Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου

Γραπτό θεῖο κήρυγμα, Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ

23 Ὀκτωβρίου 2022

Ἡ δύναμη τοῦ Ὀνόματος

Γραπτὸ Κήρυγμα: Ἡ δύναμη τοῦ Ὀνόματος

«ἰδών δέ τόν Ἰησοῦν καί ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καί φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοί καί σοί, Ἰησοῦ, υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου;» (Λουκ. η', 28)

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Ὁ δαιμονισμένος τῶν Γαδαρηνῶν ἔκραξε, ἔπεσε στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί εἶπε: Τί σχέση ὑπάρχει μεταξύ μας, υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; (Λουκ. η', 28). Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἦταν τρομερή γιά τούς δαίμονες πού ὑπῆρχαν μέσα στόν δυστυχισμένο ἐκεῖνο ἄνθρωπο. Αὐτήν τήν μεγάλη δύναμη ἔχει καί τό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, πού δηλώνει τήν παρουσία Του, γι᾿ αὐτό καί οἱ Πατέρες συνιστοῦν συχνά νά προσευχόμαστε μέ τήν «εὐχή» τοῦ Ἰησοῦ, γιά νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν καταλήστευση καί τήν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου.

Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά κατανοήσουμε τήν σημασία, τίς ἰδιότητες καί τήν φύση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στό τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του γράφει: «Ταῦτα γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ἵνα πιστεύοντες ζωήν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ». (Ἰω. κ', 31). Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Ἐχαρίσατο αὐτῷ ὁ Θεός ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων...» (Φιλ. β', 9-10). Τήν δύναμη τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ μποροῦμε νά τήν δοῦμε στά ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια.

Ὁ Θεός πού ὡς πρός τήν Οὐσία Του εἶναι ἀνώνυμος καί ἄγνωστος, ὡς πρός τίς Ἐνέργειές Του εἶναι γνωστός καί «ὀνομαστός». Γνωρίζουμε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὅτι ὁ Θεός ἀπεκάλυπτε διαδοχικά τόν Ἑαυτό Του στούς ἀνθρώπους διά τῶν Ὀνομάτων. Κάθε ἀποκάλυψη ἑνός νέου Ὀνόματος στούς Προφῆτες σήμαινε τήν ἀποκάλυψη μιᾶς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Τό Ὄνομα εἶχε διπλῆ σημασία, κατά τόν ἅγιο Σωφρόνιο τόν Ἁγιορείτη. Ἀφ᾿ ἐνός μέν φανέρωνε τήν παρουσία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ προσέφερε γνώση Αὐτοῦ. Ἔτσι, τό ὄνομα «Ἰησοῦς» δείχνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς Σωτῆρος καί ὅτι Αὐτός εἶναι καί ἡ Σωτηρία καί ἀκόμη δείχνει ὅτι ὁ Θεός πῆρε τήν δική μας φύση καί ἄρα εἶναι δυνατόν νά γίνουμε τέκνα Θεοῦ.

Αὐτό τό αἰσθάνονται οἱ ἅγιοι, πού, ὅταν ἐπικαλοῦνται αὐτό τό Ὄνομα, γεμίζουν ἀπό τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, μέ τήν ἐπίκληση αὐτοῦ τοῦ Ὀνόματος οἱ ἄνθρωποι ἐκδιώκουν τόν πονηρό δαίμονα, ἀποκτοῦν τήν ἀληθινή ζωή, πού εἶναι γνώση τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» εἶναι, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, καί «προσευχή καί ὑπόσχεση καί ὁμολογία πίστεως, χορηγός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί θείων δώρων, κάθαρση καρδίας, ἐξορία δαιμόνων, σκήνωμα Ἰησοῦ Χριστοῦ, πηγή πνευματικῶν ἐννοιῶν καί θείων λογισμῶν, ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἰατρεῖον, ἄσυλο ψυχῶν καί σωμάτων, χορηγός θείου φωτισμοῦ, φρέαρ τοῦ θείου ἐλέους, πρέσβυς δι᾿ ἀποκάλυψιν τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Χριστός ρώτησε τόν δαιμονισμένο ποιό ἦταν τό ὄνομά του καί ὅσοι ἦταν μέσα του ἀπάντησαν: «Λεγεών· ὅτι πολλά δαιμόνια εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν» (Λουκ. η', 30). Αὐτό δείχνει τήν καταστρεπτική, ἐξουθενωτική καί τυραννική ἐνέργεια τοῦ διαβόλου.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής γράφει ὅτι ὁ ἄνθρωπος συνεχῶς βρίσκεται κάτω ἀπό τήν ἐπιρροή καί τήν πολεμική μανία τῶν δαιμόνων. Ὅλος ὁ ἄνθρωπος (ψυχή καί σῶμα) ὑπόκειται στήν ἐπήρεια καί στήν αἰχμαλωσία τοῦ Σατανᾶ. Οἱ δαίμονες ἐνεργοῦν σέ ὅλα τά μέρη τῆς ψυχῆς καί στό σῶμα. Ἄλλοι ἀπό τούς δαίμονες παραπλανοῦν τόν ἄνθρωπο στόν ζόφο τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀγνοίας διά τῶν αἰσθήσεων, ἄλλοι ἐνεργοῦν διά τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν, ἄλλοι χρησιμοποιώντας τό σῶμα ἐξάπτουν τά πάθη στήν ψυχή καί δημιουργοῦν ἀκάθαρτες φαντασίες.

Ἑπομένως, οἱ δαίμονες πάντοτε ἐνεργοῦν διά τῶν λογισμῶν, τῶν ἐπιθυμιῶν καί τῶν παθῶν, ἀλλά μερικές φορές καταλαμβάνουν καί τόν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου καί ἔτσι δαιμονίζεται ὁ ἄνθρωπος ὁλοκληρωτικά. Τότε δέν ὁμιλεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ διάβολος δι᾿ αὐτοῦ. Αὐτό τό βλέπουμε στό περιστατικό πού περιγράφει τό σημερινό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Μόλις πλησίασε ὁ Χριστός τόν δαιμονισμένο ἄνθρωπο, μίλησαν τά δαιμόνια καί συγχρόνως αὐτά παρεκάλεσαν τόν Χριστό νά τούς ἐπιτρέψη νά εἰσέλθουν στούς χοίρους καί νά μή διατάξη νά ὁδηγηθοῦν στήν ἄβυσσο.

Αὐτό φανερώνει μιά μεγάλη ἀλήθεια. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Καί πνεύματα προφητῶν προφήταις ὑποτάσσεται» (Α' Κορ. ιδ', 32). Δηλαδή, τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅταν ἔρχεται στόν ἄνθρωπο, δέν τοῦ ἀφαιρεῖ τήν ἐλευθερία. Ὁ Προφήτης βιώνει μεγάλες καταστάσεις Χάριτος, χωρίς νά χάνη τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο, τήν λογική του, τήν ἐλευθερία του. Ἔτσι, τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶπε στούς Εὐαγγελιστάς τό τί θά γράψουν, ἐνῶ τό πῶς θά τό γράψουν ἦταν θέμα τοῦ κάθε Εὐαγγελιστοῦ.

Αὐτό ὅμως δέν συμβαίνει καί μέ τά πονηρά πνεύματα. Ὅταν καταλαμβάνουν τόν ἄνθρωπο, τοῦ στεροῦν τήν ἐλευθερία καί αὐτά ὁμιλοῦν δι᾿ αὐτοῦ. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἄλαλος καί κωφός. Τό βλέπουμε στούς δαιμονισμένους πού καί σήμερα συναντᾶμε στά ἱερά προσκυνήματα τῶν ἁγίων. Ἀπό τόν τρόπο τῆς ὁμιλίας καί ἀπό τό περιεχόμενο τῶν λόγων τους φαίνεται ὅτι ὑπάρχει κάποιος ἄλλος μέσα τους, πού τούς ἐξαναγκάζει νά κάνουν ὅ,τι δέν θέλουν αὐτοί οἱ ἴδιοι.

Τελικά, ὁ διάβολος, ὅπως εἴδαμε στό σημερινό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἀφαιρεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο τό ἱμάτιο, δηλαδή τήν στολή τοῦ Βαπτίσματος, τόν ὁδηγεῖ ἔξω ἀπό τήν οἰκία, δηλαδή ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, τόν κάνει νά παραμένη στά μνήματα, δηλαδή στά νεκρά ἔργα τῆς ἁμαρτίας καί τόν ἀλλοτριώνει ἀπό τόν ἑαυτό του. Ὁ Χριστός κάνει τόν ἄνθρωπο «ἱματισμένον καί σωφρονοῦντα», διαμένοντα στήν Ἐκκλησία.

Γι᾿ αὐτό, ἄς προσευχόμαστε μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς μας μέ τήν «εὐχή» τοῦ Ἰησοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Ὁ Μητροπολίτης

+ Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

 

ΓΡΑΠΤΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ