Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Παρέμβαση στὴν Ἱεραρχία τῆς 26ης Ἀπριλίου 2004

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Στην Ιεραρχία της 26ης Απριλίου ε.έ. ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Ιερόθεος έκανε μία σύντομη σύνοψη των απόψεών του, γιατί υπήρχε το χρονικό όριο των πέντε (5) λεπτών, και κατέθεσε το πλήρες κείμενο, το οποίο και δημοσιεύουμε στην συνέχεια, στα Πρακτικά της Συνεδριάσεως.

Η Ιεραρχία που συγκλήθηκε για να αντιμετωπίση το πρόβλημα μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος και να προβή σε εκλογές για τρεις χηρεύουσες Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου εν Ελλάδι και μία Μητρόπολη της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος είναι κρίσιμη από την άποψη ή θα γίνη η αρχή της επιλύσεως των διαφορών μεταξύ των δύο Εκκλησιών ή θα επιτείνη και θα αυξήση τα προβλήματα.

Θα ήθελα να επικεντρώσω την προσοχή σε τρία σημεία, ήτοι δύο διαπιστώσεις και τις σχετικές προτάσεις.

1. Η απόφαση της Δ.Ι.Σ. της 1ης Μαρτίου 2004 που απεστάλη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο επικυρώθηκε από αυτό, αφού το σχετικό κείμενο καταρτίσθηκε με την σύμφωνη γνώμη και των δύο Εκκλησιών. Επομένως η Ιεραρχία με απόφασή της θα μπορούσε να επικυρώση αυτή την συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ των δύο Εκκλησιών, προκειμένου να λήξη το υφιστάμενο πρόβλημα.

2. Το πρόβλημα όμως δεν είναι τόσο απλό, όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως, διότι υπάρχουν προβλήματα τα οποία ενδέχεται να δημιουργήσουν νέες κρίσεις και νέα όξυνση της καταστάσεως. Συγκεκριμένα αναφέρω τρία τέτοια προβλήματα.

Το πρώτον είναι ότι το “πνεύμα” των από 31 Μαρτίου 2004 δύο Πατριαρχικών Γραμμάτων (αρ. Πρωτ. 291 και 292) είναι ότι εκφράζουν την άποψη της πλήρους εφαρμογής της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928 και δεν αποδέχονται τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, ούτε και την αλληλογραφία που έγινε μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά τα έτη 1928-1929.

Αυτό φαίνεται στο ότι με το Πατριαρχικό αυτό Γράμμα εγκρίνεται ο κατάλογος των υποψηφίων προς Αρχιερατείαν, διαγράφονται υποψήφιοι από τον κατάλογο, διότι δεν είχε ληφθή σχετική άδεια από τον κατά τους ιερούς Κανόνας Επίσκοπό τους (τόν Οικουμενικό Πατριάρχη) απαγορεύονται οι μεταθέσεις Ιεραρχών πλην κατ' οικονομίαν της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης κλπ. Οπότε το ως άνω Πατριαρχικό Γράμμα στην ουσία αίρει την φράση ότι η Εκκλησία της Ελλάδος ασκεί την διοίκηση των Μητροπόλεων των λεγομένων Νέων Χωρών κατά “τούς ισχύοντας Κανόνας δικαίου”. Αυτό έχει ως συνέπεια, εάν η Εκκλησία της Ελλάδος μετά την αποστολή των δύο Πατριαρχικών αυτών Γραμμάτων προχωρήσει στην εκλογή Αρχιερέων για τις τρεις χηρεύουσες Μητροπόλεις των λεγομένων Νέων Χωρών, στην ουσία αποδέχεται το πνεύμα της Πατριαρχικής Πράξεως και παραβαίνει ή υπερβαίνει τον Καταστατικό Χάρτη της, τον οποίο μέχρι προ τινος υποστήριζε.

Το δεύτερον είναι ότι το από 31ης Μαρτίου 2004 Πατριαρχικό Γράμμα συντονίζεται πλήρως προς το από 1ης Δεκεμβρίου Πατριαρχικό Γράμμα, γι' αυτό και μνημονεύεται. Είναι γνωστόν ότι με το Πατριαρχικό Γράμμα της 1ης Δεκεμβρίου 2003 δεν γίνεται αποδεκτή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο η απόφαση της Ιεραρχίας του Νοεμβρίου και συγχρόνως δηλώνεται ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο στηρίζεται στους ιερούς Κανόνας και όχι στους νόμους της Πολιτείας.

Το τρίτον πρόβλημα είναι ότι υπάρχει μια αντίθεση μεταξύ της από 1ης Μαρτίου 2004 αποφάσεως της Δ.Ι.Σ. και του από 31ης Μαρτίου 2004 Πατριαρχικού Γράμματος. Συγκεκριμένα η Δ.Ι.Σ. δέχεται ότι ενεργεί κατ' εξουσιοδότηση και στο πνεύμα της αποφάσεως της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του Νοεμβρίου 2003, ενώ το Οικουμενικό Πατριαρχείο εγκρίνει μεν την απόφαση της Δ.Ι.Σ. της 1ης Μαρτίου 2004, αλλά σαφώς θεωρεί ότι είναι “αλλοία”, δηλαδή διαφορετική από την απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του Νοεμβρίου 2003.

Στο νεώτερο δε από 20ης Απριλίου 2004 Πατριαρχικό Γράμμα αναφέρεται σαφώς και απεριφράστως “πρός πρόληψιν πάσης παραξηγήσεως και ανεπιθυμήτου εμπλοκής”, “συμπληρωματικώς και επεξηγηματικώς” ότι η συγκληθησομένη Ιεραρχία, πριν προχωρήση σε εκλογές για τις κενές Μητροπολιτικές θέσεις, πρέπει πρώτα να τροποποιήση την απόφαση της Ιεραρχίας του Νοεμβρίου 2003 και να απαντήση στο από 1ης Δεκεμβρίου 2003 Πατριαρχικό Γράμμα.

3. Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές θεωρώ ότι το θέμα δεν θα λυθή εύκολα με μια απλή αποδοχή εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος της από 1ης Μαρτίου αποφάσεως της Δ.Ι.Σ. Πάντοτε υπεστήριζα ότι το πρόβλημα στις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι βαθύ και δεν λύεται με εμβαλωματικές λύσεις. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δήλωσε πρόσφατα ότι θα προβή σε κανονικά μέτρα, αν παραθεωρηθούν οι τεθέντες όροι.

Γι' αυτό προτείνω τέσσερεις συγκεκριμένες προτάσεις για την επίλυση του προβλήματος, ώστε να μην δημιουργηθούν νέες οξύνσεις.

Η πρώτη πρόταση είναι η αποδοχή από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος της αποφάσεως της Δ.Ι.Σ. της 1ης Μαρτίου 2004, αλλά και η απόφαση σεβασμού της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928, τροποποιώντας κατ' αυτόν τον τρόπο την απόφαση της Ιεραρχίας του Νοεμβρίου 2003, η οποία θα αποσταλή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η δεύτερη πρόταση είναι να αναβληθούν οι αρχιερατικές εκλογές έως ότου ληφθή απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η τρίτη πρόταση είναι να τροποποιηθή το τυπικόν της ακολουθίας χειροτονίας εις Αρχιερέα για τις Ιερές Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου εν Ελλάδι, ώστε στην αρχιερατική ομολογία να μνημονεύεται και ο Οικουμενικός Πατριάρχης σύμφωνα με τον Ζ΄ όρο της Πατριαρχικής Πράξεως, τον οποίο αποδέχθηκε η Εκκλησία της Ελλάδος στην αλληλογραφία του 1928-1929, και δεν αντιτίθεται στον Καταστατικό Χάρτη.

Η τέταρτη πρόταση να αποφασισθή η συγκρότηση Επιτροπής από ειδικούς Κληρικούς και λαϊκούς για την μελέτη και επίλυση των υφισταμένων προβλημάτων με την ανάλογη Επιτροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ύστερα από αυτά πρέπει να γίνη προσωπική συνάντηση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριάρχου και του Αρχιεπισκόπου, προκειμένου να αλλάξη το κλίμα που αυτήν την στιγμή είναι αρνητικό.

Τελικά, πιστεύω ότι η αποδοχή των προτάσεων αυτών θα γίνη αρχή της επιλύσεως των προβλημάτων. Και θεωρώ ότι πρέπει να παύση η διένεξη μεταξύ των δύο Εκκλησιών για να επικρατήση σύμπνοια και συνεργασία για το καλό όλης της Ορθοδοξίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι πρωτόθρονη Εκκλησία ευλογημένη από τους Πατέρας των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά και η Εκκλησία της Ελλάδος είναι μία ζωντανή Εκκλησία, η οποία μπορεί να συμπαρασταθή και να βοηθήση ενεργώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην οικουμενική αποστολή του. Η διαμάχη μεταξύ των δύο Εκκλησιών είναι πολυτέλεια για την εποχή μας και πρέπει το συντομώτερο να περατωθή.-

  • Προβολές: 991

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance