«Η ρωμιοσύνη εννά (θα) χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει!»

Πέτρος Πιτσιάκκας Φιλόλογος – M.Ed Διευθυντής 2ου ΓΕΛ Ναυπάκτου

 

«Ιδανικές  φωνές κι αγαπημένες

εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι

για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε

κάποτε μες στην σκέψη τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν».

(Κ. Π. Καβάφης, Φωνές).

200 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας. Απ’ αυτή την προσπάθεια δεν ήταν δυνατό να απουσιάζει η Κύπρος. Η Μεγαλόνησος, με πρωτοστάτη την Εκκλησία και επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, δίνει το παρόν στο προσκλητήριο του έθνους για την εθνική ανεξαρτησία, ενδυναμώνοντας την εθνική γέφυρα Ελλάδας Κύπρου. Η κυπριακή παρουσία στην Επανάσταση είναι ποικιλόμορφη αφού παρατηρείται στην παιδεία, στη διοίκηση και στα πεδία των μαχών. Μεγάλη όμως ήταν και η προσφορά αίματος, με αποκορύφωμα την  εκατόμβη της 9ης Ιουλίου 1821, στη Λευκωσία και το μαρτύριο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Κύπρου aΚυπριανού.

Ο Κυπριανός χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος, στις 30 Οκτωβρίου 1810 σε ηλικία 48 ετών. Η άνοδός του στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο σηματοδότησε μια νέα περίοδο στα εκκλησιαστικά και πολιτικά πράγματα της Κύπρου. Ως Αρχιεπίσκοπος, ο Κυπριανός, αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το λαό. «Δια σε η Εκκλησία καυχάται, η Κύπρος κομπάζει, η Ελλάς τιμάται, το Γένος λαμπρύνεται», έγραφε στον Κυπριανό ο Κωνσταντίνος Οικονόμου, μια σημαντική προσωπικότητα της ελλαδικής Εκκλησίας του 19ου αιώνα. Και πράγματι, το έργο του ήταν ποικιλόμορφο αφού, εκτός από τα πνευματικά του καθήκοντα, έδωσε ιδιαίτερη σημασία και στα προβλήματα των Κυπρίων αγροτών. Μεγάλη βαρύτητα έδωσε στην παιδεία, χρηματοδοτώντας, το 1811, την ίδρυση της Ελληνικής Σχολής, μετέπειτα Παγκύπριο Γυμνάσιο, «ακολουθώντας το παράδειγμα των άλλων ελληνικών νησιών», όπως γράφει στο Ιδρυτικό Έγγραφο της, όπου συμπληρώνει προφητικά: «Θνήσκε υπέρ πίστεως και μάχου υπέρ πατρίδος … καθότι οι υπέρ πίστεως και πατρίδος αγωνιζόμενοι, και υπό Θεού στεφανούνται, και παρά τοις ανθρώποις εγκωμιάζονται». Επίσης ίδρυσε και την Ελληνική Σχολή Λεμεσού το 1819.

Στη Φιλική Εταιρεία, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός μυήθηκε το 1818 ή το 1819, μυώντας, με τη σειρά του, κι άλλους Κύπριους πρόκριτους. Την αποστολή μύησης των ιεραρχών και των προκρίτων της Κύπρου στη Φιλική Εταιρεία και στα επαναστατικά σχέδια, αναλαμβάνει ο φιλικός Δημήτριος Ίπατρος. Το πέρασμά του από το νησί είναι καρποφόρο, αφού όπως αναφέρει «…ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός υπεσχέθη να συνεισφέρη χρήματα ή τροφάς, όσας δυνηθή …». Στο συνέδριο των Φιλικών, τον Οκτώβριο του 1820 στο Ισμαήλιο της Βεσαραβίας, υπό την προεδρία του Αλ. Υψηλάντη, αποφασίζεται η συνεισφορά της Κύπρου στην επανάσταση να περιοριστεί σε υλική βοήθεια, λόγω της γεωγραφικής θέσης του νησιού, της έλλειψης οπλισμού και πολεμικής πείρας των κατοίκων.

Σε εφαρμογή των προνοιών του Σχεδίου, μετά τη σύσκεψη των φιλικών στο Ισμαήλι, θα σταλεί στην Κύπρο ο Γορτύνιος Φιλικός Αντώνιος Πελοπίδας μεταφέροντας επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό, με την οποία, μεταξύ των άλλων, τον ευχαριστεί για όσα «…υπεσχέθη (μέσω του Ιπάτρου) δια το Σχολείον της Πελοποννήσου…», τον ειδοποιεί «…ότι η έναρξις του Σχολείου εγγίζει…» και τον καλεί να  «…ταχύνη να εμβάση τόσον της υμετέρας Μακαριότητος τας συνεισφοράς, όσον και των λοιπών αυτού ομογενών, είτε χρηματικάς, είτε είναι ζωοτροφίας… όπου διορισθή∙ Τέλος να σκεφθή, πώς να διαφυλάξη το ποίμνιόν του από τους κατοίκους εκεί εχθρούς». Από την τελευταία πρόταση, διαπιστώνεται ότι οι επιτελείς της Φιλικής Εταιρείας είχαν πλήρη επίγνωση για τους κινδύνους που διέτρεχαν οι Έλληνες Κύπριοι «από τους κατοίκους εκεί εχθρούς». Μια φράση που λαμπρύνει περισσότερο τον πρωτομάρτυρα της 9ης Ιουλίου…

Με βάση και τις οδηγίες της Φιλικής Εταιρείας, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός κάνει συνετούς χειρισμούς για να μη γίνει το νησί βορά των λύκων της Καραμανίας. Στις 16 Μαΐου 1821 εκδίδει  εγκύκλιο με την οποία καλεί τους Έλληνες του νησιού να παραμείνουν ήρεμοι και αδρανείς. Ταυτόχρονα, δίνει και διαβεβαιώσεις στον Τούρκο Κυβερνήτη της Κύπρου για τη νομιμοφροσύνη των Ελλήνων Κυπρίων. Όμως, παρά τις παραινέσεις του Αρχιεπισκόπου, οι συνωμοτικές και επαναστατικές διαδικασίες στο νησί και οι βεβιασμένες και ενθουσιώδεις ενέργειες κάποιων Κυπρίων Φιλικών, όπως του αρχιμανδρίτη Θεοφύλακτου Θησέα, ο οποίος επιχείρησε να ξεσηκώσει τους κατοίκους της Λάρνακας, μοιράζοντας επαναστατικά φυλλάδια, καθώς και η αποθήκευση πυρίτιδας στην εκκλησία της Φανερωμένης, στη Λευκωσία, είχαν τραγική κατάληξη, για τον κυπριακό ελληνισμό. Ο Κυβερνήτης του νησιού Κουτσιούκ Μεχμέτ βρήκε αφορμή, για να αφοπλίσει τους κατοίκους από τα μαχαίρια, τις αξίνες και άλλα αιχμηρά εργαλεία, και  να ζητήσει ενισχύσεις από το σουλτάνο. Ταυτόχρονα υπέβαλε στην Πύλη έναν κατάλογο 486 προσώπων, τα οποία θεωρούσε ύποπτα. Στο συνοδευτικό έγγραφο τόνιζε ότι ο αφοπλισμός δεν ωφελούσε «…εν όσω μένουν εν ζωή οι εν τω καταλόγω αναφερόμενοι…», λόγω των επαφών που έχουν με ευρωπαϊκές χώρες και με τα ναυτικά νησιά από τα οποία «…θα μπορούσαν να προμηθευτούν όπλα…»

Ο σουλτάνος, ικανοποιώντας το αίτημα του κυβερνήτη του νησιού, έστειλε τέσσερεις χιλιάδες (4.000) στρατιώτες για ενίσχυση, ενώ, αρχικά, αρνήθηκε την εξόντωση των προγραφέντων. Στη συνέχεια όμως, μετά τις μεγάλες επιτυχίες των Ελλήνων στην κυρίως Ελλάδα, διέταξε τη σφαγή τους. Την 9η Ιουλίου 1821 οι Πύλες της Λευκωσίας έκλεισαν νωρίτερα. Πρώτοι εκτελούνται διά απαγχονισμού ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, αφού πρώτα προσευχήθηκε και ευλόγησε το σχοινί που θα του έπαιρνε τη ζωή, μαζί με τον αρχιδιάκονο Μελέτιο. Ακολουθούν οι εκτελέσεις δια αποκεφαλισμού των Μητροπολιτών Πάφου Χρύσανθου, Κιτίου Μελέτιου και Κυρηνείας Λαυρέντιου. Σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Τζον Καρν, που είχε συνομιλήσει μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, λίγο καιρό πριν την εκτέλεση του, στη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Κύπρο, ο αρχιεπίσκοπος του είχε πει: «Ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω ότι περιμένουν μία ευκαιρία να με σκοτώσουν». Ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος είχε τη δυνατότητα να φυγαδευτεί, εκτός Κύπρου, για να γλιτώσει, όμως ο ίδιος επέλεξε να μείνει εκεί και να θυσιαστεί. Τα λείψανά του Κυπριανού και των υπόλοιπων αρχιερέων θάφτηκαν πίσω από το ιερό Βήμα του ναού της Φανερωμένης, στη Λευκωσία, από Χριστιανούς, που τα περισυνέλλεξαν, την ίδια νύχτα. Το 1873, τα λείψανα φυλάχτηκαν σε κτιστό τάφο, κάτω από το άγιο Βήμα, ενώ το 1930 ανεγέρθηκε το μαρμάρινο κενοτάφιο, το Μαυσωλείο των Εθνομαρτύρων, στον περίβολο του ναού, όπου και μεταφέρθηκαν και βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Σε μια εποχή κατά την οποία οι σειρήνες της παγκοσμιοποίησης πολιορκούν την εθνική συνείδηση και ο κίνδυνος της εθνικής αλλοτρίωσης είναι υπαρκτός, πρέπει να προβάλλονται εκείνα τα πρότυπα και να ακούγονται εκείνες οι φωνές, όπως λέει και ο Καβάφης, που διασώζουν την αξιοπρέπεια του Έλληνα και αντιμετωπίζουν το θάνατο, ως μια προσφορά προς το έθνος. Τέτοιο πρότυπο, αποτελεί ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ο οποίος συμμετέχει και θυσιάζεται κατά τον Αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας, παρουσιάζοντας ανάγλυφα την εικόνα του νεότερου ορθόδοξου Έλληνα, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα στην ιστορική του πορεία.

Ο Κύπριος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης στο ποίημα του «Η 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» διασώζει τα λόγια του Αρχιεπίσκοπου Κυπριανού, λίγο πριν τον απαγχονισμό του, τα οποία περιγράφουν το εθνικό ψυχικό μεγαλείο, την ουσία της Ελληνικής ταυτότητας, την αγάπη για τον τόπο και τον αέναο πόθο για ελευθερία:

«Η ρωμιοσύνη εν’ φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,

κανένας δεν ευρέθηκεν για να την ιξηλείψει

κανένας γιατί σσιέπει την που τά ‘ψη ο Θεός μου.

Η ρωμιοσύνη εννά χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει!»

(Η ρωμιοσύνη είναι φυλή συνομήλικη του κόσμου,

κανένας δε βρέθηκε για να την εξοντώσει

κανένας γιατί τη σκεπάζει από ψηλά ο Θεός μου.

Η ρωμιοσύνη θα χαθεί, όταν ο κόσμος λείψει!)

Από την εκατόμβη της 9ης Ιουλίου 1821 αποκαλύπτεται η ελληνορθόδοξη ψυχή της Κύπρου και συμπυκνώνεται το υπεριστορικό πνεύμα του ελληνισμού, στον αγώνα του για την πατρίδα και την ελευθερία. Η συμμετοχή της Κύπρου στον Αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας και η θυσία του Αρχιεπισκόπου, των επισκόπων των προκρίτων και όσων πολέμησαν στον Αγώνα του 1821, (και στη Ναύπακτο),  αποκαλύπτουν και φωτίζουν την εθνική γέφυρα, η οποία ενώνει τη μητροπολιτική Ελλάδα με την Κύπρο.

8 Ιουλίου 2021

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance