεν ξεχωρίζει πεθαμένους από ζωντανούς. Κάθε φορά που έχομε αληθινή ζωή έχομε παράδοση”. Αυτό κατεξοχήν συμβαίνει με την εν Χριστώ ζωή.

Πολλοί από αυτούς που φωνάζουν για τη “νέα εποχή” –όλα σχεδόν τα κόμματα πλειοδοτούν σε τέτοιες εξαγγελίες– δείχνουν ότι “έχουν πεθάνει χρόνους πρωτύτερα”. Φωνάζουν, αλλά δεν έχουν μέσα τους ζωή. Τα λόγια τους είναι λόγια πεθαμένα. Κουβαλούν και διασκορπίζουν τον πνευματικό θάνατο, γιατί μιλούν για όλα με σαρκική σοφία και σύνεση, χωρίς Πνεύμα Θεού, αποχωρίζοντας τους ανθρώπους από τον Χριστό. Δεν μπορούν να ομολογήσουν “Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα”. Δεν μπορούν να δεχθούν τον Θεό εμπλεκόμενο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Περιγράφουν μια κοινωνία “αγγελική”, με ανοχή, ελευθερία και μέριμνα για τους αδύνατους, η οποία όμως δεν έχει καμμιά σχέση με τους αγγέλους του Θεού. Το καλό το δέχονται αυτόνομο, χωρίς καμμιά συσχέτιση με την ενέργεια και το θέλημα του Θεού. Αυτή η νοοτροπία είναι απόρροια του πνευματικού θανάτου. Σ’ αυτούς δεν υπάρχει στην πραγματικότητα τίποτε το νέο. Ζούν ωραιοποιημένη την παλιά αποστασία.

Υπάρχουν όμως και άλλοι –στους οποίους ταιριάζουν περισσότερο αυτά που λέει ο Λορεντζάτος– οι οποίοι πέθαναν για τον παρόντα αιώνα, επειδή γεύονται από τώρα τον μέλλοντα. Αυτών των ανθρώπων ο λόγος είναι ζωή, επειδή συνδέονται με την προσωπική αρχή του παντός, με τον Υιό της Παρθένου, που είναι ο προάναρχος Λόγος του Θεού. Η ζωή και ο λόγος τους είναι η παράδοσή μας, επειδή είναι αληθινή ζωή και ενεργός λόγος, “πού δεν ξεχωρίζ[ουν] πεθαμένους από ζωντανούς”, αφού εν Χριστώ Ιησού “νεκρός ουδείς επί μνήματος”.

Τελικά, “μοναχά η παράδοση υπάρχει πλέρια”. Κάθε τι “πού λέμε ή ονομάζουμε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Είναι μια άπλερη (λειψή, ανολοκλήρωτη) φαντασία μας”. Γι’ αυτό μόνο οι άνθρωποι της Παραδόσεως είναι οι διαρκώς νέοι, κι ας έχουν πεθάνει αιώνες πρωτύτερα, κι ας είναι άσχετοι με την τύρβη της σύγχρονης πολύγλωσσης αγοράς. Αυτοί δίνουν αιώνιο νόημα στη ζωή του κόσμου.

Ετικέτες: Ἐπίκαιροι Σχολιασμοὶ

  • Προβολές: 1115

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance