• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - ΓΡΑΠΤΑ ΚΥΡΗΓΜΑΤΑ

Εορτή Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Τα τροπάρια που συνέταξαν οι υμνογράφοι της Εκκλησίας για να πανηγυρίζουν οι Χριστιανοί τις εορτές, αλλά και την σημερινή εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας μας, είναι αριστουργήματα, τόσο από την δομή, τις εικόνες και τα κοσμητικά επίθετα που χρησιμοποιούν, όσο και από το περιεχόμενό τους, που απαντούν στα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος. Όταν διαβάση κανείς προσεκτικά τα τροπάρια αυτά εκπλήσσεται από την σοφία τους και την ομορφιά τους.

Ο κανόνας που ψάλλαμε σήμερα στην ακολουθία του Όρθρου συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν την κατηγορία και είναι έργο του αγίου Κοσμά του ποιητού, που ήταν θετός αδελφός του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Ο κανόνας αυτός έχει καταπληκτικά τροπάρια που αναλύουν το περιεχόμενο της εορτής και δείχνουν την σπουδαιότητά της. Η ακροστιχίδα των τροπαρίων αυτών, δηλαδή τα αρχικά γράμματα όλων των τροπαρίων, έχει την εξής φράση: «πανηγυριζέτωσαν οι θεόφρονες». Θα ήθελα να κάνω ένα μικρό σχόλιο σε αυτήν την φράση.

Πρώτα πρέπει να δούμε την λέξη «πανηγυριζέτωσαν». Η λέξις πανήγυρις στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει έναν ομαδικό εορτασμό με τις εορτές που αναφέρονται στον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους που εορτάζει κάθε τόπος. Η εκκλησιαστική πανήγυρις συμπεριλαμβάνει προσευχή, συμμετοχή στην θεία Λειτουργία, και κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, ύστερα από σχετική προετοιμασία, δηλαδή μετάνοια, εξομολόγηση κλπ. Βέβαια, οι άνθρωποι έχουν συνδέσει το πανηγύρι με διασκεδάσεις και χορούς. Η Εκκλησία δεν αποκλείει και την εξωτερική χαρά, όταν προηγήται η εκκλησιαστική πανήγυρη και όταν γίνεται με τις σχετικές προϋποθέσεις και τους κατάλληλους τρόπους. Όταν, όμως, η διασκέδαση γίνεται σε βάρος της λατρείας και ειδικά της θείας Λειτουργίας, και σε αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας, τότε δεν ωφελεί πνευματικά. Αν μελετήσουμε τον τρόπο με τον οποίο πανηγύριζαν παλαιότερα οι άνθρωποι, τότε θα δούμε την διαφορά με μερικούς σύγχρονους τρόπους πανηγύρεως.

Πάντως, το πραγματικό πανηγύρι είναι η θεία Λειτουργία και γενικά η λατρεία της Εκκλησίας. Ο άνθρωπος στην θεία Λειτουργία συμψάλλει με τους αγγέλους, συμπροσεύχεται με τους Αγίους, επικοινωνεί με την Παναγία, συνδέεται με τον Χριστό. Όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, η θεία Λειτουργία είναι μια ενότητα αγγέλων και ανθρώπων, κεκοιμημένων και ζώντων. Όποιος αισθάνεται πραγματικά την θεία Λειτουργία ως πανηγύρι, βλέπει την αλλαγή και στην ζωή του, και μπορεί να συμπεριφερθή με έναν καλύτερο τρόπο στους συνανθρώπους του.

Η επομένη λέξη της ακροστιχίδος είναι «οι θεόφρονες», δηλαδή θα πρέπη να πανηγυρίζουν εκείνοι που σκέπτονται κατά Θεόν. Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κολασσαείς: «Τα άνω φρονείτε, τα άνω ζητείτε, μη τα επί της γης» (Κολασ. γ , 2). Οι εκκλησιαστικές εορτές πανηγυρίζονται από τους ανθρώπους εκείνους που έχουν φρόνημα Θεού, που αποβλέπουν στην βίωση του νοήματος των εορτών. Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη και οι άγιοι Πατέρες στην Εκκλησία έκαναν αγώνα προκειμένου οι άνθρωποι να μάθουν να εορτάζουν κατά Θεόν και όχι με τρόπο κοσμικό.

Αυτό ισχύει και για την σημερινή εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας μας. Το νόημα της εορτής αυτής είναι πνευματικό, αφού η Παναγία βίωσε την ανάσταση του Χριστού στην ύπαρξή της και τώρα βρίσκεται στους ουρανούς και πρεσβεύει για μας. Η Παναγία συνήργησε στο μυστήριο της σωτηρίας μας και γι’ αυτό και εμείς πρέπει να της δώσουμε τον οφειλόμενο σεβασμό. Πρέπει πάντοτε να εορτάζουμε ως θεόφρονες, δηλαδή να προηγήται νηστεία και μετάνοια, να κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, να ζούμε με εκκλησιαστικό τρόπο και να προσπαθούμε να τηρούμε το θέλημα του Υιού και Θεού της στην ζωή μας.

Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά για την σημερινή μεγάλη Θεομητορική εορτή.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 4 Ιουλίου

Η θεία Λειτουργία, αγαπητοί αδελφοί, είναι τό μέγα Μυστήριο τής Εκκλησίας, αφού σέ αυτό μεταβάλλεται ο άρτος καί ο οίνος σέ Σώμα καί Αίμα Χριστού καί εμείς κοινωνούμε τόν Χριστό, πού είναι η πηγή τής ζωής καί τής αθανασίας. Έτσι, δέν νοείται Χριστιανός ο οποίος δέν εκκλησιάζεται, δέν λειτουργείται χωρίς νά έχη σοβαρό λόγο.

Η θεία Λειτουργία αρχίζει μέ τήν εκφώνηση: «Ευλογημένη η Βασιλεία τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος, νύν καί αεί καί εις τούς αιώνας τών αιώνων». Πρόκειται γιά μιά δοξολογία τού Τριαδικού Θεού, πού είναι ο Πατήρ, ο Υιός καί τόν Άγιον Πνεύμα. Αμέσως μετά τήν ανύμνηση τού Τριαδικού Θεού, ο Ιερεύς παρακαλεί τούς παρευρισκομένους Χριστιανούς νά προσευχηθούν στόν Τριαδικό Θεό καί νά τού αναφέρουν τά αιτήματά τους καί νά Τόν παρακαλέσουν γιά τίς ανάγκες τους.

Στά σύντομα αυτά κυριακάτικα κηρύγματα τών δύο αυτών μηνών (Ιούλιος-Αύγουστος), θά ερμηνεύσουμε μέ συντομία τά αιτήματα πού προτρέπεται ο λαός από τόν Ιερέα νά απευθύνη στόν Θεό, κατά τήν έναρξη τής θείας Λειτουργίας. Μέ τόν τρόπο αυτόν θά μπορέσουμε νά καταλάβουμε τό νόημά τους καί έτσι η λειτουργική προσευχή θά γίνεται μέ νόημα καί σκοπό.

Τά τρία πρώτα αιτήματα τής δεήσεως αναφέρονται στήν ειρήνη, μόνο πού γίνεται λόγος γιά τρείς καταστάσεις ειρήνης.

Η πρώτη κατάσταση ειρήνης αναφέρεται στόν τρόπο μέ τόν οποίο πρέπει νά προσευχόμαστε. «Εν ειρήνη τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή νά δεηθούμε στόν Θεό μέ ειρήνη. Πρόκειται γιά τήν εξωτερική ειρήνη, δηλαδή τήν τάξη καί ησυχία, αλλά καί τήν εσωτερική ειρήνη, δηλαδή τήν προσευχή χωρίς λογισμούς καί σκέψεις. Χρειάζονται καί τά δύο αυτά γιά νά έχη δύναμη η προσευχή μας. Δέν πρέπει νά μιλούμε στόν Ναό, δέν πρέπει νά δημιουργούμε αταξίες, αλλά ούτε καί νά σκεπτόμαστε διάφορα προβλήματα πού μάς απασχολούν στήν καθημερινή ζωή. Όση ώρα θά παρευρεθούμε στόν Ιερό Ναό πρέπει νά αφιερωθούμε στόν Θεό.

Η δεύτερη κατάσταση ειρήνης είναι η ειρήνη τού Θεού. «Υπέρ τής άνωθεν ειρήνης καί τής σωτηρίας τών ψυχών ημών τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή μάς προτρέπει ο Ιερεύς νά προσευχηθούμε νά μάς στείλη ο Θεός τήν δική Του ειρήνη καί νά μάς δώση τήν σωτηρία τής ψυχής μας. Ο Ίδιος ο Χριστός έκανε διάκριση μεταξύ τής ειρήνης πού χορηγεί Αυτός καί τής ειρήνης πού δίνει ο κόσμος (Ιω. ιδ', 27). Η ειρήνη τού Θεού είναι η Χάρη Του, πού όταν έρχεται στήν καρδιά μας, μάς ελευθερώνει από κάθε ταραχή, κάθε ανησυχία, κάθε εσωτερική διαμάχη.

Η τρίτη κατάσταση ειρήνης είναι η ειρήνη τού κόσμου καί τών Εκκλησιών. «Υπέρ τής ειρήνης τού σύμπαντος κόσμου, ευσταθείας τών αγίων τού Θεού Εκκλησιών καί τής τών πάντων ενώσεως τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή άς προσευχηθούμε στόν Θεό γιά τήν ειρήνη όλου τού κόσμου, τήν σταθερότητα τών αγίων Εκκλησιών καί τήν ενότητα όλων. Η ταραχή καί οι πόλεμοι είναι αποτέλεσμα τής αμαρτίας τών Πρωτοπλάστων, πού απομακρύνθηκαν από τόν Θεό, τήν πηγή καί τόν άρχοντα τής ειρήνης οι έριδες καί τά σχίσματα στήν Εκκλησία είναι αποτέλεσμα εμπαθών ανθρώπων, πού δημιουργούν προβλήματα στήν Εκκλησία καί ο διαχωρισμός τών ανθρώπων σέ έθνη, φυλές, γλώσσες είναι πάλι καρπός τής αμαρτίας. Γι’ αυτό πρέπει νά προσευχόμαστε διαρκώς στόν Θεό νά μάς αποστείλη τήν ειρήνη Του, νά φρουρή τίς καρδιές μας καί νά εκδιώκη τόν φόβο, τήν ταραχή καί τήν αγωνία.

Κάθε φορά πού λειτουργούμε καί προσευχόμαστε στόν Θεό μέ αυτές τίς δεήσεις, πρέπει νά τό κάνουμε μέ πολλή προσοχή, πίστη καί δύναμη, γιατί στούς ανθρώπους σήμερα επικρατεί ταραχή, λογισμοί, αγωνία, αλλά γίνονται καί πολλοί πόλεμοι στήν ανθρωπότητα. Επίσης, παρατηρούνται καί πολλές κοινωνικές αναστατώσεις. Ερχόμαστε τίς Κυριακές στόν Ναό γεμάτοι αγωνία καί ταραχή από τά προβλήματα καί τούς πειρασμούς τής εβδομάδος πού πέρασε, καί τά οποία συναντήσαμε στήν οικογένεια, τόν εργασιακό χώρο, τήν κοινωνία καί γι’ αυτό αναζητούμε γαλήνη, ηρεμία, ειρήνη. Ο Χριστός, πού είναι ο άρχων τής ειρήνης, νά μάς χορηγή αυτό τό μεγάλο δώρο, αλλά καί εμείς άς προετοιμάζουμε τόν εαυτό μας γιά νά τό δεχθούμε, ώστε μέσα στήν Εκκλησία καί τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας νά αισθανόμαστε τήν ειρήνη τού Θεού.

Ο Μητροπολιτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακὴ 15 Αὐγούστου

Κάθε φορά πού τελούμε τήν θεία Λειτουργία καί κάθε Ιερά Ακολουθία, καί προσευχόμαστε στόν Θεό, είτε στόν Τριαδικό Θεό –τόν Πατέρα, τόν Υιόν καί τό Άγιον Πνεύμα– είτε στόν Θεάνθρωπο Χριστό, ζητούμε καί τίς πρεσβείες τής Θεοτόκου Μαρίας, τής Παναγίας μας. Αυτό γίνεται γιατί η Παναγία έπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ενανθρώπηση τού Υιού καί Λόγου τού Θεού καί τήν σωτηρία μας. Ο «άοικος» Θεός απέκτησε «οίκο», δηλαδή εισήλθε στόν κόσμο διά τής Παναγίας μας.

Έτσι, είναι γνωστή η προσευχή: «Τής Παναγίας Αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου καί Αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων τών Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς καί αλλήλους καί πάσαν τήν ζωήν ημών Χριστώ τώ Θεώ παραθώμεθα». Δηλαδή, αφού φέραμε στήν μνήμη μας τήν Παναγία, τήν Αγνή, τήν υπερευλογημένη, τήν ένδοξη Δέσποινά μας Θεοτόκο καί Αειπάρθενη Μαρία, μαζί μέ όλους τούς Αγίους, άς παραθέσουμε τούς εαυτούς μας καί τούς άλλους καί ολόκληρη τήν ζωή μας στόν Χριστό, τόν Θεό μας.

Στήν δέηση αυτή μπορούμε νά δούμε δύο σημεία:

Τό πρώτο είναι τά κοσμητικά επίθετα πού αποδίδουμε στήν Παναγία μας, τά οποία δέν είναι επιφανειακά, χωρίς ουσία καί περιεχόμενο, αλλά ανταποκρίνονται απόλυτα στό πρόσωπο καί τό έργο της.

Τήν Μητέρα τού Χριστού τήν ονομάζουμε Παναγία, γιατί είναι ανώτερη από όλους τούς Αγίους, είναι «παντός αγίου κορυφή καί τελείωσις». Δέν διέπραξε κανένα αμάρτημα στήν ζωή της, αφού από τριών ετών μέχρι τότε πού συνέλαβε «εκ Πνεύματος Αγίου» τόν Χριστό, ζούσε στά Άγια τών Αγίων καί έφθασε στήν θέωση. Είναι «Άχραντος», δηλαδή Αγνή, καθαρή από κάθε αμάρτημα καί λογισμό, στό σώμα καί τήν ψυχή. Η Παναγία είναι «υπερευλογημένη», γιατί έλαβε μεγάλη Χάρη από τό πλήρωμα τής Χάριτος τού Θεού. Είναι «ένδοξη», γιατί είναι γεμάτη από τήν δόξα τού Θεού, αφού καί η Κοίμησή της είναι ένδοξη. Είναι «Δέσποινα», γιατί γέννησε τόν Δεσπότη τών πάντων Χριστό. Μέ αυτήν τήν έννοια χαρακτηρίζεται καί «Κυρία», οπότε η πρεσβεία της καί οι προσευχές της έχουν ισχυρή δύναμη καί είναι «Προστασία τών Χριστιανών ακαταίσχυντος». Είναι «Θεοτόκος», γιατί δέν εγέννησε έναν απλόν άνθρωπο, αλλά τό Δεύτερο Πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος πού είναι Θεός. Καί είναι «Αειπάρθενος Μαρία», αφού είναι Παρθένος πρό τού τόκου, κατά τόν τόκο καί μετά τόν τόκο, όπως ο αγιογράφος τό παρουσιάζει στίς ιερές εικόνες, μέ τά τρία αστέρια στό μέτωπο καί τούς δύο ώμους.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι ζητάμε από τήν Παναγία, μέ τά τόσα κοσμητικά επίθετα καί τήν δόξα, νά πρεσβεύη γιά μάς. Αυτό σημαίνει τό «μνημονεύσαντες». Τήν μνημονεύουμε γιά νά τήν δοξάσουμε καί νά τήν παρακαλέσουμε νά πρεσβεύη στόν Θεό γιά τήν σωτηρία μας, γιατί τής τό υποσχέθηκε ο Χριστός πρίν κοιμηθή, ότι δηλαδή γιά όσους προσεύχεται εκείνη θά σώζονται. Γι’ αυτό όλοι οι Άγιοι έχουν μεγάλη συγγένεια μέ τήν Παναγία καί τήν αισθάνονται κοντά τους, τήν αγαπούν πολύ, είναι Θεοτοκόφιλοι.

Τήν αγαπάμε αμέσως μετά τόν Θεό. Ο Χριστός είναι ο μεσίτης μεταξύ ημών καί τού Θεού Πατρός, αλλά η Παναγία είναι μεσίτρια μεταξύ ημών καί τού Χριστού. Τό πώς γίνεται αυτό είναι ένα μυστήριο πού τό καταλαβαίνουν όσοι βαδίζουν τόν δρόμο τής σωτηρίας.

Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο ζητούμε τίς πρεσβείες τής Θεοτόκου, αλλά παραθέτουμε καί ολόκληρη τήν ζωή μας καί τών συνανθρώπων μας στόν Χριστό. Δέν κάνουμε μόνον προσευχή, αλλά εμπιστευόμαστε απολύτως τόν εαυτό μας στόν Θεό. Όταν κανείς προσεύχεται, αλλά δέν αφήνη τόν εαυτό του στήν Πρόνοια τού Θεού, δέν βοηθιέται πραγματικά.

Μέ τήν ευκαιρία τής μεγάλης σημερινής Θεομητορικής Εορτής τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου καί τής μεταστάσεώς της στούς ουρανούς, εύχομαι σέ όλους σας χρόνια πολλά μέ ειρήνη, γαλήνη, υγεία καί ευλογία, διά πρεσβειών τής Θεοτόκου Μαρίας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 25 Ιουλίου

Η θεία Λειτουργία γίνεται σέ ορισμένο τόπο καί χρόνο, αλλά γίνεται γιά όλη τήν οικουμένη, γιά τούς ανθρώπους πού ταξιδεύουν, πού οδοιπορούν, πού είναι άρρωστοι, γενικά γιά όλο τόν κόσμο. Έτσι, ο λειτουργός προτρέπει τόν λαό: «Υπέρ τής Πόλεως ταύτης, πάσης Πόλεως, Χώρας καί τών πίστει οικούντων εν αυταίς, τού Κυρίου δεηθώμεν». Δηλαδή άς προσευχηθούμε γιά τήν Πόλη αυτή ή τήν Κώμη, στήν οποία γίνεται η θεία Λειτουργία, γιά κάθε Πόλη καί γιά κάθε Χώρα, αλλά καί γι’ αυτούς πού κατοικούν σέ αυτές μέ πίστη –εννοείται μέ ορθόδοξη χριστιανική πίστη– δηλαδή τούς ορθοδόξους Χριστιανούς.

Γεννηθήκαμε σέ έναν ορισμένο τόπο, μιά ιδιαίτερη Πατρίδα πού τήν αγαπούμε καί ενδιαφερόμαστε γι’ αυτήν, αλλά καί προσευχόμαστε γιά τήν πρόοδό της. Στήν Πόλη αυτή πρέπει νά επικρατή κοινωνική δικαιοσύνη, ειρήνη, αγάπη, ομόνοια, σεβασμός τής ελευθερίας κάθε ανθρώπου, αλλά καί ενότητα κοινωνική. Δέν απολυτοποιούμε όμως τά πράγματα, γι’ αυτό καί προσευχόμαστε καί γιά κάθε Πόλη καί Χώρα. Η αγάπη πρός τήν Πόλη καί τήν Πατρίδα μας δέν αποκλείει κάθε άλλη Πόλη καί Χώρα τών συνανθρώπων μας.

Μέ τήν θεία Λειτουργία αγιάζεται κάθε τόπος, όπου τελείται αυτή, ή τουλάχιστον προσευχόμαστε ο Θεός νά δίδη τήν Χάρη Του γιά νά ευλογηθούν τά μέλη τής Εκκλησίας. Σέ άλλη προσευχή συγκεκριμενοποιείται αυτή η αίτηση, ώστε ο Θεός νά στείλη τήν Χάρη Του καί νά προστατεύη τήν Πόλη καί τούς κατοίκους της από οργή, σεισμό, αρρώστια, πείνα, εμφύλιο πόλεμο καί αιφνίδιο θάνατο. Επίσης, σέ άλλη δέηση προσευχόμαστε γιά τήν εξουσία πού υπάρχει σέ κάθε τόπο, ώστε καί οι πιστοί νά ζούν ήρεμο καί ησύχιο βίο μέ κάθε ευσέβεια καί σεμνότητα. Οι Χριστιανοί δέν αρνούνται τήν ιστορία καί τόν τόπο, γιατί σέ αντίθετη περίπτωση θά ήταν ανεδαφική η πίστη τους. Ο Χριστός μέ τήν ενσάρκωσή Του εισήλθε μέσα στήν ιστορία, προσέλαβε τήν ανθρώπινη φύση καί τήν θέωσε, τήν μεταμόρφωσε. Έκτοτε καί εμείς σεβόμαστε τόν ιστορικό τόπο καί τόν ιστορικό χρόνο.

Οι Επίσκοποι λαμβάνουν ως τίτλο τό όνομα μιάς συγκεκριμένης Πόλεως καί έτσι υπογράφουν τά Πρακτικά τών Οικουμενικών Συνόδων. Οι έδρες τών Πατριαρχείων καί Αυτοκεφάλων Εκκλησιών έχουν τά ιδιαίτερα πρεσβεία καί προνόμια. Η Ιερουσαλήμ είναι ένδοξη Πόλη, όπου δίδαξε, σταυρώθηκε καί αναστήθηκε ο Χριστός. Καί η Νέα Ιερουσαλήμ, η Κωνσταντινούπολη, είναι η Πόλη πού ήταν Πρωτεύουσα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καί σέ αυτήν συγκλήθηκαν πολλές Οικουμενικές Σύνοδοι καί τώρα είναι η έδρα τού Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι κατοικούντες στίς πόλεις μέ πίστη έχουν ανάγκη τής βοηθείας καί τής προστασίας τού Θεού, διότι υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι. Οι σύγχρονες αστικές κοινωνίες είναι αποχριστιανισμένες, εκκοσμικευμένες, αποκομμένες από τόν Θεό. Πολλοί πολίτες δέν εκκλησιάζονται, άν καί είναι βαπτισμένοι Χριστιανοί, δέν προσαρμόζουν τήν ζωή τους στίς εντολές τού Θεού. Αυτό κατά κάποιο τρόπο επηρεάζει καί τούς πιστούς Χριστιανούς, γι’ αυτό καί έχουν τήν ανάγκη τής βοήθειας τού Θεού.

Παρά τό ότι αγαπάμε τήν Πατρίδα μας, τήν Πόλη ή τό Χωριό όπου κατοικούμε, εν τούτοις γνωρίζουμε ότι πορευόμαστε στήν άνω Πόλη. Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο αφ' ενός μέν γιά τήν «επίγειον κατοικίαν τού σκήνους», δηλαδή τού σώματος, αφ' ετέρου δέ γιά τήν «οικίαν αχειροποίητον καί αιώνιον εν τοίς ουρανοίς» (Β' Κορ. ε', 1-2). Τό Πολίτευμά μας είναι στόν ουρανό καί από εκεί διευθυνόμαστε, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος «ημών γάρ τό πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. γ', 20).

Πάντως, αγαπάμε τήν Πόλη ή τήν Κώμη πού κατοικούμε, ενδιαφερόμαστε νά επικρατή ειρήνη καί αγάπη σέ αυτή, καί προσευχόμαστε γι’ αυτό, γιατί μαζί μέ όλα τά άλλα οι ειρηνικές συνθήκες μάς δίνουν τήν δυνατότητα νά τελούμε τήν θεία Λειτουργία ελεύθερα καί νά δοξάζουμε τόν Θεό μέ όλη μας τήν καρδιά.

Ο Μητροπολιτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 10 Ιουλίου

Αναλύοντας εφέτος στά κυριακάτικα Κηρύγματα τά «πληρωτικά», τίς δεήσεις, δηλαδή, πού απευθύνουμε στόν Θεό κατά τήν θεία Λειτουργία, μετά τήν Μεγάλη Είσοδο καί τήν μεταφορά τών Τιμίων Δώρων από τήν Αγία Πρόθεση στήν Αγία Τράπεζα, έχουμε τήν δυνατότητα νά δούμε καί άλλα θέματα πού σχετίζονται μέ τήν ζωή μας. Αυτό τό βλέπουμε στά αιτήματα τών δεήσεων πρός τόν Θεό.

Η δεύτερη δέηση είναι: «Υπέρ τών προτεθέντων τιμίων Δώρων, τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή άς παρακαλέσουμε τόν Κύριο καί Θεό μας γιά τά δώρα πού παραθέσαμε. Ποιά είναι αυτά τά δώρα; Είναι ο άρτος καί ο οίνος πού προσφέρονται γιά νά μεταβληθούν σέ Σώμα καί Αίμα Χριστού. Λέγονται «τίμια Δώρα», γιατί ήδη από τήν αγία Πρόθεση έχουν ξεχωρισθή γιά νά γίνουν Σώμα καί Αίμα Χριστού.

Ο άρτος καί ο οίνος αντιπροσωπεύουν όλα τά υλικά αγαθά πού έχουμε, αλλά καί όλη μας τήν ζωή. Από ό,τι έχουμε, ξεχωρίζουμε αυτά τά βασικά στοιχεία τής ζωής –τό ψωμί καί τό κρασί– καί τά προσφέρουμε στόν Θεό. Ετοιμάζεται τό πρόσφορο μέ προσοχή καί πίστη, συγκεντρώνεται εκλεκτό κρασί καί τά προσφέρουμε στόν Ναό μέ ευλάβεια καί αγάπη στόν Θεό. Έτσι, όλοι συμμετέχουμε μέ τόν τρόπο μας στήν θεία Λειτουργία, ο καθένας ανάλογα μέ τό χάρισμά του. Η ευσεβής νοικοκυρά ετοιμάζεται από ημέρες γιά νά συμμετάσχη στήν θεία Λειτουργία, όχι απλώς διανοητικά καί νοερά, αλλά καί αισθητά, ολοκληρωτικά μέ τό πρόσφορο. Φέρει στόν Ναό τόν εαυτό της, αλλά καί τό πρόσφορο πού είναι μέρος τών υλικών αγαθών.

Όμως, τό πρόσφορο καί τό κρασί δέ είναι απλώς δικά μας δώρα πού τά δίνουμε στόν Θεό, αλλά τά θεωρούμε ως δώρα τού Θεού σέ μάς καί τά αντιπροσφέρουμε σέ Αυτόν. Αυτό λέγεται στήν φράση τού Ιερέως, όταν υψώνη τά δύο αυτά υλικά στοιχεία: «Τά σά εκ τών σών σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα», δηλαδή προσφέρουμε σέ Σένα ένα μέρος από τά δικά σου, πού μάς έδωσες, σέ κάθε τόπο καί γιά όλες τίς ευεργεσίες. Έτσι, όλα όσα έχουμε καί όλη μας η ζωή είναι δώρα τού Θεού σέ μάς καί στούς αδελφούς μας. Δέν έχουμε τίποτε δικό μας, όλα είναι δώρα τού Θεού καί πρέπει νά τά προσφέρουμε σέ Αυτόν.

Ένας Ορθόδοξος Ρουμάνος θεολόγος, ο μακαριστός π. Δημήτριος Στανιλοάε, έλεγε ότι όλη η κτίση είναι δώρο τού Θεού στόν άνθρωπο, αλλά πάντοτε τό δώρο συνδέεται μέ τόν σταυρό, δηλαδή συνιστά μιά σταυρική ζωή. Αυτό σημαίνει ότι δέν πρέπει νά κολλάμε στό δώρο καί νά ξεχνάμε Αυτόν πού μάς τό έδωσε. Έτσι, κάθε δώρο έχει τόν δικό του σταυρό, αφού πρέπει νά μή προσκολλόμαστε σέ αυτό καί νά ξεχνάμε τόν Θεό. Σέ μιά τέτοια περίπτωση ο Θεός μάς παίρνει τό δώρο, γιά νά ανεβή ο βαθμός τής σχέσης μας μαζί Του σέ ένα άλλο επίπεδο.

Ευγνωμονούμε τόν Θεό γιά τήν αγάπη Του, γιά τά δώρα πού μάς δίνει, δηλαδή τήν κτίση, τά υλικά αγαθά, τήν ζωή μας, τά αγαπητά μας πρόσωπα πού μάς περιβάλλουν, αλλά πρέπει νά μάθουμε νά ζούμε σταυρικά, δηλαδή νά μή κολλάμε κυριολεκτικά στά δώρα, αλλά νά τά προσφέρουμε στόν Θεό καί τούς αδελφούς μας, γιά νά γνωρίσουμε τόν Ίδιο τόν Θεό.

Η θεία Λειτουργία μάς μαθαίνει νά ζούμε κατ’ αυτόν τόν τρόπο, αφού δίνουμε τόν άρτο καί τόν οίνο καί λαμβάνουμε τό Σώμα καί τό Αίμα τού Χριστού, τό αντίδωρο τής αγάπης Του. Έτσι, κι εμείς μαθαίνουμε πώς νά θεωρούμε τόν κάθε άνθρωπο, ως δώρο τού Θεού σέ μάς, αλλά καί τόν εαυτό μας ως δώρο στόν Θεό καί τούς άλλους, οπότε η επικοινωνία μας μέ τούς ανθρώπους πρέπει νά είναι στήν πραγματικότητα μιά ανταλλαγή δώρων.

Ο Μητροπολιτης

+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 24 Αυγούστου (Ι Ματθαίου)

Το θαύμα της θεραπείας του σεληνιαζομένου νέου που ακούσαμε σήμερα, συνέβη μετά την κάθοδο του Χριστού από το όρος Θαβώρ, όπου μεταμορφώθηκε και έδειξε την δόξα της Θεότητάς Του στους τρεις Μαθητές που παρευρέθηκαν στο θαυμαστό αυτό γεγονός. Αυτό δείχνει την ιδιαίτερη σημασία του γεγονότος την οποία θα δούμε με το μικρό σχολιασμό που θα ακολουθήση.

Στο όρος Θαβώρ οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την δόξα της θεότητος του Χριστού, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν την φωτεινή νεφέλη που τους επισκίασε. Πρόκειται για την δόξα της Αγίας Τριάδος, και ήταν η φανέρωση της Βασιλείας του Θεού. Διότι για μας τους Ορθοδόξους η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά η θέα και η μέθεξη της δόξης του Θεού. Συγχρόνως οι Μαθητές είδαν τους δύο Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία να συνομιλούν με τον Χριστό. Τόσο πολύ ευφράνθησαν, ώστε σε κάποια στιγμή ο Απόστολος Πέτρος εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνουν μονίμως εκεί, και να στήσουν τρεις σκηνές, για τον Χριστό και τους δύο Προφήτες, και αυτοί να παραμένουν εκεί για να βλέπουν την δόξα Του. Όλη αυτή η εικόνα, αλλά και η επιθυμία των Μαθητών, δείχνει τι θα είναι ο Παράδεισος, πως θα ζουν όσοι αξιωθούν να εισέλθουν στον Παράδεισο. Πρόκειται για μια διαρκή θεία Λειτουργία, μια συνεχή θέα της δόξης του Τριαδικού Θεού.

Οι Μαθητές, μετά από αυτή την εμπειρική βίωση της Βασιλείας του Θεού, κατέρχονται από το όρος Θαβώρ και έρχονται αντιμέτωποι με μια φοβερή κατάσταση. Συναντούν έναν δαιμονισμένο νέο που βασανίζεται από τον διάβολο, έναν πατέρα να υποφέρη, να βασανίζεται και να ζητά βοήθεια και συμπαράσταση, μια γενιά που είναι άπιστη και διεστραμμένη και τους Μαθητές Του που απορούσαν γιατί δεν είχαν την δύναμη να ελευθερώσουν τον νέο αυτόν από το δαιμόνιο.

Αυτές οι δύο εικόνες είναι αντίθετες μεταξύ τους. Στην μία βλέπει κανείς την χαρά και την ειρήνη της Βασιλείας του Θεού και στην άλλη βλέπει την τραγική κατάσταση της ανθρώπινης ζωής με τα προβλήματα και τις ταλαιπωρίες της και γενικά την κατάσταση της Κολάσεως. Αυτό δείχνει και την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος από τον Παράδεισο στον οποίο ζούσε αμέσως μετά την δημιουργία του, όπου απολάμβανε την δόξα του Θεού, εξαναγκάσθηκε να ζη στην κοιλάδα του κλαυθμώνος και των ταλαιπωριών, με τις αρρώστιες, τους δαιμονικούς πειρασμούς, τις στερήσεις, τους θανάτους και τα ποικίλα προβλήματα που δημιουργούν πόνο και οδύνη. Μόνον μέσα από την θέα της θαβωρίου δόξας μπορούμε να καταλάβουμε την τραγική κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε μετά την πτώση μας και την απομάκρυνσή μας από τον Θεό του Φωτός και της δόξης. Αυτό δείχνει και το πως ελπίζουμε και πιστεύουμε να μεταμορφωθή το σώμα μας και να γίνη όμοιο με το σώμα του μεταμορφωθέντος Χριστού.

Αλλά αυτό το αισθανόμαστε και σε κάθε θεία Λειτουργία. Όταν προετοιμαζόμαστε κατάλληλα πριν την θεία Λειτουργία και όταν προσευχόμαστε με συγκεντρωμένο τον νου κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, αισθανόμαστε γαλήνη στην καρδιά, ειρήνη στους λογισμούς, ανάπαυση και παρηγοριά σε ολόκληρη την ύπαρξή μας. Τότε η καρδιά αισθάνεται την παρουσία του Θεού, αλλά αγαπούμε και τους συνανθρώπους μας με τους οποίους προσευχόμαστε και κοινωνούμε από το ίδιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Όταν, όμως, τελειώνη η θεία Λειτουργία και πηγαίνουμε στα σπίτια μας και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που υπάρχουν από τις αρρώστιες, τις περιφρονήσεις και την μοναξιά, από τα πάθη μας, τότε νοσταλγούμε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα της θείας Λειτουργίας και θέλουμε πάλι να εκκλησιασθούμε.

Στην ζωή μας εναλλάσονται οι ώρες της εμπειρίας του Θαβώρ και οι ώρες της εμπειρίας των διαφόρων δυσκολιών. Μακάρι το Θαβώρ, η Βασιλεία του Θεού, το «πνεύμα» της θείας Λειτουργίας να εμπνέουν και να προσανατολίζουν πάντοτε την ζωή μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εφέτος στα κυριακάτικα πρωϊνά κηρύγματα, που θα διαβάζωνται στους Ιερούς Ναούς, θα προσπαθήσουμε με απλά λόγια να ερμηνεύσουμε τους στίχους της Δοξολογίας, που ψάλλουμε κάθε φορά στην ακολουθία του Όρθρου κατά την Κυριακή και τις άλλες εορτάσιμες ημέρες, αλλά την διαβάζουμε και στον καθημερινό Όρθρο και σε άλλες ιερές ακολουθίες.

Η Δοξολογία είναι συλλογή στίχων από την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, σε μια ενότητα που ψάλλεται στο τέλος της ακολουθίας του Όρθρου. Και αν σκεφθή κανείς ότι η ακολουθία του Όρθρου ψάλλεται κάθε ημέρα περίπου κατά την ανατολή του ηλίου, τότε αντιλαμβάνεται ότι υμνείται ο Θεός που ανέτειλε το φως, και συγχρόνως παρακαλούμε τον Θεό να μας ευλογήση και να μας προστατεύση από κάθε κακό που θα παρουσιασθή την ημέρα αυτή. Έτσι, η Δοξολογία έχει μια εσωτερική ενότητα, που θα δούμε στα κηρύγματα κάθε Κυριακής του Καλοκαιριού.

Η Δοξολογία αρχίζει με την δοξολογία του Τριαδικού Θεού, ο Οποίος δημιούργησε και μας έδειξε το φως Του. Οι στίχοι είναι οι ακόλουθοι:

«Δόξα σοι τω δείξαντι το φως. Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. Υμνούμέν σε, ευλογούμέν σε, προσκυνούμέν σε, δοξολογούμέν σε, ευχαριστούμέν σοι δια την μεγάλην σου δόξαν. Κύριε Βασιλεύ, επουράνιε Θεέ, Πάτερ Παντοκράτορ• Κύριε Υιέ μονογενές, Ιησού Χριστέ και Άγιον Πνεύμα».

Η μετάφραση των στίχων αυτών έχει ως εξής: «Σε σένα ανήκει η δόξα που έδειξες το φως. Ας δοξάζεται ο Θεός που κατοικεί στα ύψη του ουρανού, και ας έλθη στην γη η ειρήνη και στους ανθρώπους η ευδοκία, η ευαρέσκειά Του. Εσένα τον Θεό υμνούμε, ευλογούμε, προσκυνούμε, δοξολογούμε, ευχαριστούμε για την μεγάλη Σου δόξα. Κύριε Βασιλεύ, επουράνιε Θεέ, Πατέρα Πατοκράτορα, Κύριε μονογενή Υιέ και άγιον Πνεύμα».

Στους πρώτους αυτούς στίχους της Δοξολογίας βλέπουμε τρία σημεία.

Το πρώτο ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Αυτό το συναντούμε συνεχώς στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής, αλλά και σε όλα τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας. Κάθε δέηση προς τον Θεό τελειώνει με την επίκληση του Τριαδικού Θεού: «…τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Αυτό είναι αποκάλυψη του Ίδιου του Θεού, όπως φανερώθηκε στον Ιορδάνη ποταμό, αλλά και στο όρος Θαβώρ. Όλα τα μυστήρια γίνονται στο όνομα του Τριαδικού Θεού. Η διδασκαλία περί του Τριαδικού Θεού, που είναι τρία πρόσωπα, τα οποία έχουν κοινή ουσία και ενέργεια, μας απαλλάσσει από την μονοθεΐα και την πολυθεΐα, αλλά και από την διδασκαλία ότι υπάρχει μια αόρατη αφηρημένη δύναμη που δημιούργησε τον κόσμο.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι Αυτός ο Τριαδικός Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Και όπως γνωρίζουμε, το πρώτο που έκανε είναι ότι δημιούργησε το φως. Γράφεται στο βιβλίο της Γενέσεως: «Και είπεν ο Θεός γεννηθήτω φως και εγένετο φως». Πριν την δημιουργία του φωτός δεν υπήρχε τίποτε, ήταν το μη ον, το σκοτάδι. Ακόμη, ο Τριαδικός Θεός μας έδειξε και το αληθινό φως, που είναι η γνώση του αληθινού Θεού.

Το τρίτο σημείο είναι ότι Αυτός ο Θεός ζη μέσα στο Φως, είναι Φως αληθινό. Όταν μερικοί άγιοι, όπως οι τρεις Μαθητές επάνω στο όρος Θαβώρ, είδαν τον μεταμορφωμένο Χριστό, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν το Άγιον Πνεύμα ως νεφέλη φωτεινή, είδαν την δόξα του Θεού, δηλαδή το Φως του Θεού. Επειδή, λοιπόν, ο Θεός έχει μεγάλη δόξα, γι’ αυτό εμείς τον υμνούμε, τον ευλογούμε, τον προσκυνούμε, τον δοξολογούμε και τον ευχαριστούμε.

Ο Τριαδικός Θεός βρίσκεται μέσα στην δόξα και το Φως, και εμείς τα δημιουργήματά Του, με τις αμαρτίες που κάνουμε καθημερινά βρισκόμαστε μέσα στο πνευματικό σκοτάδι. Παρά ταύτα απολαμβάνουμε αυτήν την αγάπη Του, γιατί καθημερινά μας δείχνει το φως του αισθητού ηλίου που μας φωτίζει, μας θερμαίνει και μας ζωογονεί, αλλά κάποτε-κάποτε μας δείχνει και μερικές ακτίνες του Φωτός Του, που το αντιλαμβανόμαστε ως αγάπη, έλεος, συγχώρηση των αμαρτιών, θερμότητα εσωτερική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον αισθανόμαστε, παρά την αναξιότητά μας, την ανάγκη να Τον ευχαριστήσουμε και να Τον υμνήσουμε.

Κάθε μέρα, λοιπόν, που ξυπνάμε από τον ύπνο, από το σκοτάδι στο οποίο βυθιζόμαστε, για να ξεκουρασθούμε από τους κόπους της πολυμόχθου ζωής, θα πρέπη να προσευχόμαστε στον Θεό και μεταξύ των άλλων να λέμε την Δοξολογία, να τον υμνούμε, γιατί μας έδειξε και για μια ακόμη ημέρα το φως του αισθητού ηλίου, αλλά και το φως της αγάπης και της μακροθυμίας Του. Ιδιαιτέρως αυτό να το κάνουμε κάθε Κυριακή. Να ξυπνούμε πρωΐ και να πηγαίνουμε στην Εκκλησία, για να ακούμε, μεταξύ των άλλων, να ψάλλεται θριαμβευτικά, στον ήχο της ημέρας η του δοξαστικού, η Δοξολογία αυτή.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Όπως γνωρίζετε, κάθε χρόνο τους καλοκαιρινούς μήνες Ιούλιο και Αύγουστο συνηθίζουμε να αποστέλλουμε σε όλες τις Ενορίες της Μητροπόλεώς μας σύντομο γραπτό κήρυγμα, για να διαβάζεται στους Ιερούς Ναούς κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Αυτό το κάνουμε και εφέτος με την Χάρη του Θεού.

Τα σύντομα κηρύγματα εφέτος θα έχουν αναφορά στην θεία Λειτουργία και θα προσπαθήσουν να δείξουν την μεγάλη σημασία της για την ζωή μας, καθώς επίσης να ερμηνεύσουν μερικά σημεία της θείας Λειτουργίας, ώστε όταν εκκλησιαζόμαστε να γνωρίζουμε τί ακριβώς γίνεται.

Κατ’ αρχάς, βέβαια, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η λέξη λειτουργία συναντάται και στην αρχαία Ελλάδα. Η λέξη αυτή αποτελείται από δύο άλλες επί μέρους λέξεις, ήτοι το λέϊος και το έργο, που σημαίνει έργον του λαού. Με την προσθήκη της λέξεως θεία στην Λειτουργία δηλώνεται ότι δεν είναι ένα απλό έργο του λαού, αλλά είναι ενέργεια του Θεού και συνέργεια του λαού, δηλαδή ανταπόκριση του λαού, που είναι βεβαπτισμένοι και ζουν σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, στην αγάπη του Θεού. Υπάρχουν λειτουργικοί τύποι με την ονομασία διαφόρων αγίων, όπως του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που τελείται κάθε Κυριακή, του Μ. Βασιλείου, που τελείται δέκα φορές τον χρόνο, του αγίου Ιακώβου κ.λ.π.

Η θεία Λειτουργία ονομάζεται και θεία Ευχαριστία, γιατί κατά την διάρκειά της ευχαριστούμε τον Θεό για όλες τις δωρεές που μας έχει χαρίσει, τόσο τις παγκόσμιες όσο και τις προσωπικές. Παγκόσμιες είναι η ενανθρώπηση του Χριστού, δια της οποίας νικήθηκε ο θάνατος, η αμαρτία και ο διάβολος. Ακριβώς αυτό το έργο της θείας ενανθρωπήσεως, της θείας οικονομίας, όπως συνήθως λέγεται στην θεολογική γλώσσα, μας προβάλλει ανάγλυφα η θεία Λειτουργία και μας καλεί να το ζήσουμε και εμείς. Και αυτό γίνεται τόσο με τις ευχές και τα ψάλματα, όσο και με τα σύμβολα, όπως για παράδειγμα, το κανδήλι, το κερί, η μικρά και μεγάλη είσοδος, η ευλογία δια της χειρός, η ανύψωση των χεριών κ.λ.π.

Η θεία Λειτουργία αρχίζει με το “ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος”, γιατί είναι μια δοξολογία στον Τριαδικό Θεό, ο οποίος δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, αλλά και τον αναδημιούργησε. Έπειτα, μέσα στην θεία Λειτουργία, όταν έχουμε προετοιμασθή κατάλληλα και έχουμε αποκτήσει πνευματικές αισθήσεις, μπορούμε να αισθανθούμε την Χάρη του Θεού, καθώς επίσης αναζητούμε ανταύγειες της μελλούσης ζωής, της ζωής δηλαδή που θα ζήσουν οι δίκαιοι στην Βασιλεία του Θεού. Γιατί η Βασιλεία του Θεού δεν είναι τίποτε άλλο παρά η όραση του Θεού ως φωτός.

Και αμέσως μετά την επίκληση της Βασιλείας του Θεού, απευθύνουμε στον Θεό τις πρώτες προσευχές μας. Αν προσέξη κανείς επισταμένως θα διαπιστώση ότι οι δεήσεις αυτές αναφέρονται σε τρία θέματα.

Το πρώτον, είναι το μεγάλο αγαθό της ειρήνης. Προσευχόμαστε για να μας δώση ο Θεός την δική Του ειρήνη, που σώζει την ψυχή, και βέβαια με την ειρήνη αυτήν θα συμμετάσχουμε στην θεία Ευχαριστία, καθώς επίσης να δώση ο Θεός την ειρήνη Του σε όλο τον κόσμο και στις τοπικές Εκκλησίες, που αποτελούν την ενιαία Εκκλησία του Χριστού. Χωρίς την ειρήνη του Θεού ούτε ο άνθρωπος αποκτά ειρήνη ούτε μπορεί ο κόσμος να ειρηνεύση.

Το δεύτερον, είναι ότι προσευχόμαστε για όλο το εκκλησιαστικό μας πολίτευμα, που είναι ιεραρχικό, δηλαδή για τον Επίσκοπο, τους Πρεσβυτέρους, τους διακόνους και τον λαό. Και βεβαίως για τους άρχοντες. Ο Επίσκοπος είναι εις τύπον και τόπον της παρουσίας του Χριστού και οι Πρεσβύτεροι είναι εις τύπον των Αποστόλων, που αποστέλλονται από τον Επίσκοπο για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλους τους πιστούς της Ιεράς Μητροπόλεως.

Το τρίτον είναι ότι προσευχόμαστε για τις διάφορες ανάγκες μας και για τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη, όπως γι’ αυτούς που ταξιδεύουν, γι’ αυτούς που είναι ασθενείς, για τους δαιμονισμένους. Και βέβαια, παρακαλούμε τον Θεό με τις πρεσβείες της Παναγίας και των αγίων, αλλά αναθέτουμε ολόκληρη την ζωή μας στον Χριστό.

Η θεία Λειτουργία, αγαπητοί μου, είναι μια ολόκληρη ζωή, ένα πέλαγος της θείας αγάπης. Μακάρι να μπορούμε να κολυμπάμε σε αυτό το πέλαγος και να δροσιζόμαστε από την Χάρη του Θεού.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αναλύοντας τους στίχους της Δοξολογίας, σε μια προηγούμενη Κυριακή, αναλύσαμε τι θα πη έλεος του Θεού, και πως ο άνθρωπος μπορεί να γευθή το έλεος και την φιλανθρωπία Του. Σήμερα θα δούμε δύο άλλους στίχους της Δοξολογίας που αναφέρονται στον Θεό, που είναι η καταφυγή μας.

Ο ένας στίχος είναι:

«Κύριε καταφυγή εγενήθης ημίν, εν γενεά και γενεά. Εγώ είπα• Κύριε, ελέησόν με• ίασαι την ψυχήν μου ότι ήμαρτόν σοι». Δηλαδή: «Συ, Κύριε, έγινες για μας καταφύγιο σε κάθε γενιά και γενιά. Εγώ είπα. Κύριε, ελέησε και ίασαι-θεράπευσε την ψυχή μου, επειδή αμάρτησα σε εσένα».

Καταφύγια είναι εκείνοι οι χώροι που προστατεύουν τους ανθρώπους από τις βόμβες που ρίχνουν τα αεροπλάνα κατά τον καιρό του πολέμου. Επειδή, όμως, καθημερινά δεχόμαστε πόλεμο από τον διάβολο και την αμαρτία, γι’ αυτό η μόνη μας καταφυγή, αλλά και παρηγοριά είναι ο Θεός και η μνημόνευση του Ονόματος Του. Αυτό το γνωρίζουμε επειδή, όπως το διαβάζουμε στην Αγία Γραφή, ο Θεός προστάτευσε όλους τους προπάτορές μας. Εμείς έχουμε τεκμήρια αυτής τ1ης προστασίας και της αγάπης του Θεού προς το ανθρώπινο γένος.

Έπειτα, στον στίχο αυτόν προσευχόμαστε να μας ευσπλαχνισθή ο Θεός και να θεραπεύση την ψυχή μας. Πράγματι, από τις αμαρτίες που διαπράττουμε η ψυχή μας τραυματίζεται και μερικές φορές θανάσιμα. Τότε κανείς δεν μπορεί να μας θεραπεύση, παρά μόνον ο Θεός. Τα φάρμακα θεραπεύουν το σώμα και τις ασθένειες του σώματος, αλλά την ψυχή την θεραπεύει μόνον ο Θεός. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε, γιατί τότε θα ζούμε κατά έναν διαφορετικό τρόπο και θα βρίσκουμε εσωτερική γαλήνη, ειρήνη, ελευθερία, αγάπη.

Πολλές εξωτερικές ακαταστασίες, αλλά και πολλές σωματικές ασθένειες προέρχονται από αυτήν την εσωτερική ασθένεια. Γι’ αυτό οι Πατέρες μας λένε ότι όταν αισθανόμαστε εσωτερική ακαταστασία πρέπει να προσευχόμαστε με την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελεησόν με». Και όταν ούτε αυτό μπορούμε να κάνουμε, γιατί η ψυχή μας είναι άρρωστη και τραυματισμένη, τότε θα πρέπη να λέμε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ίασαι την ψυχήν μου ότι ήμαρτόν σοι».

Ο άλλος στίχος είναι:

«Κύριε προς σε κατέφυγον• δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου». Δηλαδή: «Κύριε, σε σένα κατέφυγα. Δίδαξέ με να πράττω το θέλημά σου, γιατί εσύ είσαι ο Θεός μου.»

Εδώ τονίζεται ότι ο Θεός δεν είναι απλώς μια συναισθηματική καταφυγή σε δύσκολες ώρες της ζωής μας, αλλά είναι καταφυγή όταν πράττουμε το θέλημά Του και με αυτό ενωνόμαστε μαζί Του. Επομένως, δεν πρόκειται για μια αδράνεια, για μια αδρανή κατάπαυση στον Θεό, αλλά για μια διαρκή κίνηση και ενέργεια. Αυτό εκδηλώνεται με το ότι φανερώνουμε την επιθυμία μας να πράττουμε στην ζωή μας το θέλημα του Θεού.

Όταν κάνουμε λόγο για το θέλημα του Θεού, εννοούμε το τι θέλει ο Θεός για μας. Και αυτό που θέλει ο Θεός είναι να αγιαζόμαστε. «Τούτό εστι το θέλημα του Θεού ο αγιασμός ημών» (Α Θεσ. δ 3). Με τον όρο θέλημα του Θεού εννοούνται οι εντολές Του, που εκφράζουν την επιθυμία του Θεού για μας. Φαίνεται, λοιπόν, ότι υπάρχουν δύο θελήματα. Το θέλημα του Θεού που επιδιώκει την σωτηρία μας, και το θέλημα το δικό μας με το οποίο θέλουμε να καταφύγουμε στον Θεό. Είναι δε απαραίτητο για την σωτηρία μας ο συντονισμός των δύο θελημάτων, του Θεού και του δικού μας. Επειδή έχουμε σκοτεινό νου, μετά την αμαρτία, γι’ αυτό δεν μπορούμε να γνωρίζουμε επακριβώς το θέλημα του Θεού και έτσι ευχόμαστε, αφού Αυτόν αναγνωρίζουμε ως Θεό, να μας διδάξη, να μας αποκαλύψη Αυτός το θέλημά Του και όταν το τηρούμε θα αποκτήσουμε την γνώση Του.

Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ποιά είναι η αλληλουχία των εννοιών. Εμείς καταφεύγουμε σε Αυτόν που τον θεωρούμε Θεό μας, και τον παρακαλούμε να μας διδάξη Αυτός το θέλημά Του, επειδή το αγνοούμε. Στην συνέχεια πρέπει να το εφαρμόζουμε για να οδηγούμαστε στο Φως.

Χρησιμοποιούμε πολλά καταφύγια στην ζωή μας για να απαλύνουμε τον εσωτερικό μας πόνο και τις διάφορες αποτυχίες μας. Άλλοτε καταφεύγουμε στην ικανοποίηση των αισθήσεων και των παθών, άλλοτε στις ιδεολογίες, άλλοτε στην προστασία των ισχυρών και δυνατών ανθρώπων κλ.π. Όμως, πρέπει να καταλάβουμε ότι το δυνατότερο και ασφαλέστερο καταφύγιο είναι ο Θεός και η προσευχή στον Θεό με το άγιον Όνομά Του. Επίσης, το καλύτερο φάρμακο για την ίαση των αμαρτιών μας είναι το Όνομα του Χριστού.

Ας τα δοκιμάσουμε και θα το διαπιστώσουμε.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η σωτηρία τού ανθρώπου πραγματοποιείται μέ τό «ρήμα» τού Θεού, τό όνομα καί τό έργο τού Χριστού καί εκφράζεται ως καρδιακή εμπειρία καί ως ομολογία τής πίστεως. Ο άνθρωπος ομολογεί τήν θεότητα τού Χριστού καί θυσιάζεται γι’ Αυτόν.

Ο Απόστολος Παύλος, όπως φαίνεται στό σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, προσεύχεται διαρκώς γιά τήν σωτηρία τών Ισραηλιτών, οι οποίοι είχαν ζήλο Θεού, αλλά χωρίς επίγνωση, ήτοι χωρίς τήν σωστή γνώση. Καί αυτό γίνεται γιατί επιδίωκαν νά δικαιωθούν από τά έργα τους, ενώ μόνον ο Θεός δικαιώνει τόν άνθρωπο, διά τού Ιησού Χριστού.

Μιλώντας ο Απόστολος Παύλος γιά τήν δικαίωση, η οποία ταυτίζεται μέ τήν σωτηρία, αναφέρεται στόν τρόπο πού επιτυγχάνεται. Γιά τόν σκοπό αυτό χρησιμοποιεί τρείς λέξεις: τό ρήμα, τό στόμα καί τήν καρδιά. Γράφει: «εγγύς σου τό ρήμά εστιν, εν τώ στόματί σου καί εν τή καρδία σου» (Ρωμ. ι', 8).

Όλοι οι άνθρωποι ομιλούμε διά τού στόματος. Τά ρήματα, δηλαδή οι λόγοι, διατυπώνονται καί αρθρώνονται μέ τό στόμα. Συγχρόνως ομιλούμε καί εσωτερικά μέ τόν άναρθρο λόγο, δηλαδή μέ τήν καρδιά καί τίς σκέψεις. Αυτό λέγεται ενδιάθετος λόγος.

Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τόν Χριστιανό. Λέγει ο Απόστολος, χρησιμοποιώντας χωρίο τής Παλαιάς Διαθήκης, ότι ο λόγος είναι πλησίον τού στόματος καί τής καρδίας, καί έτσι ο Χριστιανός πιστεύει μέ τήν καρδιά του καί ομολογεί μέ τό στόμα του: «καρδία γάρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δέ ομολογείται εις σωτηρίαν» (Ρωμ. ι', 10).

Τά δύο αυτά, ήτοι τό στόμα καί η καρδία, σημαίνουν τήν ομολογία καί τήν πίστη. Προηγείται η καρδιακή πίστη ότι ο Χριστός είναι ο Σωτήρας τού κόσμου καί τών ανθρώπων, ότι μόνον δι’ Αυτού επιτυγχάνεται η σωτηρία μέσα στήν Εκκλησία, πού είναι τό Σώμα τού Χριστού, καί στήν συνέχεια ακολουθεί ή πρέπει νά ακολουθή η ομολογία τής πίστεως διά τού στόματος.

Αυτό έκαναν όλο οι Άγιοι τής Εκκλησίας μας. Ζώντας μέσα στήν Εκκλησία, απέκτησαν τήν βεβαιότητα τής αληθινής ζωής, πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός, γλυκάθηκαν πνευματικά από τήν Χάρη τού Θεού καί στήν συνέχεια, όταν τό απαιτούσαν οι καιροί, οι άγιοι Πατέρες οριοθέτησαν τήν πίστη καί οι ομολογητές καί οι μάρτυρες έδωσαν τήν ομολογία γι’ αυτήν, καί ως επιστέγασμα καί επακόλουθο έδωσαν στόν Χριστό καί τήν ζωή τους.

Κατά τήν περίοδο τών διωγμών οι ειδωλολάτρες καλούσαν τούς Χριστιανούς νά αρνηθούν τόν Χριστό, αλλά εκείνοι ομολογούσαν μέ σθένος καί έπειτα ακολουθούσε τό μαρτύριο. Ποιός μπορεί νά μήν ομολογήση ότι ο Χριστός είναι αληθινός Θεός, όταν βεβαιώθηκε στήν καρδιά του ότι υπάρχει, ότι είναι ζωντανός καί Αυτός είναι μοναδικός Σωτήρας τών ανθρώπων;

Υπάρχουν όμως Πατέρες τής Εκκλησίας πού ερμηνεύουν τό χωρίο αυτό τού Αποστόλου Παύλου μέσα από τήν εμπειρία τής προσευχής. Δηλαδή, τό «ρήμα», ο λόγος τού Θεού, είναι εγγύς στό στόμα καί στήν καρδιά. Ο Χριστιανός πρέπει νά προσεύχεται καί μέ τά χείλη του καί μέ τήν καρδιά του, δηλαδή μέ όλη του τήν ύπαρξη. Εδώ εννοείται η προσευχή διά τού στόματος καί η προσευχή διά τής καρδίας, η νοερά-καρδιακή προσευχή.

Πάντως, η σωτηρία τού ανθρώπου πραγματοποιείται μέ τό «ρήμα» τού Θεού, τό όνομα καί τό έργο τού Χριστού καί εκφράζεται ως καρδιακή εμπειρία καί ως ομολογία τής πίστεως. Ο άνθρωπος ομολογεί τήν θεότητα τού Χριστού καί θυσιάζεται γι’ Αυτόν. Έτσι έζησαν καί τελείωσαν οι άγιοι Απόστολοι, οι άγιοι Μάρτυρες, οι άγιοι Πατέρες καί όλοι οι αληθινοί Χριστιανοί, διά μέσου τών αιώνων. Αυτοί, μετά τόν Χριστό καί τήν Παναγία μας, είναι τά ένδοξα πρότυπά μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η θεία Λειτουργία είναι κατ εξοχήν προσευχή και αναφορά στον Θεό, που γίνεται από την Εκκλησία, κάθε Κυριακή, στις μνήμες των αγίων, αλλά και όποτε πρέπει να τελεσθή. Στα Μοναστήρια, ιδιαιτέρως στο Άγιον Όρος, τελείται καθημερινώς.

Πέρα, όμως, από την προσευχή της Εκκλησίας και την θεία Λειτουργία, οι Χριστιανοί πρέπει να προσεύχωνται και καθημερινά. Ο άνθρωπος είναι στην πραγματικότητα προσευχητικό ον, είναι μία ύπαρξη που πρέπει να προσεύχεται. Άλλωστε δημιουργήθηκε από τον Θεόν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του, το πρωτότυπο της δημιουργίας του είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ανάγεται στο πρωτότυπό του και να αναφέρεται σε Αυτόν. Όταν δεν το κάνει αυτό, τότε δείχνει ότι έχει χάσει τον προορισμό του.

Αυτό το συναντούμε και στους στίχους της Δοξολογίας, που θα δούμε σήμερα, και στους οποίους περιλαμβάνεται η λέξη «ημέρα» και αναφέρονται στην προσευχή και την ζωή της κάθε ημέρας.

Αφού υμνήσαμε τον Τριαδικό Θεό και την ενανθρώπηση του Υιού Του, στην συνέχεια ομολογούμε ότι Αυτόν έχουμε κέντρο της ζωής μας. Ψάλλουμε:

«Καθ’ εκάστην ημέραν ευλογήσω σε, και αινέσω το όνομά σου εις τον αιώνα, και εις τον αιώνα του αιώνος». Δηλαδή «κάθε ημέρα θα σε δοξολογώ και θα υμνώ το Όνομά Σου σε όλους τους αιώνες».

Αφού προηγουμένως αισθανθήκαμε την αγάπη του Θεού, τώρα δίδουμε την ομολογία ότι θα υμνούμε το Όνομά Του καθημερινά, αλλά και σε όλους τους αιώνες. Πράγματι, το Όνομα του Θεού έχει πολύ μεγάλη δύναμη και όποιος το επικαλείται λαμβάνει μεγάλη Χάρη και ευλογία. Αυτό υμνείται από τους αγγέλους, αλλά και από τους αγίους στον ουρανό. Αυτή η ανύμνηση του ονόματος του Θεού θα είναι η μοναδική λατρεία και η θεία Λειτουργία στους αιώνες, μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Έτσι, όταν υμνούμε κάθε ημέρα το Όνομα του Θεού, θα αξιωθούμε να το υμνούμε και αιωνίως.

Στον επόμενο στίχο παρακαλούμε τον Θεό:

«Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Δηλαδή, «αξίωσέ μας, Κύριε, να φυλαχθούμε αναμάρτητοι κατά την σημερινή ημέρα».

Ο άνθρωπος ρέπει προς τα πονηρά εκ νεότητος αυτού, όπως λέγει η Αγία Γραφή, γιατί έχει μέσα του την τρεπτότητα και δέχεται πολλούς πειρασμούς από τον διάβολο, τα πάθη που υπάρχουν μέσα του και από τον κόσμο της αμαρτίας και της αδικίας που τον περιβάλλει. Οι προσβολές και οι πειρασμοί είναι αλλεπάλληλοι και ο άνθρωπος πέφτει καθημερινώς. Δεν υπάρχει περίπτωση να ζήση μια ημέρα και να μη αμαρτήση. Πόση πικρά εμπειρία έχουμε αυτής της καταστάσεως! Καθημερινώς βδελυττόμεθα τον εαυτό μας και τον ελεεινολογούμε γι αυτά που κάνουμε. Λέμε: «Μα εγώ το έκανα αυτό; Πως μπόρεσα να το κάνω»;

Γι’ αυτό, όταν ξυπνούμε από τον ύπνο, αισθανόμαστε την ανάγκη να ζητήσουμε από τον Θεό να μας προστατεύση, να μας διαφυλάξη για να μη αμαρτήσουμε, να μη απομακρυνθούμε από το θέλημά Του, να μη χάσουμε την Χάρη Του. Άλλωστε, η αμαρτία δεν είναι απλώς μια άρνηση της εντολής του Θεού, αλλά η απομάκρυνση του ανθρώπου από την πηγή της ζωής και το φως το αληθινό, οπότε ο άνθρωπος εισέρχεται μέσα στον θάνατο και το σκοτάδι. Ο άνθρωπος με την θέλησή του και τις μικρές δυνάμεις του δεν μπορεί να αποφύγη τελείως την αμαρτία, γι αυτό ζητά την προστασία του Θεού. Είμαστε μικροί και αδύνατοι και ζητούμε την ενίσχυση από την Χάρη του Θεού.

Επομένως, κάθε ημέρα και όλη την ημέρα να υμνούμε το Όνομα του Θεού, να προσευχόμαστε με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού ελέησόν με», ώστε να μπορέσουμε με την δύναμη του Ονόματος του Χριστού να μη αμαρτάνουμε.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η θεία Λειτουργία, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ένα μεγάλο πανηγύρι. Δεν έχουμε αισθήσεις να το καταλάβουμε αυτό, αλλά όταν αποκτήσουμε άλλες νοερές αισθήσεις τότε θα μαγευθούμε από όσα γίνονται, λέγονται και ψάλλονται στην θεία Λειτουργία.

Ο τρόπος με τον οποίο σήμερα τελείται η θεία Λειτουργία δεν είναι ακριβώς ο ίδιος όπως γινόταν στην αρχαία Εκκλησία, γιατί με την πάροδο του χρόνου εισέρχονταν νέα τμήματα και αποτελέστηκε όλο αυτό το μεγαλείο, που απολαμβάνουμε σήμερα.

Με το σημερινό κήρυγμα θα δούμε λίγο τις δύο εισόδους, όπως λέγονται στην λειτουργική γλώσσα, την Μικρά και την Μεγάλη Είσοδο.

Η Μικρά Είσοδος είναι το γεγονός εκείνο, που ο ιερεύς λαμβάνει το Ευαγγέλιο από την Αγία Τράπεζα και εξέρχεται από την βόρεια Πύλη του Ιερού Βήματος, κατέρχεται μέχρι την δυτική πλευρά του Ιερού Ναού, στέκεται στο μέσον του Ναού, ευλογεί την είσοδο και υψώνοντας το ιερό Ευαγγέλιο ψάλλει “Σοφία. Ορθοί”.

Μέχρι τον έβδομο αιώνα η θεία Λειτουργία άρχιζε από το σημείο αυτό, αφού ο ιερεύς την στιγμή εκείνη έπαιρνε το ιερό Ευαγγέλιο από το σκευοφυλάκιο, που βρισκόταν έξω από τον Ιερό Ναό, οπότε εισερχόταν στον Ιερό Ναό για την τέλεση της θείας Λειτουργίας. Επομένως, αυτή η στιγμή ήταν η πρώτη πανηγυρική είσοδος του Επισκόπου, του ιερού Κλήρου και του λαού μέσα στον Ιερό Ναό. Όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, η είσοδος αυτή είναι εικόνα και τύπος της πρώτης ενσάρκου παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, όταν ο Χριστός άρχισε να κηρύττη το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτόν τον λόγο και κρατά ο ιερεύς ή ο διάκονος το Ευαγγέλιο και λέγει “Σοφία. Ορθοί”. Δηλαδή, αυτό που κρατώ στα χέρια μου, λέγει, είναι η σοφία του Θεού, γι’ αυτό να σηκωθήτε όλοι σας. Άλλωστε, γι’ αυτό η θεία Λειτουργία είναι η βίωση της θείας οικονομίας, της θείας ενανθρωπήσεως.

Η Μεγάλη Είσοδος γίνεται μετά τον χερουβικό ύμνο, όταν ο ιερεύς λαμβάνει από την ιερά Προσκομιδή τον άρτο και τον οίνο, που θα γίνουν αργότερα Σώμα και Αίμα Χριστού και τα μεταφέρει από την ιερά Προσκομιδή στην Αγία Τράπεζα και ψάλλει “πάντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός εν τη Βασιλεία αυτού πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων”. Εάν με την πρώτη - Μικρά Είσοδο - είδαμε τον Χριστό να εισέρχεται στον κόσμο για να κηρύξη και να θαυματουργήση, τώρα βλέπουμε τον Χριστό να προχωρή προς τον Γολγοθά για να πάθη, να σταυρωθή και να αναστηθή για την σωτηρία του ανθρώπου. Μέσα στην θεία Λειτουργία βιώνουμε το τί είπε ο Χριστός, τί έκανε ο Χριστός και κυρίως τί έπαθε ο Χριστός για τον άνθρωπο, αλλά και τί μεγάλο καλό προξένησε ο Χριστός στον άνθρωπο, αφού του έδωσε την δυνατότητα να συμμετάσχη και εκείνος στο μυστήριο της αναστάσεως και της αναλήψεώς Του.

Η Μικρά και Μεγάλη Είσοδος μας υπενθυμίζει ότι και εμείς πρέπει να ανταποκριθούμε σε αυτό το έργο του Χριστού, να ευχαριστήσουμε τον Χριστό για την μεγάλη δωρεά Του να γίνη άνθρωπος και να θεώση την ανθρώπινη φύση, αλλά κυρίως να πραγματοποιήσουμε και εμείς την μικρή είσοδο στην ζωή μας, ήτοι να ζήσουμε στην πράξη το πνεύμα των λόγων του Χριστού, δηλαδή να τηρήσουμε τον λόγο Του, και να κάνουμε και την μεγάλη είσοδο στο μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Δηλαδή, αυτό που έκανε ο Χριστός μια φορά σωματικώς να γίνεται συνεχώς στην ζωή μας, να μη μένουμε στα εξωτερικά και επιφανειακά της χριστιανικής ζωής, αλλά να προχωρούμε βαθύτερα. Η Εκκλησία είναι ένα μυστήριο που έχει μεγάλο βάθος. Και μακάριοι εκείνοι, που μπορούν να διακρίνουν το βάθος αυτό και μπορούν να καταδυθούν σε αυτό. Οι περισσότεροι από μας στεκόμαστε στον αιγιαλό, στην παραλία και βλέπουμε την επιφάνεια της θείας Λειτουργίας.

Ο σκοπός της θείας Λειτουργίας είναι να μας βοηθήση να κάνουμε και εμείς, κατ’ αρχάς, την μικρή είσοδο στο πνεύμα των ευαγγελικών λόγων του Χριστού και στην συνέχεια να εισδύσουμε στην μεγάλη είσοδο του μυστηρίου της εν Χριστώ ζωής και την είσοδο στον Παράδεισο, την Βασιλεία των Ουρανών.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί αδελφοί, έχει καθιερωθή από την Εκκλησία μας ως εορτή των αγίων Πατέρων που συγκρότησαν την Τετάρτη (Δ) Οικουμενική Σύνοδο στην Χαλκηδόνα, για να αντιμετωπίση την αίρεση του μονοφυσιτισμού.

Ο μονοφυσιτισμός ήταν μια αίρεση που υποστήριζε ότι ο Χριστός αποτελέσθηκε μεν από δύο φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη, αλλά μετά την ένωση παραμένει μόνον η θεία φύση, αφού η ανθρώπινη φύση απορροφήθηκε από την θεία. Αυτή η διδασκαλία ανατρέπει όλη την θεολογία της Θεανθρωπότητος του Χριστού, ακόμη δε ανατρέπει και το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου. Διότι αφού δεν υπάρχει, κατά την άποψή τους, στον Χριστό ανθρώπινη φύση, η οποία, κατά τους μονοφυσίτας απορροφήθηκε από την θεία φύση, τότε πως μπορούμε να κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού και πως μπορούμε να ενωθούμε μαζί Του;

Οι Πατέρες αντιμετώπισαν αυτήν την αίρεση με τον όρο ότι οι δύο φύσεις στον Χριστό, θεία και ανθρώπινη, ενώθηκαν και ενεργούν «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως», δηλαδή ο Χριστός αποτελέσθηκε από δύο φύσεις, αλλά και ενεργεί δια των δύο φύσεων. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για την πνευματική μας ζωή, αλλά δεν υπάρχει χρόνος για να αναλυθή αυτή η θεολογική αλήθεια και η συνέπειά της για την ζωή μας.

Μαζί, όμως, με τους Πατέρας της Τετάρτης (Δ ) Οικουμενικής Συνόδου η Εκκλησία μας σήμερα εορτάζει και την μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Αθηνογένους, ο οποίος γεννήθηκε στην Σεβάστεια της Καππαδοκίας, κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, και λόγω της αρετής του και της ταπεινώσεώς του έγινε Επίσκοπος Πηδαχθόης. Ο ειδωλολάτρης άρχοντας της περιοχής εκείνης, ονόματι Φιλομάρχος, συνέλαβε τον άγιο, μαζί με τους δέκα μαθητάς του, και ύστερα από πολλά βασανιστήρια τους αποκεφάλισε. Μάλιστα, κατά τον Συναξαριστή, όταν ο άγιος πήγε στο Μοναστήρι και δεν βρήκε τους μαθητάς του που είχαν συλληφθή πριν από αυτόν, συνάντησε μία έλαφο, την οποία είχαν αναθρέψει στο Μοναστήρι. Ο άγιος την ευλόγησε και ευχήθηκε να μη θανατωθούν τα ελαφόπουλά της από τους κυνηγούς, καθώς επίσης ευχήθηκε κάθε χρόνο κατά την μνήμη του να φέρη στο Μοναστήρι ένα από τα ελαφόπουλα που θα γεννούσε. Και, όπως γράφει το Συναξάριο, κάθε χρόνο την ημέρα της εορτής του όλοι έβλεπαν να έρχεται η έλαφος στην Εκκλησία, μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, μαζί με ένα ελαφόπουλο, το οποίο αφιέρωνε στον άγιο και το οποίο έσφαζαν οι Χριστιανοί και έτρωγαν «εις δόξαν και τιμήν του αγίου» Αθηνογένους.

Στα τροπάρια της Εκκλησίας που ψάλλονται αυτήν την ημέρα παρουσιάζεται όλο το πνευματικό περιεχόμενο του αγίου Αθηνογένους. Κυρίως δύο σημεία θα υπογραμμισθούν.

Το πρώτον ότι, κατά τον ιερό υμνογράφο, ο Αθηνογένης φόρεσε το λαμπρό ένδυμα της ιερωσύνης, το οποίο κατέστησε ιερώτερο και λαμπρότερο, αφού το έβαψε με το αίμα του μαρτυρίου. Έτσι, έγινε «θέσει θεούμενος» και πρεσβεύει για μας. Είναι μεγάλη ευλογία να λάβη κανείς την χάρη της ιερωσύνης, αλλά αυτή η ιερωσύνη γίνεται λαμπρότερη με το μαρτύριο, είτε της συνειδήσεως είτε του αίματος. Όποιος δεν ζη την ιερωσύνη ως μαρτύριο και θυσία δεν μπορεί να καταλάβη την αξία της.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι ο άγιος Αθηνογένης αναδείχθηκε «ιερός καθηγητής» που παιδαγωγούσε τους δέκα μαθητάς του με ασκητικούς αγώνες και μεθόδους, και δι’ αυτών καθελούσε τα σκιρτήματα των παθών και έτσι ενέκρωσε τον όφι τον αρχέκακο, τον διάβολο, ο οποίος δεν είχε δύναμη επάνω τους. Αυτό δείχνει πως εργάζονται οι αληθινοί ποιμένες, αφού διαπαιδαγωγούν τα πνευματικά τους παιδιά με την καθιερωμένη εκκλησιαστική μέθοδο, με πνευματικές ασκήσεις, για να νικούν τα πάθη και να είναι έτοιμοι για το μαρτύριο, αν χρειασθή. Η Εκκλησία δεν γνωρίζει άλλη αγωγή, πέρα από αυτήν που έζησαν και δίδαξαν οι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι Πατέρες.

Πέρα από αυτά, ο βίος του αγίου ιερομάρτυρος Αθηνογένους δείχνει και το πως η αγιότητα έχει επίδραση και σε αυτήν την φύση και στα άλογα ζώα, τα οποία υπακούουν σε αυτούς, γιατί αναγνωρίζουν σε αυτούς την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Ο άγιος ιερομάρτυς Αθηνογένης δείχνει το πως βιώνεται στην πράξη το δόγμα της Τετάρτης (Δ ) Οικουμενικής Συνόδου, ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος και δι’ Αυτού ο άνθρωπος μπορεί να γίνη κατά Χάριν θεός.

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

Στην Δοξολογία που ερμηνεύουμε κατά τα κηρύγματα των Κυριακών του Καλοκαιριού βρίσκουμε την σύνοψη ολόκληρης της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Είναι σημαντικό ότι οι άγιοι Πατέρες προσπάθησαν με τις προσευχές και τους ύμνους και να μας διδάξουν πως πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό, αλλά και να μας δείξουν τι είναι ο Θεός. Αυτό φαίνεται και στον στίχο που θα αναλύσουμε σήμερα.

Προς το τέλος της Δοξολογίας ψάλλουμε:

«Ότι παρά σοι πηγή ζωής• εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Δηλαδή: «Διότι σε Σένα είναι η πηγή της ζωής, ζώντας μέσα στο φως σου θα δούμε το φως».

Ο στίχος αυτός είναι σημαντικός γιατί φανερώνει δύο ενέργειες του Θεού, ήτοι την ζωή και το Φως.

Ο Θεός είναι η πηγή της ζωής. Αυτός ο Ίδιος είπε: «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. ιδ 6). Η ζωή είναι αντίθετη του θανάτου. Εφ’ όσον θάνατος είναι η αμαρτία, ζωή είναι ο ίδιος ο Θεός. Και μάλιστα δεν είναι απλώς η ζωή, αλλά η πηγή της ζωής. Όποιος πλησιάζει τον Χριστό και ενώνεται μαζί Του με τα μυστήρια της Εκκλησίας τον αισθάνεται ως ζωή, που νοηματοδοτεί την ζωή του, του δίνει νόημα και σκοπό, αποκτά μια διαρκή έμπνευση, αισιοδοξία και χαρά, μια δημιουργικότητα για κάθε καλό, είναι ζωντανός και όχι νεκρός.

Έπειτα, ο Θεός είναι το Φως. Ο Ίδιος ο Χριστός είπε: «εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωάν. η 12). Δεν εννοεί με αυτό ότι είναι το αισθητό, συμβολικό και ηθικό φως, αλλά το πραγματικό οντολογικό φως. Εκείνοι που αξιώνονται να δουν τον Θεό, τον βλέπουν ως Φως. Αυτό το συναντούμε στα κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Άλλωστε, αυτό το βλέπουμε και στο γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού επάνω στο όρος Θαβώρ. Εκεί οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την δόξα της Θεότητος του Χριστού, αλλά και την φωνή του Πατρός ως μεγάλο φως, και την παρουσία του Αγίου Πνεύματος ως νεφέλη φωτεινή, που τους επισκίασε. Ολόκληρος ο Τριαδικός Θεός είναι Φως. Στην Εκκλησία ψάλλουμε: «Φως ο Πατήρ, φως ο Λόγος, φως και το Άγιον Πνεύμα».

Αλλά το σημαντικό στο χωρίο αυτό είναι ότι ομολογούμε ότι θέλουμε να δούμε το Φως. «Οψόμεθα φως». Αυτός είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής, το να φθάσουμε κάποτε να δούμε τον Θεό ως Φως. Και αυτό συνιστά την ορθόδοξη Θεολογία. Αλλά για να γίνη αυτό πρέπει να είμαστε μέσα στο Φως. «Εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Το Φως του Θεού είναι αυτοπτικό, δηλαδή δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό ως Φως, με την λογική μας, και τις αισθήσεις, αλλά με το ίδιο το Φως του Θεού. Όταν ζούμε μέσα στον ρου της μετάνοιας που ενεργείται με την Χάρη του Θεού, τότε μπορούμε να φθάσουμε στην όραση του Θεού ως Φωτός.

Σε μια εποχή ανθρωπισμού, που οι άνθρωποι μένουν στον ανθρώπινο παράγοντα και τις ανθρώπινες δυνατότητές τους, που προσπαθούν να κατασκευάσουν θεούς που είναι σκοτεινοί, ανύπαρκτοι, εδώ τονίζεται η αλήθεια ότι ο δικός μας Θεός είναι Φως και ότι μπορούμε να δούμε τον Θεό ως Φως, μόνον όταν ζούμε στο δικό του Φως, όταν κατευθυνόμαστε από την Χάρη Του.

Πηγή ζωής και φως. Δύο μεγάλα αγαθά που αναζητά ο άνθρωπος σε κάθε εποχή. Θέλει να ζήση αιώνια, να χαίρεται την ζωή του, να μη πεθαίνη, αλλά και να βλέπη το φως, να μη παραμένη στο σκοτάδι. Ζούμε σε μια εποχή που ο άνθρωπος, με την επιστήμη διψά για ζωή, ζητά να παρατείνη την ζωή του, αλλά και επιθυμεί να ζη μέσα σε άπλετο φως.

Θα πρέπη να γνωρίζουμε, ιδιαίτερα εμείς οι Χριστιανοί, ότι ο Θεός μας είναι χορηγός της ζωής και του Φωτός, γιατί Αυτός είναι «η ζωή και το φως και η ειρήνη του κόσμου». Έτσι, όσοι διψούμε για ζωή, και επιθυμούμε να δούμε το αληθινό φως, καταφεύγουμε στον Θεό και τηρούμε το θέλημά Του. Δεν μπορούμε διαφορετικά να γνωρίσουμε τον αληθινό Θεό.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Πρόβλημα γιά τήν Εκκλησία δέν είναι μόνον οι αιρετικοί, ως πρός τήν αποδοχή ή μή τών δογμάτων, αλλά καί εκείνοι πού έχουν διαφορετικό ήθος από τό εκκλησιαστικό ήθος καί διαφορετικό φρόνημα από τό εκκλησιαστικό φρόνημα. Σήμερα χρειαζόμαστε Κληρικούς καί λαϊκούς πού θά έχουν τήν βεβαιότητα τής πίστεώς τους καί θά τήν ομολογούν μέ παρρησία, αγάπη καί εσωτερική ειρήνη.

Στήν πρός Τίτον επιστολή του ο Απόστολος Παύλος, όπως ακούσαμε σήμερα στό Αποστολικό ανάγνωσμα, μεταξύ τών άλλων, τόν προτρέπει νά συμβουλεύη τούς Χριστιανούς (Κληρικούς καί λαϊκούς) νά συμπεριφέρονται σωστά μέσα στήν κοινωνία. Δέν ομιλεί γιά μιά εξωτερική συμπεριφορά, αλλά γιά τό αποτέλεσμα τής σωτηρίας πού πραγματοποιήθηκε μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού καί βίωσαν στήν ζωή τους.

Μέσα σέ αυτό τό πλαίσιο δίνει ο Απόστολος Παύλος διαβεβαιώσεις στόν Τίτο γιά τόν τρόπο πού πρέπει νά συμπεριφέρονται οι Χριστιανοί πρός τούς συνανθρώπους τους.

Θά πρέπει νά πρωτοστατούν σέ καλά έργα, πού ωφελούν τούς ανθρώπους. Όσοι πιστεύουν στόν Θεό πρέπει νά εκδηλώνουν τήν πίστη τους μέ τά έργα τής φιλανθρωπίας. Άλλωστε, η φιλοθεΐα συνδέεται στενά μέ τήν φιλανθρωπία.

Έπειτα, θά πρέπει νά αποφεύγουν τίς μάταιες συζητήσεις γύρω από τίς διατάξεις τού μωσαϊκού νόμου, γιατί οι συζητήσεις αυτές είναι ανωφελείς καί μάταιες. Ο νόμος τής Παλαιάς Διαθήκης προετοίμασε τούς ανθρώπους γιά τήν έλευση τού Χριστού, καί, βεβαίως, μέ τήν έλευση τού Χριστού ουσιαστικά έχουν καταργηθή οι μωσαϊκές αυτές διατάξεις, όχι όμως όλες οι εντολές τού Θεού καί τό «πνεύμα» τού νόμου πού εξακολουθεί νά καθαρίζη τήν καρδιά τού ανθρώπου, γιά νά φθάση νά δή τόν Χριστό.

Ακόμη, οι Χριστιανοί δέν θά πρέπει νά διαπληκτίζονται μέ τούς αιρετικούς, γιατί καί αυτό δέν τούς ωφελεί. Βεβαίως, θά πρέπει νά επιδιώκουν νά τούς νουθετούν μία καί δεύτερη φορά, αλλά στήν συνέχεια νά τούς αφήνουν, νά μήν ασχολούνται μαζί τους, γιατί έχουν φθάσει σέ διαστροφή, έχουν εκτραπή από τήν αλήθεια καί δέν ωφελούνται. Η αίρεση διαστρέφει καί τό ήθος τού ανθρώπου, αλλά καί τά διεστραμμένα ήθη αλλοιώνουν τήν ορθόδοξη πίστη. Οι αιρετικοί μέ τόν τρόπο πού ζούν αυτοκατακρίνονται, αυτοκαταδικάζονται.

Πρόβλημα γιά τήν Εκκλησία δέν είναι μόνον οι αιρετικοί, ως πρός τήν αποδοχή ή μή τών δογμάτων, αλλά καί εκείνοι πού έχουν διαφορετικό ήθος από τό εκκλησιαστικό ήθος καί διαφορετικό φρόνημα από τό εκκλησιαστικό φρόνημα.

Οι Χριστιανοί θά πρέπει νά ζούν κατά τό θέλημα τού Θεού, νά τηρούν τίς εντολές Του, νά ζούν στήν Εκκλησία, μέ τήν μυστηριακή καί ασκητική ζωή, ώστε νά γεμίση η καρδιά τους από τήν αγάπη τού Θεού.

Οι ανόητες καί μάταιες συζητήσεις δέν ωφελούν, ακόμη καί αυτές οι φιλονικίες γύρω από θείες αλήθειες. Πρέπει δέ νά προσέξουμε ιδιαιτέρως τόν τρόπο μέ τόν οποίον ενεργούμε ακόμη καί σέ θέματα ομολογίας τής πίστεως. Ο φανατισμός, οι διαπληκτισμοί, οι φωνασκίες, οι αφοριστικές απόψεις, ο θυμός καί η οργή δέν ωφελούν ούτε εμάς ούτε τούς συνομιλητές μας. Αντίθετα, ο ήρεμος ομολογιακός λόγος, η ειρηνική ομολογία τής πίστεως, φέρνει ευεργετικά αποτελέσματα.

Σήμερα χρειαζόμαστε Κληρικούς καί λαϊκούς πού θά έχουν τήν βεβαιότητα τής πίστεώς τους καί θά τήν ομολογούν μέ παρρησία, αγάπη καί εσωτερική ειρήνη. Πρό παντός χρειαζόμαστε Χριστιανούς πού θά ομιλούν γι’ αυτά πού πιστεύουν, καί θά ζούν σύμφωνα μέ αυτά πού κηρύττουν. Διαφορετικά αρνούνται τήν χριστιανική τους «ιδιότητα», ουσιαστικά τήν χριστιανική τους ζωή.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού η Μητρόπολή μας δέχεται σημαντικό αριθμό επισκεπτών. Οι ορεινές ενορίες, που τον χειμώνα είναι σχεδόν ανύπαρκτες, γεμίζουν κόσμο, από νοσταλγούς προσκυνητές των πάτριων εδαφών, αλλά και από απλούς παραθεριστές. Γενικά, σ’ όλη την Μητρόπολη ο πληθυσμός σχεδόν τριπλασιάζεται. Η συμμετοχή στις θ. Λειτουργίες και τις ι. Ακολουθίες αυξάνεται, όπως αυξάνεται και η ανάγκη για προσφορά του θ. λόγου.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης μας, προκειμένου να καλύψη τις ανάγκες αυτές, και δεδομένου ότι είναι περιορισμένος ο αριθμός των Ιεροκηρύκων, απέστειλε στις Ενορίες γραπτό θείο κήρυγμα όπου αναλύεται το Ευαγγέλιο ή ο Απόστολος της ημέρας. Τα γραπτά αυτά κηρύγματα καλύπτουν τους δύο μήνες του καλοκαιριού, Ιούλιο και Αύγουστο. Η εφημερίδα μας δημοσιεύει ενδεικτικά ένα από τα κηρύγματα αυτά.

Κυριακὴ Ἁγίων Πατέρων (19-7-1998)

Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί αδελφοί, είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία στην Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στην Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ. για να αντιμετωπίση μια Χριστολογική αίρεση και να ομολογήση την πίστη της Εκκλησίας για τον Χριστό.

Στα χρόνια που προηγήθηκαν της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου υπήρχαν άνθρωποι που προσπαθούσαν με την ανθρώπινη λογική να κατανοήσουν το μυστήριο του Χριστού, δηλαδή το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Έτσι, ο Νεστόριος ισχυριζόταν ότι οι δύο φύσεις του Χριστού, ανθρώπινη και θεία, δεν ενώθηκαν πραγματικά, αλλά σχετικά, οι δε Μονοφυσίτες υπεστήριζαν ότι η θεία φύση απερρόφησε την ανθρώπινη φύση και έτσι επικρατεί σύγχυση των δύο φύσεων στον Χριστό.

Η Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος, αντιμετωπίζοντας αυτές τις αιρέσεις, ομολόγησε και θέσπισε ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος και ότι στον Χριστό οι δύο φύσεις είναι ενωμένες “ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως”. Μπορούμε να αναφερθούμε στην περίπτωση της αναστάσεως του Λαζάρου, για να δούμε πώς ενεργούσαν οι δύο φύσεις στον Χριστό. Όταν έκλαψε ο Χριστός στην πληροφορία ότι πέθανε ο Λάζαρος, έκλαψε η ανθρώπινη και όχι η θεία φύση, ενώ λίγο αργότερα ο Χριστός ανέστησε τον Λάζαρο με την θεία και όχι με την ανθρώπινη φύση. Όμως στο πρόσωπο του Χριστού κάθε μια φύση δεν ενεργεί ανεξάρτητα από την άλλη, αλλά “μετά της θατέρου κοινωνίας”, δηλαδή στο πρόσωπο του Χριστού ενεργεί κάθε μια φύση ανάλογα με τα ιδιώματά της, αλλά με την κοινωνία της άλλης.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ομολόγησαν αυτήν την πίστη, αφ’ ενός μεν γιατί ήθελαν να διασφαλίσουν την αλήθεια περί του Χριστού, ο Οποίος ήταν Θεάνθρωπος, και όχι μόνον Θεός ή μόνον άνθρωπος, αφ’ ετέρου δε γιατί με τον τρόπο αυτόν ήθελαν να διασώσουν τον τρόπο της σωτηρίας του ανθρώπου. Γιατί αν ο Χριστός ήταν μόνο Θεός, πώς μπορούσε να μεταμορφωθή το θνητό και παθητό της ανθρωπίνης φύσεως; Αν ο Χριστός ήταν μόνον άνθρωπος, πώς μπορούσε να σώση τον άνθρωπο; Άλλωστε, όπως διδάσκουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, ο Χριστός με την ενανθρώπισή Του προσέλαβε το θνητό και παθητό σώμα του ανθρώπου και το θέωσε, δίδοντας την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να δοκιμάση την σωτηρία στην προσωπική του ζωή. Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε με το εξής παράδειγμα. Όταν ευρεθή ένα φάρμακο για την θεραπεία μιας αρρώστειας, τότε ο κάθε άρρωστος που πάσχει από αυτό το είδος της αρρώστειας μπορεί να θεραπευθή, όταν λάβη το φάρμακο.

Αυτή η πίστη της Εκκλησίας, όπως εκφράστηκε στην Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο δεν είναι αφηρημένη, δεν είναι μια φιλοσοφική αλήθεια που δεν έχει σχέση με τα προβλήματα του ανθρώπου, δεν είναι θέμα που μπορεί κάποιος να το κατανοήση λογικά, αλλά είναι θέμα υπαρξιακό, προσωπικό. Μπορεί κανείς να το δοκιμάση στην προσωπική του ζωή. Δηλαδή, όταν πλησιάση ο άνθρωπος τον Χριστό μέσα στον “χώρο” της Εκκλησίας, όταν ζη την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, τότε μπορεί να μεταμορφώση το θνητό και παθητό της φύσης του, μπορεί να νικήση τον θάνατο, μπορεί να θεραπευθή και να απαλλαγή από τα βασανιστικά του προβλήματα. Έτσι, αντί να εξαντλούμαστε σε επιχειρήματα, καλούμε τους ανθρώπους να ζήσουν αυτήν την εκκλησιαστική ζωή: “Γεύσασθε και ίδετε”.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί αδελφοί, τελεί την ανάμνηση της καταθέσεως της τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας στις Βλαχέρνες. Πρόκειται για μια εορτή ενός γεγονότος που αναφέρεται στην Παναγία μας και αφορά ένα ένδυμά της που είναι το «επανωφόριον» της.

Σύμφωνα με τον Συναξαριστή της ημέρας, δύο Πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος, επί της εποχής του Βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου, στην πορεία τους προς τα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους, όταν έφθασαν στην Γαλατία, βρήκαν μια ευσεβεστάτη Εβραία, που είχε μέσα στην οικία της την αγία Εσθήτα, το επανωφόριον της Παναγίας. Η γυναίκα αυτή προσευχόταν μέρα και νύκτα μιμούμενη την προφήτιδα Άννα που βρισκόταν στον Ναό και αξιώθηκε να δη τον Χριστό, όταν Τον πήγε εκεί η Παναγία τεσσαράκοντα ημερών. Οι δύο Πατρίκιοι, μετά από ένα τέχνασμα, κατόρθωσαν να λάβουν τον πολύτιμον αυτό θησαυρό και να τον φέρουν στην Κωνσταντινούπολη, τον ετοποθέτησαν στο κτήμα τους, που ονομαζόταν Βλαχέρναι, και εκεί έκτισαν Ναό των Αποστόλων Πέτρου και Μάρκου. Αργότερα ο Βασιλεύς Λέων ο Μέγας, όταν πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός, έκτισε Ναό της Κυρίας Θεοτόκου, στον οποίο τοποθέτησε την θήκη όπου ήταν αποθησαυρισμένη η τιμία Εσθήτα, την οποία προσκυνούσαν οι Χριστιανοί και έβλεπαν διάφορα θαύματα. Ο ιερός υμνογράφος ονομάζει την αγίαν Εσθήτα «ιεράν περιβολήν, φυλακτήριον άσυλον (της Κωνσταντινουπόλεως), δώρον τίμιον, αναφαίρετον πλούτον ιαμάτων, ποταμόν πεπληρωμένον των χαρισμάτων του πνεύματος».

Με την ευκαιρία του γεγονότος της καταθέσεως της τιμίας Εσθήτος της Παναγίας, η Εκκλησία μας υπενθυμίζει το μεγάλο πρόσωπο της Παναγίας, που έγινε η χαρά της οικουμένης, γιατί ήταν εκείνο το πρόσωπο δια του οποίου εισήλθε στον κόσμο ο Χριστός που ελευθέρωσε το ανθρώπινο γένος από την αμαρτία, τον διάβολο και τον θάνατο. Όλα τα τροπάρια της Εκκλησίας, ξεκινώντας από την τιμία Εσθήτα, υμνούν το πρόσωπο της Παναγίας.

Το απολυτίκιο της εορτής αναφέρεται στην Παναγία και μεταξύ των άλλων γράφει: «Επί σοι γαρ και φύσις καινοτομείται και χρόνος», δηλαδή στην Παναγία γίνεται κανούργια και η φύση και ο χρόνος. Αυτό σημαίνει ότι η φύση και ο χρόνος, που πολλές φορές βασανίζουν τον άνθρωπο, αποκτούν άλλο νόημα, υπερβαίνονται εν Χάριτι Θεού. Στην Παναγία, με το Άγιο Πνεύμα, διατηρήθηκε η παρθενία της, έγινε μητέρα χωρίς να χάση την παρθενία της, και παραμένει ζωντανή στους αιώνας, αφού κατά την παράδοση και αυτό το σώμα της μετέστη προς τον ουρανό.

Αλλά στην σημερινή εορτή βλέπουμε ότι η Χάρη του Θεού που αγίασε το σώμα της Παναγίας πέρασε και στα ρούχα που φορούσε. Πράγματι, κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, η θεία Χάρη δια της ψυχής διαπορθμεύεται στο σώμα και από εκεί προχέεται και στα ρούχα και γενικά στην άλογη φύση. Με αυτόν τον τρόπο δεν είμαστε ειδωλολάτρες και κτισματολάτρες, αλλά τιμούμε την ύλη που έχει την αγιοποιό ενέργεια του Θεού. Έτσι οι πιστοί, κατά τον ιερόν υμνογράφο, κατασπάζονται με πίστη την αγία Εσθήτα της Παναγίας και λαμβάνουν την Χάρη του Θεού που ενοικεί σε αυτήν.

Με την ευκαιρία της σημερινής εορτής θα πρέπη να προσευχηθούμε να μας βάλη η Παναγία μας κάτω από την αγία της Εσθήτα, το αγιασμένο επανωφόριό της, και να μας προστατεύη από κάθε κακό.

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

Στην Δοξολογία, που ψάλλουμε κατά το τέλος της ακολουθίας του Όρθρου, όπως ακριβώς σημαίνει και η λέξη, δοξάζεται ο Θεός για το μεγαλείο Του, το Φως Του και για ο,τι έχει κάνει για τον άνθρωπο και την σωτηρία του. Και η λέξη δοξάζεται ερμηνεύεται ως ευλογείται. Άλλο, όμως, είναι όταν ο Θεός ευλογεί τον άνθρωπο και στέλλει την Χάρη Του και άλλο όταν ο άνθρωπος ευλογεί τον Θεό, δηλαδή δοξάζει τον Θεό.

Βεβαίως, ο Θεός δεν έχει ανάγκη της δοξολογίας του ανθρώπου, γιατί είναι απροσδεής, αλλά όταν ο άνθρωπος δοξάζει τον Θεό, τότε ο ίδιος ο άνθρωπος ωφελείται πνευματικά. Η δόξα στον Θεό επιστρέφεται ως Χάρη και ευλογία στον άνθρωπο. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι μεγαλύτερη δύναμη έχει η προσευχή δοξολογίας προς τον Θεό από την προσευχή της παρακλήσεως.

Στην σημερινή ομιλία θα αναλύσουμε έναν στίχο της Δοξολογίας που έχει μεγάλο νόημα.

«Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των πατέρων ημών, και αινετόν και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας. Αμήν». Δηλαδή: «Είσαι δοξασμένος Κύριε, που είσαι ο Θεός των Πατέρων μας, και είναι άξιο να αινήται και να δοξάζεται το Όνομά Σου σε όλους τους αιώνες. Αμήν».

Εδώ ο Θεός χαρακτηρίζεται ως «Θεός των Πατέρων ημών». Πράγματι, δεν είμαστε μόνοι μας επάνω στην γη, δεν είμαστε αγνώστου πατρός και ανεξάρτητοι από τις προηγούμενες γεννιές, αλλά είμαστε απόγονοι μεγάλων προσωπικοτήτων που έζησαν με σωφροσύνη, αγάπη προς τον Θεό. Έπειτα, ο Θεός δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα και μια αξία, αλλά ένας συγκεκριμένος Θεός, Τρία Πρόσωπα, και έχει μια ουσία και τρεις υποστάσεις και αποκαλύφθηκε στους Πατέρας μας. Είναι Θεός ζώντων, δηλαδή ανθρώπων που Τον γνώρισαν και βίωσαν την ζωή Του.

Πατέρες μας είναι οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη, οι Απόστολοι, οι Πατέρες, οι μάρτυρες, οι ομολογητές, οι όσιοι και οι δίκαιοι στην Καινή Διαθήκη, που γνώρισαν προσωπικά τον Θεό και έχουν δώσει την μαρτυρία γι’ Αυτόν. Το γνωρίζουμε αυτό, γιατί μας άφησαν τα κείμενα τους και τις μαρτυρίες τους. Έτσι, ο Θεός μας δεν είναι ένας αμάρτυρος και άγνωστος Θεός, αλλά Θεός των Πατέρων ημών, του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, των Αποστόλων, των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, των συγκεκριμένων αγίων, όπως του αγίου Πολυκάρπου, του αγίου Δημητρίου, της Αγίας Παρασκευής κλπ. Δεν είναι Θεός των φιλοσόφων και των στοχαστών, αλλά των ενδόξων Πατέρων ημών. Αυτό σημαίνει ότι εμείς δεν στοχαζόμαστε πάνω στα θέματα της πίστεως μας, δεν αυτοσχεδιάζουμε, αλλά ακολουθούμε τα βήματα και τις διαβεβαιώσεις των Πατέρων μας, που μας έδωσαν την μαρτυρία τους για τον Θεό και την αγάπη Του.

Έτσι αποδεικνύεται ότι το Όνομα του Θεού είναι δοξασμένο στους αιώνες. Οι Πατέρες μας, επιβεβαίωσαν ότι το Όνομα του Θεού είναι μεγάλο και ένδοξο και με αυτό νικώνται όλες οι αντίθετες δυνάμεις.

Και εμείς αποκτούμε αυτήν την βεβαιότητα για την δύναμη του Ονόματος του Θεού. Με την εκφώνηση του Ονόματος του Τριαδικού Θεού, από τον Ιερέα, μεταβάλλεται το νερό σε αγιασμένο νερό και εκεί γίνεται η βάπτιση των κατηχουμένων και γίνονται Χριστιανοί. Με το Όνομα του Θεού τελούνται όλα τα Μυστήρια και το υπερφυέστερο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Με το Όνομα του Θεού, όταν το επικαλούμαστε, εκδιώκουμε όλους του εχθρούς μας. Άλλωστε, ο Χριστός το είπε στους Μαθητές Του: «εν τω ονόματί μου δαιμόνια εκβαλούσι• γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς• όφεις αρούσι• καν θανάσιμόν τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει• επί αρρώστους χείρας επιθήσουσι, και καλώς έξουσιν» (Μαρκ. ιστ 17-18).

Πρέπει να καταλάβουμε ότι ανήκουμε σε μια μεγάλη οικογένεια, στην οποία έζησαν οι Πατέρες των προηγουμένων γενεών, αλλά θα ζήσουν και άλλοι απόγονοί μας. Δεν μπορούμε να αποδεσμευθούμε από την ζωή και την διδασκαλία των Πατέρων μας, όπως εκφράσθηκε στα προσωπικά και συνοδικά κείμενά τους. Αυτά τα κείμενα είναι τα «μαρτύρια» του Θεού, δηλαδή οι αποδείξεις της υπάρξεώς Του. Εμείς δεν περιμένουμε να βρούμε τεκμηριωμένες λογικές αποδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού στην φιλοσοφία και την επιστήμη, αφού η μόνη απόδειξη περί της υπάρξεως του Θεού είναι ο λόγος, η ζωή και τα θαύματα των αγίων μας. Και, φυσικά, αν αξιωθούμε με τις προσευχές τους να αποκτήσουμε και εμείς μερικές από τις εμπειρίες τους, τότε θα έχουμε προσωπική εμπειρική πίστη του Θεού.

Από την διδασκαλία των Πατέρων μας διαπιστώνουμε την ύπαρξη του Θεού, την αγάπη Του και την μεγάλη δύναμη του Ονόματός Του. Ας καταλάβουμε και ας αξιοποιήσουμε αυτόν τον μεγάλο θησαυρό, για να αποκτήσουμε και δική μας προσωπική εμπειρία.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μετά την Μικρά Είσοδο, κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, και τον Τρισάγιο Ύμνο διαβάζονται τα δύο αναγνώσματα, ήτοι το Αποστολικό και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Το Αποστολικό το διαβάζει ο αναγνώστης, που έχει την ειδική ευχή από τον Αρχιερέα για να κάνη το έργο αυτό, γιατί μέσα στην Εκκλησία όλα γίνονται με τον κατάλληλο και ευλογημένο τρόπο, και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα διαβάζεται από τον Διάκονο από το ειδικό μέρος, που λεγεται Άμβωνας, ή από τον Ιερέα από την Ωραία Πύλη.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να κάνουμε ένα σχόλιο στον όρο αναγνώσματα. Η λέξη ανάγνωσμα σημαίνει κάτι το οποίο διαβάζεται, και δεν ψάλλεται. Άλλο ψαλμωδία και άλλο ανάγνωση. Άλλα κομμάτια ψάλλονται και άλλα αναγινώσκονται - διαβάζονται. Όμως και αυτή η ανάγνωση δεν μπορεί να γίνη με ένα κοσμικό τρόπο, δηλαδή να διαβάζη κανείς όπως απαγγέλλει ένα ποίημα και να βάζη μέσα σε αυτό το δικό του συναισθηματικό κόσμο. Μέσα στην θεία Λειτουργία δεν προσπαθούμε να παρουσιάσουμε τα δικά μας συναισθήματα. Γι’ αυτό και η ανάγνωση των αποστολικών και ευαγγελικών αναγνωσμάτων χαρακτηρίζεται εμμελής ανάγνωση. Είναι ανάγνωση χωρίς να ψάλλεται, αλλά είναι εμμελής, δηλαδή λέγεται με ένα τρόπο, που να μοιάζη με ψάλσιμο. Αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε ένα τρόπο ψαλμωδίας, που να κινείται σε μια συγκεκριμένη νότα με ελάχιστες μεταβολές, ώστε ούτε ανάγνωση να είναι ούτε ψάλσιμο. Γι’ αυτό ο Ιερεύς μετά το αποστολικό ανάγνωσμα λέγει “ειρήνη σοι τω αναγινώσκοντι” και όχι “ειρήνη σοι τω ψάλαντι”.

Το Αποστολικό ανάγνωσμα αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, κατά την περίοδο του Πεντηκοσταρίου και στις επιστολές των Αποστόλων, που απέστειλαν σε διάφορες Εκκλησίες, όλη την άλλη περίοδο. Οι Απόστολοι είναι εκείνοι, που έλαβαν την εντολή από τον Χριστό να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε ολόκληρη την κτίση. Οι ίδιοι έφθασαν στην θέωση και στην συνέχεια οι λόγοι τους περιγράφουν αυτή την ευλογημένη κατάσταση, αλλά και την μέθοδο την οποία χρησιμοποίησαν. Δεν είναι μερικοί καλοί άνθρωποι, μερικοί θεολόγοι που έχουν τελειώσει ένα Πανεπιστήμιο, αλλά οι πραγματικοί θεολόγοι της Εκκλησίας, που έφθασαν στην θέωση και τον αγιασμό. Τα αποστολικά κείμενα είναι θεολογικά και όχι απλώς ηθικολογικά.

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι ο λόγος του Χριστού, αναφέρεται είτε σε ένα θαύμα που έκανε ο Χριστός, είτε σε μια παραβολή που είπε ο Χριστός, είτε σε μια διδασκαλία που είπε ο Χριστός. Επίσης περιγράφουν και τα όσα έπαθε ο Χριστός. Όταν κανείς διαβάζει με προσοχή τα λόγια του Χριστού και έχει καθαρές αισθήσεις, τότε μπορεί να αντιληφθή την ενέργεια που εξέρχεται από τους λόγους Του. Διότι οι λόγοι του Χριστού δεν είναι απλώς ανθρωποκεντρικοί λόγοι, αλλά είναι λόγοι ζωής και σωτηρίας, είναι ενέργεια του Θεού. Γι’ αυτό και πριν από το Ευαγγέλιο, ο ιερεύς διαβάζει μια ιδιαίτερη προσευχή, δια της οποίας παρακαλεί τον Θεό να στείλη την Χάρη και ενέργειά Του ώστε να κατανοήσουμε τα ευαγγελικά λόγια και στην συνέχεια, βέβαια, να μας δώση τον φόβο ώστε αφού καταπατήσουμε τις σαρκικές επιθυμίες να ζήσουμε την πνευματική πολιτεία.

Η ανάγνωση των Αποστολικών και κυρίως των Ευαγγελικών περικοπών πρέπει να γίνεται με σκοπό ότι αυτά πρέπει να αλλοιώσουν την ζωή μας, να μας προετοιμάσουν για την μέθεξη των μεγάλων δώρων. Διότι ο λόγος του Θεού μας καθαρίζει την καρδιά για να λάβουμε μεγαλύτερα δώρα, να ενωθούμε με τον Χριστό.

Και βέβαια, πρέπει να πούμε ότι η ανάλυση των λόγων του Χριστού και των Αποστόλων πρέπει να γίνεται μέσα από το πνεύμα της Εκκλησίας, όπως το εκφράζουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Γιατί συνιστά μεγάλη αμαρτία όταν με το κήρυγμα που κάνει ο Κληρικός αλλοιώνη τον πνευματικό αυτόν λόγο και αντί να ανεβάζη τους Χριστιανούς στο ύψος της θεογνωσίας, τους κατεβάζει στο επίπεδο των δικών του παθών.

Ας μελετούμε την Αγία Γραφή, ας ακούμε προσεκτικά τα Αποστολικά και Ευαγγελικά αναγνώσματα για να αξιωθούμε της κοινωνίας με τον Χριστό.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

 

Στην Εκκλησία μας, αγαπητοί αδελφοί, τιμούμε τους Αποστόλους, τους Μάρτυρας, τους Πατέρας και γενικά όλους εκείνους που ενώθηκαν με τον Χριστό και αποτελούν τα μέλη της Εκκλησίας, τα μέλη του Σώματος του Χριστού. Όλοι αυτοί έχουν μέσα τους την Χάρη του Χριστού, που τους αγίασε, τους μεταμόρφωσε και εκεί οφείλονται όλοι οι ηρωϊκοί τους αγώνες και οι θυσίες τους για τον Χριστό.

Όμως, στην Εκκλησία τιμούμε και τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, Προφήτας, Κριτάς και Βασιλείς, που καθοδηγούσαν τον λαό του Θεού. Γιατί και αυτοί είχαν κοινωνία με τον άσαρκο Λόγο, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Η διαφορά μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη οι δίκαιοι είχαν κοινωνία με τον άσαρκο Λόγο, ενώ στην Καινή Διαθήκη έχουν κοινωνία με τον σεσαρκωμένο Λόγο.

Ένας τέτοιος Προφήτης και ευλογημένος άνθρωπος, εκλεγμένος από τον Θεό, που είχε διαρκή κοινωνία με τον Θεό, είναι ο Προφήτης Ιεζεκιήλ, του οποίου την μνήμη εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Η Εκκλησία τον τιμά για την σχέση και κοινωνία που είχε με τον Θεό, και για τους αγώνες του για τον ισραηλιτικό λαό.

Ο Προφήτης Ιεζεκιήλ, του οποίου το όνομα σημαίνει «Θεός ισχυρός η Θεός ισχύων», ήταν υιός του Βουζεί, ανήκε σε ιερατική οικογένεια και ήταν απόγονος του Σαδώκ. Αιχμαλωτίσθηκε το 597 π.Χ. από τον Ναβουχοδονόσορα, κατά την δεύτερη έλευσή του στην Ιερουσαλήμ, μαζί με χιλιάδες επίσημα πρόσωπα και γι’ αυτό έδρασε και απέθανε στην Βαβυλώνα. Εκεί κλήθηκε στο προφητικό αξίωμα, το οποίο άσκησε για είκοσι δύο (22) χρόνια. Ο Ιεζεκιήλ στην Βαβυλώνα έζησε τις τραγικές στιγμές της καταστροφής της Ιερουσαλήμ.

Το έργο του ήταν δύσκολο, αλλά και μεγαλειώδες. Ο Προφήτης έλεγε ότι τους Ιουδαίους βασάνιζαν δυό μεγάλα ψυχικά πάθη, τα οποία δεν τους άφηναν να μετανοήσουν. Το ένα ήταν ο εγωϊσμός, επειδή πίστευαν ότι τιμωρούνται αδίκως για τις αμαρτίες των προγόνων τους, και το δεύτερο ήταν η απελπισία, με αποτέλεσμα να κλίνουν προς την ειδωλολατρία. Ο Προφήτης Ιεζεκιήλ είχε πολλές αποκαλύψεις από τον Θεό και έκανε και διάφορες συμβολικές πράξεις. Δυό μεγάλα οράματα που είδε και περιγράφει στο βιβλίο του είναι το Χερουβικόν άρμα και ο νέος Ναός.

Σε μας είναι γνωστή η προφητεία του Προφήτου Ιεζεκιήλ περί της αποκαταστάσεως των Ισραηλιτών στα Ιεροσόλυμα, που προτυπώνει την ανάσταση των νεκρών, την οποία προφητεία διαβάζουμε στην Εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, μετά την επιστροφή στον Ναό από την περιφορά του Επιταφίου. Εκεί γράφεται ότι ο Θεός έφερε τον Προφήτη σε έκσταση και τον οδήγησε σε μια πεδιάδα που ήταν γεμάτη από ανθρώπινα οστά και του είπε να απευθύνη λόγο Κυρίου στα νεκρά οστά. Και καθώς εκήρυττε λόγο Κυρίου στα οστά, έγινε σεισμός και άρχισαν να πλησιάζουν το ένα με το άλλο, να αποκτούν νεύρα και σάρκες και επάνω σε αυτά πρόβαλε δέρμα. Στην συνέχεια του είπε να κηρύξη προς το πνεύμα και έτσι εισήλθε μέσα στα νεκρά αυτά οστά πνεύμα ζωογόνο και τα οστά ζωντάνευσαν και στάθηκαν στα πόδια τους. Και στην συνέχεια ο Θεός του έδωσε εντολή να κηρύξη: «Αυτά λέγει ο Κύριος. Να, εγώ θα ανοίξω τους τάφους και θα σας βγάλω από τα μνήματά σας και θα σας οδηγήσω στη χώρα του Ισραήλ.. και θα σας δώσω το πνεύμα μου και θα πάρετε ζωή και θα σας τοποθετήσω στη χώρα σας και θα πεισθήτε ότι εγώ είμαι ο Κύριος».

Οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης κήρυξαν μετάνοια για να μετανοήσουν οι άνθρωποι και να επιστρέψουν στον Θεό. Πολλές από τις διδασκαλίες τους ήταν μεσσιανικές, αφού αναφέρονταν στην έλευση του Χριστού, και στην προετοιμασία του Ισραηλιτικού λαού για να δεχθούν την ενανθρώπηση του Χριστού. Από όλους τους λαούς οι Ιουδαίοι προετοιμάσθηκαν καλύτερα, γι’ αυτό και εκεί γεννήθηκε ο Χριστός. Και αυτό οφείλεται στους Προφήτες, μεταξύ των οποίων και τον Προφήτη Ιεζεκιήλ που εορτάζουμε σήμερα. Γι’ αυτό και τους χρωστούμε μεγάλη ευγνωμοσύνη. Αυτά που εκείνοι εκήρυξαν, εμείς τα απολαμβάνουμε.

Λαμβάνοντας αφορμή από την σημερινή εορτή και το όραμα του Προφήτου Ιεζεκιήλ, θα πρέπη να πιστεύσουμε ακράδαντα στην ανάσταση των νεκρών, που θα γίνη κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, και να προετοιμαζόμαστε για να σταθούμε εκ δεξιών του Θεού.

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance