• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - ΓΡΑΠΤΑ ΚΥΡΗΓΜΑΤΑ

Η Εκκλησία είναι τό ευλογημένο Σώμα τού Χριστού, οι Χριστιανοί πρέπει νά είναι γεμάτοι από τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, ήτοι νά έχουν χαρίσματα θεολογίας, προσευχής, αγάπης κλπ., νά συνέρχωνται στήν θεία Ευχαριστία καί τήν λατρεία, αλλά νά θεωρούν κεφαλή τους τόν Επίσκοπο «εις τύπον καί τόπον» τού Χριστού.

Η Εκκλησία τής Κορίνθου, τήν οποία ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος, ήταν μιά ευλογημένη Εκκλησία, όπως φαίνεται από τίς δύο επιστολές πού απέστειλε ο Απόστολος Παύλος σέ αυτήν, στήν οποία ήταν πλούσια καί έκδηλα τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος. Μεταξύ τών χαρισμάτων ήταν η προφητεία, η σοφία, η γνώση, η διάκριση τών πνευμάτων, τά χαρίσματα τών ιαμάτων, τών δυνάμεων, τής γλωσσολαλιάς. Μέσα από τούς χαρισματούχους καί τά χαρίσματα εκδηλωνόταν πολυτρόπως τό Άγιον Πνεύμα πού υπήρχε πλουσίως στήν Εκκλησία, τό Σώμα τό ευλογημένο τού Χριστού. Ήταν μιά πραγματική «θεολογική Σχολή τής πρώτης Εκκλησίας».

Συγχρόνως, όλοι αυτοί οι χαρισματούχοι συγκεντρώνονταν γιά νά τελέσουν τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, νά δοξάσουν τόν Σταυρωθέντα καί Αναστάντα Χριστό, νά ομολογήσουν τήν πίστη τους σέ Αυτόν, νά Τόν ευχαριστήσουν γιά τήν δωρεά πού τούς έκανε νά νικήση τόν διάβολο, τήν αμαρτία καί τόν θάνατο, καί νά κοινωνήσουν τού Σώματος καί τού Αίματός Του. Όμως, κατά τίς συνάξεις τους, λόγω τών ποικίλων χαρισμάτων πού διέθεταν τά μέλη τής Εκκλησίας, υπήρξε κάποια αταξία γιά τό ποιό ήταν τό μεγαλύτερο χάρισμα. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος εξαναγκάζεται σέ επιστολή πού τούς απέστειλε, νά βάλη μιά τάξη γιά τό πώς θά εκδηλώνονταν τά χαρίσματα. Όπως σήμερα στήν Εκκλησία έχουμε τό τυπικό πού καθορίζει πώς νά γίνωνται οι ακολουθίες, ποιά τροπάρια νά ψάλλωνται καί πώς νά εναλάσσωνται οι ψάλτες στήν ψαλμωδία, έτσι στήν πρώτη Εκκλησία τής Κορίνθου ο Απόστολος Παύλος καθόρισε ένα τυπικό γιά τό ποιά σειρά πρέπει νά τηρούν οι χαρισματούχοι κατά τίς συνάξεις τους.

Διαβάζοντας τήν πρώτη Επιστολή πού έστειλε ο Απόστολος Παύλος στήν Εκκλησία τής Κορίνθου βλέπουμε καθαρά τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος, τήν ύπαρξη πολλών χαρισματούχων κατά τήν τέλεση τής θείας Ευχαριστίας. Η Εκκλησία συνερχόταν γιά νά τελέση τήν θεία Ευχαριστία, καί σέ αυτήν συμμετείχαν Χριστιανοί μέ ποικιλία χαρισμάτων, ήτοι θεολογίας, προφητείας, ιαμάτων, γλωσσολαλιάς, ερμηνείας τών γλωσσών κλπ.

Όμως, στήν πρώτη αυτή Εκκλησία παρατηρούνταν καί σχίσματα, όχι μέ τήν σημερινή έννοια τού όρου ότι απομακρύνονταν από τήν Εκκλησία καί συγκροτούσαν άλλες Εκκλησίες, αλλά μέ τήν έννοια ότι κάθε ομάδα Χριστιανών υπερεκτιμούσαν κάποιον διαφορετικό Απόστολο. Έτσι, άλλοι θεωρούσαν ως αρχηγό τους τόν Παύλο, άλλοι τόν Πέτρο, άλλοι τόν Απολλώ, υπήρχαν καί άλλοι πού έλεγαν ότι ανήκαν στόν Χριστό. Ο Απόστολος Παύλος τούς επιτιμά γιά τήν διαγωγή αυτή καί τούς ζητά στό όνομα τού Ιησού Χριστού νά λέγουν όλοι τό ίδιο, νά μήν υπάρχουν μεταξύ τους διαιρέσεις καί νά είναι όλοι ενωμένοι «εν τώ αυτώ νοΐ καί εν τή αυτή γνώμη».

Γίνεται φανερόν ότι, παρά τήν τέλεση τής θείας Ευχαριστίας καί τήν παρουσία σέ αυτήν χαρισματούχων Χριστιανών, ήταν ανάγκη νά υπάρχη καί μιά ενότητα μεταξύ τους. Μέ τήν πορεία τού χρόνου καί τήν ανάπτυξη τής Εκκλησίας δημιουργήθηκε ο θεσμός τών Επισκόπων, στόν οποίο έπρεπε νά υπακούουν όλοι οι χαρισματούχοι Χριστιανοί, μέ τήν μνημόνευση τού οποίου νά τελήται τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, νά συγκροτήται η Εκκλησία καί αυτός νά βρίσκεται «εις τύπον καί τόπον» τής κεφαλής τής Εκκλησίας, δηλαδή τού Χριστού, καθώς επίσης νά υπάρχη καί η ενότητα μεταξύ τών Επισκόπων.

Είναι σημαντικό στό σημείο αυτό τί λέγει τό βιβλίο πού τιτλοφορείται «Διαταγαί τών Αποστόλων». Φαίνεται ότι όσο αναπτυσσόταν η Εκκλησία καί επεκτεινόταν σέ ολόκληρο τόν κόσμο, τόσο καί χρειαζόταν μιά ορατή ενότητα καί ένα κέντρο ενότητας. Αυτό τό κέντρο ενότητας ήταν ο Επίσκοπος καί όχι ο προφήτης.

Στό βιβλίο αυτό, αφού αναφέρονται όλοι οι χαρισματούχοι Χριστιανοί, έπειτα λέγεται: «ο δέ τούτων πάντων ανώτερος ο αρχιερεύς εστίν, ο επίσκοπος». Αυτός είναι διάκονος τού λόγου, φύλακας τής γνώσεως, μεσίτης Θεού καί Χριστιανών κατά τήν διάρκεια τής λατρείας πρός τόν Θεό, αυτός είναι διδάσκαλος τής ευσέβειας, αυτός είναι πατέρας τών Χριστιανών μετά τόν Θεό, αυτός είναι άρχοντας καί ηγούμενος τών Χριστιανών, βασιλεύς καί εξουσιαστής, αυτός είναι «επίγειος θεός μετά θεόν», τόν οποίον πρέπει νά τιμούν. Ο Επίσκοπος πρέπει νά προκαθέζεται όλων τών Χριστιανών «ως θεού αξία τετιμημένος», πρέπει νά εξουσιάζη τού Κλήρου καί νά άρχη όλου τού λαού. Φθάνει μάλιστα τό βιβλίο τών «Διαταγών τών Αποστόλων» νά γράψη ότι ο Επίσκοπος είναι κεφαλή καί γι’ αυτό δέν είναι δίκαιον νά προσέχη τήν ουρά, δηλαδή τόν λαϊκό άνθρωπο πού στασιάζει καί έτσι νά οδηγήται καί αυτός στήν απώλεια τού άλλου, αλλά νά προσέχη «θεώ μόνω». Γιατί ο Επίσκοπος πρέπει νά άρχη όλων τών υπηκόων καί όχι νά άρχεται καί νά καθοδηγήται από αυτούς. Βεβαίως, καί ο Επίσκοπος πρέπει νά έχη τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος.

Φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία είναι τό ευλογημένο Σώμα τού Χριστού, οι Χριστιανοί πρέπει νά είναι γεμάτοι από τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, ήτοι νά έχουν χαρίσματα θεολογίας, προσευχής, αγάπης κλπ., νά συνέρχωνται στήν θεία Ευχαριστία καί τήν λατρεία, αλλά νά θεωρούν κεφαλή τους τόν Επίσκοπο «εις τύπον καί τόπον» τού Χριστού. Η ενότητα τής Εκκλησίας καί τών Χριστιανών συγκροτείται από τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας καί τόν Επίσκοπο. Αυτό είναι τό εκκλησιαστικό ήθος καί τό εκκλησιαστικό φρόνημα, καί έξω από αυτό υπάρχουν σχίσματα τά οποία οδηγούν στήν απώλεια.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Τό σώμα τού ανθρώπου εικονίζει τόν Ναό, ο έσω άνθρωπος είναι τό ιερό Βήμα τού Ναού, η καρδιά είναι η Αγία Τράπεζα, ο νούς είναι ο ιερέας πού εισέρχεται στό ιερό Βήμα γιά νά λειτουργήση, η προαίρεση καί η επιθυμία τού ανθρώπου είναι η θυσία τήν οποία προσφέρει ο νούς στόν Θεό επάνω στήν καρδιά.

Τό νά είναι κανείς Χριστιανός είναι μεγάλη ευλογία από τόν Θεό, είναι μεγάλο χάρισμα. Μέ τό Bάπτισμα, τό Xρίσμα, τήν θεία Κοινωνία ένα μέλος τής Εκκλησίας δέχεται τήν Χάρη τού Θεού, συνδέεται μέ τήν Κεφαλή, τόν Χριστό, καί κοινωνεί τού Σώματος καί τού Αίματος τού Χριστού. Κάθε διαίρεση, κάθε άρνηση τών χαρισμάτων πού δίνει τό Άγιον Πνεύμα, κάθε διχοστασία καί ζήλεια καί φιλονικία είναι δείγμα απουσίας τού Αγίου Πνεύματος καί επομένως δείχνει σαρκικότητα.

Ο Απόστολος Παύλος έβλεπε μερικά λυπηρά γεγονότα πού συνέβαιναν στήν Εκκλησία τής Κορίνθου, εντόπιζε τήν διαίρεση πού επικρατούσε σέ μερικούς Χριστιανούς, παρά τά χαρίσματα πού είχαν, καί τούς ερωτά: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε καί τό πνεύμα τού Θεού οικεί εν υμίν;». Δηλαδή, δέν γνωρίζετε ότι είσθε ναός τού Θεού καί ότι τό πνεύμα τού Θεού κατοικεί μέσα σας;

Στήν φράση αυτή μπορεί κανείς νά παρατηρήση δύο έννοιες. Η πρώτη ότι η Εκκλησία πού είναι τό Σώμα τού Χριστού, είναι ναός τού Αγίου Πνεύματος. Έχοντας υπ’ όψη μας έναν ναό, ένα οικοδόμημα από πέτρες, μέσα στόν οποίο συνέρχεται η Εκκλησία καί τελείται η θεία Λειτουργία, μπορούμε νά πούμε ότι η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού είναι ο ζωντανός ναός τού Θεού καί μέσα κατοικεί τό Άγιον Πνεύμα. Πρωτίστως ναός είναι η Εκκλησία, τό Σώμα τού Χριστού, καί έπειτα ναός λέγεται καί τό κτίσμα μέσα στό οποίο συνέρχεται η ζωντανή Εκκλησία γιά νά τελέση τήν θεία Ευχαριστία καί άλλες ακολουθίες. Η δεύτερη έννοια είναι ότι ο κάθε Χριστιανός είναι ναός τού Θεού καί μέσα σέ αυτόν κατοικεί τό πνεύμα τού Θεού. Μέ αυτήν τήν δεύτερη έννοια θά διατυπώσω μερικές σκέψεις, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τών Αποστόλων καί τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας.

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύει ότι τό σώμα τού ανθρώπου εικονίζει τόν Ναό, ο έσω άνθρωπος είναι τό ιερό Βήμα τού Ναού, η καρδιά είναι η Αγία Τράπεζα, ο νούς είναι ο ιερέας πού εισέρχεται στό ιερό Βήμα γιά νά λειτουργήση, η προαίρεση καί η επιθυμία τού ανθρώπου είναι η θυσία τήν οποία προσφέρει ο νούς στόν Θεό επάνω στήν καρδιά. Εκεί γίνεται η εσωτερική λειτουργία μέ τήν αγάπη πρός τόν Θεό καί τήν νοερά καρδιακή προσευχή. Έτσι ερμηνεύεται τό «ιεράτευμα άγιον», τό «βασίλειον ιεράτευμα», «ο οίκος πνευματικός», μέσα στόν οποίο προσφέρονται οι πνευματικές θυσίες, κατά τόν Απόστολο Πέτρο (Α' Πέτρ. β', 1-10).

Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, αναφερόμενος σέ αυτήν τήν εσωτερική θεία Λειτουργία, κάνει λόγο γιά «μυστική τού νοός ιερουργία», γιά «ιερατείον αληθινόν», γιά «ιερατείον πνευματικόν», πού ιερουργεί μυστικώς στό θυσιαστήριο τής καρδιάς τόν αμνόν τού Θεού καί μετέχει αυτού.

Αυτή η διδασκαλία δέν είναι απλώς διδασκαλία μερικών Πατέρων, πού χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα ως νηπτικοί καί ησυχαστές, αλλά είναι διδασκαλία πού ανευρίσκεται μέσα στήν Αγία Γραφή. Άλλωστε, η νήψη καί η ησυχία είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλων τών αγίων. Γιά παράδειγμα ο Απόστολος Πέτρος προτρέπει τούς Χριστιανούς: «Κύριον τόν Θεόν αγιάσατε εν ταίς καρδίαις υμών» (Α' Πέτρ. γ', 15). Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο γιά ψαλμούς καί ύμνους καί ωδές πνευματικές πού ψάλλονται καί άδονται «εν τή καρδία υμών τώ Κυρίω» (Εφ. ε', 19), πού προϋποθέτει ότι η καρδία, δηλαδή τό κέντρο τής πνευματικής υπάρξεως τού ανθρώπου, είναι θυσιαστήριο, είναι ο χώρος εκείνος πού δοξάζεται καί υμνείται ο Θεός. Εκεί κατοικεί ο Θεός, σύμφωνα μέ τόν αποστολικό λόγο «κατοικήσαι τόν Χριστόν διά τής πίστεως εν ταίς καρδίαις υμών» (Εφ. γ', 17) «εκεί λάμπει τό φώς τού Θεού» (Β', Κορ. δ', 6) εκεί βεβαιώνεται ο άνθρωπος ότι είναι ναός τού Θεού (Γαλ. δ', 6) εκεί ευρίσκεται ο εντός ημών άνθρωπος.

Πρέπει νά εκκλησιαζόμαστε, νά συμμετέχουμε στήν κοινή λατρεία τής Εκκλησίας, όπου συναντώνται όλα τά μέλη τού Σώματος τού Χριστού. Αλλά θά πρέπει νά προσευχόμαστε καί στόν εσωτερικό ναό, στό ιερό Βήμα τής καρδιάς μέ τήν εσωτερική καρδιακή καί νοερά προσευχή. Όταν η λογική τού ανθρώπου αποκρούη τούς κακούς λογισμούς καί η νοερά ενέργεια πού είναι η λεπτοτάτη προσοχή εισέλθη μέσα στήν καρδιά, συγκεντρώνεται εκεί μέ τήν αγάπη καί μέ καρδιακό πόνο καί τότε γίνεται αυτή η εσωτερική θεία λειτουργία. Μιά τέτοια εσωτερική προσευχή είναι η κατάλληλη προϋπόθεση γιά νά εκκλησιάζεται κανείς σωστά καί στούς Ναούς καί νά συμμετέχη στήν θεία Λειτουργία.

Νά μή ξεχνάμε ποτέ ότι πρέπει νά είμαστε ναοί τού ζώντος Θεού, καί καθώς μετακινούμαστε, μεταφέρουμε αυτόν τόν ζωντανό ναό, γιά νά δοξάζεται ο Θεός. Έτσι θά αποφεύγεται κάθε αμαρτία καί θά αντιμετωπίζεται κάθε πειρασμός.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Γιά νά υπάρξη πραγματική αγάπη πρέπει νά προηγηθή η θεραπεία τού ανθρώπου. Στήν πραγματικότητα θεραπεία είναι η μετατροπή τής αγάπης από ιδιοτελή σέ ανιδιοτελή.

Γιά τά χαρίσματα ομιλεί ο Απόστολος Παύλος στό σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, τά οποία είναι διάφορα καί ποικίλα. Ο Θεός δίνει τά χαρίσματα στά μέλη τής Εκκλησίας, γιά νά οικοδομήται η Εκκλησία καί νά δοξάζεται ο Θεός. Πρόκειται γιά τήν προφητεία, τήν διακονία, τήν διδασκαλία, τήν παράκληση, τήν μετάδοση τών υλικών αγαθών, τήν φροντίδα κάθε καλού έργου, τήν ελεημοσύνη.

Μετά τήν απαρίθμηση τών χαρισμάτων, γίνεται λόγος γιά τήν ανυπόκριτη αγάπη πού είναι η υποδομή όλων τών πνευματικών χαρισμάτων. Μάλιστα, σέ άλλη επιστολή του, στήν πρός Κορινθίους, ο Απόστολος Παύλος καταγράφει τόν ύμνο τής αγάπης, πού είναι τό μεγαλύτερο πνευματικό χάρισμα (Α' Κορ. ιγ').

Η αγάπη έχει διπλή κατεύθυνση, ήτοι αγάπη πρός τόν Θεό καί αγάπη πρός τούς ανθρώπους. Είναι γνωστή η εντολή τού Θεού πού δόθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη καί επαναλήφθηκε από τόν Χριστό: «αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εν όλη τή καρδία σου καί εν όλη τή ψυχή σου καί εν όλη τή διανοία σου. αύτη εστί πρώτη καί μεγάλη εντολή. δευτέρα δέ ομοία αυτή αγαπήσεις τόν πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ', 37-39). Εδώ φαίνεται καθαρά ότι η αγάπη δέν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά εκφράζεται μέ όλες τίς δυνάμεις τής ψυχής, δηλαδή τό λογιστικό, τό επιθυμητικό καί τό θυμικό. Δέν είναι λόγια, αλλά μιά ολόκληρη ζωή καί προσφορά όλου τού εαυτού μας στόν Θεό καί τούς αδελφούς μας.

Άν δούμε τήν αγάπη από τήν πλευρά τού Θεού, μπορούμε νά σημειώσουμε ότι η αγάπη είναι η ενέργεια τού Θεού, οπότε ο Θεός δέν έχει απλώς αγάπη, αλλά είναι αγάπη, αφού η ενέργεια τού Θεού είναι η κίνηση τής φύσεως. Ο Θεός αγαπά τόν κόσμο πού Αυτός δημιούργησε, κινείται πρός τόν άνθρωπο, αλλά καί ελκύει πρός τόν Εαυτό Του εκείνους πού είναι άξιοι τής αγάπης Του, στούς οποίους η αγάπη ενεργεί καθαρτικά, φωτιστικά καί θεοπτικά.

Η πραγματική αγάπη είναι καρπός τής απάθειας. Όταν υπάρχουν στόν άνθρωπο πάθη, τότε η αγάπη είναι εμπαθής. Γιά παράδειγμα, η φιλοδοξία, η φιληδονία, η φιλαργυρία έχουν στοιχεία αγάπης, αλλά συνδέονται μέ τήν κενή δόξα, τήν ηδονή καί τά αργύρια. Σέ αυτές τίς περιπτώσεις ο άνθρωπος δέν μπορεί νά αγαπά τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπό του αληθινά, γιατί εμπλέκονται τά πάθη, οπότε αγαπά τόν εαυτό του, πράγμα πού λέγεται φιλαυτία.

Γιά νά υπάρξη πραγματική αγάπη πρέπει νά προηγηθή η θεραπεία τού ανθρώπου. Στήν πραγματικότητα θεραπεία είναι η μετατροπή τής αγάπης από ιδιοτελή σέ ανιδιοτελή. Όπου υπάρχει αγάπη ιδιοτελής, εκεί επικρατεί η αρρώστια. Αντίθετα, όπου εκφράζεται η ανιδιοτελής αγάπη, εκεί υπάρχει πνευματική υγεία.

Ο Απόστολος Παύλος γνωρίζει ότι μπορεί καί ο άρρωστος πνευματικά άνθρωπος νά αγαπά καί γι’ αυτό κάνει λόγο γιά τό ότι η αγάπη πρέπει νά είναι ανυπόκριτη. Οπότε, άλλο είναι η υποκριτική αγάπη καί άλλο είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Η υποκριτική αγάπη είναι γεμάτη από ψέματα, θεατρινισμούς, είναι εξωτερική, επιτηδευμένη, εκφράζεται μέ ψεύτικα χαμόγελα καί προσωρινές εκδηλώσεις καί συνήθως σκορπά απόγνωση καί απελπισία. Η ανυπόκριτη αγάπη είναι αληθινή, ολοκληρωμένη, υγιής καί μεταδίδει χαρά, ειρήνη καί ελπίδα στούς ανθρώπους.

Η πείρα έχει δείξει ότι στήν κοινωνία μας περισσεύει η ψεύτικη, η υποκριτική αγάπη. Καμμιά άλλη αρετή δέν έχει κακοποιηθή τόσο πολύ όσο η αγάπη. Ο ηθοποιός έχει τό χάρισμα νά προσποιήται συμπεριφορές καί χαρακτήρες άλλων ανθρώπων μέ ακρίβεια καί προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Αυτό πού στήν περίπτωση αυτή είναι ένα χάρισμα, στό θέμα τής υποκριτικής αγάπης είναι δυστυχία. Τί φοβερό είναι νά συναντά κανείς ανθρώπους πού εκδηλώνουν ή εμπαθή αγάπη ή υποκριτική αγάπη! Καί τί εκπληκτικό είναι νά έχη κανείς φίλους πού διακρίνονται γιά τήν ειλικρίνεια καί τήν ανυπόκριτη αγάπη!

Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει ότι ο Αββάς Αγάθων ήθελε νά βρή έναν λεπρό καί νά λάβη τό άρρωστο σώμα του, δίδοντας σέ εκείνον τό δικό του υγιές σώμα. Καί λέγει ότι αυτό είναι τέλεια αγάπη. Ο ίδιος γράφει ότι η κατά Θεόν πραγματική αγάπη είναι γλυκύτερη τής ζωής. Όταν κανείς ζή σέ ένα κλίμα ανυπόκριτης καί ανιδιοτελούς αγάπης, αισθάνεται γλυκασμό ανώτερο από τήν βιολογική ζωή.

Όλοι αγαπάμε κάτι, αλλά άς φροντίσουμε νά θεραπευόμαστε καί νά έχουμε ανυπόκριτη, καθαρή καί ανιδιοτελή αγάπη.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 14 Ιουλίου

Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει στόν μαθητή του Τίτο, πού ήταν Επίσκοπος στήν Κρήτη, νά αφήνη τόν αιρετικό άνθρωπο μετά από τήν πρώτη καί τήν δεύτερη νουθεσία καί νά μήν ασχολήται μαζί του. Δηλαδή, όπου συναντά κάποιον αιρετικό άνθρωπο, νά προσπαθή νά τόν συμβουλεύη. Αλλά αυτό δέν πρέπει νά γίνεται γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού είναι ενδεχόμενο νά είναι βαρειά άρρωστος καί νά μήν επιδέχεται θεραπεία.

Αιρετικός άνθρωπος είναι εκείνος πού έχει διαφορετική άποψη από τήν διδασκαλία πού μάς παρέδωσε ο Χριστός καί τήν διαφυλάσσει η Εκκλησία. Πρόκειται γιά αιρετικές διδασκαλίες σχετικά μέ τόν Τριαδικό Θεό, τήν δημιουργία τού κόσμου καί τού ανθρώπου, τήν ενανθρώπηση τού Χριστού, τήν Εκκλησία, τήν σωτηρία τού ανθρώπου, τήν αιώνια ζωή. Όλη αυτή η διδασκαλία περικλείεται στό Σύμβολο τής Πίστεως, στά δόγματα τής Εκκλησίας, στίς αποφάσεις τών Οικουμενικών καί Τοπικών Συνόδων, στήν Αγία Γραφή καί τήν λατρεία τής Εκκλησίας, στίς ευχές τών Μυστηρίων τής Εκκλησίας. Μπορεί νά έχουμε διάφορες απόψεις γιά καθημερινά θέματα, αλλά εφ’ όσον είμαστε Χριστιανοί καί ζούμε μέσα στήν Εκκλησία δέν μπορούμε νά έχουμε διαφορετικές απόψεις από όσα διδάσκει η Εκκλησία.

Αιρετικοί άνθρωποι παρουσιάσθηκαν πολλοί διά μέσου τών αιώνων, πού χρησιμοποιούσαν τήν ελληνική καί ανατολική φιλοσοφία γιά νά κατανοήσουν τά θέματα τής Χριστιανικής πίστεως, αντί νά στηριχθούν στήν εμπειρία τών θεοπτών αγίων, δηλαδή τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων. Ουσιαστικά αυτή είναι η διαφορά μεταξύ τών Πατέρων καί τών αιρετικών. Οι Πατέρες δέχονταν τήν πείρα τών θεοπτών αγίων, ενώ οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν τόν στοχασμό, τήν λογικοκρατία, τήν κοσμική σοφία καί τήν φιλοσοφία.

Είναι πολύ σημαντικός ο λόγος τού Αποστόλου Πέτρου, ότι «εμείς οι Απόστολοι δέν γνωρίσαμε τήν δύναμη καί τήν παρουσία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μέ σεσοφισμένους μύθους», όπως είναι η φιλοσοφία, αλλά «επόπται γεννηθέντες τής εκείνου μεγαλειότητος», δηλαδή «είδαμε τήν δόξα τής θεότητος τού Χριστού πάνω στό όρος Θαβώρ» (Πέτρ. α', 16). Οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν «σεσοφισμένους μύθους», δηλαδή τήν φιλοσοφία, πού είναι μιά λογική επεξεργασία τών μύθων, ενώ οι άγιοι θεολογούσαν μέ βάση τήν εμπειρία τών θεοπτών αγίων καί τήν δική τους πείρα.

Ερωτάται, όμως, γιατί ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει τόν μαθητή του Τίτο νά αφήνη τόν αιρετικό μετά από πρώτη καί δεύτερη νουθεσία; Τό εξηγεί ο ίδιος: «ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος καί αμαρτάνει ών αυτοκατάκριτος». Δηλαδή, ο κατά συνείδηση αιρετικός έχει εκτραπή, έχει φύγει από τήν πραγματική οδό καί αμαρτάνει καταδικάζοντας ο ίδιος τόν εαυτό του. Τήν αίρεση πρέπει νά τήν εκλαμβάνουμε ως μιά πνευματική ασθένεια καί τόν αιρετικό ως πνευματικά ασθενή. Έτσι, ο αιρετικός πού δέν θεραπεύεται μέ τίς πρώτες νουθεσίες, φανερώνει ότι είναι ανίατος «αδιόρθωτος καί ανιάτρευτος», οπότε χάνει κανείς τόν καιρό του ασχολούμενος μαζί του.

Υπάρχουν σωματικές ασθένειες πού θεραπεύονται μέ τήν λήψη φαρμάκων, αλλά υπάρχουν καί σωματικές ασθένειες πού δέν θεραπεύονται καί χρειάζεται είτε νά γίνη βαθειά εγχείρηση είτε νά απομονωθή ο ασθενής γιά νά μήν κολλήση τούς άλλους. Οι μολυσματικές ασθένειες είναι επικίνδυνες γιά τήν κοινωνία.

Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τίς πνευματικές μολυσματικές ασθένειες, τίς οποίες μεταδίδουν οι αιρετικοί. Μέ αυτήν τήν έννοια οι άγιοι Πατέρες, ως πνευματικοί ιατροί, αντιμετώπιζαν τούς αιρετικούς καί τούς εκδίωκαν από τήν Εκκλησία. Δέν τό έκαναν από μίσος καί κακία, αλλά από αγάπη γιά τήν Εκκλησία, τούς Χριστιανούς, ακόμη καί τούς ίδιους τούς αιρετικούς, μήπως μετανοήσουν καί σωθούν.

Τό λυπηρό είναι, όταν ένας Χριστιανός φθάνη στό σημείο νά γίνη ανίατος, αθεράπευτος. Αυτό γίνεται μέ τόν εγωϊσμό, πού είναι εωσφορικός-σατανικός, μέ τήν φιλοσοφία καί όλα τά ισχυρά πάθη τής φιληδονίας, τής φιλοκτημοσύνης, τής φιλαυτίας. Είναι φοβερό, όταν ένας Χριστιανός, ακόμη καί ένας Κληρικός, αναμειγνύη τήν αλήθεια μέ τό ψέμα, τήν υγιά τροφή μέ τό δηλητήριο, τίς προσωπικές του απόψεις μέ τήν διδασκαλία τού Χριστού καί τών αγίων.

Επομένως, θά πρέπει νά αγωνιζόμαστε νά μή φθάσουμε σέ αυτήν τήν ανίατη ασθένεια, τήν αίρεση, αλλά καί νά προφυλασσόμαστε από σύγχρονους αιρετικούς.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 28 Ιουλίου

Τό χωρίο αυτό εκφράζει μιά νοοτροπία πού δέν ίσχυε μόνον τήν εποχή τού Αποστόλου Παύλου, αλλά ισχύει κάθε εποχή. Υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι πού έχουν ζήλον Θεού, αλλά χωρίς νά έχουν επίγνωση, σωστή γνώση τού Θεού.

Η λέξη ζήλος δηλώνει τήν μεγάλη θέρμη γιά τήν επίτευξη ενός σκοπού καί καταλήγει νά εκφράζη τόν άνθρωπο εκείνο πού δείχνει υπερβάλλοντα ζήλο γιά τήν πραγματοποίηση μιάς επιθυμίας, πού ανταγωνίζεται κάποιον άλλον. Πολλές φορές δηλώνει καί τήν ζηλοτυπία, δείχνει τόν άνθρωπο πού διακρίνεται από τήν ζήλεια. Στό χωρίο αυτό ο ζήλος δηλώνεται μέ αρνητική έννοια καί κυρίως εκφράζει τόν φανατισμό πού εκδηλώνεται χωρίς νά γνωρίζη κανείς τήν όλη αλήθεια, χωρίς νά έχη γνώση αληθινή ενός πράγματος καί ενός γεγονότος.

Έναν τέτοιο ζήλο είχαν οι Εβραίοι τής εποχής τού Αποστόλου Παύλου, οι οποίοι ήθελαν νά εφαρμόσουν τόν Μωσαϊκό νόμο, ο οποίος δόθηκε από τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη, καί όμως πολεμούσαν τόν Χριστό πού έγινε άνθρωπος γιά νά ολοκληρώση τόν νόμο καί νά σώση τόν άνθρωπο. Έφθασαν μάλιστα οι Εβραίοι, λόγω ζήλου, νά πολεμήσουν τόν Χριστό, νά τόν σταυρώσουν, νά καταδιώξουν τούς Αποστόλους καί τήν πρώτη Χριστιανική Εκκλησία. Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος δοκίμασε αυτόν τόν υπερβάλλοντα ζήλο τών Εβραίων τής εποχής του, αφού τόν κατεδίωκαν από πόλη σέ πόλη. Αυτός ο ζήλος δέν είναι κατ’ επίγνωση, αλλά παράλογος ζήλος, είναι φανατισμός.

Αυτό τό είχε ζήσει καί ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος. Ως Ιουδαίος ήταν «ζηλωτής τών πατρικών παραδόσεων», αλλά όταν ο Θεός τόν κάλεσε διά τής Χάριτός Του καί αποκάλυψε τόν Υιό Του σέ αυτόν, τότε βρήκε τήν αλήθεια καί έγινε ζηλωτής κατ’ επίγνωση (Γαλ. α', 14).

Ο ζήλος γιά τήν αρετή είναι καλός, όταν συνδέεται μέ τήν αλήθεια καί τήν αγάπη, ενώ ο ζήλος γιά τήν κακία, πού εξελίσσεται σέ φανατισμό, είναι οδυνηρός. Οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν ζηλωταί πνευματικών αγαθών (Α' Κορ. ιδ', 12), ήταν ζηλωταί καλών έργων (Τίτ. β', 14). Όμως, μέσα στήν Εκκλησία ανευρίσκονται καί Χριστιανοί πού διακρίνονται από τόν φανατισμό καί τήν μισαλλοδοξία. Ποιά είναι η διαφορά μεταξύ ζήλου κακού καί καλού; Μπορούν νά τονισθούν δύο σημεία πού διακρίνουν τόν ευλογημένο ζήλο από τόν διαβολικό ζήλο.

Τό πρώτο είναι ότι ο ζήλος γιά τά δόγματα είναι υγιής, όταν βλέπη κανείς τά δόγματα όχι ως φιλοσοφικές αρχές καί ως όπλα γιά νά πολεμά τούς αντιπάλους του, αλλά ως καρπό τής αποκαλύψεως καί τής εμπειρίας τά οποία αποδέχεται γιά νά συναντήση τόν Θεό καί νά σωθή. Τά δόγματα δέν είναι ιδεολογικές αρχές γιά νά χρησιμοποιούνται πρός εξολόθρευση τών εχθρών, αλλά πνευματικά φάρμακα.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι ο ζήλος κατ’ επίγνωση αποβλέπει στήν θεραπεία τού ανθρώπου, στήν αύξηση τής αγάπης πρός τόν Θεό καί τόν άνθρωπο, στήν επιδίωξη τής σωτηρίας, ενώ ο ζήλος χωρίς επίγνωση χρησιμοποιεί τό θυμικό καί τό επιθυμητικό μέρος τής ψυχής γιά πολεμικές διαμάχες μέ τούς ανθρώπους.

Πόσο χαιρόμαστε όταν βλέπουμε Χριστιανούς νά έχουν ανεπτυγμένη τήν επιθυμία νά γνωρίσουν οι ίδιοι τόν Θεό, νά αναπτυχθούν καί νά αποκτήσουν τήν γνώση τού Θεού, πού διακρίνονται από μιά μεγάλη ορμή καί μεγάλη αγάπη πρός τόν Θεό! Καί πόσο λυπούμαστε, όταν βλέπουμε Χριστιανούς νά διακατέχωνται από άκριτο ζήλο, από ανόητο φανατισμό, καί συμπεριφέρωνται όπως οι οπαδοί στά γήπεδα καί εκδηλώνουν όλα τά πάθη τής ψυχής τους, εν ονόματι τού Χριστού καί τής αλήθειας!

Ο φανατισμός είναι έλλειψη τής αλήθειας, απουσία τής πραγματικής αγάπης, άρνηση τής ειρήνης τής ψυχής. Όταν ο φανατισμός καταλάβη τήν ψυχή τού ανθρώπου, μεταβάλλει τήν ψυχή σέ ζούγκλα, ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ως θηρίο, εκδηλώνει θηριώδεις ενέργειες πού προκαλούν τούς ανθρώπους καί λυπούν τόν Θεό. Ο φανατισμός είναι ζήλος «ου κατ’ επίγνωσιν». Αντίθετα, κατά τόν άγιο Νεκτάριο, τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τού κατ’ επίγνωση ζηλωτού είναι «αγάπη θερμή πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον αυτού, πραότης, ανεξιθρησκεία, ευεργεσία καί ευγένεια τρόπων. Ο κατ’ επίγνωσιν ζηλωτής φέρει τόν τύπον τού αληθούς Χριστιανού».

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 7 Ιουλίου

Στό κήρυγμα κάθε Κυριακής τών δύο καλοκαιρινών μηνών εφέτος θά ερμηνεύσουμε μερικές φράσεις τών αποστολικών αναγνωσμάτων πού διαβάζονται στήν θεία Λειτουργία. Πρόκειται γιά αναγνώσματα από τίς Επιστολές τού Αποστόλου Παύλου στούς Χριστιανούς διαφόρων Εκκλησιών πού είχε ιδρύσει, καί απέβλεπαν στήν επίλυση προβλημάτων καί τήν καθοδήγησή τους στήν εν Χριστώ ζωή.

Σήμερα θά ερμηνευθή τό χωρίο από τήν πρός Γαλάτας Επιστολή του, πού αναφέρεται στό Βάπτισμα τών Χριστιανών καί δηλώνει τήν μεγάλη του αξία: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Δηλαδή, όσοι βαπτισθήκατε στό όνομα τού Χριστού έχετε ενδυθή τόν Χριστό. Αυτό τό χωρίο ψάλλεται κάθε φορά πού γίνεται τό Μυστήριο τού Βαπτίσματος καί επίσης ψάλλεται στίς μεγάλες Δεσποτικές Εορτές, τών Χριστουγέννων καί τού Πάσχα, γιατί τότε γίνονταν οι ομαδικές βαπτίσεις τών κατηχουμένων καί τών φωτιζομένων. Είναι ένα χωρίο πολύ σημαντικό.

Κατ’ αρχάς λέγεται: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε». Γνωρίζουμε ότι η βάπτιση γίνεται στό όνομα τού Τριαδικού Θεού, αφού ο Ιερεύς λέγει: «βαπτίζεται ο δούλος τού Θεού εις τό όνομα τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος». Τό ερώτημα πού τίθεται είναι γιατί, ενώ ο Χριστός λέγει ότι οι Απόστολοι πρέπει νά βαπτίζουν στό όνομα τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος, ο Απόστολος Παύλος εδώ λέγει ότι βαπτιζόμαστε στόν Χριστό. Δέν υπάρχει αντίφαση, γιατί σύμφωνα μέ τόν Μέγα Βασίλειο η προσηγορία καί τό όνομα Χριστός «τού παντός εστίν ομολογία», διότι η λέξη Χριστός δείχνει ότι η ανθρώπινη φύση πού προσέλαβε ο Λόγος τού Θεού, χρίσθηκε από τόν Τριαδικό Θεό.

Έπειτα, όταν ενωνόμαστε μέ τόν Χριστό γνωρίζουμε καί τόν Πατέρα καί τό Άγιον Πνεύμα. Ποτέ ο Χριστός δέν είναι χωρισμένος από τά άλλα Πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος. Η Εκκλησία είναι τό Σώμα τού Χριστού, μέσα στήν οποία κοινωνούμε τής ενεργείας τού Τριαδικού Θεού, αφού κοινή είναι η ενέργεια τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος. Ακόμη, η τριττή κατάδυση τού βαπτιζομένου μέσα στήν κολυμβήθρα δηλώνει τόν θάνατο, τήν ταφή καί τήν ανάσταση τού Χριστιανού μαζί μέ τόν Χριστό (Ρωμ. στ', 3-6). Δηλαδή σταυρώνεται ο παλαιός άνθρωπος καί ανασταίνεται ο νέος εν Χριστώ άνθρωπος.

Στό χωρίο, όμως, αυτό πού ερμηνεύουμε υπάρχει η φράση «Χριστόν ενεδύσασθε», δηλαδή όποιος βαπτίζεται στόν Χριστό ενδύεται τόν Χριστό. Κατά τούς Πατέρες τής Εκκλησίας τό Άγιον Πνεύμα λέγεται ένδυμα τών πιστών, τό οποίο οι Χριστιανοί ενδύονται όχι όπως τά ιμάτια-ρούχα, αλλά όπως ενδύεται ο σίδηρος τήν φωτιά. Άν τοποθετήσουμε ένα κομμάτι σιδήρου στήν φωτιά, τότε η φωτιά δέν περιβάλλει εξωτερικά τόν σίδηρο, αλλά εισχωρεί μέσα στήν ύλη του καί έτσι ο σίδηρος «όλος διόλου» ενδύεται τήν φωτιά. Αυτό γίνεται καί μέ τόν Χριστιανό πού βαπτίζεται στήν ιερά κολυμβήθρα, αφού τότε γεμίζει από τήν άκτιστη φωτιά τού Αγίου Πνεύματος, μεταμορφώνεται ολόκληρος. Όταν η Χάρη τού Θεού φωτίζη τόν άνθρωπο, τότε εισέρχεται σέ όλη τήν ύπαρξή του, φωτίζει όλον τόν εσωτερικό του κόσμο, τόν νού, τήν καρδιά, τό λογιστικό, τό επιθυμητικό, τό θυμικό καί γενικά όλη τήν ύπαρξή του.

Επειδή ο βαπτισμένος άνθρωπος ενδύεται τόν Χριστό, γι’ αυτό καί λέγεται Χριστιανός. Δέν λαμβάνει ένα όνομα εξωτερικά, αλλά ένα όνομα πού δείχνει τήν ανακαινισμένη ύπαρξή του. Θυμηθήτε τόν Πρωτομάρτυρα Στέφανο, πού όταν μέσα στό Συνέδριο είδε τήν δόξα τού Θεού, τότε καί τό πρόσωπό του φαινόταν ως πρόσωπο αγγέλου.

Η ημέρα πού βαπτισθήκαμε είναι πολύ σημαντική γιά τήν ζωή μας, γιατί γεμίσαμε από τό πύρ τού Αγίου Πνεύματος, ενδυθήκαμε τόν Χριστό, βαπτισθήκαμε στό όνομα τού Τριαδικού Θεού, πεθάναμε καί αναστηθήκαμε μαζί μέ τόν Χριστό. Τό νά είμαστε Χριστιανοί έχει μεγάλη σημασία, είναι θείο δώρο, εξαιρετική ευλογία από τόν Θεό. Δέν γνωρίζω κατά πόσο σκεφτόμαστε αυτό τό γεγονός καί άν μάς συγκινή ιδιαίτερα.

Βέβαια, όταν δέν ζούμε σύμφωνα μέ τήν ζωή πού προϋποθέτει τό ιερό βάπτισμα, τότε απαιτείται νά γίνη η ανανέωση τού βαπτίσματος μέ τό μυστήριο τής μετανοίας καί τής ιεράς Εξομολογήσεως.

Άς μάθουμε καί άς ψάλλουμε τόν ωραίο αυτόν ύμνο: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε, αλληλούϊα».

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

 

Κυριακή 21 Ιουλίου

Τό χωρίο πού ακούσαμε σήμερα στό αποστολικό ανάγνωσμα «τά οψώνια τής αμαρτίας θάνατος» είναι πολύ σημαντικό, γιά νά καταλάβουμε τί είναι η αμαρτία καί πώς αισθάνεται ο άνθρωπος πού αμαρτάνει. Τό έχουμε ακούσει πολλές φορές, καί είναι μιά φράση γνωστή σέ όσους διαβάζουν συχνά τήν Αγία Γραφή.

Η λέξη «οψώνια» δηλώνει τήν πληρωμή, τό σιτηρέσιο, τόν μισθό πού έδινε ο αυτοκράτωρ στούς στρατιώτες. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος προέτρεπε τούς στρατευομένους: «αρκείσθε τοίς οψωνίοις υμών (Λουκ. γ', 14), δηλαδή νά μήν αρπάζετε διάφορα αγαθά από τούς συνανθρώπους σας, αλλά νά αρκείσθε σέ όσα σάς δίνει ο αυτοκράτορας ή ο βασιλεύς.

Τά οψώνια τής αμαρτίας είναι τά αποτελέσματα τής αμαρτίας, όσα δίνει η αμαρτία σέ εκείνους πού αμαρτάνουν, καί αυτά είναι ο θάνατος. Εδώ υπονοείται η αμαρτία τών Πρωτοπλάστων, τού Αδάμ καί τής Εύας, πού αμάρτησαν, παρέβησαν τήν εντολή τού Θεού καί αμέσως εισήλθε ο θάνατος, πρώτα ο πνευματικός θάνατος, η απομάκρυνση τού ανθρώπου από τόν Θεό, καί έπειτα ο σωματικός θάνατος, η απομάκρυνση τής ψυχής από τό σώμα. Οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι μετά τήν διάπραξη τής αμαρτίας μέ τήν ηδονή εισήλθε στήν ζωή τού ανθρώπου η οδύνη, ο πόνος. Οπότε στήν ζωή τού ανθρώπου πάντοτε συμπλέκονται η ηδονή μέ τήν οδύνη. Άλλα αμαρτήματα συνδέονται μέ τήν ηδονή καί άλλα μέ τήν οδύνη.

Αυτό πού έγινε στόν Αδάμ καί τήν Εύα επαναλαμβάνεται πάντα στήν ζωή μας κάθε φορά πού αμαρτάνουμε. Η πληρωμή τής αμαρτίας, δηλαδή τά αποτελέσματά της, είναι ο πνευματικός θάνατος. Όταν κάνουμε λόγο γιά πνευματικό θάνατο, εννοούμε τήν απομάκρυνση τού ανθρώπου από τόν Θεό, ο Οποίος είναι η αληθινή ζωή. Αυτός ο πνευματικός θάνατος συνδέεται μέ τήν θλίψη, τόν πόνο, τήν απελπισία, τήν απουσία νοήματος γιά τήν ζωή.

Τό φοβερό είναι ότι οι Προπάτορές μας, όταν αμάρτησαν, όταν παρέβησαν τήν εντολή τού Θεού, δέν γνώριζαν τί σημαίνει απομάκρυνση από τόν Θεό, δέν μπορούσαν νά διανοηθούν τί θά συμβή μετά τήν διάπραξη τής αμαρτίας. Ενώ εμείς γνωρίζουμε από τήν πείρα μας τί μάς προξενεί η αμαρτία, καί όμως τήν επαναλαμβάνουμε. Άν καί ξέρουμε τό τί πληγές δημιουργεί στήν ψυχή μας η αμαρτία, εν τούτοις πάλι τήν διαπράττουμε. Έτσι εξηγείται ότι τής αμαρτίας προηγείται σκοτασμός τού νού, η πνευματική τύφλωση, καί στήν συνέχεια ακολουθεί η οδύνη, ο πόνος. Έπειτα, ξεχνάμε τόν πόνο, «τά οψώνια τής αμαρτίας», καί πάλι τήν διαπράττουμε. Πρόκειται γιά έναν φαύλο κύκλο.

Κάθε αμαρτία είναι ένας πνευματικός θάνατος, δηλαδή στερείται κανείς τόν Θεό, πού είναι η αληθινή ζωή. Ο άνθρωπος αρρωσταίνει καί πεθαίνει πνευματικά. Άν υπάρξη μετάνοια, ο άνθρωπος ανασταίνεται από τήν νέκρωση καί αρχίζει πάλι νά ζή κατά Θεόν.

Αλλοίμονό μας, όμως, άν αυτός ο πνευματικός θάνατος είναι αιώνιος, άν δηλαδή ο άνθρωπος εξακολουθή, όσο ζή βιολογικά, νά είναι νεκρός κατά Θεόν καί σέ αυτήν τήν κατάσταση φύγη από τόν κόσμο αυτόν. Τότε θά εφαρμοσθή ο λόγος τής Αποκαλύψεως γιά τόν δεύτερο θάνατο (Απ. κ', 14), πού είναι ο φοβερότερος θάνατος, η τελική απομάκρυνση τού ανθρώπου από τόν Θεό.

Πολλοί άνθρωποι φοβούνται τόν βιολογικό θάνατο, τρέμουν όταν εμφανίζεται κάποια αρρώστια, μήπως τούς οδηγήση πρός τόν θάνατο, αλλά δέν φοβούνται τόν πνευματικό θάνατο, άν καί γνωρίζουν τίς οδύνες τού θανάτου πού προξένησε η αμαρτία τού Αδάμ σέ όλο τό ανθρώπινο γένος. Κάθε φορά πού κάνουμε μιά αμαρτία θά πρέπει νά φοβόμαστε τόν πνευματικό θάνατο πού ακολουθεί, καί ακόμη περισσότερο νά φοβόμαστε μήπως αυτός ο θάνατος είναι αιώνιος, μήπως ακολουθήση ο δεύτερος θάνατος πού είναι πλέον οδυνηρός.

Ο Απόστολος Παύλος πού κάνει λόγο γιά τό ότι «τά οψώνια τής αμαρτίας θάνατος» συνεχίζει γιά νά πή ότι «τό χάρισμα τού Θεού, ζωή αιώνιος εστί». Τό χάρισμα είναι αντίθετο μέ τόν θάνατο, είναι ζωή αιώνιος «εν Χριστώ Ιησού τώ Κυρίω ημών». Έτσι, από τήν μιά πλευρά είναι «τά οψώνια τής αμαρτίας», ο θάνατος, καί από τήν άλλη πλευρά τό χάρισμα τού Θεού, πού είναι η αιώνιος ζωή εν Χριστώ Ιησού.

Πολλές φορές στήν ζωή μας δοκιμάσαμε τήν ενέργεια καί τήν οδύνη τού πνευματικού θανάτου, πού είναι τά «οψώνια τής αμαρτίας». Θά πρέπει, όμως, νά δοκιμάζουμε καί τό χάρισμα τού Θεού, πού είναι η αιώνιος ζωή. Θά πρέπει νά απομακρυνόμαστε από τόν θάνατο καί νά γευόμαστε τήν ζωή.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Την σημερινή μεγάλη Θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αγαπητοί Χριστιανοί, η Εκκλησία μας καθόρισε στην ακολουθία του Όρθρου να διαβάζεται η Ευαγγελική περικοπή που αναφέρεται στην επίσκεψη της Παναγίας στην Ελισάβετ, μετά τον Ευαγγελισμό της και την σύλληψη του Χριστού. Μόλις η Ελισάβετ την απεκάλεσε μητέρα του Χριστού και έδειξε βαθύτατο σεβασμό σε αυτήν, η Παναγία ξεχύθηκε σε ύμνο και δοξολοξία στον Θεό. Ο πρώτος στίχος αυτής της Δοξολογίας είναι:

«Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον» (Λουκ. α , 46). Δηλαδή: «η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο».

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης που έτρεφε, όπως και όλοι οι άγιοι, μεγάλη αγάπη προς την Παναγία, αφού ήταν Θεοτοκόφιλοι, ερμηνεύει ότι η Παναγία με τρεις τρόπους μεγάλυνε, δηλαδή δόξασε τον Κύριο.

Πρώτον, με νοήματα που είναι μεγάλα, υψηλά και άξια της μεγαλειότητος του Θεού. Αυτό φαίνεται από το ότι η Παναγία σε όλη της την ζωή, αλλά ιδιαίτερα τότε που ήταν δώδεκα χρόνια μέσα στα άγια των αγίων, ζούσε συνεχώς μέσα στην θεωρία του Θεού, δηλαδή την θεοπτία, έβλεπε τον Θεό και ο νους της ήταν βυθισμένος σε Αυτόν. Η Παναγία βρισκόταν πάνω από κάθε μικροπρεπή θεωρία των γηΐνων πραγμάτων του κόσμου αυτού. Ο νους της ήταν ανίδεος και ασχημάτιστος και έτσι η Παναγία ζούσε ωσάν ασώματος άγγελος. Γι’ αυτό κανείς άλλος, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος δεν κατενόησε περισσότερο τα μεγαλεία του Θεού όσο η Παναγία.

Δεύτερον, η Παναγία δόξασε τον Κύριο με λόγια μεγάλα και υψηλά και πρέποντα στην μεγαλειότητα του Θεού. Σε όλη την ζωή της με το στόμα της υμνούσε και δοξολογούσε τα μεγαλεία και την δόξα του Θεού. Μάλιστα σε αυτήν την ωδή που ψάλλουμε κάθε φορά στην ακολουθία του Όρθρου φαίνεται ότι υμνεί το δυνατό, παντοδύναμο, άγιο και πανάγιο Όνομα του Θεού και κηρύττει το έλεός Του.

Τρίτον, η Παναγία μεγάλυνε τον Θεό με έργα μεγάλα, υψηλά και άξια της θείας μεγαλειότητος. Η Παναγία που είχε καθαρή, εξαγιασμένη και ισάγγελη ζωή αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού και με αυτόν τον τρόπο ευεργέτησε όλη την οικουμένη. Όλοι οι άγγελοι που έχουν την επιστασία των Εθνών δεν υπέταξαν τόσους ανθρώπους στον Θεό ούτε μεγάλυναν τόσο την κυριότητα του Θεού όσον μόνη η Θεοτόκος. Αλλά και όλοι οι Απόστολοι, που εστάλησαν σε όλα τα μέρη της γης για να σώσουν τους ανθρώπους, δεν επλάτυναν τόσο πολύ την Βασιλεία του Κυρίου, όπως το έκανε μόνη η Θεοτόκος. Αυτή έκανε το μεγάλο έργο μέσα στην ιστορία, γιατί με την καθαρότητά της έκανε τον Θεό υιό ανθρώπου, τους ανθρώπους υιούς του Θεού και τους αγγέλους απέδειξε ατρέπτους στο κακό και τους αξίωσε μεγαλυτέρων χαρισμάτων. Έτσι, η Παναγία έκανε την μεγαλύτερη ιεραποστολή μέσα στον κόσμο, χωρίς να μεταβαίνη από τόπο σε τόπο, επειδή με την εξαγιασμένη ζωή και πολιτεία της έγινε Μητέρα του Χριστού.

Επομένως, η Παναγία εμεγάλυνε τον Κύριο με τα υψηλά νοήματα, λόγια και έργα της. Αυτό το έζησε σε όλη της την ζωή, αλλά το βλέπουμε και κατά την διάρκεια της ενδόξου Κοιμήσεώς της. Εμεγάλυνε τόσο πολύ τον Κύριο, ώστε Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός κατέβηκε από τον Ουρανό για να παραλάβη την ψυχή της, την γέμισε με δόξα και τιμή, όλοι οι Απόστολοι, κατά θαυματουργικό τρόπο, ήλθαν από τα πέρατα της οικουμένης, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, και έμειναν εκστατικοί από την θεία δόξα που περιέλαμπε το άγιον σώμα της.

Αυτό σημαίνει, κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη, ότι η Παναγία, επειδή μεγάλυνε στην ζωή της τον Κύριο, γι’ αυτό σμίκρυνε και εξολόθρευσε την βασιλεία του διαβόλου και εξαφάνισε την ειδωλολατρία. Και καθώς η προμήτωρ Εύα με την παρακοή της εσμίκρυνε τον Κύριο και την κυριότητά του και συγχρόνως εμεγάλυνε τον διάβολο και την βασιλεία του, έτσι έπρεπε, κατά αντίθετον τρόπο η Παναγία, η θυγατέρα της Εύας, να μεγαλύνη τον Κύριο και την εξουσία Του, δια της υπακοής, και να σμικρύνη την βασιλεία του διαβόλου, ώστε να ιατρεύση το παράπτωμα της προμήτορος.

Όλα αυτά δείχνουν ότι όπως η Παναγία είπε «μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον», έτσι πρέπει να κάνουμε και εμείς στην ζωή μας, και να μιμούμαστε την Παναγία στην δοξολογία του Θεού, με φρονήματα, λόγια και έργα. Να έχουμε μεγάλα φρονήματα, περί του Θεού, δηλαδή να σκεπτόμαστε τον Θεό και όχι τόσο τα σμικροπρεπή και γήϊνα πράγματα, να δοξολογούμε τον Θεό με θεολογικά λόγια, να φυλάττουμε το στόμα μας καθαρό από αισχρολογίες, ύβρεις και φλυαρίες, και να κάνουμε καλά έργα, με τα οποία να επιστρέφουμε ανθρώπους, δια της μετανοίας, στον Θεό.

Όταν μεγαλύνουμε το Όνομα του Θεού με φρονήματα, λόγια και έργα, τότε θα λάβουμε την Χάρη του Θεού και θα έχουμε την αγάπη και την προστασία της Παναγίας, ακόμη και όταν έλθη η ώρα που θα φύγουμε από τον κόσμο αυτόν.

Εύχομαι χρόνια πολλά και ευλογημένα. Η Παναγία να προστατεύη όλους μας με την Χάρη της και τις προσευχές της.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εορτή Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Τα τροπάρια που συνέταξαν οι υμνογράφοι της Εκκλησίας για να πανηγυρίζουν οι Χριστιανοί τις εορτές, αλλά και την σημερινή εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας μας, είναι αριστουργήματα, τόσο από την δομή, τις εικόνες και τα κοσμητικά επίθετα που χρησιμοποιούν, όσο και από το περιεχόμενό τους, που απαντούν στα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος. Όταν διαβάση κανείς προσεκτικά τα τροπάρια αυτά εκπλήσσεται από την σοφία τους και την ομορφιά τους.

Ο κανόνας που ψάλλαμε σήμερα στην ακολουθία του Όρθρου συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν την κατηγορία και είναι έργο του αγίου Κοσμά του ποιητού, που ήταν θετός αδελφός του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Ο κανόνας αυτός έχει καταπληκτικά τροπάρια που αναλύουν το περιεχόμενο της εορτής και δείχνουν την σπουδαιότητά της. Η ακροστιχίδα των τροπαρίων αυτών, δηλαδή τα αρχικά γράμματα όλων των τροπαρίων, έχει την εξής φράση: «πανηγυριζέτωσαν οι θεόφρονες». Θα ήθελα να κάνω ένα μικρό σχόλιο σε αυτήν την φράση.

Πρώτα πρέπει να δούμε την λέξη «πανηγυριζέτωσαν». Η λέξις πανήγυρις στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει έναν ομαδικό εορτασμό με τις εορτές που αναφέρονται στον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους που εορτάζει κάθε τόπος. Η εκκλησιαστική πανήγυρις συμπεριλαμβάνει προσευχή, συμμετοχή στην θεία Λειτουργία, και κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, ύστερα από σχετική προετοιμασία, δηλαδή μετάνοια, εξομολόγηση κλπ. Βέβαια, οι άνθρωποι έχουν συνδέσει το πανηγύρι με διασκεδάσεις και χορούς. Η Εκκλησία δεν αποκλείει και την εξωτερική χαρά, όταν προηγήται η εκκλησιαστική πανήγυρη και όταν γίνεται με τις σχετικές προϋποθέσεις και τους κατάλληλους τρόπους. Όταν, όμως, η διασκέδαση γίνεται σε βάρος της λατρείας και ειδικά της θείας Λειτουργίας, και σε αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας, τότε δεν ωφελεί πνευματικά. Αν μελετήσουμε τον τρόπο με τον οποίο πανηγύριζαν παλαιότερα οι άνθρωποι, τότε θα δούμε την διαφορά με μερικούς σύγχρονους τρόπους πανηγύρεως.

Πάντως, το πραγματικό πανηγύρι είναι η θεία Λειτουργία και γενικά η λατρεία της Εκκλησίας. Ο άνθρωπος στην θεία Λειτουργία συμψάλλει με τους αγγέλους, συμπροσεύχεται με τους Αγίους, επικοινωνεί με την Παναγία, συνδέεται με τον Χριστό. Όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, η θεία Λειτουργία είναι μια ενότητα αγγέλων και ανθρώπων, κεκοιμημένων και ζώντων. Όποιος αισθάνεται πραγματικά την θεία Λειτουργία ως πανηγύρι, βλέπει την αλλαγή και στην ζωή του, και μπορεί να συμπεριφερθή με έναν καλύτερο τρόπο στους συνανθρώπους του.

Η επομένη λέξη της ακροστιχίδος είναι «οι θεόφρονες», δηλαδή θα πρέπη να πανηγυρίζουν εκείνοι που σκέπτονται κατά Θεόν. Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κολασσαείς: «Τα άνω φρονείτε, τα άνω ζητείτε, μη τα επί της γης» (Κολασ. γ , 2). Οι εκκλησιαστικές εορτές πανηγυρίζονται από τους ανθρώπους εκείνους που έχουν φρόνημα Θεού, που αποβλέπουν στην βίωση του νοήματος των εορτών. Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη και οι άγιοι Πατέρες στην Εκκλησία έκαναν αγώνα προκειμένου οι άνθρωποι να μάθουν να εορτάζουν κατά Θεόν και όχι με τρόπο κοσμικό.

Αυτό ισχύει και για την σημερινή εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας μας. Το νόημα της εορτής αυτής είναι πνευματικό, αφού η Παναγία βίωσε την ανάσταση του Χριστού στην ύπαρξή της και τώρα βρίσκεται στους ουρανούς και πρεσβεύει για μας. Η Παναγία συνήργησε στο μυστήριο της σωτηρίας μας και γι’ αυτό και εμείς πρέπει να της δώσουμε τον οφειλόμενο σεβασμό. Πρέπει πάντοτε να εορτάζουμε ως θεόφρονες, δηλαδή να προηγήται νηστεία και μετάνοια, να κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, να ζούμε με εκκλησιαστικό τρόπο και να προσπαθούμε να τηρούμε το θέλημα του Υιού και Θεού της στην ζωή μας.

Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά για την σημερινή μεγάλη Θεομητορική εορτή.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 4 Ιουλίου

Η θεία Λειτουργία, αγαπητοί αδελφοί, είναι τό μέγα Μυστήριο τής Εκκλησίας, αφού σέ αυτό μεταβάλλεται ο άρτος καί ο οίνος σέ Σώμα καί Αίμα Χριστού καί εμείς κοινωνούμε τόν Χριστό, πού είναι η πηγή τής ζωής καί τής αθανασίας. Έτσι, δέν νοείται Χριστιανός ο οποίος δέν εκκλησιάζεται, δέν λειτουργείται χωρίς νά έχη σοβαρό λόγο.

Η θεία Λειτουργία αρχίζει μέ τήν εκφώνηση: «Ευλογημένη η Βασιλεία τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος, νύν καί αεί καί εις τούς αιώνας τών αιώνων». Πρόκειται γιά μιά δοξολογία τού Τριαδικού Θεού, πού είναι ο Πατήρ, ο Υιός καί τόν Άγιον Πνεύμα. Αμέσως μετά τήν ανύμνηση τού Τριαδικού Θεού, ο Ιερεύς παρακαλεί τούς παρευρισκομένους Χριστιανούς νά προσευχηθούν στόν Τριαδικό Θεό καί νά τού αναφέρουν τά αιτήματά τους καί νά Τόν παρακαλέσουν γιά τίς ανάγκες τους.

Στά σύντομα αυτά κυριακάτικα κηρύγματα τών δύο αυτών μηνών (Ιούλιος-Αύγουστος), θά ερμηνεύσουμε μέ συντομία τά αιτήματα πού προτρέπεται ο λαός από τόν Ιερέα νά απευθύνη στόν Θεό, κατά τήν έναρξη τής θείας Λειτουργίας. Μέ τόν τρόπο αυτόν θά μπορέσουμε νά καταλάβουμε τό νόημά τους καί έτσι η λειτουργική προσευχή θά γίνεται μέ νόημα καί σκοπό.

Τά τρία πρώτα αιτήματα τής δεήσεως αναφέρονται στήν ειρήνη, μόνο πού γίνεται λόγος γιά τρείς καταστάσεις ειρήνης.

Η πρώτη κατάσταση ειρήνης αναφέρεται στόν τρόπο μέ τόν οποίο πρέπει νά προσευχόμαστε. «Εν ειρήνη τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή νά δεηθούμε στόν Θεό μέ ειρήνη. Πρόκειται γιά τήν εξωτερική ειρήνη, δηλαδή τήν τάξη καί ησυχία, αλλά καί τήν εσωτερική ειρήνη, δηλαδή τήν προσευχή χωρίς λογισμούς καί σκέψεις. Χρειάζονται καί τά δύο αυτά γιά νά έχη δύναμη η προσευχή μας. Δέν πρέπει νά μιλούμε στόν Ναό, δέν πρέπει νά δημιουργούμε αταξίες, αλλά ούτε καί νά σκεπτόμαστε διάφορα προβλήματα πού μάς απασχολούν στήν καθημερινή ζωή. Όση ώρα θά παρευρεθούμε στόν Ιερό Ναό πρέπει νά αφιερωθούμε στόν Θεό.

Η δεύτερη κατάσταση ειρήνης είναι η ειρήνη τού Θεού. «Υπέρ τής άνωθεν ειρήνης καί τής σωτηρίας τών ψυχών ημών τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή μάς προτρέπει ο Ιερεύς νά προσευχηθούμε νά μάς στείλη ο Θεός τήν δική Του ειρήνη καί νά μάς δώση τήν σωτηρία τής ψυχής μας. Ο Ίδιος ο Χριστός έκανε διάκριση μεταξύ τής ειρήνης πού χορηγεί Αυτός καί τής ειρήνης πού δίνει ο κόσμος (Ιω. ιδ', 27). Η ειρήνη τού Θεού είναι η Χάρη Του, πού όταν έρχεται στήν καρδιά μας, μάς ελευθερώνει από κάθε ταραχή, κάθε ανησυχία, κάθε εσωτερική διαμάχη.

Η τρίτη κατάσταση ειρήνης είναι η ειρήνη τού κόσμου καί τών Εκκλησιών. «Υπέρ τής ειρήνης τού σύμπαντος κόσμου, ευσταθείας τών αγίων τού Θεού Εκκλησιών καί τής τών πάντων ενώσεως τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή άς προσευχηθούμε στόν Θεό γιά τήν ειρήνη όλου τού κόσμου, τήν σταθερότητα τών αγίων Εκκλησιών καί τήν ενότητα όλων. Η ταραχή καί οι πόλεμοι είναι αποτέλεσμα τής αμαρτίας τών Πρωτοπλάστων, πού απομακρύνθηκαν από τόν Θεό, τήν πηγή καί τόν άρχοντα τής ειρήνης οι έριδες καί τά σχίσματα στήν Εκκλησία είναι αποτέλεσμα εμπαθών ανθρώπων, πού δημιουργούν προβλήματα στήν Εκκλησία καί ο διαχωρισμός τών ανθρώπων σέ έθνη, φυλές, γλώσσες είναι πάλι καρπός τής αμαρτίας. Γι’ αυτό πρέπει νά προσευχόμαστε διαρκώς στόν Θεό νά μάς αποστείλη τήν ειρήνη Του, νά φρουρή τίς καρδιές μας καί νά εκδιώκη τόν φόβο, τήν ταραχή καί τήν αγωνία.

Κάθε φορά πού λειτουργούμε καί προσευχόμαστε στόν Θεό μέ αυτές τίς δεήσεις, πρέπει νά τό κάνουμε μέ πολλή προσοχή, πίστη καί δύναμη, γιατί στούς ανθρώπους σήμερα επικρατεί ταραχή, λογισμοί, αγωνία, αλλά γίνονται καί πολλοί πόλεμοι στήν ανθρωπότητα. Επίσης, παρατηρούνται καί πολλές κοινωνικές αναστατώσεις. Ερχόμαστε τίς Κυριακές στόν Ναό γεμάτοι αγωνία καί ταραχή από τά προβλήματα καί τούς πειρασμούς τής εβδομάδος πού πέρασε, καί τά οποία συναντήσαμε στήν οικογένεια, τόν εργασιακό χώρο, τήν κοινωνία καί γι’ αυτό αναζητούμε γαλήνη, ηρεμία, ειρήνη. Ο Χριστός, πού είναι ο άρχων τής ειρήνης, νά μάς χορηγή αυτό τό μεγάλο δώρο, αλλά καί εμείς άς προετοιμάζουμε τόν εαυτό μας γιά νά τό δεχθούμε, ώστε μέσα στήν Εκκλησία καί τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας νά αισθανόμαστε τήν ειρήνη τού Θεού.

Ο Μητροπολιτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακὴ 15 Αὐγούστου

Κάθε φορά πού τελούμε τήν θεία Λειτουργία καί κάθε Ιερά Ακολουθία, καί προσευχόμαστε στόν Θεό, είτε στόν Τριαδικό Θεό –τόν Πατέρα, τόν Υιόν καί τό Άγιον Πνεύμα– είτε στόν Θεάνθρωπο Χριστό, ζητούμε καί τίς πρεσβείες τής Θεοτόκου Μαρίας, τής Παναγίας μας. Αυτό γίνεται γιατί η Παναγία έπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ενανθρώπηση τού Υιού καί Λόγου τού Θεού καί τήν σωτηρία μας. Ο «άοικος» Θεός απέκτησε «οίκο», δηλαδή εισήλθε στόν κόσμο διά τής Παναγίας μας.

Έτσι, είναι γνωστή η προσευχή: «Τής Παναγίας Αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου καί Αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων τών Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς καί αλλήλους καί πάσαν τήν ζωήν ημών Χριστώ τώ Θεώ παραθώμεθα». Δηλαδή, αφού φέραμε στήν μνήμη μας τήν Παναγία, τήν Αγνή, τήν υπερευλογημένη, τήν ένδοξη Δέσποινά μας Θεοτόκο καί Αειπάρθενη Μαρία, μαζί μέ όλους τούς Αγίους, άς παραθέσουμε τούς εαυτούς μας καί τούς άλλους καί ολόκληρη τήν ζωή μας στόν Χριστό, τόν Θεό μας.

Στήν δέηση αυτή μπορούμε νά δούμε δύο σημεία:

Τό πρώτο είναι τά κοσμητικά επίθετα πού αποδίδουμε στήν Παναγία μας, τά οποία δέν είναι επιφανειακά, χωρίς ουσία καί περιεχόμενο, αλλά ανταποκρίνονται απόλυτα στό πρόσωπο καί τό έργο της.

Τήν Μητέρα τού Χριστού τήν ονομάζουμε Παναγία, γιατί είναι ανώτερη από όλους τούς Αγίους, είναι «παντός αγίου κορυφή καί τελείωσις». Δέν διέπραξε κανένα αμάρτημα στήν ζωή της, αφού από τριών ετών μέχρι τότε πού συνέλαβε «εκ Πνεύματος Αγίου» τόν Χριστό, ζούσε στά Άγια τών Αγίων καί έφθασε στήν θέωση. Είναι «Άχραντος», δηλαδή Αγνή, καθαρή από κάθε αμάρτημα καί λογισμό, στό σώμα καί τήν ψυχή. Η Παναγία είναι «υπερευλογημένη», γιατί έλαβε μεγάλη Χάρη από τό πλήρωμα τής Χάριτος τού Θεού. Είναι «ένδοξη», γιατί είναι γεμάτη από τήν δόξα τού Θεού, αφού καί η Κοίμησή της είναι ένδοξη. Είναι «Δέσποινα», γιατί γέννησε τόν Δεσπότη τών πάντων Χριστό. Μέ αυτήν τήν έννοια χαρακτηρίζεται καί «Κυρία», οπότε η πρεσβεία της καί οι προσευχές της έχουν ισχυρή δύναμη καί είναι «Προστασία τών Χριστιανών ακαταίσχυντος». Είναι «Θεοτόκος», γιατί δέν εγέννησε έναν απλόν άνθρωπο, αλλά τό Δεύτερο Πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος πού είναι Θεός. Καί είναι «Αειπάρθενος Μαρία», αφού είναι Παρθένος πρό τού τόκου, κατά τόν τόκο καί μετά τόν τόκο, όπως ο αγιογράφος τό παρουσιάζει στίς ιερές εικόνες, μέ τά τρία αστέρια στό μέτωπο καί τούς δύο ώμους.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι ζητάμε από τήν Παναγία, μέ τά τόσα κοσμητικά επίθετα καί τήν δόξα, νά πρεσβεύη γιά μάς. Αυτό σημαίνει τό «μνημονεύσαντες». Τήν μνημονεύουμε γιά νά τήν δοξάσουμε καί νά τήν παρακαλέσουμε νά πρεσβεύη στόν Θεό γιά τήν σωτηρία μας, γιατί τής τό υποσχέθηκε ο Χριστός πρίν κοιμηθή, ότι δηλαδή γιά όσους προσεύχεται εκείνη θά σώζονται. Γι’ αυτό όλοι οι Άγιοι έχουν μεγάλη συγγένεια μέ τήν Παναγία καί τήν αισθάνονται κοντά τους, τήν αγαπούν πολύ, είναι Θεοτοκόφιλοι.

Τήν αγαπάμε αμέσως μετά τόν Θεό. Ο Χριστός είναι ο μεσίτης μεταξύ ημών καί τού Θεού Πατρός, αλλά η Παναγία είναι μεσίτρια μεταξύ ημών καί τού Χριστού. Τό πώς γίνεται αυτό είναι ένα μυστήριο πού τό καταλαβαίνουν όσοι βαδίζουν τόν δρόμο τής σωτηρίας.

Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο ζητούμε τίς πρεσβείες τής Θεοτόκου, αλλά παραθέτουμε καί ολόκληρη τήν ζωή μας καί τών συνανθρώπων μας στόν Χριστό. Δέν κάνουμε μόνον προσευχή, αλλά εμπιστευόμαστε απολύτως τόν εαυτό μας στόν Θεό. Όταν κανείς προσεύχεται, αλλά δέν αφήνη τόν εαυτό του στήν Πρόνοια τού Θεού, δέν βοηθιέται πραγματικά.

Μέ τήν ευκαιρία τής μεγάλης σημερινής Θεομητορικής Εορτής τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου καί τής μεταστάσεώς της στούς ουρανούς, εύχομαι σέ όλους σας χρόνια πολλά μέ ειρήνη, γαλήνη, υγεία καί ευλογία, διά πρεσβειών τής Θεοτόκου Μαρίας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 25 Ιουλίου

Η θεία Λειτουργία γίνεται σέ ορισμένο τόπο καί χρόνο, αλλά γίνεται γιά όλη τήν οικουμένη, γιά τούς ανθρώπους πού ταξιδεύουν, πού οδοιπορούν, πού είναι άρρωστοι, γενικά γιά όλο τόν κόσμο. Έτσι, ο λειτουργός προτρέπει τόν λαό: «Υπέρ τής Πόλεως ταύτης, πάσης Πόλεως, Χώρας καί τών πίστει οικούντων εν αυταίς, τού Κυρίου δεηθώμεν». Δηλαδή άς προσευχηθούμε γιά τήν Πόλη αυτή ή τήν Κώμη, στήν οποία γίνεται η θεία Λειτουργία, γιά κάθε Πόλη καί γιά κάθε Χώρα, αλλά καί γι’ αυτούς πού κατοικούν σέ αυτές μέ πίστη –εννοείται μέ ορθόδοξη χριστιανική πίστη– δηλαδή τούς ορθοδόξους Χριστιανούς.

Γεννηθήκαμε σέ έναν ορισμένο τόπο, μιά ιδιαίτερη Πατρίδα πού τήν αγαπούμε καί ενδιαφερόμαστε γι’ αυτήν, αλλά καί προσευχόμαστε γιά τήν πρόοδό της. Στήν Πόλη αυτή πρέπει νά επικρατή κοινωνική δικαιοσύνη, ειρήνη, αγάπη, ομόνοια, σεβασμός τής ελευθερίας κάθε ανθρώπου, αλλά καί ενότητα κοινωνική. Δέν απολυτοποιούμε όμως τά πράγματα, γι’ αυτό καί προσευχόμαστε καί γιά κάθε Πόλη καί Χώρα. Η αγάπη πρός τήν Πόλη καί τήν Πατρίδα μας δέν αποκλείει κάθε άλλη Πόλη καί Χώρα τών συνανθρώπων μας.

Μέ τήν θεία Λειτουργία αγιάζεται κάθε τόπος, όπου τελείται αυτή, ή τουλάχιστον προσευχόμαστε ο Θεός νά δίδη τήν Χάρη Του γιά νά ευλογηθούν τά μέλη τής Εκκλησίας. Σέ άλλη προσευχή συγκεκριμενοποιείται αυτή η αίτηση, ώστε ο Θεός νά στείλη τήν Χάρη Του καί νά προστατεύη τήν Πόλη καί τούς κατοίκους της από οργή, σεισμό, αρρώστια, πείνα, εμφύλιο πόλεμο καί αιφνίδιο θάνατο. Επίσης, σέ άλλη δέηση προσευχόμαστε γιά τήν εξουσία πού υπάρχει σέ κάθε τόπο, ώστε καί οι πιστοί νά ζούν ήρεμο καί ησύχιο βίο μέ κάθε ευσέβεια καί σεμνότητα. Οι Χριστιανοί δέν αρνούνται τήν ιστορία καί τόν τόπο, γιατί σέ αντίθετη περίπτωση θά ήταν ανεδαφική η πίστη τους. Ο Χριστός μέ τήν ενσάρκωσή Του εισήλθε μέσα στήν ιστορία, προσέλαβε τήν ανθρώπινη φύση καί τήν θέωσε, τήν μεταμόρφωσε. Έκτοτε καί εμείς σεβόμαστε τόν ιστορικό τόπο καί τόν ιστορικό χρόνο.

Οι Επίσκοποι λαμβάνουν ως τίτλο τό όνομα μιάς συγκεκριμένης Πόλεως καί έτσι υπογράφουν τά Πρακτικά τών Οικουμενικών Συνόδων. Οι έδρες τών Πατριαρχείων καί Αυτοκεφάλων Εκκλησιών έχουν τά ιδιαίτερα πρεσβεία καί προνόμια. Η Ιερουσαλήμ είναι ένδοξη Πόλη, όπου δίδαξε, σταυρώθηκε καί αναστήθηκε ο Χριστός. Καί η Νέα Ιερουσαλήμ, η Κωνσταντινούπολη, είναι η Πόλη πού ήταν Πρωτεύουσα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καί σέ αυτήν συγκλήθηκαν πολλές Οικουμενικές Σύνοδοι καί τώρα είναι η έδρα τού Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι κατοικούντες στίς πόλεις μέ πίστη έχουν ανάγκη τής βοηθείας καί τής προστασίας τού Θεού, διότι υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι. Οι σύγχρονες αστικές κοινωνίες είναι αποχριστιανισμένες, εκκοσμικευμένες, αποκομμένες από τόν Θεό. Πολλοί πολίτες δέν εκκλησιάζονται, άν καί είναι βαπτισμένοι Χριστιανοί, δέν προσαρμόζουν τήν ζωή τους στίς εντολές τού Θεού. Αυτό κατά κάποιο τρόπο επηρεάζει καί τούς πιστούς Χριστιανούς, γι’ αυτό καί έχουν τήν ανάγκη τής βοήθειας τού Θεού.

Παρά τό ότι αγαπάμε τήν Πατρίδα μας, τήν Πόλη ή τό Χωριό όπου κατοικούμε, εν τούτοις γνωρίζουμε ότι πορευόμαστε στήν άνω Πόλη. Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο αφ' ενός μέν γιά τήν «επίγειον κατοικίαν τού σκήνους», δηλαδή τού σώματος, αφ' ετέρου δέ γιά τήν «οικίαν αχειροποίητον καί αιώνιον εν τοίς ουρανοίς» (Β' Κορ. ε', 1-2). Τό Πολίτευμά μας είναι στόν ουρανό καί από εκεί διευθυνόμαστε, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος «ημών γάρ τό πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. γ', 20).

Πάντως, αγαπάμε τήν Πόλη ή τήν Κώμη πού κατοικούμε, ενδιαφερόμαστε νά επικρατή ειρήνη καί αγάπη σέ αυτή, καί προσευχόμαστε γι’ αυτό, γιατί μαζί μέ όλα τά άλλα οι ειρηνικές συνθήκες μάς δίνουν τήν δυνατότητα νά τελούμε τήν θεία Λειτουργία ελεύθερα καί νά δοξάζουμε τόν Θεό μέ όλη μας τήν καρδιά.

Ο Μητροπολιτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 10 Ιουλίου

Αναλύοντας εφέτος στά κυριακάτικα Κηρύγματα τά «πληρωτικά», τίς δεήσεις, δηλαδή, πού απευθύνουμε στόν Θεό κατά τήν θεία Λειτουργία, μετά τήν Μεγάλη Είσοδο καί τήν μεταφορά τών Τιμίων Δώρων από τήν Αγία Πρόθεση στήν Αγία Τράπεζα, έχουμε τήν δυνατότητα νά δούμε καί άλλα θέματα πού σχετίζονται μέ τήν ζωή μας. Αυτό τό βλέπουμε στά αιτήματα τών δεήσεων πρός τόν Θεό.

Η δεύτερη δέηση είναι: «Υπέρ τών προτεθέντων τιμίων Δώρων, τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή άς παρακαλέσουμε τόν Κύριο καί Θεό μας γιά τά δώρα πού παραθέσαμε. Ποιά είναι αυτά τά δώρα; Είναι ο άρτος καί ο οίνος πού προσφέρονται γιά νά μεταβληθούν σέ Σώμα καί Αίμα Χριστού. Λέγονται «τίμια Δώρα», γιατί ήδη από τήν αγία Πρόθεση έχουν ξεχωρισθή γιά νά γίνουν Σώμα καί Αίμα Χριστού.

Ο άρτος καί ο οίνος αντιπροσωπεύουν όλα τά υλικά αγαθά πού έχουμε, αλλά καί όλη μας τήν ζωή. Από ό,τι έχουμε, ξεχωρίζουμε αυτά τά βασικά στοιχεία τής ζωής –τό ψωμί καί τό κρασί– καί τά προσφέρουμε στόν Θεό. Ετοιμάζεται τό πρόσφορο μέ προσοχή καί πίστη, συγκεντρώνεται εκλεκτό κρασί καί τά προσφέρουμε στόν Ναό μέ ευλάβεια καί αγάπη στόν Θεό. Έτσι, όλοι συμμετέχουμε μέ τόν τρόπο μας στήν θεία Λειτουργία, ο καθένας ανάλογα μέ τό χάρισμά του. Η ευσεβής νοικοκυρά ετοιμάζεται από ημέρες γιά νά συμμετάσχη στήν θεία Λειτουργία, όχι απλώς διανοητικά καί νοερά, αλλά καί αισθητά, ολοκληρωτικά μέ τό πρόσφορο. Φέρει στόν Ναό τόν εαυτό της, αλλά καί τό πρόσφορο πού είναι μέρος τών υλικών αγαθών.

Όμως, τό πρόσφορο καί τό κρασί δέ είναι απλώς δικά μας δώρα πού τά δίνουμε στόν Θεό, αλλά τά θεωρούμε ως δώρα τού Θεού σέ μάς καί τά αντιπροσφέρουμε σέ Αυτόν. Αυτό λέγεται στήν φράση τού Ιερέως, όταν υψώνη τά δύο αυτά υλικά στοιχεία: «Τά σά εκ τών σών σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα», δηλαδή προσφέρουμε σέ Σένα ένα μέρος από τά δικά σου, πού μάς έδωσες, σέ κάθε τόπο καί γιά όλες τίς ευεργεσίες. Έτσι, όλα όσα έχουμε καί όλη μας η ζωή είναι δώρα τού Θεού σέ μάς καί στούς αδελφούς μας. Δέν έχουμε τίποτε δικό μας, όλα είναι δώρα τού Θεού καί πρέπει νά τά προσφέρουμε σέ Αυτόν.

Ένας Ορθόδοξος Ρουμάνος θεολόγος, ο μακαριστός π. Δημήτριος Στανιλοάε, έλεγε ότι όλη η κτίση είναι δώρο τού Θεού στόν άνθρωπο, αλλά πάντοτε τό δώρο συνδέεται μέ τόν σταυρό, δηλαδή συνιστά μιά σταυρική ζωή. Αυτό σημαίνει ότι δέν πρέπει νά κολλάμε στό δώρο καί νά ξεχνάμε Αυτόν πού μάς τό έδωσε. Έτσι, κάθε δώρο έχει τόν δικό του σταυρό, αφού πρέπει νά μή προσκολλόμαστε σέ αυτό καί νά ξεχνάμε τόν Θεό. Σέ μιά τέτοια περίπτωση ο Θεός μάς παίρνει τό δώρο, γιά νά ανεβή ο βαθμός τής σχέσης μας μαζί Του σέ ένα άλλο επίπεδο.

Ευγνωμονούμε τόν Θεό γιά τήν αγάπη Του, γιά τά δώρα πού μάς δίνει, δηλαδή τήν κτίση, τά υλικά αγαθά, τήν ζωή μας, τά αγαπητά μας πρόσωπα πού μάς περιβάλλουν, αλλά πρέπει νά μάθουμε νά ζούμε σταυρικά, δηλαδή νά μή κολλάμε κυριολεκτικά στά δώρα, αλλά νά τά προσφέρουμε στόν Θεό καί τούς αδελφούς μας, γιά νά γνωρίσουμε τόν Ίδιο τόν Θεό.

Η θεία Λειτουργία μάς μαθαίνει νά ζούμε κατ’ αυτόν τόν τρόπο, αφού δίνουμε τόν άρτο καί τόν οίνο καί λαμβάνουμε τό Σώμα καί τό Αίμα τού Χριστού, τό αντίδωρο τής αγάπης Του. Έτσι, κι εμείς μαθαίνουμε πώς νά θεωρούμε τόν κάθε άνθρωπο, ως δώρο τού Θεού σέ μάς, αλλά καί τόν εαυτό μας ως δώρο στόν Θεό καί τούς άλλους, οπότε η επικοινωνία μας μέ τούς ανθρώπους πρέπει νά είναι στήν πραγματικότητα μιά ανταλλαγή δώρων.

Ο Μητροπολιτης

+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 24 Αυγούστου (Ι Ματθαίου)

Το θαύμα της θεραπείας του σεληνιαζομένου νέου που ακούσαμε σήμερα, συνέβη μετά την κάθοδο του Χριστού από το όρος Θαβώρ, όπου μεταμορφώθηκε και έδειξε την δόξα της Θεότητάς Του στους τρεις Μαθητές που παρευρέθηκαν στο θαυμαστό αυτό γεγονός. Αυτό δείχνει την ιδιαίτερη σημασία του γεγονότος την οποία θα δούμε με το μικρό σχολιασμό που θα ακολουθήση.

Στο όρος Θαβώρ οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την δόξα της θεότητος του Χριστού, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν την φωτεινή νεφέλη που τους επισκίασε. Πρόκειται για την δόξα της Αγίας Τριάδος, και ήταν η φανέρωση της Βασιλείας του Θεού. Διότι για μας τους Ορθοδόξους η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά η θέα και η μέθεξη της δόξης του Θεού. Συγχρόνως οι Μαθητές είδαν τους δύο Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία να συνομιλούν με τον Χριστό. Τόσο πολύ ευφράνθησαν, ώστε σε κάποια στιγμή ο Απόστολος Πέτρος εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνουν μονίμως εκεί, και να στήσουν τρεις σκηνές, για τον Χριστό και τους δύο Προφήτες, και αυτοί να παραμένουν εκεί για να βλέπουν την δόξα Του. Όλη αυτή η εικόνα, αλλά και η επιθυμία των Μαθητών, δείχνει τι θα είναι ο Παράδεισος, πως θα ζουν όσοι αξιωθούν να εισέλθουν στον Παράδεισο. Πρόκειται για μια διαρκή θεία Λειτουργία, μια συνεχή θέα της δόξης του Τριαδικού Θεού.

Οι Μαθητές, μετά από αυτή την εμπειρική βίωση της Βασιλείας του Θεού, κατέρχονται από το όρος Θαβώρ και έρχονται αντιμέτωποι με μια φοβερή κατάσταση. Συναντούν έναν δαιμονισμένο νέο που βασανίζεται από τον διάβολο, έναν πατέρα να υποφέρη, να βασανίζεται και να ζητά βοήθεια και συμπαράσταση, μια γενιά που είναι άπιστη και διεστραμμένη και τους Μαθητές Του που απορούσαν γιατί δεν είχαν την δύναμη να ελευθερώσουν τον νέο αυτόν από το δαιμόνιο.

Αυτές οι δύο εικόνες είναι αντίθετες μεταξύ τους. Στην μία βλέπει κανείς την χαρά και την ειρήνη της Βασιλείας του Θεού και στην άλλη βλέπει την τραγική κατάσταση της ανθρώπινης ζωής με τα προβλήματα και τις ταλαιπωρίες της και γενικά την κατάσταση της Κολάσεως. Αυτό δείχνει και την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος από τον Παράδεισο στον οποίο ζούσε αμέσως μετά την δημιουργία του, όπου απολάμβανε την δόξα του Θεού, εξαναγκάσθηκε να ζη στην κοιλάδα του κλαυθμώνος και των ταλαιπωριών, με τις αρρώστιες, τους δαιμονικούς πειρασμούς, τις στερήσεις, τους θανάτους και τα ποικίλα προβλήματα που δημιουργούν πόνο και οδύνη. Μόνον μέσα από την θέα της θαβωρίου δόξας μπορούμε να καταλάβουμε την τραγική κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε μετά την πτώση μας και την απομάκρυνσή μας από τον Θεό του Φωτός και της δόξης. Αυτό δείχνει και το πως ελπίζουμε και πιστεύουμε να μεταμορφωθή το σώμα μας και να γίνη όμοιο με το σώμα του μεταμορφωθέντος Χριστού.

Αλλά αυτό το αισθανόμαστε και σε κάθε θεία Λειτουργία. Όταν προετοιμαζόμαστε κατάλληλα πριν την θεία Λειτουργία και όταν προσευχόμαστε με συγκεντρωμένο τον νου κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, αισθανόμαστε γαλήνη στην καρδιά, ειρήνη στους λογισμούς, ανάπαυση και παρηγοριά σε ολόκληρη την ύπαρξή μας. Τότε η καρδιά αισθάνεται την παρουσία του Θεού, αλλά αγαπούμε και τους συνανθρώπους μας με τους οποίους προσευχόμαστε και κοινωνούμε από το ίδιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Όταν, όμως, τελειώνη η θεία Λειτουργία και πηγαίνουμε στα σπίτια μας και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που υπάρχουν από τις αρρώστιες, τις περιφρονήσεις και την μοναξιά, από τα πάθη μας, τότε νοσταλγούμε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα της θείας Λειτουργίας και θέλουμε πάλι να εκκλησιασθούμε.

Στην ζωή μας εναλλάσονται οι ώρες της εμπειρίας του Θαβώρ και οι ώρες της εμπειρίας των διαφόρων δυσκολιών. Μακάρι το Θαβώρ, η Βασιλεία του Θεού, το «πνεύμα» της θείας Λειτουργίας να εμπνέουν και να προσανατολίζουν πάντοτε την ζωή μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εφέτος στα κυριακάτικα πρωϊνά κηρύγματα, που θα διαβάζωνται στους Ιερούς Ναούς, θα προσπαθήσουμε με απλά λόγια να ερμηνεύσουμε τους στίχους της Δοξολογίας, που ψάλλουμε κάθε φορά στην ακολουθία του Όρθρου κατά την Κυριακή και τις άλλες εορτάσιμες ημέρες, αλλά την διαβάζουμε και στον καθημερινό Όρθρο και σε άλλες ιερές ακολουθίες.

Η Δοξολογία είναι συλλογή στίχων από την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, σε μια ενότητα που ψάλλεται στο τέλος της ακολουθίας του Όρθρου. Και αν σκεφθή κανείς ότι η ακολουθία του Όρθρου ψάλλεται κάθε ημέρα περίπου κατά την ανατολή του ηλίου, τότε αντιλαμβάνεται ότι υμνείται ο Θεός που ανέτειλε το φως, και συγχρόνως παρακαλούμε τον Θεό να μας ευλογήση και να μας προστατεύση από κάθε κακό που θα παρουσιασθή την ημέρα αυτή. Έτσι, η Δοξολογία έχει μια εσωτερική ενότητα, που θα δούμε στα κηρύγματα κάθε Κυριακής του Καλοκαιριού.

Η Δοξολογία αρχίζει με την δοξολογία του Τριαδικού Θεού, ο Οποίος δημιούργησε και μας έδειξε το φως Του. Οι στίχοι είναι οι ακόλουθοι:

«Δόξα σοι τω δείξαντι το φως. Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. Υμνούμέν σε, ευλογούμέν σε, προσκυνούμέν σε, δοξολογούμέν σε, ευχαριστούμέν σοι δια την μεγάλην σου δόξαν. Κύριε Βασιλεύ, επουράνιε Θεέ, Πάτερ Παντοκράτορ• Κύριε Υιέ μονογενές, Ιησού Χριστέ και Άγιον Πνεύμα».

Η μετάφραση των στίχων αυτών έχει ως εξής: «Σε σένα ανήκει η δόξα που έδειξες το φως. Ας δοξάζεται ο Θεός που κατοικεί στα ύψη του ουρανού, και ας έλθη στην γη η ειρήνη και στους ανθρώπους η ευδοκία, η ευαρέσκειά Του. Εσένα τον Θεό υμνούμε, ευλογούμε, προσκυνούμε, δοξολογούμε, ευχαριστούμε για την μεγάλη Σου δόξα. Κύριε Βασιλεύ, επουράνιε Θεέ, Πατέρα Πατοκράτορα, Κύριε μονογενή Υιέ και άγιον Πνεύμα».

Στους πρώτους αυτούς στίχους της Δοξολογίας βλέπουμε τρία σημεία.

Το πρώτο ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Αυτό το συναντούμε συνεχώς στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής, αλλά και σε όλα τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας. Κάθε δέηση προς τον Θεό τελειώνει με την επίκληση του Τριαδικού Θεού: «…τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Αυτό είναι αποκάλυψη του Ίδιου του Θεού, όπως φανερώθηκε στον Ιορδάνη ποταμό, αλλά και στο όρος Θαβώρ. Όλα τα μυστήρια γίνονται στο όνομα του Τριαδικού Θεού. Η διδασκαλία περί του Τριαδικού Θεού, που είναι τρία πρόσωπα, τα οποία έχουν κοινή ουσία και ενέργεια, μας απαλλάσσει από την μονοθεΐα και την πολυθεΐα, αλλά και από την διδασκαλία ότι υπάρχει μια αόρατη αφηρημένη δύναμη που δημιούργησε τον κόσμο.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι Αυτός ο Τριαδικός Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Και όπως γνωρίζουμε, το πρώτο που έκανε είναι ότι δημιούργησε το φως. Γράφεται στο βιβλίο της Γενέσεως: «Και είπεν ο Θεός γεννηθήτω φως και εγένετο φως». Πριν την δημιουργία του φωτός δεν υπήρχε τίποτε, ήταν το μη ον, το σκοτάδι. Ακόμη, ο Τριαδικός Θεός μας έδειξε και το αληθινό φως, που είναι η γνώση του αληθινού Θεού.

Το τρίτο σημείο είναι ότι Αυτός ο Θεός ζη μέσα στο Φως, είναι Φως αληθινό. Όταν μερικοί άγιοι, όπως οι τρεις Μαθητές επάνω στο όρος Θαβώρ, είδαν τον μεταμορφωμένο Χριστό, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν το Άγιον Πνεύμα ως νεφέλη φωτεινή, είδαν την δόξα του Θεού, δηλαδή το Φως του Θεού. Επειδή, λοιπόν, ο Θεός έχει μεγάλη δόξα, γι’ αυτό εμείς τον υμνούμε, τον ευλογούμε, τον προσκυνούμε, τον δοξολογούμε και τον ευχαριστούμε.

Ο Τριαδικός Θεός βρίσκεται μέσα στην δόξα και το Φως, και εμείς τα δημιουργήματά Του, με τις αμαρτίες που κάνουμε καθημερινά βρισκόμαστε μέσα στο πνευματικό σκοτάδι. Παρά ταύτα απολαμβάνουμε αυτήν την αγάπη Του, γιατί καθημερινά μας δείχνει το φως του αισθητού ηλίου που μας φωτίζει, μας θερμαίνει και μας ζωογονεί, αλλά κάποτε-κάποτε μας δείχνει και μερικές ακτίνες του Φωτός Του, που το αντιλαμβανόμαστε ως αγάπη, έλεος, συγχώρηση των αμαρτιών, θερμότητα εσωτερική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον αισθανόμαστε, παρά την αναξιότητά μας, την ανάγκη να Τον ευχαριστήσουμε και να Τον υμνήσουμε.

Κάθε μέρα, λοιπόν, που ξυπνάμε από τον ύπνο, από το σκοτάδι στο οποίο βυθιζόμαστε, για να ξεκουρασθούμε από τους κόπους της πολυμόχθου ζωής, θα πρέπη να προσευχόμαστε στον Θεό και μεταξύ των άλλων να λέμε την Δοξολογία, να τον υμνούμε, γιατί μας έδειξε και για μια ακόμη ημέρα το φως του αισθητού ηλίου, αλλά και το φως της αγάπης και της μακροθυμίας Του. Ιδιαιτέρως αυτό να το κάνουμε κάθε Κυριακή. Να ξυπνούμε πρωΐ και να πηγαίνουμε στην Εκκλησία, για να ακούμε, μεταξύ των άλλων, να ψάλλεται θριαμβευτικά, στον ήχο της ημέρας η του δοξαστικού, η Δοξολογία αυτή.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Όπως γνωρίζετε, κάθε χρόνο τους καλοκαιρινούς μήνες Ιούλιο και Αύγουστο συνηθίζουμε να αποστέλλουμε σε όλες τις Ενορίες της Μητροπόλεώς μας σύντομο γραπτό κήρυγμα, για να διαβάζεται στους Ιερούς Ναούς κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Αυτό το κάνουμε και εφέτος με την Χάρη του Θεού.

Τα σύντομα κηρύγματα εφέτος θα έχουν αναφορά στην θεία Λειτουργία και θα προσπαθήσουν να δείξουν την μεγάλη σημασία της για την ζωή μας, καθώς επίσης να ερμηνεύσουν μερικά σημεία της θείας Λειτουργίας, ώστε όταν εκκλησιαζόμαστε να γνωρίζουμε τί ακριβώς γίνεται.

Κατ’ αρχάς, βέβαια, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η λέξη λειτουργία συναντάται και στην αρχαία Ελλάδα. Η λέξη αυτή αποτελείται από δύο άλλες επί μέρους λέξεις, ήτοι το λέϊος και το έργο, που σημαίνει έργον του λαού. Με την προσθήκη της λέξεως θεία στην Λειτουργία δηλώνεται ότι δεν είναι ένα απλό έργο του λαού, αλλά είναι ενέργεια του Θεού και συνέργεια του λαού, δηλαδή ανταπόκριση του λαού, που είναι βεβαπτισμένοι και ζουν σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, στην αγάπη του Θεού. Υπάρχουν λειτουργικοί τύποι με την ονομασία διαφόρων αγίων, όπως του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που τελείται κάθε Κυριακή, του Μ. Βασιλείου, που τελείται δέκα φορές τον χρόνο, του αγίου Ιακώβου κ.λ.π.

Η θεία Λειτουργία ονομάζεται και θεία Ευχαριστία, γιατί κατά την διάρκειά της ευχαριστούμε τον Θεό για όλες τις δωρεές που μας έχει χαρίσει, τόσο τις παγκόσμιες όσο και τις προσωπικές. Παγκόσμιες είναι η ενανθρώπηση του Χριστού, δια της οποίας νικήθηκε ο θάνατος, η αμαρτία και ο διάβολος. Ακριβώς αυτό το έργο της θείας ενανθρωπήσεως, της θείας οικονομίας, όπως συνήθως λέγεται στην θεολογική γλώσσα, μας προβάλλει ανάγλυφα η θεία Λειτουργία και μας καλεί να το ζήσουμε και εμείς. Και αυτό γίνεται τόσο με τις ευχές και τα ψάλματα, όσο και με τα σύμβολα, όπως για παράδειγμα, το κανδήλι, το κερί, η μικρά και μεγάλη είσοδος, η ευλογία δια της χειρός, η ανύψωση των χεριών κ.λ.π.

Η θεία Λειτουργία αρχίζει με το “ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος”, γιατί είναι μια δοξολογία στον Τριαδικό Θεό, ο οποίος δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, αλλά και τον αναδημιούργησε. Έπειτα, μέσα στην θεία Λειτουργία, όταν έχουμε προετοιμασθή κατάλληλα και έχουμε αποκτήσει πνευματικές αισθήσεις, μπορούμε να αισθανθούμε την Χάρη του Θεού, καθώς επίσης αναζητούμε ανταύγειες της μελλούσης ζωής, της ζωής δηλαδή που θα ζήσουν οι δίκαιοι στην Βασιλεία του Θεού. Γιατί η Βασιλεία του Θεού δεν είναι τίποτε άλλο παρά η όραση του Θεού ως φωτός.

Και αμέσως μετά την επίκληση της Βασιλείας του Θεού, απευθύνουμε στον Θεό τις πρώτες προσευχές μας. Αν προσέξη κανείς επισταμένως θα διαπιστώση ότι οι δεήσεις αυτές αναφέρονται σε τρία θέματα.

Το πρώτον, είναι το μεγάλο αγαθό της ειρήνης. Προσευχόμαστε για να μας δώση ο Θεός την δική Του ειρήνη, που σώζει την ψυχή, και βέβαια με την ειρήνη αυτήν θα συμμετάσχουμε στην θεία Ευχαριστία, καθώς επίσης να δώση ο Θεός την ειρήνη Του σε όλο τον κόσμο και στις τοπικές Εκκλησίες, που αποτελούν την ενιαία Εκκλησία του Χριστού. Χωρίς την ειρήνη του Θεού ούτε ο άνθρωπος αποκτά ειρήνη ούτε μπορεί ο κόσμος να ειρηνεύση.

Το δεύτερον, είναι ότι προσευχόμαστε για όλο το εκκλησιαστικό μας πολίτευμα, που είναι ιεραρχικό, δηλαδή για τον Επίσκοπο, τους Πρεσβυτέρους, τους διακόνους και τον λαό. Και βεβαίως για τους άρχοντες. Ο Επίσκοπος είναι εις τύπον και τόπον της παρουσίας του Χριστού και οι Πρεσβύτεροι είναι εις τύπον των Αποστόλων, που αποστέλλονται από τον Επίσκοπο για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλους τους πιστούς της Ιεράς Μητροπόλεως.

Το τρίτον είναι ότι προσευχόμαστε για τις διάφορες ανάγκες μας και για τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη, όπως γι’ αυτούς που ταξιδεύουν, γι’ αυτούς που είναι ασθενείς, για τους δαιμονισμένους. Και βέβαια, παρακαλούμε τον Θεό με τις πρεσβείες της Παναγίας και των αγίων, αλλά αναθέτουμε ολόκληρη την ζωή μας στον Χριστό.

Η θεία Λειτουργία, αγαπητοί μου, είναι μια ολόκληρη ζωή, ένα πέλαγος της θείας αγάπης. Μακάρι να μπορούμε να κολυμπάμε σε αυτό το πέλαγος και να δροσιζόμαστε από την Χάρη του Θεού.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αναλύοντας τους στίχους της Δοξολογίας, σε μια προηγούμενη Κυριακή, αναλύσαμε τι θα πη έλεος του Θεού, και πως ο άνθρωπος μπορεί να γευθή το έλεος και την φιλανθρωπία Του. Σήμερα θα δούμε δύο άλλους στίχους της Δοξολογίας που αναφέρονται στον Θεό, που είναι η καταφυγή μας.

Ο ένας στίχος είναι:

«Κύριε καταφυγή εγενήθης ημίν, εν γενεά και γενεά. Εγώ είπα• Κύριε, ελέησόν με• ίασαι την ψυχήν μου ότι ήμαρτόν σοι». Δηλαδή: «Συ, Κύριε, έγινες για μας καταφύγιο σε κάθε γενιά και γενιά. Εγώ είπα. Κύριε, ελέησε και ίασαι-θεράπευσε την ψυχή μου, επειδή αμάρτησα σε εσένα».

Καταφύγια είναι εκείνοι οι χώροι που προστατεύουν τους ανθρώπους από τις βόμβες που ρίχνουν τα αεροπλάνα κατά τον καιρό του πολέμου. Επειδή, όμως, καθημερινά δεχόμαστε πόλεμο από τον διάβολο και την αμαρτία, γι’ αυτό η μόνη μας καταφυγή, αλλά και παρηγοριά είναι ο Θεός και η μνημόνευση του Ονόματος Του. Αυτό το γνωρίζουμε επειδή, όπως το διαβάζουμε στην Αγία Γραφή, ο Θεός προστάτευσε όλους τους προπάτορές μας. Εμείς έχουμε τεκμήρια αυτής τ1ης προστασίας και της αγάπης του Θεού προς το ανθρώπινο γένος.

Έπειτα, στον στίχο αυτόν προσευχόμαστε να μας ευσπλαχνισθή ο Θεός και να θεραπεύση την ψυχή μας. Πράγματι, από τις αμαρτίες που διαπράττουμε η ψυχή μας τραυματίζεται και μερικές φορές θανάσιμα. Τότε κανείς δεν μπορεί να μας θεραπεύση, παρά μόνον ο Θεός. Τα φάρμακα θεραπεύουν το σώμα και τις ασθένειες του σώματος, αλλά την ψυχή την θεραπεύει μόνον ο Θεός. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε, γιατί τότε θα ζούμε κατά έναν διαφορετικό τρόπο και θα βρίσκουμε εσωτερική γαλήνη, ειρήνη, ελευθερία, αγάπη.

Πολλές εξωτερικές ακαταστασίες, αλλά και πολλές σωματικές ασθένειες προέρχονται από αυτήν την εσωτερική ασθένεια. Γι’ αυτό οι Πατέρες μας λένε ότι όταν αισθανόμαστε εσωτερική ακαταστασία πρέπει να προσευχόμαστε με την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελεησόν με». Και όταν ούτε αυτό μπορούμε να κάνουμε, γιατί η ψυχή μας είναι άρρωστη και τραυματισμένη, τότε θα πρέπη να λέμε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ίασαι την ψυχήν μου ότι ήμαρτόν σοι».

Ο άλλος στίχος είναι:

«Κύριε προς σε κατέφυγον• δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου». Δηλαδή: «Κύριε, σε σένα κατέφυγα. Δίδαξέ με να πράττω το θέλημά σου, γιατί εσύ είσαι ο Θεός μου.»

Εδώ τονίζεται ότι ο Θεός δεν είναι απλώς μια συναισθηματική καταφυγή σε δύσκολες ώρες της ζωής μας, αλλά είναι καταφυγή όταν πράττουμε το θέλημά Του και με αυτό ενωνόμαστε μαζί Του. Επομένως, δεν πρόκειται για μια αδράνεια, για μια αδρανή κατάπαυση στον Θεό, αλλά για μια διαρκή κίνηση και ενέργεια. Αυτό εκδηλώνεται με το ότι φανερώνουμε την επιθυμία μας να πράττουμε στην ζωή μας το θέλημα του Θεού.

Όταν κάνουμε λόγο για το θέλημα του Θεού, εννοούμε το τι θέλει ο Θεός για μας. Και αυτό που θέλει ο Θεός είναι να αγιαζόμαστε. «Τούτό εστι το θέλημα του Θεού ο αγιασμός ημών» (Α Θεσ. δ 3). Με τον όρο θέλημα του Θεού εννοούνται οι εντολές Του, που εκφράζουν την επιθυμία του Θεού για μας. Φαίνεται, λοιπόν, ότι υπάρχουν δύο θελήματα. Το θέλημα του Θεού που επιδιώκει την σωτηρία μας, και το θέλημα το δικό μας με το οποίο θέλουμε να καταφύγουμε στον Θεό. Είναι δε απαραίτητο για την σωτηρία μας ο συντονισμός των δύο θελημάτων, του Θεού και του δικού μας. Επειδή έχουμε σκοτεινό νου, μετά την αμαρτία, γι’ αυτό δεν μπορούμε να γνωρίζουμε επακριβώς το θέλημα του Θεού και έτσι ευχόμαστε, αφού Αυτόν αναγνωρίζουμε ως Θεό, να μας διδάξη, να μας αποκαλύψη Αυτός το θέλημά Του και όταν το τηρούμε θα αποκτήσουμε την γνώση Του.

Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ποιά είναι η αλληλουχία των εννοιών. Εμείς καταφεύγουμε σε Αυτόν που τον θεωρούμε Θεό μας, και τον παρακαλούμε να μας διδάξη Αυτός το θέλημά Του, επειδή το αγνοούμε. Στην συνέχεια πρέπει να το εφαρμόζουμε για να οδηγούμαστε στο Φως.

Χρησιμοποιούμε πολλά καταφύγια στην ζωή μας για να απαλύνουμε τον εσωτερικό μας πόνο και τις διάφορες αποτυχίες μας. Άλλοτε καταφεύγουμε στην ικανοποίηση των αισθήσεων και των παθών, άλλοτε στις ιδεολογίες, άλλοτε στην προστασία των ισχυρών και δυνατών ανθρώπων κλ.π. Όμως, πρέπει να καταλάβουμε ότι το δυνατότερο και ασφαλέστερο καταφύγιο είναι ο Θεός και η προσευχή στον Θεό με το άγιον Όνομά Του. Επίσης, το καλύτερο φάρμακο για την ίαση των αμαρτιών μας είναι το Όνομα του Χριστού.

Ας τα δοκιμάσουμε και θα το διαπιστώσουμε.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η σωτηρία τού ανθρώπου πραγματοποιείται μέ τό «ρήμα» τού Θεού, τό όνομα καί τό έργο τού Χριστού καί εκφράζεται ως καρδιακή εμπειρία καί ως ομολογία τής πίστεως. Ο άνθρωπος ομολογεί τήν θεότητα τού Χριστού καί θυσιάζεται γι’ Αυτόν.

Ο Απόστολος Παύλος, όπως φαίνεται στό σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, προσεύχεται διαρκώς γιά τήν σωτηρία τών Ισραηλιτών, οι οποίοι είχαν ζήλο Θεού, αλλά χωρίς επίγνωση, ήτοι χωρίς τήν σωστή γνώση. Καί αυτό γίνεται γιατί επιδίωκαν νά δικαιωθούν από τά έργα τους, ενώ μόνον ο Θεός δικαιώνει τόν άνθρωπο, διά τού Ιησού Χριστού.

Μιλώντας ο Απόστολος Παύλος γιά τήν δικαίωση, η οποία ταυτίζεται μέ τήν σωτηρία, αναφέρεται στόν τρόπο πού επιτυγχάνεται. Γιά τόν σκοπό αυτό χρησιμοποιεί τρείς λέξεις: τό ρήμα, τό στόμα καί τήν καρδιά. Γράφει: «εγγύς σου τό ρήμά εστιν, εν τώ στόματί σου καί εν τή καρδία σου» (Ρωμ. ι', 8).

Όλοι οι άνθρωποι ομιλούμε διά τού στόματος. Τά ρήματα, δηλαδή οι λόγοι, διατυπώνονται καί αρθρώνονται μέ τό στόμα. Συγχρόνως ομιλούμε καί εσωτερικά μέ τόν άναρθρο λόγο, δηλαδή μέ τήν καρδιά καί τίς σκέψεις. Αυτό λέγεται ενδιάθετος λόγος.

Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τόν Χριστιανό. Λέγει ο Απόστολος, χρησιμοποιώντας χωρίο τής Παλαιάς Διαθήκης, ότι ο λόγος είναι πλησίον τού στόματος καί τής καρδίας, καί έτσι ο Χριστιανός πιστεύει μέ τήν καρδιά του καί ομολογεί μέ τό στόμα του: «καρδία γάρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δέ ομολογείται εις σωτηρίαν» (Ρωμ. ι', 10).

Τά δύο αυτά, ήτοι τό στόμα καί η καρδία, σημαίνουν τήν ομολογία καί τήν πίστη. Προηγείται η καρδιακή πίστη ότι ο Χριστός είναι ο Σωτήρας τού κόσμου καί τών ανθρώπων, ότι μόνον δι’ Αυτού επιτυγχάνεται η σωτηρία μέσα στήν Εκκλησία, πού είναι τό Σώμα τού Χριστού, καί στήν συνέχεια ακολουθεί ή πρέπει νά ακολουθή η ομολογία τής πίστεως διά τού στόματος.

Αυτό έκαναν όλο οι Άγιοι τής Εκκλησίας μας. Ζώντας μέσα στήν Εκκλησία, απέκτησαν τήν βεβαιότητα τής αληθινής ζωής, πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός, γλυκάθηκαν πνευματικά από τήν Χάρη τού Θεού καί στήν συνέχεια, όταν τό απαιτούσαν οι καιροί, οι άγιοι Πατέρες οριοθέτησαν τήν πίστη καί οι ομολογητές καί οι μάρτυρες έδωσαν τήν ομολογία γι’ αυτήν, καί ως επιστέγασμα καί επακόλουθο έδωσαν στόν Χριστό καί τήν ζωή τους.

Κατά τήν περίοδο τών διωγμών οι ειδωλολάτρες καλούσαν τούς Χριστιανούς νά αρνηθούν τόν Χριστό, αλλά εκείνοι ομολογούσαν μέ σθένος καί έπειτα ακολουθούσε τό μαρτύριο. Ποιός μπορεί νά μήν ομολογήση ότι ο Χριστός είναι αληθινός Θεός, όταν βεβαιώθηκε στήν καρδιά του ότι υπάρχει, ότι είναι ζωντανός καί Αυτός είναι μοναδικός Σωτήρας τών ανθρώπων;

Υπάρχουν όμως Πατέρες τής Εκκλησίας πού ερμηνεύουν τό χωρίο αυτό τού Αποστόλου Παύλου μέσα από τήν εμπειρία τής προσευχής. Δηλαδή, τό «ρήμα», ο λόγος τού Θεού, είναι εγγύς στό στόμα καί στήν καρδιά. Ο Χριστιανός πρέπει νά προσεύχεται καί μέ τά χείλη του καί μέ τήν καρδιά του, δηλαδή μέ όλη του τήν ύπαρξη. Εδώ εννοείται η προσευχή διά τού στόματος καί η προσευχή διά τής καρδίας, η νοερά-καρδιακή προσευχή.

Πάντως, η σωτηρία τού ανθρώπου πραγματοποιείται μέ τό «ρήμα» τού Θεού, τό όνομα καί τό έργο τού Χριστού καί εκφράζεται ως καρδιακή εμπειρία καί ως ομολογία τής πίστεως. Ο άνθρωπος ομολογεί τήν θεότητα τού Χριστού καί θυσιάζεται γι’ Αυτόν. Έτσι έζησαν καί τελείωσαν οι άγιοι Απόστολοι, οι άγιοι Μάρτυρες, οι άγιοι Πατέρες καί όλοι οι αληθινοί Χριστιανοί, διά μέσου τών αιώνων. Αυτοί, μετά τόν Χριστό καί τήν Παναγία μας, είναι τά ένδοξα πρότυπά μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η θεία Λειτουργία είναι κατ εξοχήν προσευχή και αναφορά στον Θεό, που γίνεται από την Εκκλησία, κάθε Κυριακή, στις μνήμες των αγίων, αλλά και όποτε πρέπει να τελεσθή. Στα Μοναστήρια, ιδιαιτέρως στο Άγιον Όρος, τελείται καθημερινώς.

Πέρα, όμως, από την προσευχή της Εκκλησίας και την θεία Λειτουργία, οι Χριστιανοί πρέπει να προσεύχωνται και καθημερινά. Ο άνθρωπος είναι στην πραγματικότητα προσευχητικό ον, είναι μία ύπαρξη που πρέπει να προσεύχεται. Άλλωστε δημιουργήθηκε από τον Θεόν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του, το πρωτότυπο της δημιουργίας του είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ανάγεται στο πρωτότυπό του και να αναφέρεται σε Αυτόν. Όταν δεν το κάνει αυτό, τότε δείχνει ότι έχει χάσει τον προορισμό του.

Αυτό το συναντούμε και στους στίχους της Δοξολογίας, που θα δούμε σήμερα, και στους οποίους περιλαμβάνεται η λέξη «ημέρα» και αναφέρονται στην προσευχή και την ζωή της κάθε ημέρας.

Αφού υμνήσαμε τον Τριαδικό Θεό και την ενανθρώπηση του Υιού Του, στην συνέχεια ομολογούμε ότι Αυτόν έχουμε κέντρο της ζωής μας. Ψάλλουμε:

«Καθ’ εκάστην ημέραν ευλογήσω σε, και αινέσω το όνομά σου εις τον αιώνα, και εις τον αιώνα του αιώνος». Δηλαδή «κάθε ημέρα θα σε δοξολογώ και θα υμνώ το Όνομά Σου σε όλους τους αιώνες».

Αφού προηγουμένως αισθανθήκαμε την αγάπη του Θεού, τώρα δίδουμε την ομολογία ότι θα υμνούμε το Όνομά Του καθημερινά, αλλά και σε όλους τους αιώνες. Πράγματι, το Όνομα του Θεού έχει πολύ μεγάλη δύναμη και όποιος το επικαλείται λαμβάνει μεγάλη Χάρη και ευλογία. Αυτό υμνείται από τους αγγέλους, αλλά και από τους αγίους στον ουρανό. Αυτή η ανύμνηση του ονόματος του Θεού θα είναι η μοναδική λατρεία και η θεία Λειτουργία στους αιώνες, μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Έτσι, όταν υμνούμε κάθε ημέρα το Όνομα του Θεού, θα αξιωθούμε να το υμνούμε και αιωνίως.

Στον επόμενο στίχο παρακαλούμε τον Θεό:

«Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Δηλαδή, «αξίωσέ μας, Κύριε, να φυλαχθούμε αναμάρτητοι κατά την σημερινή ημέρα».

Ο άνθρωπος ρέπει προς τα πονηρά εκ νεότητος αυτού, όπως λέγει η Αγία Γραφή, γιατί έχει μέσα του την τρεπτότητα και δέχεται πολλούς πειρασμούς από τον διάβολο, τα πάθη που υπάρχουν μέσα του και από τον κόσμο της αμαρτίας και της αδικίας που τον περιβάλλει. Οι προσβολές και οι πειρασμοί είναι αλλεπάλληλοι και ο άνθρωπος πέφτει καθημερινώς. Δεν υπάρχει περίπτωση να ζήση μια ημέρα και να μη αμαρτήση. Πόση πικρά εμπειρία έχουμε αυτής της καταστάσεως! Καθημερινώς βδελυττόμεθα τον εαυτό μας και τον ελεεινολογούμε γι αυτά που κάνουμε. Λέμε: «Μα εγώ το έκανα αυτό; Πως μπόρεσα να το κάνω»;

Γι’ αυτό, όταν ξυπνούμε από τον ύπνο, αισθανόμαστε την ανάγκη να ζητήσουμε από τον Θεό να μας προστατεύση, να μας διαφυλάξη για να μη αμαρτήσουμε, να μη απομακρυνθούμε από το θέλημά Του, να μη χάσουμε την Χάρη Του. Άλλωστε, η αμαρτία δεν είναι απλώς μια άρνηση της εντολής του Θεού, αλλά η απομάκρυνση του ανθρώπου από την πηγή της ζωής και το φως το αληθινό, οπότε ο άνθρωπος εισέρχεται μέσα στον θάνατο και το σκοτάδι. Ο άνθρωπος με την θέλησή του και τις μικρές δυνάμεις του δεν μπορεί να αποφύγη τελείως την αμαρτία, γι αυτό ζητά την προστασία του Θεού. Είμαστε μικροί και αδύνατοι και ζητούμε την ενίσχυση από την Χάρη του Θεού.

Επομένως, κάθε ημέρα και όλη την ημέρα να υμνούμε το Όνομα του Θεού, να προσευχόμαστε με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού ελέησόν με», ώστε να μπορέσουμε με την δύναμη του Ονόματος του Χριστού να μη αμαρτάνουμε.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η θεία Λειτουργία, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ένα μεγάλο πανηγύρι. Δεν έχουμε αισθήσεις να το καταλάβουμε αυτό, αλλά όταν αποκτήσουμε άλλες νοερές αισθήσεις τότε θα μαγευθούμε από όσα γίνονται, λέγονται και ψάλλονται στην θεία Λειτουργία.

Ο τρόπος με τον οποίο σήμερα τελείται η θεία Λειτουργία δεν είναι ακριβώς ο ίδιος όπως γινόταν στην αρχαία Εκκλησία, γιατί με την πάροδο του χρόνου εισέρχονταν νέα τμήματα και αποτελέστηκε όλο αυτό το μεγαλείο, που απολαμβάνουμε σήμερα.

Με το σημερινό κήρυγμα θα δούμε λίγο τις δύο εισόδους, όπως λέγονται στην λειτουργική γλώσσα, την Μικρά και την Μεγάλη Είσοδο.

Η Μικρά Είσοδος είναι το γεγονός εκείνο, που ο ιερεύς λαμβάνει το Ευαγγέλιο από την Αγία Τράπεζα και εξέρχεται από την βόρεια Πύλη του Ιερού Βήματος, κατέρχεται μέχρι την δυτική πλευρά του Ιερού Ναού, στέκεται στο μέσον του Ναού, ευλογεί την είσοδο και υψώνοντας το ιερό Ευαγγέλιο ψάλλει “Σοφία. Ορθοί”.

Μέχρι τον έβδομο αιώνα η θεία Λειτουργία άρχιζε από το σημείο αυτό, αφού ο ιερεύς την στιγμή εκείνη έπαιρνε το ιερό Ευαγγέλιο από το σκευοφυλάκιο, που βρισκόταν έξω από τον Ιερό Ναό, οπότε εισερχόταν στον Ιερό Ναό για την τέλεση της θείας Λειτουργίας. Επομένως, αυτή η στιγμή ήταν η πρώτη πανηγυρική είσοδος του Επισκόπου, του ιερού Κλήρου και του λαού μέσα στον Ιερό Ναό. Όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, η είσοδος αυτή είναι εικόνα και τύπος της πρώτης ενσάρκου παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, όταν ο Χριστός άρχισε να κηρύττη το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτόν τον λόγο και κρατά ο ιερεύς ή ο διάκονος το Ευαγγέλιο και λέγει “Σοφία. Ορθοί”. Δηλαδή, αυτό που κρατώ στα χέρια μου, λέγει, είναι η σοφία του Θεού, γι’ αυτό να σηκωθήτε όλοι σας. Άλλωστε, γι’ αυτό η θεία Λειτουργία είναι η βίωση της θείας οικονομίας, της θείας ενανθρωπήσεως.

Η Μεγάλη Είσοδος γίνεται μετά τον χερουβικό ύμνο, όταν ο ιερεύς λαμβάνει από την ιερά Προσκομιδή τον άρτο και τον οίνο, που θα γίνουν αργότερα Σώμα και Αίμα Χριστού και τα μεταφέρει από την ιερά Προσκομιδή στην Αγία Τράπεζα και ψάλλει “πάντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός εν τη Βασιλεία αυτού πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων”. Εάν με την πρώτη - Μικρά Είσοδο - είδαμε τον Χριστό να εισέρχεται στον κόσμο για να κηρύξη και να θαυματουργήση, τώρα βλέπουμε τον Χριστό να προχωρή προς τον Γολγοθά για να πάθη, να σταυρωθή και να αναστηθή για την σωτηρία του ανθρώπου. Μέσα στην θεία Λειτουργία βιώνουμε το τί είπε ο Χριστός, τί έκανε ο Χριστός και κυρίως τί έπαθε ο Χριστός για τον άνθρωπο, αλλά και τί μεγάλο καλό προξένησε ο Χριστός στον άνθρωπο, αφού του έδωσε την δυνατότητα να συμμετάσχη και εκείνος στο μυστήριο της αναστάσεως και της αναλήψεώς Του.

Η Μικρά και Μεγάλη Είσοδος μας υπενθυμίζει ότι και εμείς πρέπει να ανταποκριθούμε σε αυτό το έργο του Χριστού, να ευχαριστήσουμε τον Χριστό για την μεγάλη δωρεά Του να γίνη άνθρωπος και να θεώση την ανθρώπινη φύση, αλλά κυρίως να πραγματοποιήσουμε και εμείς την μικρή είσοδο στην ζωή μας, ήτοι να ζήσουμε στην πράξη το πνεύμα των λόγων του Χριστού, δηλαδή να τηρήσουμε τον λόγο Του, και να κάνουμε και την μεγάλη είσοδο στο μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Δηλαδή, αυτό που έκανε ο Χριστός μια φορά σωματικώς να γίνεται συνεχώς στην ζωή μας, να μη μένουμε στα εξωτερικά και επιφανειακά της χριστιανικής ζωής, αλλά να προχωρούμε βαθύτερα. Η Εκκλησία είναι ένα μυστήριο που έχει μεγάλο βάθος. Και μακάριοι εκείνοι, που μπορούν να διακρίνουν το βάθος αυτό και μπορούν να καταδυθούν σε αυτό. Οι περισσότεροι από μας στεκόμαστε στον αιγιαλό, στην παραλία και βλέπουμε την επιφάνεια της θείας Λειτουργίας.

Ο σκοπός της θείας Λειτουργίας είναι να μας βοηθήση να κάνουμε και εμείς, κατ’ αρχάς, την μικρή είσοδο στο πνεύμα των ευαγγελικών λόγων του Χριστού και στην συνέχεια να εισδύσουμε στην μεγάλη είσοδο του μυστηρίου της εν Χριστώ ζωής και την είσοδο στον Παράδεισο, την Βασιλεία των Ουρανών.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance