• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - ΓΡΑΠΤΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ

Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί αδελφοί, έχει καθιερωθή από την Εκκλησία μας ως εορτή των αγίων Πατέρων που συγκρότησαν την Τετάρτη (Δ) Οικουμενική Σύνοδο στην Χαλκηδόνα, για να αντιμετωπίση την αίρεση του μονοφυσιτισμού.

Ο μονοφυσιτισμός ήταν μια αίρεση που υποστήριζε ότι ο Χριστός αποτελέσθηκε μεν από δύο φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη, αλλά μετά την ένωση παραμένει μόνον η θεία φύση, αφού η ανθρώπινη φύση απορροφήθηκε από την θεία. Αυτή η διδασκαλία ανατρέπει όλη την θεολογία της Θεανθρωπότητος του Χριστού, ακόμη δε ανατρέπει και το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου. Διότι αφού δεν υπάρχει, κατά την άποψή τους, στον Χριστό ανθρώπινη φύση, η οποία, κατά τους μονοφυσίτας απορροφήθηκε από την θεία φύση, τότε πως μπορούμε να κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού και πως μπορούμε να ενωθούμε μαζί Του;

Οι Πατέρες αντιμετώπισαν αυτήν την αίρεση με τον όρο ότι οι δύο φύσεις στον Χριστό, θεία και ανθρώπινη, ενώθηκαν και ενεργούν «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως», δηλαδή ο Χριστός αποτελέσθηκε από δύο φύσεις, αλλά και ενεργεί δια των δύο φύσεων. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για την πνευματική μας ζωή, αλλά δεν υπάρχει χρόνος για να αναλυθή αυτή η θεολογική αλήθεια και η συνέπειά της για την ζωή μας.

Μαζί, όμως, με τους Πατέρας της Τετάρτης (Δ ) Οικουμενικής Συνόδου η Εκκλησία μας σήμερα εορτάζει και την μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Αθηνογένους, ο οποίος γεννήθηκε στην Σεβάστεια της Καππαδοκίας, κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, και λόγω της αρετής του και της ταπεινώσεώς του έγινε Επίσκοπος Πηδαχθόης. Ο ειδωλολάτρης άρχοντας της περιοχής εκείνης, ονόματι Φιλομάρχος, συνέλαβε τον άγιο, μαζί με τους δέκα μαθητάς του, και ύστερα από πολλά βασανιστήρια τους αποκεφάλισε. Μάλιστα, κατά τον Συναξαριστή, όταν ο άγιος πήγε στο Μοναστήρι και δεν βρήκε τους μαθητάς του που είχαν συλληφθή πριν από αυτόν, συνάντησε μία έλαφο, την οποία είχαν αναθρέψει στο Μοναστήρι. Ο άγιος την ευλόγησε και ευχήθηκε να μη θανατωθούν τα ελαφόπουλά της από τους κυνηγούς, καθώς επίσης ευχήθηκε κάθε χρόνο κατά την μνήμη του να φέρη στο Μοναστήρι ένα από τα ελαφόπουλα που θα γεννούσε. Και, όπως γράφει το Συναξάριο, κάθε χρόνο την ημέρα της εορτής του όλοι έβλεπαν να έρχεται η έλαφος στην Εκκλησία, μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, μαζί με ένα ελαφόπουλο, το οποίο αφιέρωνε στον άγιο και το οποίο έσφαζαν οι Χριστιανοί και έτρωγαν «εις δόξαν και τιμήν του αγίου» Αθηνογένους.

Στα τροπάρια της Εκκλησίας που ψάλλονται αυτήν την ημέρα παρουσιάζεται όλο το πνευματικό περιεχόμενο του αγίου Αθηνογένους. Κυρίως δύο σημεία θα υπογραμμισθούν.

Το πρώτον ότι, κατά τον ιερό υμνογράφο, ο Αθηνογένης φόρεσε το λαμπρό ένδυμα της ιερωσύνης, το οποίο κατέστησε ιερώτερο και λαμπρότερο, αφού το έβαψε με το αίμα του μαρτυρίου. Έτσι, έγινε «θέσει θεούμενος» και πρεσβεύει για μας. Είναι μεγάλη ευλογία να λάβη κανείς την χάρη της ιερωσύνης, αλλά αυτή η ιερωσύνη γίνεται λαμπρότερη με το μαρτύριο, είτε της συνειδήσεως είτε του αίματος. Όποιος δεν ζη την ιερωσύνη ως μαρτύριο και θυσία δεν μπορεί να καταλάβη την αξία της.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι ο άγιος Αθηνογένης αναδείχθηκε «ιερός καθηγητής» που παιδαγωγούσε τους δέκα μαθητάς του με ασκητικούς αγώνες και μεθόδους, και δι’ αυτών καθελούσε τα σκιρτήματα των παθών και έτσι ενέκρωσε τον όφι τον αρχέκακο, τον διάβολο, ο οποίος δεν είχε δύναμη επάνω τους. Αυτό δείχνει πως εργάζονται οι αληθινοί ποιμένες, αφού διαπαιδαγωγούν τα πνευματικά τους παιδιά με την καθιερωμένη εκκλησιαστική μέθοδο, με πνευματικές ασκήσεις, για να νικούν τα πάθη και να είναι έτοιμοι για το μαρτύριο, αν χρειασθή. Η Εκκλησία δεν γνωρίζει άλλη αγωγή, πέρα από αυτήν που έζησαν και δίδαξαν οι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι Πατέρες.

Πέρα από αυτά, ο βίος του αγίου ιερομάρτυρος Αθηνογένους δείχνει και το πως η αγιότητα έχει επίδραση και σε αυτήν την φύση και στα άλογα ζώα, τα οποία υπακούουν σε αυτούς, γιατί αναγνωρίζουν σε αυτούς την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Ο άγιος ιερομάρτυς Αθηνογένης δείχνει το πως βιώνεται στην πράξη το δόγμα της Τετάρτης (Δ ) Οικουμενικής Συνόδου, ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος και δι’ Αυτού ο άνθρωπος μπορεί να γίνη κατά Χάριν θεός.

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

Στην Δοξολογία που ερμηνεύουμε κατά τα κηρύγματα των Κυριακών του Καλοκαιριού βρίσκουμε την σύνοψη ολόκληρης της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Είναι σημαντικό ότι οι άγιοι Πατέρες προσπάθησαν με τις προσευχές και τους ύμνους και να μας διδάξουν πως πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό, αλλά και να μας δείξουν τι είναι ο Θεός. Αυτό φαίνεται και στον στίχο που θα αναλύσουμε σήμερα.

Προς το τέλος της Δοξολογίας ψάλλουμε:

«Ότι παρά σοι πηγή ζωής• εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Δηλαδή: «Διότι σε Σένα είναι η πηγή της ζωής, ζώντας μέσα στο φως σου θα δούμε το φως».

Ο στίχος αυτός είναι σημαντικός γιατί φανερώνει δύο ενέργειες του Θεού, ήτοι την ζωή και το Φως.

Ο Θεός είναι η πηγή της ζωής. Αυτός ο Ίδιος είπε: «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. ιδ 6). Η ζωή είναι αντίθετη του θανάτου. Εφ’ όσον θάνατος είναι η αμαρτία, ζωή είναι ο ίδιος ο Θεός. Και μάλιστα δεν είναι απλώς η ζωή, αλλά η πηγή της ζωής. Όποιος πλησιάζει τον Χριστό και ενώνεται μαζί Του με τα μυστήρια της Εκκλησίας τον αισθάνεται ως ζωή, που νοηματοδοτεί την ζωή του, του δίνει νόημα και σκοπό, αποκτά μια διαρκή έμπνευση, αισιοδοξία και χαρά, μια δημιουργικότητα για κάθε καλό, είναι ζωντανός και όχι νεκρός.

Έπειτα, ο Θεός είναι το Φως. Ο Ίδιος ο Χριστός είπε: «εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωάν. η 12). Δεν εννοεί με αυτό ότι είναι το αισθητό, συμβολικό και ηθικό φως, αλλά το πραγματικό οντολογικό φως. Εκείνοι που αξιώνονται να δουν τον Θεό, τον βλέπουν ως Φως. Αυτό το συναντούμε στα κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Άλλωστε, αυτό το βλέπουμε και στο γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού επάνω στο όρος Θαβώρ. Εκεί οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την δόξα της Θεότητος του Χριστού, αλλά και την φωνή του Πατρός ως μεγάλο φως, και την παρουσία του Αγίου Πνεύματος ως νεφέλη φωτεινή, που τους επισκίασε. Ολόκληρος ο Τριαδικός Θεός είναι Φως. Στην Εκκλησία ψάλλουμε: «Φως ο Πατήρ, φως ο Λόγος, φως και το Άγιον Πνεύμα».

Αλλά το σημαντικό στο χωρίο αυτό είναι ότι ομολογούμε ότι θέλουμε να δούμε το Φως. «Οψόμεθα φως». Αυτός είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής, το να φθάσουμε κάποτε να δούμε τον Θεό ως Φως. Και αυτό συνιστά την ορθόδοξη Θεολογία. Αλλά για να γίνη αυτό πρέπει να είμαστε μέσα στο Φως. «Εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Το Φως του Θεού είναι αυτοπτικό, δηλαδή δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό ως Φως, με την λογική μας, και τις αισθήσεις, αλλά με το ίδιο το Φως του Θεού. Όταν ζούμε μέσα στον ρου της μετάνοιας που ενεργείται με την Χάρη του Θεού, τότε μπορούμε να φθάσουμε στην όραση του Θεού ως Φωτός.

Σε μια εποχή ανθρωπισμού, που οι άνθρωποι μένουν στον ανθρώπινο παράγοντα και τις ανθρώπινες δυνατότητές τους, που προσπαθούν να κατασκευάσουν θεούς που είναι σκοτεινοί, ανύπαρκτοι, εδώ τονίζεται η αλήθεια ότι ο δικός μας Θεός είναι Φως και ότι μπορούμε να δούμε τον Θεό ως Φως, μόνον όταν ζούμε στο δικό του Φως, όταν κατευθυνόμαστε από την Χάρη Του.

Πηγή ζωής και φως. Δύο μεγάλα αγαθά που αναζητά ο άνθρωπος σε κάθε εποχή. Θέλει να ζήση αιώνια, να χαίρεται την ζωή του, να μη πεθαίνη, αλλά και να βλέπη το φως, να μη παραμένη στο σκοτάδι. Ζούμε σε μια εποχή που ο άνθρωπος, με την επιστήμη διψά για ζωή, ζητά να παρατείνη την ζωή του, αλλά και επιθυμεί να ζη μέσα σε άπλετο φως.

Θα πρέπη να γνωρίζουμε, ιδιαίτερα εμείς οι Χριστιανοί, ότι ο Θεός μας είναι χορηγός της ζωής και του Φωτός, γιατί Αυτός είναι «η ζωή και το φως και η ειρήνη του κόσμου». Έτσι, όσοι διψούμε για ζωή, και επιθυμούμε να δούμε το αληθινό φως, καταφεύγουμε στον Θεό και τηρούμε το θέλημά Του. Δεν μπορούμε διαφορετικά να γνωρίσουμε τον αληθινό Θεό.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Πρόβλημα γιά τήν Εκκλησία δέν είναι μόνον οι αιρετικοί, ως πρός τήν αποδοχή ή μή τών δογμάτων, αλλά καί εκείνοι πού έχουν διαφορετικό ήθος από τό εκκλησιαστικό ήθος καί διαφορετικό φρόνημα από τό εκκλησιαστικό φρόνημα. Σήμερα χρειαζόμαστε Κληρικούς καί λαϊκούς πού θά έχουν τήν βεβαιότητα τής πίστεώς τους καί θά τήν ομολογούν μέ παρρησία, αγάπη καί εσωτερική ειρήνη.

Στήν πρός Τίτον επιστολή του ο Απόστολος Παύλος, όπως ακούσαμε σήμερα στό Αποστολικό ανάγνωσμα, μεταξύ τών άλλων, τόν προτρέπει νά συμβουλεύη τούς Χριστιανούς (Κληρικούς καί λαϊκούς) νά συμπεριφέρονται σωστά μέσα στήν κοινωνία. Δέν ομιλεί γιά μιά εξωτερική συμπεριφορά, αλλά γιά τό αποτέλεσμα τής σωτηρίας πού πραγματοποιήθηκε μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού καί βίωσαν στήν ζωή τους.

Μέσα σέ αυτό τό πλαίσιο δίνει ο Απόστολος Παύλος διαβεβαιώσεις στόν Τίτο γιά τόν τρόπο πού πρέπει νά συμπεριφέρονται οι Χριστιανοί πρός τούς συνανθρώπους τους.

Θά πρέπει νά πρωτοστατούν σέ καλά έργα, πού ωφελούν τούς ανθρώπους. Όσοι πιστεύουν στόν Θεό πρέπει νά εκδηλώνουν τήν πίστη τους μέ τά έργα τής φιλανθρωπίας. Άλλωστε, η φιλοθεΐα συνδέεται στενά μέ τήν φιλανθρωπία.

Έπειτα, θά πρέπει νά αποφεύγουν τίς μάταιες συζητήσεις γύρω από τίς διατάξεις τού μωσαϊκού νόμου, γιατί οι συζητήσεις αυτές είναι ανωφελείς καί μάταιες. Ο νόμος τής Παλαιάς Διαθήκης προετοίμασε τούς ανθρώπους γιά τήν έλευση τού Χριστού, καί, βεβαίως, μέ τήν έλευση τού Χριστού ουσιαστικά έχουν καταργηθή οι μωσαϊκές αυτές διατάξεις, όχι όμως όλες οι εντολές τού Θεού καί τό «πνεύμα» τού νόμου πού εξακολουθεί νά καθαρίζη τήν καρδιά τού ανθρώπου, γιά νά φθάση νά δή τόν Χριστό.

Ακόμη, οι Χριστιανοί δέν θά πρέπει νά διαπληκτίζονται μέ τούς αιρετικούς, γιατί καί αυτό δέν τούς ωφελεί. Βεβαίως, θά πρέπει νά επιδιώκουν νά τούς νουθετούν μία καί δεύτερη φορά, αλλά στήν συνέχεια νά τούς αφήνουν, νά μήν ασχολούνται μαζί τους, γιατί έχουν φθάσει σέ διαστροφή, έχουν εκτραπή από τήν αλήθεια καί δέν ωφελούνται. Η αίρεση διαστρέφει καί τό ήθος τού ανθρώπου, αλλά καί τά διεστραμμένα ήθη αλλοιώνουν τήν ορθόδοξη πίστη. Οι αιρετικοί μέ τόν τρόπο πού ζούν αυτοκατακρίνονται, αυτοκαταδικάζονται.

Πρόβλημα γιά τήν Εκκλησία δέν είναι μόνον οι αιρετικοί, ως πρός τήν αποδοχή ή μή τών δογμάτων, αλλά καί εκείνοι πού έχουν διαφορετικό ήθος από τό εκκλησιαστικό ήθος καί διαφορετικό φρόνημα από τό εκκλησιαστικό φρόνημα.

Οι Χριστιανοί θά πρέπει νά ζούν κατά τό θέλημα τού Θεού, νά τηρούν τίς εντολές Του, νά ζούν στήν Εκκλησία, μέ τήν μυστηριακή καί ασκητική ζωή, ώστε νά γεμίση η καρδιά τους από τήν αγάπη τού Θεού.

Οι ανόητες καί μάταιες συζητήσεις δέν ωφελούν, ακόμη καί αυτές οι φιλονικίες γύρω από θείες αλήθειες. Πρέπει δέ νά προσέξουμε ιδιαιτέρως τόν τρόπο μέ τόν οποίον ενεργούμε ακόμη καί σέ θέματα ομολογίας τής πίστεως. Ο φανατισμός, οι διαπληκτισμοί, οι φωνασκίες, οι αφοριστικές απόψεις, ο θυμός καί η οργή δέν ωφελούν ούτε εμάς ούτε τούς συνομιλητές μας. Αντίθετα, ο ήρεμος ομολογιακός λόγος, η ειρηνική ομολογία τής πίστεως, φέρνει ευεργετικά αποτελέσματα.

Σήμερα χρειαζόμαστε Κληρικούς καί λαϊκούς πού θά έχουν τήν βεβαιότητα τής πίστεώς τους καί θά τήν ομολογούν μέ παρρησία, αγάπη καί εσωτερική ειρήνη. Πρό παντός χρειαζόμαστε Χριστιανούς πού θά ομιλούν γι’ αυτά πού πιστεύουν, καί θά ζούν σύμφωνα μέ αυτά πού κηρύττουν. Διαφορετικά αρνούνται τήν χριστιανική τους «ιδιότητα», ουσιαστικά τήν χριστιανική τους ζωή.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού η Μητρόπολή μας δέχεται σημαντικό αριθμό επισκεπτών. Οι ορεινές ενορίες, που τον χειμώνα είναι σχεδόν ανύπαρκτες, γεμίζουν κόσμο, από νοσταλγούς προσκυνητές των πάτριων εδαφών, αλλά και από απλούς παραθεριστές. Γενικά, σ’ όλη την Μητρόπολη ο πληθυσμός σχεδόν τριπλασιάζεται. Η συμμετοχή στις θ. Λειτουργίες και τις ι. Ακολουθίες αυξάνεται, όπως αυξάνεται και η ανάγκη για προσφορά του θ. λόγου.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης μας, προκειμένου να καλύψη τις ανάγκες αυτές, και δεδομένου ότι είναι περιορισμένος ο αριθμός των Ιεροκηρύκων, απέστειλε στις Ενορίες γραπτό θείο κήρυγμα όπου αναλύεται το Ευαγγέλιο ή ο Απόστολος της ημέρας. Τα γραπτά αυτά κηρύγματα καλύπτουν τους δύο μήνες του καλοκαιριού, Ιούλιο και Αύγουστο. Η εφημερίδα μας δημοσιεύει ενδεικτικά ένα από τα κηρύγματα αυτά.

Κυριακὴ Ἁγίων Πατέρων (19-7-1998)

Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί αδελφοί, είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία στην Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στην Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ. για να αντιμετωπίση μια Χριστολογική αίρεση και να ομολογήση την πίστη της Εκκλησίας για τον Χριστό.

Στα χρόνια που προηγήθηκαν της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου υπήρχαν άνθρωποι που προσπαθούσαν με την ανθρώπινη λογική να κατανοήσουν το μυστήριο του Χριστού, δηλαδή το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Έτσι, ο Νεστόριος ισχυριζόταν ότι οι δύο φύσεις του Χριστού, ανθρώπινη και θεία, δεν ενώθηκαν πραγματικά, αλλά σχετικά, οι δε Μονοφυσίτες υπεστήριζαν ότι η θεία φύση απερρόφησε την ανθρώπινη φύση και έτσι επικρατεί σύγχυση των δύο φύσεων στον Χριστό.

Η Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος, αντιμετωπίζοντας αυτές τις αιρέσεις, ομολόγησε και θέσπισε ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος και ότι στον Χριστό οι δύο φύσεις είναι ενωμένες “ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως”. Μπορούμε να αναφερθούμε στην περίπτωση της αναστάσεως του Λαζάρου, για να δούμε πώς ενεργούσαν οι δύο φύσεις στον Χριστό. Όταν έκλαψε ο Χριστός στην πληροφορία ότι πέθανε ο Λάζαρος, έκλαψε η ανθρώπινη και όχι η θεία φύση, ενώ λίγο αργότερα ο Χριστός ανέστησε τον Λάζαρο με την θεία και όχι με την ανθρώπινη φύση. Όμως στο πρόσωπο του Χριστού κάθε μια φύση δεν ενεργεί ανεξάρτητα από την άλλη, αλλά “μετά της θατέρου κοινωνίας”, δηλαδή στο πρόσωπο του Χριστού ενεργεί κάθε μια φύση ανάλογα με τα ιδιώματά της, αλλά με την κοινωνία της άλλης.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ομολόγησαν αυτήν την πίστη, αφ’ ενός μεν γιατί ήθελαν να διασφαλίσουν την αλήθεια περί του Χριστού, ο Οποίος ήταν Θεάνθρωπος, και όχι μόνον Θεός ή μόνον άνθρωπος, αφ’ ετέρου δε γιατί με τον τρόπο αυτόν ήθελαν να διασώσουν τον τρόπο της σωτηρίας του ανθρώπου. Γιατί αν ο Χριστός ήταν μόνο Θεός, πώς μπορούσε να μεταμορφωθή το θνητό και παθητό της ανθρωπίνης φύσεως; Αν ο Χριστός ήταν μόνον άνθρωπος, πώς μπορούσε να σώση τον άνθρωπο; Άλλωστε, όπως διδάσκουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, ο Χριστός με την ενανθρώπισή Του προσέλαβε το θνητό και παθητό σώμα του ανθρώπου και το θέωσε, δίδοντας την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να δοκιμάση την σωτηρία στην προσωπική του ζωή. Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε με το εξής παράδειγμα. Όταν ευρεθή ένα φάρμακο για την θεραπεία μιας αρρώστειας, τότε ο κάθε άρρωστος που πάσχει από αυτό το είδος της αρρώστειας μπορεί να θεραπευθή, όταν λάβη το φάρμακο.

Αυτή η πίστη της Εκκλησίας, όπως εκφράστηκε στην Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο δεν είναι αφηρημένη, δεν είναι μια φιλοσοφική αλήθεια που δεν έχει σχέση με τα προβλήματα του ανθρώπου, δεν είναι θέμα που μπορεί κάποιος να το κατανοήση λογικά, αλλά είναι θέμα υπαρξιακό, προσωπικό. Μπορεί κανείς να το δοκιμάση στην προσωπική του ζωή. Δηλαδή, όταν πλησιάση ο άνθρωπος τον Χριστό μέσα στον “χώρο” της Εκκλησίας, όταν ζη την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, τότε μπορεί να μεταμορφώση το θνητό και παθητό της φύσης του, μπορεί να νικήση τον θάνατο, μπορεί να θεραπευθή και να απαλλαγή από τα βασανιστικά του προβλήματα. Έτσι, αντί να εξαντλούμαστε σε επιχειρήματα, καλούμε τους ανθρώπους να ζήσουν αυτήν την εκκλησιαστική ζωή: “Γεύσασθε και ίδετε”.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί αδελφοί, τελεί την ανάμνηση της καταθέσεως της τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας στις Βλαχέρνες. Πρόκειται για μια εορτή ενός γεγονότος που αναφέρεται στην Παναγία μας και αφορά ένα ένδυμά της που είναι το «επανωφόριον» της.

Σύμφωνα με τον Συναξαριστή της ημέρας, δύο Πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος, επί της εποχής του Βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου, στην πορεία τους προς τα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους, όταν έφθασαν στην Γαλατία, βρήκαν μια ευσεβεστάτη Εβραία, που είχε μέσα στην οικία της την αγία Εσθήτα, το επανωφόριον της Παναγίας. Η γυναίκα αυτή προσευχόταν μέρα και νύκτα μιμούμενη την προφήτιδα Άννα που βρισκόταν στον Ναό και αξιώθηκε να δη τον Χριστό, όταν Τον πήγε εκεί η Παναγία τεσσαράκοντα ημερών. Οι δύο Πατρίκιοι, μετά από ένα τέχνασμα, κατόρθωσαν να λάβουν τον πολύτιμον αυτό θησαυρό και να τον φέρουν στην Κωνσταντινούπολη, τον ετοποθέτησαν στο κτήμα τους, που ονομαζόταν Βλαχέρναι, και εκεί έκτισαν Ναό των Αποστόλων Πέτρου και Μάρκου. Αργότερα ο Βασιλεύς Λέων ο Μέγας, όταν πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός, έκτισε Ναό της Κυρίας Θεοτόκου, στον οποίο τοποθέτησε την θήκη όπου ήταν αποθησαυρισμένη η τιμία Εσθήτα, την οποία προσκυνούσαν οι Χριστιανοί και έβλεπαν διάφορα θαύματα. Ο ιερός υμνογράφος ονομάζει την αγίαν Εσθήτα «ιεράν περιβολήν, φυλακτήριον άσυλον (της Κωνσταντινουπόλεως), δώρον τίμιον, αναφαίρετον πλούτον ιαμάτων, ποταμόν πεπληρωμένον των χαρισμάτων του πνεύματος».

Με την ευκαιρία του γεγονότος της καταθέσεως της τιμίας Εσθήτος της Παναγίας, η Εκκλησία μας υπενθυμίζει το μεγάλο πρόσωπο της Παναγίας, που έγινε η χαρά της οικουμένης, γιατί ήταν εκείνο το πρόσωπο δια του οποίου εισήλθε στον κόσμο ο Χριστός που ελευθέρωσε το ανθρώπινο γένος από την αμαρτία, τον διάβολο και τον θάνατο. Όλα τα τροπάρια της Εκκλησίας, ξεκινώντας από την τιμία Εσθήτα, υμνούν το πρόσωπο της Παναγίας.

Το απολυτίκιο της εορτής αναφέρεται στην Παναγία και μεταξύ των άλλων γράφει: «Επί σοι γαρ και φύσις καινοτομείται και χρόνος», δηλαδή στην Παναγία γίνεται κανούργια και η φύση και ο χρόνος. Αυτό σημαίνει ότι η φύση και ο χρόνος, που πολλές φορές βασανίζουν τον άνθρωπο, αποκτούν άλλο νόημα, υπερβαίνονται εν Χάριτι Θεού. Στην Παναγία, με το Άγιο Πνεύμα, διατηρήθηκε η παρθενία της, έγινε μητέρα χωρίς να χάση την παρθενία της, και παραμένει ζωντανή στους αιώνας, αφού κατά την παράδοση και αυτό το σώμα της μετέστη προς τον ουρανό.

Αλλά στην σημερινή εορτή βλέπουμε ότι η Χάρη του Θεού που αγίασε το σώμα της Παναγίας πέρασε και στα ρούχα που φορούσε. Πράγματι, κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, η θεία Χάρη δια της ψυχής διαπορθμεύεται στο σώμα και από εκεί προχέεται και στα ρούχα και γενικά στην άλογη φύση. Με αυτόν τον τρόπο δεν είμαστε ειδωλολάτρες και κτισματολάτρες, αλλά τιμούμε την ύλη που έχει την αγιοποιό ενέργεια του Θεού. Έτσι οι πιστοί, κατά τον ιερόν υμνογράφο, κατασπάζονται με πίστη την αγία Εσθήτα της Παναγίας και λαμβάνουν την Χάρη του Θεού που ενοικεί σε αυτήν.

Με την ευκαιρία της σημερινής εορτής θα πρέπη να προσευχηθούμε να μας βάλη η Παναγία μας κάτω από την αγία της Εσθήτα, το αγιασμένο επανωφόριό της, και να μας προστατεύη από κάθε κακό.

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

Στην Δοξολογία, που ψάλλουμε κατά το τέλος της ακολουθίας του Όρθρου, όπως ακριβώς σημαίνει και η λέξη, δοξάζεται ο Θεός για το μεγαλείο Του, το Φως Του και για ο,τι έχει κάνει για τον άνθρωπο και την σωτηρία του. Και η λέξη δοξάζεται ερμηνεύεται ως ευλογείται. Άλλο, όμως, είναι όταν ο Θεός ευλογεί τον άνθρωπο και στέλλει την Χάρη Του και άλλο όταν ο άνθρωπος ευλογεί τον Θεό, δηλαδή δοξάζει τον Θεό.

Βεβαίως, ο Θεός δεν έχει ανάγκη της δοξολογίας του ανθρώπου, γιατί είναι απροσδεής, αλλά όταν ο άνθρωπος δοξάζει τον Θεό, τότε ο ίδιος ο άνθρωπος ωφελείται πνευματικά. Η δόξα στον Θεό επιστρέφεται ως Χάρη και ευλογία στον άνθρωπο. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι μεγαλύτερη δύναμη έχει η προσευχή δοξολογίας προς τον Θεό από την προσευχή της παρακλήσεως.

Στην σημερινή ομιλία θα αναλύσουμε έναν στίχο της Δοξολογίας που έχει μεγάλο νόημα.

«Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των πατέρων ημών, και αινετόν και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας. Αμήν». Δηλαδή: «Είσαι δοξασμένος Κύριε, που είσαι ο Θεός των Πατέρων μας, και είναι άξιο να αινήται και να δοξάζεται το Όνομά Σου σε όλους τους αιώνες. Αμήν».

Εδώ ο Θεός χαρακτηρίζεται ως «Θεός των Πατέρων ημών». Πράγματι, δεν είμαστε μόνοι μας επάνω στην γη, δεν είμαστε αγνώστου πατρός και ανεξάρτητοι από τις προηγούμενες γεννιές, αλλά είμαστε απόγονοι μεγάλων προσωπικοτήτων που έζησαν με σωφροσύνη, αγάπη προς τον Θεό. Έπειτα, ο Θεός δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα και μια αξία, αλλά ένας συγκεκριμένος Θεός, Τρία Πρόσωπα, και έχει μια ουσία και τρεις υποστάσεις και αποκαλύφθηκε στους Πατέρας μας. Είναι Θεός ζώντων, δηλαδή ανθρώπων που Τον γνώρισαν και βίωσαν την ζωή Του.

Πατέρες μας είναι οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη, οι Απόστολοι, οι Πατέρες, οι μάρτυρες, οι ομολογητές, οι όσιοι και οι δίκαιοι στην Καινή Διαθήκη, που γνώρισαν προσωπικά τον Θεό και έχουν δώσει την μαρτυρία γι’ Αυτόν. Το γνωρίζουμε αυτό, γιατί μας άφησαν τα κείμενα τους και τις μαρτυρίες τους. Έτσι, ο Θεός μας δεν είναι ένας αμάρτυρος και άγνωστος Θεός, αλλά Θεός των Πατέρων ημών, του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, των Αποστόλων, των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, των συγκεκριμένων αγίων, όπως του αγίου Πολυκάρπου, του αγίου Δημητρίου, της Αγίας Παρασκευής κλπ. Δεν είναι Θεός των φιλοσόφων και των στοχαστών, αλλά των ενδόξων Πατέρων ημών. Αυτό σημαίνει ότι εμείς δεν στοχαζόμαστε πάνω στα θέματα της πίστεως μας, δεν αυτοσχεδιάζουμε, αλλά ακολουθούμε τα βήματα και τις διαβεβαιώσεις των Πατέρων μας, που μας έδωσαν την μαρτυρία τους για τον Θεό και την αγάπη Του.

Έτσι αποδεικνύεται ότι το Όνομα του Θεού είναι δοξασμένο στους αιώνες. Οι Πατέρες μας, επιβεβαίωσαν ότι το Όνομα του Θεού είναι μεγάλο και ένδοξο και με αυτό νικώνται όλες οι αντίθετες δυνάμεις.

Και εμείς αποκτούμε αυτήν την βεβαιότητα για την δύναμη του Ονόματος του Θεού. Με την εκφώνηση του Ονόματος του Τριαδικού Θεού, από τον Ιερέα, μεταβάλλεται το νερό σε αγιασμένο νερό και εκεί γίνεται η βάπτιση των κατηχουμένων και γίνονται Χριστιανοί. Με το Όνομα του Θεού τελούνται όλα τα Μυστήρια και το υπερφυέστερο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Με το Όνομα του Θεού, όταν το επικαλούμαστε, εκδιώκουμε όλους του εχθρούς μας. Άλλωστε, ο Χριστός το είπε στους Μαθητές Του: «εν τω ονόματί μου δαιμόνια εκβαλούσι• γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς• όφεις αρούσι• καν θανάσιμόν τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει• επί αρρώστους χείρας επιθήσουσι, και καλώς έξουσιν» (Μαρκ. ιστ 17-18).

Πρέπει να καταλάβουμε ότι ανήκουμε σε μια μεγάλη οικογένεια, στην οποία έζησαν οι Πατέρες των προηγουμένων γενεών, αλλά θα ζήσουν και άλλοι απόγονοί μας. Δεν μπορούμε να αποδεσμευθούμε από την ζωή και την διδασκαλία των Πατέρων μας, όπως εκφράσθηκε στα προσωπικά και συνοδικά κείμενά τους. Αυτά τα κείμενα είναι τα «μαρτύρια» του Θεού, δηλαδή οι αποδείξεις της υπάρξεώς Του. Εμείς δεν περιμένουμε να βρούμε τεκμηριωμένες λογικές αποδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού στην φιλοσοφία και την επιστήμη, αφού η μόνη απόδειξη περί της υπάρξεως του Θεού είναι ο λόγος, η ζωή και τα θαύματα των αγίων μας. Και, φυσικά, αν αξιωθούμε με τις προσευχές τους να αποκτήσουμε και εμείς μερικές από τις εμπειρίες τους, τότε θα έχουμε προσωπική εμπειρική πίστη του Θεού.

Από την διδασκαλία των Πατέρων μας διαπιστώνουμε την ύπαρξη του Θεού, την αγάπη Του και την μεγάλη δύναμη του Ονόματός Του. Ας καταλάβουμε και ας αξιοποιήσουμε αυτόν τον μεγάλο θησαυρό, για να αποκτήσουμε και δική μας προσωπική εμπειρία.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μετά την Μικρά Είσοδο, κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, και τον Τρισάγιο Ύμνο διαβάζονται τα δύο αναγνώσματα, ήτοι το Αποστολικό και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Το Αποστολικό το διαβάζει ο αναγνώστης, που έχει την ειδική ευχή από τον Αρχιερέα για να κάνη το έργο αυτό, γιατί μέσα στην Εκκλησία όλα γίνονται με τον κατάλληλο και ευλογημένο τρόπο, και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα διαβάζεται από τον Διάκονο από το ειδικό μέρος, που λεγεται Άμβωνας, ή από τον Ιερέα από την Ωραία Πύλη.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να κάνουμε ένα σχόλιο στον όρο αναγνώσματα. Η λέξη ανάγνωσμα σημαίνει κάτι το οποίο διαβάζεται, και δεν ψάλλεται. Άλλο ψαλμωδία και άλλο ανάγνωση. Άλλα κομμάτια ψάλλονται και άλλα αναγινώσκονται - διαβάζονται. Όμως και αυτή η ανάγνωση δεν μπορεί να γίνη με ένα κοσμικό τρόπο, δηλαδή να διαβάζη κανείς όπως απαγγέλλει ένα ποίημα και να βάζη μέσα σε αυτό το δικό του συναισθηματικό κόσμο. Μέσα στην θεία Λειτουργία δεν προσπαθούμε να παρουσιάσουμε τα δικά μας συναισθήματα. Γι’ αυτό και η ανάγνωση των αποστολικών και ευαγγελικών αναγνωσμάτων χαρακτηρίζεται εμμελής ανάγνωση. Είναι ανάγνωση χωρίς να ψάλλεται, αλλά είναι εμμελής, δηλαδή λέγεται με ένα τρόπο, που να μοιάζη με ψάλσιμο. Αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε ένα τρόπο ψαλμωδίας, που να κινείται σε μια συγκεκριμένη νότα με ελάχιστες μεταβολές, ώστε ούτε ανάγνωση να είναι ούτε ψάλσιμο. Γι’ αυτό ο Ιερεύς μετά το αποστολικό ανάγνωσμα λέγει “ειρήνη σοι τω αναγινώσκοντι” και όχι “ειρήνη σοι τω ψάλαντι”.

Το Αποστολικό ανάγνωσμα αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, κατά την περίοδο του Πεντηκοσταρίου και στις επιστολές των Αποστόλων, που απέστειλαν σε διάφορες Εκκλησίες, όλη την άλλη περίοδο. Οι Απόστολοι είναι εκείνοι, που έλαβαν την εντολή από τον Χριστό να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε ολόκληρη την κτίση. Οι ίδιοι έφθασαν στην θέωση και στην συνέχεια οι λόγοι τους περιγράφουν αυτή την ευλογημένη κατάσταση, αλλά και την μέθοδο την οποία χρησιμοποίησαν. Δεν είναι μερικοί καλοί άνθρωποι, μερικοί θεολόγοι που έχουν τελειώσει ένα Πανεπιστήμιο, αλλά οι πραγματικοί θεολόγοι της Εκκλησίας, που έφθασαν στην θέωση και τον αγιασμό. Τα αποστολικά κείμενα είναι θεολογικά και όχι απλώς ηθικολογικά.

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι ο λόγος του Χριστού, αναφέρεται είτε σε ένα θαύμα που έκανε ο Χριστός, είτε σε μια παραβολή που είπε ο Χριστός, είτε σε μια διδασκαλία που είπε ο Χριστός. Επίσης περιγράφουν και τα όσα έπαθε ο Χριστός. Όταν κανείς διαβάζει με προσοχή τα λόγια του Χριστού και έχει καθαρές αισθήσεις, τότε μπορεί να αντιληφθή την ενέργεια που εξέρχεται από τους λόγους Του. Διότι οι λόγοι του Χριστού δεν είναι απλώς ανθρωποκεντρικοί λόγοι, αλλά είναι λόγοι ζωής και σωτηρίας, είναι ενέργεια του Θεού. Γι’ αυτό και πριν από το Ευαγγέλιο, ο ιερεύς διαβάζει μια ιδιαίτερη προσευχή, δια της οποίας παρακαλεί τον Θεό να στείλη την Χάρη και ενέργειά Του ώστε να κατανοήσουμε τα ευαγγελικά λόγια και στην συνέχεια, βέβαια, να μας δώση τον φόβο ώστε αφού καταπατήσουμε τις σαρκικές επιθυμίες να ζήσουμε την πνευματική πολιτεία.

Η ανάγνωση των Αποστολικών και κυρίως των Ευαγγελικών περικοπών πρέπει να γίνεται με σκοπό ότι αυτά πρέπει να αλλοιώσουν την ζωή μας, να μας προετοιμάσουν για την μέθεξη των μεγάλων δώρων. Διότι ο λόγος του Θεού μας καθαρίζει την καρδιά για να λάβουμε μεγαλύτερα δώρα, να ενωθούμε με τον Χριστό.

Και βέβαια, πρέπει να πούμε ότι η ανάλυση των λόγων του Χριστού και των Αποστόλων πρέπει να γίνεται μέσα από το πνεύμα της Εκκλησίας, όπως το εκφράζουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Γιατί συνιστά μεγάλη αμαρτία όταν με το κήρυγμα που κάνει ο Κληρικός αλλοιώνη τον πνευματικό αυτόν λόγο και αντί να ανεβάζη τους Χριστιανούς στο ύψος της θεογνωσίας, τους κατεβάζει στο επίπεδο των δικών του παθών.

Ας μελετούμε την Αγία Γραφή, ας ακούμε προσεκτικά τα Αποστολικά και Ευαγγελικά αναγνώσματα για να αξιωθούμε της κοινωνίας με τον Χριστό.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

 

Στην Εκκλησία μας, αγαπητοί αδελφοί, τιμούμε τους Αποστόλους, τους Μάρτυρας, τους Πατέρας και γενικά όλους εκείνους που ενώθηκαν με τον Χριστό και αποτελούν τα μέλη της Εκκλησίας, τα μέλη του Σώματος του Χριστού. Όλοι αυτοί έχουν μέσα τους την Χάρη του Χριστού, που τους αγίασε, τους μεταμόρφωσε και εκεί οφείλονται όλοι οι ηρωϊκοί τους αγώνες και οι θυσίες τους για τον Χριστό.

Όμως, στην Εκκλησία τιμούμε και τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, Προφήτας, Κριτάς και Βασιλείς, που καθοδηγούσαν τον λαό του Θεού. Γιατί και αυτοί είχαν κοινωνία με τον άσαρκο Λόγο, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Η διαφορά μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη οι δίκαιοι είχαν κοινωνία με τον άσαρκο Λόγο, ενώ στην Καινή Διαθήκη έχουν κοινωνία με τον σεσαρκωμένο Λόγο.

Ένας τέτοιος Προφήτης και ευλογημένος άνθρωπος, εκλεγμένος από τον Θεό, που είχε διαρκή κοινωνία με τον Θεό, είναι ο Προφήτης Ιεζεκιήλ, του οποίου την μνήμη εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Η Εκκλησία τον τιμά για την σχέση και κοινωνία που είχε με τον Θεό, και για τους αγώνες του για τον ισραηλιτικό λαό.

Ο Προφήτης Ιεζεκιήλ, του οποίου το όνομα σημαίνει «Θεός ισχυρός η Θεός ισχύων», ήταν υιός του Βουζεί, ανήκε σε ιερατική οικογένεια και ήταν απόγονος του Σαδώκ. Αιχμαλωτίσθηκε το 597 π.Χ. από τον Ναβουχοδονόσορα, κατά την δεύτερη έλευσή του στην Ιερουσαλήμ, μαζί με χιλιάδες επίσημα πρόσωπα και γι’ αυτό έδρασε και απέθανε στην Βαβυλώνα. Εκεί κλήθηκε στο προφητικό αξίωμα, το οποίο άσκησε για είκοσι δύο (22) χρόνια. Ο Ιεζεκιήλ στην Βαβυλώνα έζησε τις τραγικές στιγμές της καταστροφής της Ιερουσαλήμ.

Το έργο του ήταν δύσκολο, αλλά και μεγαλειώδες. Ο Προφήτης έλεγε ότι τους Ιουδαίους βασάνιζαν δυό μεγάλα ψυχικά πάθη, τα οποία δεν τους άφηναν να μετανοήσουν. Το ένα ήταν ο εγωϊσμός, επειδή πίστευαν ότι τιμωρούνται αδίκως για τις αμαρτίες των προγόνων τους, και το δεύτερο ήταν η απελπισία, με αποτέλεσμα να κλίνουν προς την ειδωλολατρία. Ο Προφήτης Ιεζεκιήλ είχε πολλές αποκαλύψεις από τον Θεό και έκανε και διάφορες συμβολικές πράξεις. Δυό μεγάλα οράματα που είδε και περιγράφει στο βιβλίο του είναι το Χερουβικόν άρμα και ο νέος Ναός.

Σε μας είναι γνωστή η προφητεία του Προφήτου Ιεζεκιήλ περί της αποκαταστάσεως των Ισραηλιτών στα Ιεροσόλυμα, που προτυπώνει την ανάσταση των νεκρών, την οποία προφητεία διαβάζουμε στην Εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, μετά την επιστροφή στον Ναό από την περιφορά του Επιταφίου. Εκεί γράφεται ότι ο Θεός έφερε τον Προφήτη σε έκσταση και τον οδήγησε σε μια πεδιάδα που ήταν γεμάτη από ανθρώπινα οστά και του είπε να απευθύνη λόγο Κυρίου στα νεκρά οστά. Και καθώς εκήρυττε λόγο Κυρίου στα οστά, έγινε σεισμός και άρχισαν να πλησιάζουν το ένα με το άλλο, να αποκτούν νεύρα και σάρκες και επάνω σε αυτά πρόβαλε δέρμα. Στην συνέχεια του είπε να κηρύξη προς το πνεύμα και έτσι εισήλθε μέσα στα νεκρά αυτά οστά πνεύμα ζωογόνο και τα οστά ζωντάνευσαν και στάθηκαν στα πόδια τους. Και στην συνέχεια ο Θεός του έδωσε εντολή να κηρύξη: «Αυτά λέγει ο Κύριος. Να, εγώ θα ανοίξω τους τάφους και θα σας βγάλω από τα μνήματά σας και θα σας οδηγήσω στη χώρα του Ισραήλ.. και θα σας δώσω το πνεύμα μου και θα πάρετε ζωή και θα σας τοποθετήσω στη χώρα σας και θα πεισθήτε ότι εγώ είμαι ο Κύριος».

Οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης κήρυξαν μετάνοια για να μετανοήσουν οι άνθρωποι και να επιστρέψουν στον Θεό. Πολλές από τις διδασκαλίες τους ήταν μεσσιανικές, αφού αναφέρονταν στην έλευση του Χριστού, και στην προετοιμασία του Ισραηλιτικού λαού για να δεχθούν την ενανθρώπηση του Χριστού. Από όλους τους λαούς οι Ιουδαίοι προετοιμάσθηκαν καλύτερα, γι’ αυτό και εκεί γεννήθηκε ο Χριστός. Και αυτό οφείλεται στους Προφήτες, μεταξύ των οποίων και τον Προφήτη Ιεζεκιήλ που εορτάζουμε σήμερα. Γι’ αυτό και τους χρωστούμε μεγάλη ευγνωμοσύνη. Αυτά που εκείνοι εκήρυξαν, εμείς τα απολαμβάνουμε.

Λαμβάνοντας αφορμή από την σημερινή εορτή και το όραμα του Προφήτου Ιεζεκιήλ, θα πρέπη να πιστεύσουμε ακράδαντα στην ανάσταση των νεκρών, που θα γίνη κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, και να προετοιμαζόμαστε για να σταθούμε εκ δεξιών του Θεού.

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

Οι στίχοι της Δοξολογίας, που είναι προσευχή και απαρτίζεται από πολλούς στίχους της Αγίας Γραφής, και τους οποίους αναλύσαμε στα ευχαριστιακά κηρύγματα των Κυριακών του Καλοκαιριού, είναι σημαντικοί και προσανατολίζουν την σκέψη των Χριστιανών προς τον Τριαδικό Θεό, την ενανθρώπηση του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά και την απόλυτη πίστη που πρέπει να έχη κάθε Χριστιανός στην προστασία του Θεού. Έτσι, η Δοξολογία δείχνει και το κεφάλαιο της πίστεώς μας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ζούμε, αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά μέλη της Εκκλησίας του Χριστού.

Το κείμενο της Δοξολογίας, με μια άλλη μορφή, που δεν αφίσταται πολύ από αυτήν που αναλύσαμε, διαβάζεται και κατά την ακολουθία του Αποδείπνου και αυτό δείχνει την αξία του και την σπουδαιότητά του.

Όπως είδαμε στην αρχή της Δοξολογίας δοξάζεται το Όνομα του Τριαδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος που έδωσε το φως. Αυτό αναφέρεται στην αρχή της δημιουργίας. Στην συνέχεια της Δοξολογίας γίνεται λόγος για την αναδημιουργία του ανθρώπου από τον Χριστό και τελειώνει με τον ύμνο στον Τριαδικό Θεό. Έτσι, η Δοξολογία αρχίζει με την δοξολογία στο Φως και τελειώνει με τον ύμνο στον Τριαδικό Θεό, που δημιούργησε το φως και όλον τον κόσμο.

Έτσι, στο τέλος της Δοξολογίας ψάλλουμε:

«Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Δηλαδή, «Εσύ ο άγιος Θεός, ο άγιος ισχυρός και ο άγιος αθάνατος. Σε παρακαλούμε, ελεησέ μας».

Σύμφωνα με την παράδοση ο ύμνος αυτός αποκαλύφθηκε σε ένα παιδί από τον άγγελο, κατά την διάρκεια μίας λιτανείας, που γινόταν στην Κωνσταντινούπολη για την απειλή του σεισμού και το παιδί το φανέρωσε στον άγιο Πρόκλο, Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και εκείνος το καθιέρωσε να ψάλλεται στην Εκκλησία. Η Βασίλισσα Πουλχερία και ο αδελφός της Θεοδόσιος καθόρισαν να ψάλλεται ο ύμνος αυτός σε ολόκληρη την τότε γνωστή οικουμένη. Μάλιστα αυτόν τον ύμνον έψαλλαν και οι Πατέρες της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου στην Χαλκηδόνα, όπως φαίνεται στα Πρακτικά της Συνόδου αυτής.

Ο τρισάγιος αυτός ύμνος μας υπενθυμίζει τον ύμνο των αγγέλων «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαββαώθ» και έχει μια μεγάλη δογματική σημασία, γιατί αναφέρεται στον Τριαδικό Θεό που έχει μία ουσία και τρεις υποστάσεις. Με την λέξη Θεός χαρακτηρίζεται ο Πατήρ, με την λέξη ισχυρός χαρακτηρίζεται ο Υιός και με την λέξη αθάνατος χαρακτηρίζεται το Άγιον Πνεύμα. Αυτό το συναντούμε σε δοξαστικό της Πεντηκοστής. Και τα τρία πρόσωπα έχουν διαφορετική υπόσταση-πρόσωπο, αλλά έχουν κοινή ουσία και ενέργεια, γι’ αυτό και τα τρία Πρόσωπα είναι άγια, και στέλλουν το έλεος και την Χάρη τους και έτσι δεν λέμε ελεήσατε ημάς, αλλά ελέησον ημάς, για το ενιαίο της θεότητος.

Αυτός ο ύμνος, πέρα από την δογματική του σημασία, έχει και σωτηριολογική. Με τον ύμνο αυτό είναι σαν να λέμε. «Θεέ μου εσύ είσαι άγιος και Θεός, είσαι άγιος και ισχυρός, είσαι άγιος και αθάνατος. Και εμείς που είμαστε αμαρτωλοί, άνθρωποι, αδύνατοι και θνητοί, σε παρακαλούμε να μας ελεήσης».

Όπως γνωρίζουμε, αυτόν τον τρισάγιο ύμνο τον ψάλλουμε και στην θεία Λειτουργία δύο φορές. Πρώτα στην λεγομένη λειτουργία των κατηχουμένων, μετά την μικρά Είσοδο, και έπειτα στην θεία Λειτουργία των πιστών, στην θέση της αναφοράς, όταν ψάλλουμε το «άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαββαώθ πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου, ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ωσαννά ο εν τοις υψίστοις».

Νομίζω, αν δούμε προσεκτικότερα την Δοξολογία που ερμηνεύσαμε στα κηρύγματα αυτά των δύο αυτών μηνών, θα δούμε ότι αρχίζει με την δημιουργία του κόσμου και τελειώνει με την ζωή της Βασιλείας των ουρανών. Δηλαδή, αρχίζει με την δοξολογία των αγγέλων και του πρώτου ανθρώπου προς τον φωτοδότη Θεό, ακολουθεί η προσευχή των ανθρώπων μετά την πτώση για την εκζήτηση της δυνάμεως του Θεού, για να ζήσουν σύμφωνα με το θέλημά Του και καταλήγει στον ύμνο των αγγέλων, αλλά και των δικαίων στον Ουρανό, στην Βασιλεία του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι στην Δοξολογία περιγράφεται η δημιουργία, η πτώση και η ανάσταση και αποκατάσταση του ανθρώπου και κυρίως η αιώνια δόξα εκείνων που θα συνδεθούν με τον Χριστό.

Μακάρι να τελειώση η ζωή μας με μια τέτοια δοξολογία και να αξιωθούμε να συμμετάσχουμε στον χορό, την χορωδία των αγγέλων και των αγίων και να ψάλλουμε τον τρισάγιο ύμνο στον δοξαζόμενο τρισάγιο Θεό.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

26 Αὐγούστου

Όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας, αγαπητοί μου αδελφοί, συνδέονται στενά με την θεία Ευχαριστία. Βαπτιζόμαστε και χριόμαστε με το άγιο Μύρον για να μπορέσουμε ως μέλη της Εκκλησίας να λάβουμε μέρος σε αυτό το Μυστικό Δείπνο και να λάβουμε μέσα μας τον Χριστό. Το μυστήριο της Ιερωσύνης γίνεται, ώστε να υπάρξουν οι Επίσκοποι, που θα τελούν την θεία Λειτουργία και οι οποίοι θα χειροτονήσουν Πρεσβυτέρους για να τελούν επ’ ονόματί τους την θεία Ευχαριστία. Τα μυστήρια της Εξομολογήσεως και του Ευχελαίου γίνονται για να μας προετοιμάσουν να συμμετάσχουμε πραγματικά μέσα στην θεία Ευχαριστία, αλλά και το μυστήριο του Γάμου γίνεται ώστε το ανδρόγυνο να συμμετάσχη στην θεία Ευχαριστία, να αισθάνεται την ενότητά του όχι απλώς σε ένα βιολογικό επίπεδο, αλλά ως ενότητα με τον Χριστό.

Όμως μπορούμε στην συνέχεια να πούμε ότι και η θεία Ευχαριστία τελείται για να έχουμε την δυνατότητα να κοινωνήσουμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Βέβαια, εάν κάποιος έχη επισκεφθή τον πνευματικό του πατέρα και δεν του επιτρέψη προσωρινά να κοινωνήση, ώστε να τον προετοιμάση για μια καλή συμμετοχή στην θεία Κοινωνία και τότε η συμμετοχή στην θεία Ευχαριστία μπορεί να τον βοηθήση με την προσευχή.

Κορυφαία στιγμή της θείας Λειτουργίας, αλλά και όλης της εκκλησιαστικής ζωής είναι όταν ο άνθρωπος αξιώνεται να κοινωνήση του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Μεγάλη ευλογία είναι όταν ο χοϊκός άνθρωπος αξιώνεται να γευθή του ξύλου της ζωής που είναι ο Χριστός. Ο Αδάμ στον Παράδεισο είχε μεν κοινωνία με τον Θεό, αλλά δεν είχε φθάσει στο σημείο να κοινωνήση του Σώματος του Χριστού, αφού δεν είχε ενανθρωπίσει το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Εμείς όμως έχουμε την δυνατότητα, με την ενανθρώπηση του Χριστού, την θυσία του Γολγοθά και την Ανάστασή Του να γευόμαστε αυτού του ευλογημένου Σώματος. Μέσα από αυτήν την τροφή όλες οι ενέργειές μας, οι πράξεις, αλλά και όλα τα γεγονότα στην ζωή μας λαμβάνουν άλλη έννοια, αποκτούν άλλον σκοπό.

Όταν κοινωνούμε λαμβάνουμε μέσα μας το πραγματικό Σώμα του Χριστού με την εξωτερική μορφή του άρτου και του οίνου. Δηλαδή, όπως εξηγούν οι άγιοι Πατέρες μας, με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται πραγματικά σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Όμως, ο Θεός οικονομεί τα πράγματα ώστε να παραμένη η αίσθηση και η γεύση του άρτου και του οίνου ακριβώς γιατί δεν θα αισθανόμασταν καλά να τρώμε την σάρκα και το αίμα του Χριστού. Πάντως υπήρξαν Άγιοι που αξιώθηκαν να δούν επάνω στο δισκάριο το πραγματικό Σώμα και να δούν το πραγματικό αίμα του Χριστού. Ακόμη υπήρξαν άγιοι που είδαν επάνω στην Αγία Τράπεζα, την ώρα της μεταβολής του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού, ένα υποστατικό φώς. Και όταν ερώτησαν τί είναι αυτό το Φώς άκουσαν φωνή ότι είναι το Άγιον Πνεύμα.

Απαιτούνται και άλλες αισθήσεις για να μπορέσουμε να εισδύσουμε μέσα στο “πνεύμα” της θείας Λειτουργίας. Δεν είναι θέμα μιας λογικής κατανόησης των όσων λέγονται και γίνονται, αλλά μιας υπαρξιακής αναγέννησης. Μπορεί να φανή παράδοξο, αλλά είναι αληθινό, ότι μερικές φορές δυνατότερη μετοχή στα όσα γίνονται στην θεία Λειτουργία, μπορεί να έχη ένα μικρό παιδάκι, που με την καθαρότητά του βλέπει αγγέλους, παρά ο επιστήμονας, που έχει φιλολογικές γνώσεις και μπορεί να εξηγήση και να καταλαβαίνη τις λέξεις της θείας Λειτουργίας. Η μετοχή στην θεία Λειτουργία είναι υπαρξιακή μετοχή και όχι απλώς υπόθεση λογικής κατανόησης.

Με την θεία Κοινωνία γινόμαστε σύσσωμοι και σύναιμοι Ιησού Χριστού. Ολόκληρο το σώμα, αν έχουμε πνευματικές αισθήσεις και ζούμε με μετάνοια και εκκλησιαστική ζωή, γίνεται Σώμα Χριστού. Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέγει ότι κινούσε το πόδι και το πόδι του το αισθανόταν ως πόδι Χριστού, κινούσε το χέρι και το χέρι του το αισθανόταν ως χέρι Χριστού. Μετά την θεία Κοινωνία όλα πρέπει να είναι αλλαγμένα, μεταμορφωμένα, εξαγιασμένα.

Οι άγιοι, δια μέσου των αιώνων, μετά την θεία αυτή τροφή, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, νίκησαν πολλούς πειρασμούς, αντιμετώπισαν τους διώκτες, υπερέβησαν τον θάνατο, αφού ο άρτος της ζωής είναι το φάρμακο της αθανασίας, αντιμετώπισαν δύσκολες καταστάσεις, όπως τους φοβερούς πόνους μιας αρρώστιας. Με την θεία Κοινωνία έφυγαν από την ζωή αυτή και εισήλθαν σε ένα άλλο τρόπο ύπαρξης, χωρίς να φοβηθούν. Η θεία Κοινωνία είναι το φάρμακο της αθανασίας και κάθε φορά που κοινωνούμε λαμβάνουμε μια αίσθηση αθανασίας, έως ότου θεραπευθούμε και γίνουμε κατά χάρη αθάνατοι, όπως για παράδειγμα λαμβάνουμε, κατά χρονικά διαστήματα, το αντιβιοτικό για να θεραπευθούμε και να αποκτήσουμε την υγεία.

Επειδή το σημερινό κήρυγμα είναι το τελευταίο αυτής της σειράς ας ευχηθούμε, η ζωή μας να είναι μία θεία Ευχαριστία, μία θεία Λειτουργία και θεία Κοινωνία και όταν έλθη η στιγμή να απολυθούμε από την ζωή αυτή, να πούμε “Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς”. Αμήν.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

(Οι Άγιοι) έχουν τήν Χάρη τού Τριαδικού Θεού καί είναι μέλη τής Εκκλησίας καί αδελφοί μεταξύ τους, παρά τόν χρόνο πού έζησαν από τόν πρώτο αιώνα μέχρι σήμερα, παρά τήν ηλικία τους καί τό χρώμα τους, παρά τά διάφορα επαγγέλματα καί τόν τρόπο τής ζωής τους, παρά τήν κοινωνική τους κατάσταση, παρά τό ιδιαίτερο φύλο καί τήν εθνικότητά τους.

Μέ τήν ευκαιρία τής εορτής τής Αγίας Παρασκευής η Εκκλησία καθόρισε νά διαβάζεται σήμερα ως αποστολικό ανάγνωσμα μιά περικοπή από τήν επιστολή τού Αποστόλου Παύλου πρός τούς Χριστιανούς τής Γαλατίας, πού είναι γνωστή ως πρός Γαλάτας επιστολή.

Μελετώντας κανείς τό σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα υποθέτει ότι επελέγη από τήν Εκκλησία γιατί περιλαμβάνει μιά φράση: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν καί θήλυ πάντες γάρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. γ', 27-28).

Αυτό τό «ουκ ένι άρσεν καί θήλυ» αναφέρεται στήν Αγία Παρασκευή καί θέλει νά πή ότι στήν αγιότητα καί τό μαρτύριο δέν υπάρχει διαφορά, αφού οι γυναίκες συναγωνίσθηκαν τούς άνδρες στήν άθληση καί τό μαρτύριο, υπέμειναν τά πάντα γιά τήν αγάπη τού Χριστού. Πράγματι, όταν διαβάσουμε τόν βίο τής αγίας Παρασκευής καί δούμε πόσα μαρτύρια αντιμετώπισε η Αγία, καί μάλιστα μέ μεγάλη καρτερία καί ανδρικό φρόνημα, θά θαυμάσουμε.

Όπως γίνεται φανερό τό χωρίο αυτό τού Αποστόλου Παύλου δέν προσφέρεται γιά κοινωνιολογικές εφαρμογές, δέν γίνεται λόγος σέ αυτό γιά μιά κοινωνική ισότητα μεταξύ Ιουδαίων καί ειδωλολατρών, μεταξύ δούλων καί ελευθέρων, μεταξύ ανδρών καί γυναικών. Εδώ ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο γιά τήν αδελφότητα πού βιώνεται μέσα στήν Εκκλησία από αυτούς πού βαπτίσθηκαν στόν Χριστό καί φόρεσαν τήν Χάρη τού Χριστού, πού είναι Χάρη τού Τριαδικού Θεού. Όλοι αυτοί πού μετέχουν στήν όλη εκκλησιαστική ζωή, μέ τά μυστήρια καί τήν άσκηση, αποτελούν ενότητα εν Χριστώ, είναι ιδιαίτερα μέλη τής Εκκλησίας καί δέν υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους, αφού μέ τήν ζωή πού ζούν έκαναν υπέρβαση στίς διάφορες φυσικές κοινωνικές διακρίσεις.

Αυτό τό βλέπουμε στούς βίους τών Αγίων τής Εκκλησίας, πού έχουν τήν Χάρη τού Τριαδικού Θεού καί είναι μέλη τής Εκκλησίας καί αδελφοί μεταξύ τους, παρά τόν χρόνο πού έζησαν από τόν πρώτο αιώνα μέχρι σήμερα, παρά τήν ηλικία τους καί τό χρώμα τους, παρά τά διάφορα επαγγέλματα καί τόν τρόπο τής ζωής τους, παρά τήν κοινωνική τους κατάσταση, παρά τό ιδιαίτερο φύλο καί τήν εθνικότητά τους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία επεκτείνεται σέ ολόκληρο τόν κόσμο καί όλα τά μέλη της, όταν ζούν σύμφωνα μέ τήν παράδοσή της, είναι αδέλφια μεταξύ τους. Όλοι ανήκουμε σέ μιά ιδιαίτερη πατρίδα, αλλά παρά ταύτα είμαστε μέλη τής ιδίας παγκόσμιας, οικουμενικής καί καθολικής-Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Χωρίς τήν Χάρη τού Θεού καί έξω από τήν Εκκλησία υπάρχουν ακόμη καί τώρα, στόν εικοστό πρώτο (21ο) αιώνα, μεγάλη ανισότητα καί κοινωνικές αδικίες. Παρά τόν Χάρτη τών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ακόμη καί σήμερα υπάρχουν ταξικές καί φυλετικές διακρίσεις καί ποικίλες κοινωνικές ανισότητες. Παρά τό ότι καταργήθηκε η δουλεία, σέ πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι γίνονται δούλοι συνανθρώπων τους καί παρατηρείται διάκριση τών φύλων.

Η αγία Παρασκευή, όμως, όπως καί όλοι οι Άγιοι, μάς δείχνει ότι όλες οι διακρίσεις υπερβαίνονται εν Χριστώ μέσα στήν Εκκλησία. Καί ακόμη μάς δείχνει ότι οι αιώνες πού περνούν δέν εξαλείφουν τήν μνήμη τους από τόν λαό, κυρίως όμως από τήν Εκκλησία καί τόν Θεό. Η Χάρη τού Θεού, πού ευρίσκεται πλούσια στήν Εκκλησία, μέ τήν ελεύθερη θέληση τών ανθρώπων υπερβαίνει όλες τίς διαιρέσεις καί τίς διακρίσεις καί πραγματοποιεί μιά κοινωνία όπου επικρατεί η αλήθεια, η αγάπη, η δικαιοσύνη, η ειρήνη καί γενικώς η πραγματκή εν Χριστώ αδελφότητα. Αυτή η κοινωνία είναι καί χάρισμα, αλλά καί αγώνας. Άν δέν αγωνισθούμε, δέν μπορούμε τίποτε νά αποκτήσουμε στήν ζωή μας, ούτε καί τήν χριστιανική ζωή.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ο Θεός, με την φανέρωσή Του στους Προφήτας και τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και στους Αποστόλους και αγίους στην Καινή Διαθήκη απεκάλυψε τον εαυτό Του και οι άνθρωποι γνώρισαν μερικές από τις ιδιότητές Του, ότι είναι αγάπη, ελεήμων, φιλάνθρωπος, δίκαιος κλπ. Τα ονόματα με τα οποία γνωρίζουμε τον Θεό είναι οι ενέργειές Του. Δηλαδή, ο Θεός έδειχνε, κατά καιρούς, την ευσπλαχνία Του στους αμαρτωλούς και εκείνοι αντιλαμβάνονταν ότι είναι εύσπλαχνος και φιλάνθρωπος. Έδειχνε αγάπη και εκείνοι καταλάβαιναν ότι ο Θεός αγαπά.

Μέσα σε αυτές τις αποκαλύψεις Του ο Θεός φανερώθηκε στους δικαίους και τους αγίους ότι είναι ελεήμων. Γι’ αυτό και στην Εκκλησία όταν παρακαλούμε για κάτι τον Θεό, στην συνέχεια το αιτιολογούμε: «ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις και σοι την δόξαν αναπέμπομεν».

Αυτό ομολογούμε και γι’ αυτό παρακαλούμε στον στίχο της Δοξολογίας:

«Γένοιτο Κύριε το έλεός σου εφ’ ημάς, καθάπερ ηλπίσαμεν επί σε». Δηλαδή, «ας έλθη το έλεός σου επάνω μας όπως ελπίζουμε σε σένα».

Προς το τέλος της δοξολογίας βρίσκουμε και την προσευχή:

«Παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε». Δηλαδή, «παράτεινε το έλεός σου σ’ εκείνους που σε γνωρίζουν».

Και οι δύο αυτοί στίχοι αναφέρονται στο έλεος του Θεού, το οποίο ζητούμε να μας στείλη ο Θεός και να παραμένη επάνω μας.

Κατ’ αρχάς, εδώ τονίζεται ότι το έλεος του Θεού είναι αιώνιο, γιατί είναι η Χάρη του Θεού, και ότι αυτό χύνεται πλούσια επάνω στους ανθρώπους. Έπειτα, τονίζονται δύο μεγάλες αλήθειες, η πρώτη ότι το έλεος του Θεού χύνεται επάνω μας, ανάλογα με την ελπίδα που εμείς έχουμε στον Θεό, και η δεύτερη ότι παραμένει το έλεος του Θεού σε αυτούς που γνωρίζουν τον Θεό.

Η ελπίδα και η πίστη στον Θεό είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να στείλη ο Θεός το έλεός Του. Αν εμείς δεν ελπίζουμε, δεν πιστεύουμε, τότε ο Θεός δεν ελεεί, ακριβώς γιατί δεν παραβιάζει την ελευθερία μας. Προσευχόμαστε στον Θεό με το «Κύριε ελέησον», αλλά ο Θεός μας ελεεί ανάλογα με την πίστη μας, την υπομονή μας.

Το έλεος του Θεού, δηλαδή η ευσπλαχνία Του, φαίνεται στο ότι αν και εμείς που είμαστε τα δημιουργήματά Του, αμαρτάνουμε καθημερινώς, εν τούτοις Εκείνος, ως Πατέρας στοργικός, δεν μας τιμωρεί, μας ανέχεται, μας περιμένει και συνεχίζει να μας ευεργετή, γιατί θέλει την επιστροφή μας. Αυτό το ζούμε καθημερινά. Γι’ αυτό και αλλού ψάλλουμε: «το έλεός σου Κύριε καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου». Τι θα ήμασταν χωρίς το έλεος και την αγάπη του Θεού!

Όμως, το έλεος του Θεού εκδηλώνεται όχι μόνον στην ανοχή Του όταν αμαρτάνουμε, αλλά και στην αύξηση της αγάπης Του όταν τον αγαπούμε. Η σχέση με τον Θεό είναι αγαπητική. Όταν φανερώνη σε μας την δόξα του προσώπου Του, τότε αυξάνεται η αγάπη μας σε Αυτόν και θέλουμε να δούμε ακόμη περισσότερη δόξα, γι’ αυτό ζητάμε από τον Θεό να παρατείνη το έλεός Του. Άλλοτε αναγνωρίζουμε ότι η ζωή μας δεν είναι όπως την θέλει ο Θεός και ζητούμε παράταση της αγάπης Του και της ευσπλαχνίας Του. Αυτή η παράταση του ελέους του Θεού εκδηλώνεται μόνον σε αυτούς που τον γνωρίζουν, γι’ αυτό ψάλλουμε «παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε». Εκείνος που δεν γνωρίζει τον Θεό, αποδίδει σε Αυτόν όλες τις αρνητικές καταστάσεις, το μίσος, την κακία, την εκδικητικότητα κλπ. Ο Θεός όμως είναι αγάπη και έλεος.

Το έλεος του Θεού, η Χάρη του Θεού μας προστατεύει και μας βοηθά να μην αμαρτάνουμε, τουλάχιστον να μη πέσουμε σε θανάσιμες αμαρτίες και να μη απομακρυνθούμε από κοντά Του. Αν ο Θεός έπαιρνε το έλεός Του, τότε θα μπορούσαμε να διαπράξουμε και τις μεγαλύτερες αμαρτίες με τα πάθη που έχουμε μέσα μας. Αλλά το έλεος του Θεού μας συγχωρεί, όταν η διεστραμμένη μας θέληση μας οδηγή σε αποστασία από τον Θεό και σε πολλές απρέπειες. Γι’ αυτό καθημερινό πρέπει να είναι το αίτημά μας: «παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε». Αμήν.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η θεία Λειτουργία, την οποία ερμηνεύουμε στα κηρύγματα αυτά, αγαπητοί μου αδελφοί, χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη. Το πρώτον είναι η Λειτουργία των Κατηχουμένων και το δεύτερον η Λειτουργία των Πιστών. Από την έναρξη της θείας Λειτουργίας μέχρι το Ευαγγέλιο και τις δεήσεις που ακολουθούν, μπορούσαν να παρευρίσκονται και οι κατηχούμενοι, όσοι δηλαδή προετοιμάζονταν για να βαπτισθούν, αλλά όταν ο διάκονος έλεγε “όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι προέλθετε, μη τις των κατηχουμένων, όσοι πιστοί έτι και έτι εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν”, τότε έφευγαν οι κατηχούμενοι και παρέμεναν μέχρι το τέλος στην θεία Λειτουργία όσοι ήταν βαπτισμένοι και επομένως ήταν ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Κατηχούμενοι στην αρχαία Εκκλησία ήταν μια τάξη ανθρώπων, οι οποίοι προετοιμάζονταν για το άγιο Βάπτισμα και οι οποίοι όχι μόνον διδάσκονταν για τον Θεό, αλλά συγχρόνως, με ανάλογη αγωγή, προσπαθούσαν να καθαρίσουν την καρδιά τους από τα πάθη, δηλαδή να θεραπεύσουν το παθητικό της ψυχής. Μάθαιναν, δηλαδή, τί είναι αμαρτία και πώς μπορούν να απαλλαγούν από την αμαρτία και να ενωθούν με τον Χριστό. Οι Κατηχούμενοι, που πλησίαζε ο χρόνος να βαπτισθούν ονομάζονταν φωτιζόμενοι, γιατί μετά από λίγο καιρό θα ελάμβαναν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, τον φωτισμό του Θεού.

Πιστοί ήσαν όσοι είχαν βαπτισθή, όσοι είχαν φωτισθή, δηλαδή όποιων το παθητικό της ψυχής καθαρίσθηκε από τα πάθη και ο νούς τους είχε δεχθή την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό είχαν νοερά - καρδιακή προσευχή. Αυτοί είχαν τις προϋποθέσεις να παραμείνουν μέχρι το τέλος στην θεία Λειτουργία και βέβαια να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Αλλά και εάν μερικοί Πιστοί είχαν πέσει σε κάποιο αμάρτημα, που σήμαινε ότι έχασαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και έπαυσε η νοερά προσευχή στην καρδιά, ή απαρνούνταν τον Χριστό, δείγμα ότι είχαν χάσει το Άγιο Πνεύμα, και αυτοί αποβάλλονταν από την τάξη των πιστών και συγκαταλέγονταν στην τάξη των μετανοούντων, με αποτέλεσμα να φεύγουν από τον Ιερό Ναό, μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, μαζί με τους κατηχουμένους.

Αυτή η διάκριση μεταξύ Κατηχουμένων και Πιστών, που γίνεται στα λειτουργικά κείμενα δείχνει δυο αλήθειες.

Η μία ότι το να είναι κανείς Χριστιανός δεν είναι δεδομένο με το άγιο Βάπτισμα, αλλά χρειάζεται να ζη τις αλήθειες της πίστεως. Δηλαδή η αποκαλυπτική αλήθεια πρέπει να αφομοιωθή από τον πνευματικό οργανισμό του ανθρώπου και να γίνη αίμα και τροφή. Η πίστη δεν είναι μια θεωρητική αποδοχή των αληθειών της πίστεως.

Η δεύτερη αλήθεια είναι ότι το να συμμετέχη κανείς στην θεία Λειτουργία είναι σοβαρή υπόθεση, αφού έχει σχέση με την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Όσο κανείς έχει εσωτερική καθαρότητα, τόσο συμμετέχει καλύτερα στην θεία Λειτουργία. Η θεία Λειτουργία δεν είναι μόνον αυτά που λέγονται και ψάλλονται, αλλά και αυτά που γίνονται εσωτερικά. Μέσα στην θεία Λειτουργία ενεργεί ο Τριαδικός Θεός, είναι παρόντες οι άγγελοι και οι άγιοι, η Παναγία Μητέρα του Χριστού, δηλαδή είναι σύναξη ουρανίων και επιγείων, αγγέλων και ανθρώπων, ζώντων και κεκοιμημένων. Πώς μπορεί κανείς να αποκτήση αίσθηση αυτής της πραγματικότητος εάν δεν έχει καθαρότητα καρδιάς;

Το κακό είναι ότι ζούμε σε μια εποχή, που υπάρχει σύγχυση μεταξύ Κατηχουμένων και Πιστών. Οι λεγόμενοι σήμερα Πιστοί, στην αρχαία Εκκλησία θα ήταν Κατηχούμενοι, γι’ αυτό και δεν μπορούν να καταλάβουν μερικοί άνθρωποι γιατί δεν προσευχόμαστε με τους αιρετικούς. Οι πιστοί προσεύχονται στην θεία Λειτουργία για τους κατηχουμένους να φωτισθούν και για τους πεπλανημένους να επιστρέψουν στην αληθινή πίστη, αλλά δεν μπορούν να προσεύχονται μαζί με αυτούς με τα ίδια λόγια και να ζητούν τα ίδια αιτήματα, αφού βρίσκονται σε διαφορετική πνευματική κατάσταση.

Ας αγωνισθούμε να είμαστε πραγματικά πιστοί με έργο και λόγο.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Πνεύμα είναι τό Άγιον Πνεύμα καί σάρξ είναι ο άνθρωπος εκείνος πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα.

Τό νά είμαστε Χριστιανοί πραγματικοί δέν είναι ένα κληρονομικό δικαίωμα καί μιά συνήθεια καί κοινωνική παράδοση, αλλά είναι ευλογία καί Χάρη τού Χριστού πού μάς τήν δίνει διά τής Εκκλησίας, αλλά καί διά τού δικού μας αγώνα, γιά νά ανταποκρινόμαστε σέ αυτήν τήν δωρεά.

Ένα από τά βασικά θέματα μέ τά οποία ασχολείται ο Απόστολος Παύλος στήν πρός Γαλάτας επιστολή του είναι καί η αντίθεση μεταξύ τού πνεύματος καί τής σαρκός. Μιά πτυχή αυτού τού θέματος ακούσαμε σήμερα στό αποστολικό ανάγνωσμα.

Ο Απόστολος Παύλος συνιστά στούς Χριστιανούς νά ζούν εν Πνεύματι καί τότε δέν θά ακολουθούν τίς επιθυμίες τής σαρκός.

Οι έννοιες «πνεύμα» καί «σάρξ» στήν γλώσσα τού Αποστόλου Παύλου έχουν διαφορετική έννοια απ' ό,τι τίς χρησιμοποιούμε. Πνεύμα είναι τό Άγιον Πνεύμα καί σάρξ είναι ο άνθρωπος εκείνος πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα.

Έτσι, πνευματική ζωή είναι τό νά ζή κανείς μέσα στήν Εκκλησία καί μέ τά μυστήρια (Βάπτισμα, Χρίσμα, θεία Ευχαριστία) καί τόν αγώνα-άσκηση νά λαμβάνη τήν Χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Τότε ο άνθρωπος έχει μέσα του τούς καρπούς τού Αγίου Πνεύματος, πού είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η χρηστότητα, η αγαθωσύνη, η πίστη, η πραότητα, η εγκράτεια. Όλα αυτά δέν είναι απλές ανθρώπινες αρετές, αλλά καρποί τού Αγίου Πνεύματος. Πνευματικός άνθρωπος δέν είναι απλώς ο μορφωμένος, ο καλλιτέχνης, αλλά στήν γλώσσα τής Εκκλησίας είναι εκείνος πού έχει τό Άγιον Πνεύμα.

Έπειτα, η σαρκική ζωή χαρακτηρίζεται από τόν Απόστολο ως ζωή πού δέν εμπνέεται από τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος καί δέν έχει τούς καρπούς του πού αναφέρθηκαν πιό πάνω. Ο Απόστολος Παύλος ονομάζει «έργα τής σαρκός» τήν μοιχεία, τήν πορνεία, τήν ακαθαρσία, τήν ασέλγεια, τήν ειδωλολατρία, τήν μαγεία, τίς έχθρες, τίς φιλονικίες, τίς ζήλειες, τούς θυμούς, τούς διαπληκτισμούς, τίς διχόνοιες, τά σχίσματα, τίς αιρέσεις, τούς φθόνους, τούς φόνους, τίς μέθες, τίς ασωτίες καί τά παρόμοια πάθη μέ αυτά.

Όλα αυτά δέν είναι απλώς ανήθικα έργα, αλλά σαρκικά, γιατί δείχνουν ότι ο άνθρωπος δέν έχει τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος. Ο Χριστιανός μέ τό Βάπτισμα καί όλα τά άλλα μυστήρια, ιδιαιτέρως τήν θεία Ευχαριστία, όταν συνδέεται μέ τήν ασκητική ζωή, αποβάλλει τήν σαρκική ζωή καί ζή τήν πνευματική καί εκκλησιαστική ζωή. Αγωνίζεται συνεχώς νά μετέχη τής Χάριτος τού Θεού. Αυτός ο αγώνας πού γίνεται μέ τήν Χάρη τού Θεού λέγεται σταύρωση τών παθών καί τών επιθυμιών καί τότε συσταυρωνόμαστε μέ τόν Χριστό καί συνανασταινόμαστε μαζί Του.

Τό νά είμαστε Χριστιανοί πραγματικοί δέν είναι ένα κληρονομικό δικαίωμα καί μιά συνήθεια καί κοινωνική παράδοση, αλλά είναι ευλογία καί Χάρη τού Χριστού πού μάς τήν δίνει διά τής Εκκλησίας, αλλά καί διά τού δικού μας αγώνα, γιά νά ανταποκρινόμαστε σέ αυτήν τήν δωρεά.

Πάντως, αποδεικνύουμε τήν χριστιανική μας ζωή, όχι απλώς μέ ταυτότητες καί τυπική συμμετοχή σέ εκκλησιαστικές συνάξεις, αλλά από τούς καρπούς τού Αγίου Πνεύματος, τούς οποίους παρουσίασε σήμερα ο Απόστολος Παύλος μέ τό ανάγνωσμα πού διαβάσθηκε. Αυτήν τήν ζωή πρέπει νά ζούμε γιά νά είμαστε πραγματικοί Χριστιανοί στήν πράξη καί τήν ζωή.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Την προηγούμενη Κυριακή αναλύσαμε τους πρώτους στίχους της Δοξολογίας, που ψάλλουμε η διαβάζουμε κάθε πρωΐ στην ακολουθία του Όρθρου η στην πρωϊνή μας προσευχή, όταν ξυπνούμε από τον ύπνο, που αναφέρονται στον Τριαδικό Θεό, ο Οποίος έδειξε το φως, τόσο το αισθητό όσο και το πνευματικό. Σήμερα θα δούμε τους επόμενους στίχους, που αναφέρονται στην ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού.

Φαίνεται από αυτό ότι κάθε προσευχή γίνεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο, και σε κάθε προσευχή κρύπτεται μια ολόκληρη θεολογία. Στην αρχή αναφερόμαστε στον Τριαδικό Θεό, που είναι το θεμέλιο της βιολογικής και πνευματικής μας ζωής, και στην συνέχεια αναφερόμαστε στην ενανθρώπηση του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Η αναφορά στον Τραδικό Θεό λέγεται θεολογία και η αναφορά στην ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού λέγεται θεία Οικονομία. Και τα δύο είναι μεγάλα μυστήρια της σωτηρίας μας.

Στο μυστήριο της θείας οικονομίας αναφέρονται οι τρεις επόμενοι στίχοι της Δοξολογίας.

«Κύριε ο Θεός, ο αμνός του Θεού, ο Υιός του Πατρός, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, ελέησον ημάς ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου. Πρόσδεξαι την δέησιν ημών, ο καθήμενος εν δεξιά του Πατρός και ελέησον ημάς. Ότι συ ει μόνος Άγιος, συ ει μόνος Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν».

Η μετάφραση αυτών των στίχων έχει ως εξής: «Κύριε Θεέ, που είσαι ο αμνός του Θεού, ο Υιός του Πατρός, που σήκωσες την αμαρτία του κόσμου, ελέησέ μας, εσύ που εξαφάνισες τις αμαρτίες του κόσμου. Δέξαι την δέηση μας, εσύ που κάθεσαι στα δεξιά του Πατρός και ελέησέ μας, γιατί εσύ είσαι ο μόνος Άγιος, ο μόνος Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, που δοξάζεις τον Θεό Πατέρα. Αμήν».

Όπως γίνεται φανερό, εδώ αναφερόμαστε στον Χριστό, ο οποίος είναι Υιός του Θεού και ενηνθρώπησε για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Με την φράση «ο αμνός του Θεού», η Δοξολογία μας υπενθυμίζει την σταυρική Του θυσία. Ο Χριστός παραδόθηκε στο μαρτύριο, όπως λέγει ο Προφήτης Ησαΐας, ως ένα άκακο αρνί, δηλαδή θυσιάσθηκε με την θέλησή Του, καίτοι δεν είχε πράξει καμμία αμαρτία. Αμνόν του Θεού, τον απεκάλεσε και ο Τίμιος Πρόδρομος, όταν τον έδειξε στους μαθητές Του. Με την φράση «ο καθήμενος εν δεξιά του Πατρός», η Δοξολογία μας υπενθυμίζει την ανάσταση του Χριστού και την ανάληψή Του, οπότε τώρα με την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε από την Παναγία κάθεται στα δεξιά του Πατρός και υμνείται από τους αγγέλους. Και με την φράση «συ ει μόνος άγιος συ ει μόνος Κύριος Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός», σε συνδυασμό με την εικόνα του αμνού, μας υπενθυμίζει το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Άλλωστε, προς το τέλος της θείας Λειτουργίας, μετά την μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού, και προ της θείας Κοινωνίας, όταν ο Ιερεύς αναφωνή: «τα άγια τοις αγίοις», ομολογούμε: «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν».

Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του, την διδασκαλία Του, τα πάθη Του, τον Σταυρό Του, την ανάστασή Του και την ανάληψή Του, μας έδειξε την μεγάλη αγάπη του Πατρός, αλλά και γενικότερα του Τριαδικού Θεού, αφού η δημιουργία και η αναδημιουργία του κόσμου, και η σωτηρία μας είναι ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Μέσα στην θεία Λειτουργία μπορούμε να ζήσουμε το αληθινό Φως, που είναι ο Θεός, να αισθανθούμε την πραγματική αγάπη που είναι ενέργεια του Θεού, να βεβαιωθούμε για την ειρήνη και την δικαιοσύνη που είναι ενέργειες του Τριαδικού Θεού. Όλα τα ανθρώπινα είναι ευμετάβλητα και προσωρινά. Μόνον ο Θεός μας δείχνει και μας φανερώνει την πραγματική κατάσταση της δημουργίας, αλλά και της δικής μας φύσεως.

Όταν ζούμε πραγματικά μέσα στην ατμόσφαιρα της θείας Λειτουργίας, μπορούμε να βιώσουμε τι είναι ο Θεός και ότι μας αγαπά, ακόμη και μέχρι τον Σταυρό, τι είναι ο άνθρωπος και ποιός είναι ο σκοπός της υπάρξεώς του, γιατί δημιουργήθηκε ο κόσμος και πως αναδημιουργήθηκε με την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, τι είναι τα παρόντα και τι είναι τα μέλλοντα, ποιά είναι η Βασιλεία του Θεού και τι πρέπει να κάνουμε για να μετέχουμε σε αυτήν, τι είναι οι άγιοι και πως μπορούμε να βαδίσουμε στο δικό τους δρόμο για να γίνουμε και εμείς άγιοι.

Έλεγε ένας μοναχός, που αγαπούσε πολύ την θεία Λειτουργία: «Καλύτερα να μη ανατείλη κάποια μέρα ο ήλιος, παρά να μη τελεσθή μια μέρα η θεία Λειτουργία». Αυτό είναι αλήθεια και την ζουν αυτοί που καταλαβαίνουν τον μεγάλο θησαυρό της θείας Λειτουργίας που έχουμε.

Αγαπητοί αδελφοί, μη ξεχνάμε να λειτουργούμαστε κάθε Κυριακή, γιατί όταν δεν εκκλησιαζόμαστε είναι σαν να ζούμε μέσα στο σκοτάδι και να μη βλέπουμε το Φως του Θεού. Στην θεία Λειτουργία δοξολογούμε πραγματικά τον Θεό.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Θα συνεχίσουμε σήμερα με μερικά σχόλια πάνω στην θεία Λειτουργία, που είναι το μεγαλύτερο αγαθό που μας έχει χαρίσει ο Θεός, διότι μέσα σε αυτήν μπορούμε να αισθανθούμε την αγάπη Του, να προσευχηθούμε σε Αυτόν, να κοινωνήσουμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού και να προγευόμαστε του Παραδείσου. Διότι με την συμμετοχή μας στην θεία Λειτουργία και με την προσπάθεια να συγκεντρώνουμε τον νού μας και να ζούμε όλα όσα γίνονται σε αυτήν, κατά κάποιο τρόπο προετοιμαζόμαστε για να συμμετάσχουμε στο μεγάλο πανηγύρι της Βασιλείας των Ουρανών.

Σήμερα θα δούμε τα δύο αντίφωνα, που ψάλλουμε στην αρχή της θείας Λειτουργίας και τον τρισάγιο ύμνο που ψάλλουμε μετά την Μικρή Είσοδο.

Μέσα στην θεία Λειτουργία προσευχόμαστε με πολλούς τρόπους, όπως με την ψαλμωδία, αφού υπάρχουν πολλοί ύμνοι που ψάλλουν οι ψάλται και οι ιερείς, με τις ευχές που αναγινώσκει μυστικώς και χαμηλοφώνως ο ιερεύς στο Ιερό Βήμα και με την εμμελή ανάγνωση, η οποία χρησιμοποιείται στα αναγνώσματα, τόσο το αποστολικό όσο και το ευαγγελικό.

Αντίφωνα λέγονται μερικοί μικροί ύμνοι, που ψάλλονται αντιφωνικώς, δηλαδή εναλλάξ από τους ψάλτες. Τα τρία αντίφωνα είναι “ταίς πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς”, το “σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών ψάλλοντάς σοι αλληλούϊα” και μετά ακολουθεί το “απολυτίκιο” της ημέρας με το οποίο γίνεται η Μικρή Είσοδος, η είσοδος με το Ευαγγέλιο.

Το κεντρικό μήνυμα των αντιφώνων είναι ότι ο πραγματικός σωτήρας μας είναι ο Χριστός, ο οποίος έγινε άνθρωπος, σταυρώθηκε και αναστήθηκε για να νικήση τον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο. Κανείς άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να μας σώση παρά μόνον ο Χριστός. Και βέβαια, αισθανόμαστε την ανάγκη να παρακαλέσουμε τον Χριστό και να ζητήσουμε την μεσιτεία των αγίων και της Θεοτόκου, ακριβώς γιατί αυτοί ενώθηκαν με τον Χριστό και αποτελούν την πραγματική Εκκλησία και γιατί δια του τρόπου αυτού θα μάθουμε και εμείς τί έκαναν οι άγιοι για να σωθούν. Έτσι θα μας διδάξουν οι άγιοι και τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε και εμείς να ενωθούμε με τον Χριστό.

Μετά το δεύτερο αντίφωνο ψάλλεται και ένας θαυμάσιος ύμνος του 6ου αιώνος, που αρχίζει με την φράση “ο μονογενής υιός και λόγος του Θεού αθάνατος υπάρχων...” και είναι μια θαυμάσια περίληψη ολοκλήρου της πίστεώς μας. Μπορούμε να τον μάθουμε και να τον ψάλλουμε συχνά, γιατί στο τροπάριο αυτό βρίσκεται η τριαδολογία, το μυστήριο της θείας οικονομίας και η σωτηριολογία.

Ο Τρισάγιος ύμνος, που ψάλλεται μετά την μικρά είσοδο, είναι το γνωστόν “άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς” και είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια της θείας λατρείας μας. Ο ύμνος αυτός απαρτίσθηκε από τον ύμνο των αγγέλων (τό άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ) και από διαφόρους ψαλμούς του Δαυίδ, που αναφέρονται στην μεγαλωσύνη και την δόξα του Θεού.

Το κεντρικό μήνυμα του ύμνου αυτού είναι διπλό. Το πρώτον, είναι η δόξα και το μεγαλείο του Θεού. Δηλαδή ο Θεός είναι άγιος, ισχυρός, αθάνατος. Το δεύτερον, ότι εμείς είμαστε άνθρωποι, αμαρτωλοί, αδύνατοι και θνητοί. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ζητάμε από αυτόν τον Θεό το έλεος και την ευσπλαχνία Του. Μοιάζουμε σαν ζητιάνοι του Θεού και ζητούμε έλεος και συγχώρηση. Ποιός μπορεί να αισθάνεται δικαιωμένος και αναμάρτητος; Όλοι είμαστε αμαρτωλοί και ελπίζουμε στην αγάπη και το έλεος του Θεού.

Τους μικρούς αυτούς ύμνους, ήτοι “ταίς πρεσβείαις της Θεοτόκου σώτερ σώσον ημάς”, το “σώσον ημάς υιέ Θεού ο αναστάς εκ νεκρών ψάλλοντάς σοι αλληλούϊα”, το “ο μονογενής υιός και λόγος του Θεού...” και το “άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς”, να τους ψάλλουμε καθημερινά. Να ζούμε με αυτό το πνεύμα, γιατί έτσι θα αλλάξη και η ζωή μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μεταξύ των αγίων που εορτάζει Εκκλησία μας σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι και ο άγιος ιερομάρτυς Παγκράτιος, Επίσκοπος Ταυρομενίας. Ο άγιος Παγκράτιος έζησε στα χρόνια του Χριστού και των αγίων Αποστόλων. Καταγόταν από την Αντιόχεια και όταν πήγε στα Ιεροσόλυμα, μαζί με τους γονείς του, δέχθηκε το άγιον Βάπτισμα. Στην συνέχεια, μετά τον θάνατο των γονέων του, ο άγιος Παγκράτιος πήγε στα όρια της Μαύρης Θάλασσας, εισήλθε σε ένα σπήλαιο και «ησύχαζε κατά μόνας». Εκεί τον συνάντησε ο Απόστολος Πέτρος κατά τις περιοδείες του, τον πήρε μαζί του προς τα μέρη της Κιλικίας, όπου ο Παγκράτιος συνάντησε και τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος τον κατέστησε επίσκοπο στο Ταυρομένιο της Σικελίας. Εκεί ο άγιος Παγκράτιος έκανε πολλά θαύματα, θεράπευσε πολλές ασθένειες, γκρέμισε δε και τα προσκυνούμενα από τους ανθρώπους είδωλα. Πολλοί πίστευσαν στον Χριστό, ακόμη και αυτός ο ηγεμόνας Βονιφάτιος. Όμως οι οπαδοί του αιρετικού Μοντανού τον θανάτωσαν.

Τα τροπάρια της Εκκλησίας που εγράφησαν για να τιμήσουν τον άγιο Παγκράτιο αναφέρονται σε αυτήν την προσωπικότητα. Ένα από αυτά τον ονομάζει «λίθον έντιμον» που ετέθη στο θεμέλιο της Εκκλησίας. Άλλο τροπάριο κάνει λόγο για το ότι ο άγιος Παγκράτιος, με την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, άνοιγε αυλάκια στις καρδιές των ανθρώπων και έσπερνε εκεί τον ένθεο σπόρο και τον προσήγαγε στον επουράνιο γεωργό, τον Χριστό. Άλλο τροπάριο κάνει λόγο για το ότι κατέστησε την Δύση, στην οποία απεστάλη για να την ποιμάνη ως Επίσκοπος, ανατολή, αφού έφερε εκεί την θεία επίγνωση του υπέρ νουν ανατείλαντος ηλίου, του Χριστού, και στην συνέχεια εκεί έδυσε με την άθλησή του και ανέτειλε προς το ανέσπερο φως, όπου βλέπει το ποθούμενο κάλλος του αγωνοθέτου Χριστού.

Στην ζωή του αγίου Παγκρατίου βλέπουμε την στενή σχέση μεταξύ της πίστεως, του Βαπτίσματος, της ασκήσεως, της αρχιερωσύνης, και του μαρτυρίου. Αυτό σημαίνει ότι η Χριστιανική ζωή είναι ενιαία και δεν διασπώνται τα μυστήρια από την πίστη, η άσκηση από την ιερωσύνη και το μαρτύριο.

Το απολυτίκιο του αγίου, που έχει θεσπισθή να ψάλλεται και για πολλούς ιερομάρτυρας, δείγμα ότι όλοι οι ιερομάρτυρες έχουν κοινή παράδοση και ζωή, κάνει λόγο για το ότι ο άγιος Παγκράτιος δεν ήταν απλώς διάδοχος των Αποστόλων, αλλά ήταν και μέτοχος της ζωής των Αποστόλων. Επίσης τονίζεται ότι υπήρξε θεόπνευστος, γιατί έζησε την πράξη, δηλαδή την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, πάνω στην οποία στήριξε την θεωρία, δηλαδή την υπαρξιακή βίωση του Θεού. Και επειδή διακρινόταν για την πνευματική αυτή ζωή, γι’ αυτό και αξιώθηκε και του μαρτυρίου, αφού το μαρτύριο δεν είναι μια ανθρώπινη πράξη και ενέργεια, αλλά καρπός και αποτέλεσμα της ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό, μέσα από τα μυστήρια και την άσκηση.

Τιμούμε τους αγίους και τους μάρτυρας, αλλά θα πρέπη να βλέπουμε τι ήταν αυτό που τους ανέδειξε ομολογητάς, μάρτυρας και αγίους. Ο πρωταρχικός παράγοντας είναι η Χάρη του Θεού, την οποία λαμβάνει κανείς με τα μυστήρια και την αφήνει να καρποφορήση με την άσκηση. Ο αγιασμός του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα της συνέργειας, δηλαδή της ενέργειας του Θεού και της ανταποκρίσεως του ανθρώπου σε αυτήν. Στην σωτηρία του ανθρώπου πρωτεύοντα ρόλο έχει ο Θεός, αλλά απαιτείται και η ελεύθερη ανταπόκριση εκ μέρους του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού. Αν καταργήσουμε την ελευθερία του ανθρώπου, πέφτουμε στον μονοφυσιτισμό, και εάν δεν βλέπουμε την ενέργεια του Θεού, καταλήγουμε στον νεστοριανισμό και τον ουμανισμό.

Ο άγιος Παγκράτιος μπορεί να γίνη πρότυπο για όλους μας, Κληρικούς και λαϊκούς, άνδρες και γυναίκες. Δείχνει τι είναι η κατά Χριστόν άσκηση, τι είναι η ιερωσύνη και τι είναι το μαρτύριο. Ας έχουμε τις πρεσβείες του.

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

Ζούμε σε μια εποχή δικαιωμάτων, δηλαδή όλοι επιζητούν την ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους. Έτσι, διατυπώνονται τα δικαιώματα των εργαζομένων, των εργοδοτών, των εμβρύων, των παιδιών, των μεγάλων, των γυναικών, των ανδρών. Γίνεται λόγος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και γενικά όλοι επιδιώκουν να κατοχυρώσουν τα προσωπικά τους δικαιώματα.

Αυτό, βεβαίως, δεν θεωρείται κακό, αν παράλληλα προσέχουμε να βλέπουμε και τα καθήκοντα που απορρέουν από το έργο και την θέση μας μέσα στην κοινωνία. Όταν επικρατή μονομέρεια στην εκζήτηση των δικαιωμάτων και παραθεωρούμε τα καθήκοντα, τότε παρατηρείται αναταραχή μέσα στην κοινωνία.

Πέρα από αυτό πρέπει να σημειωθή ότι είναι ανάγκη να βλέπουμε και τα δικαιώματα του Θεού. Σε αυτό αναφέρεται ο στίχος της Δοξολογίας:

«Ευλογητός ει, Κύριε• δίδαξόν με τα δικαιώματά σου». Δηλαδή: «Δοξασμένος είσαι Κύριε, δίδαξέ με τα δικαιώματά σου».

Εδώ, όπως φαίνεται, γίνεται λόγος για τα δικαιώματα του Θεού. Ποιά είναι αυτά τα δικαιώματα; Δικαιώματα πάνω σε ένα αντικείμενο έχει αυτός που το δημιούργησε. Ο Θεός δημιούργησε όλον τον κόσμο, και φυσικά τον άνθρωπο, και γι’ αυτό έχει δικαιώματα πάνω στους ανθρώπους. Αυτός έδωσε την ζωή, Αυτός έδωσε τα χαρίσματα, Αυτός καθορίζει πότε θα φύγη ο άνθρωπος από αυτήν την ζωή.

Ο άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα πάνω στην ζωή του. Ιδιαιτέρως εμείς οι Χριστιανοί με το άγιο Βάπτισμα γίναμε μέλη του αναστημένου Σώματος του Χριστού και γι’ αυτό ανήκουμε σε Αυτόν. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Ουκ εστέ εαυτών, αλλ’ ηγοράσθητε τιμής» (Α Κορ. στ 19-20). Οπότε, κάθε φορά που αμαρτάνουμε, τότε στην πραγματικότητα αμαρτάνουμε στον Χριστό, του οποίου είμαστε μέλη. Και επειδή ο Θεός έχει δικαιώματα επάνω μας, γι α?τό και δίνει εντολές για να ανταποκρινόμαστε στον σκοπό της δημιουργίας μας. Γι’ αυτό και οι εντολές του Θεού, που εκφράζουν το θέλημά Του, λέγονται δικαιώματα του Θεού.

Στον εκατοστό δέκατον όγδοο (118) Ψαλμό του Δαυΐδ γίνεται λόγος για τα δικαιώματα του Θεού που ταυτίζονται με τις εντολές του Θεού. Όμως οι λέξεις δικαιώματα και εντολές, που είναι συνώνυμες στον ψαλμό αυτόν του Δαυΐδ, αντικαθίστανται και με άλλες λέξεις, όπως «λόγοι» του Θεού, δηλαδή αυτά που λέει ο Θεός, «κρίματα» του Θεού, δηλαδή αυτά που θα μας κρίνουν, «μαρτύρια» του Θεού, δηλαδή αυτά που είναι μαρτυρίες του Θεού. Επομένως, τα δικαιώματα του Θεού, είναι οι λόγοι Του, που είναι επιβεβαιωμένοι και επί τη βάσει αυτών θα κριθούμε κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.

Όπως γνωρίζουμε υπάρχει η μεγάλη Δοξολογία, που ψάλλουμε κατά την Κυριακή και τις εορτάσιμες ημέρες, αλλά και η άλλη Δοξολογία που διαβάζουμε καθημερινά. Σ’ αυτήν την δεύτερη Δοξολογία, προστίθενται και άλλες φράσεις στην προσευχή προς τον Θεό να μας διδάξη τα δικαιώματά Του. Λέμε:

«Ευλογητός ει, Κύριε δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. Ευλογητός ει Δέσποτα• συνετισόν με τα δικαιώματά σου. Ευλογητός ει, Άγιε• φώτισόν με τοις δικαιώμασί σου». Δηλαδή: «Δοξασμένος είσαι Κύριε, δίδαξέ με τα δικαιώματά σου. Δοξασμένος είσαι, Κύριε, κάνε με συνετό για να τηρώ τα δικαιώματά σου. Δοξασμένος είσαι, Κύριε, φώτισέ με τα δικαιώματά σου».

Στις φράσεις αυτές, πριν την λέξη δικαιώματα, προτάσσεται η λέξη «ευλογητός ει», δηλαδή είσαι δοξασμένος. Με αυτό ομολογούμε ότι ο Χριστός είναι αληθινός και έχει μεγάλη δόξα.

Στην συνέχεια χρησιμοποιούνται τρία επίθετα, το «Κύριε», το «Δέσποτα», το «Άγιε». Ο Θεός είναι Κύριος του ουρανού και της γης, είναι δεσπότης των πάντων και άγιος.

Έπειτα, χρησιμοποιούνται τρία ρήματα, ήτοι «δίδαξόν με», «συνέτισόν με» και «φώτισόν με». Με το πρώτο ζητούμε από τον Θεό, να μας διδάξη τα δικαιώματά Του, γιατί εμείς έχουμε άγνοια και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε στην ζωή μας. Πολλές φορές εμπλέκουμε τα δικά μας δικαιώματα, με τα δικαιώματα του Θεού. Με το δεύτερον ζητούμε από τον Θεό να μας συνετίση για να τηρήσουμε τις εντολές Του, τα δικαιώματά Του, γιατί είμαστε ασύνετοι και δεν γνωρίζουμε το συμφέρον της ψυχής μας. Με το τρίτο ζητούμε από τον Θεό να μας φωτίση δια των εντολών Του, δηλαδή να φωτίζεται ο νους μας με την τήρηση των εντολών Του, των δικαιωμάτων Του, γιατί ο νους μας από την αμαρτία είναι τόσο σκοτεινός που δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε.

Επομένως, με την προσευχή αυτή αναγνωρίζουμε ότι ο Θεός μας είναι Κύριος, Δεσπότης και Άγιος, εμείς είμαστε υπήκοοί Του και αμαρτωλοί. Επίσης, ομολογούμε ότι θέλουμε να εξαρτόμαστε από Αυτόν και να τηρούμε τα δικαιώματά Του, τις εντολές Του. Ακόμη, διακηρύσσουμε ότι εμείς είμαστε αδύνατοι να ξεχωρίζουμε τα δικαιώματα του Θεού από τα θελήματα και τα δικαιώματα των ανθρώπων, ακόμη και από τα δικά μας δικαιώματα, και γι’ αυτό ζητούμε από Αυτόν να μας τα αποκαλύψη, να μας συνετίση και να μας φωτίση.

Είναι μια ευλογημένη προσευχή, που αν την λέμε συνεχώς θα μας βγάλη από την πνευματική σύγχυση στην οποία βρισκόμαστε, και θα μας απελευθερώση από την φυλακή της φιλαυτίας μας.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 11 Ιουλίου

Στήν μεγάλη συναπτή, όπως λέγεται η δέηση στόν Θεό, κατά τήν έναρξη τής θείας Λειτουργίας, μετά τήν αίτηση γιά τήν ειρήνη προσευχόμαστε καί γιά τόν Ιερό Ναό, στόν οποίο τελείται η θεία Ευχαριστία. «Υπέρ τού αγίου οίκου τούτου καί τών μετά πίστεως, ευλαβείας καί φόβου Θεού εισιόντων εν αυτώ, τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή άς προσευχηθούμε γιά τόν Ιερό αυτόν Ναό καί γι’ αυτούς πού εισήλθαν σέ αυτόν μέ πίστη, ευλάβεια καί φόβο Θεού.

Ο Ιερός Ναός είναι ο χώρος στόν οποίο συγκεντρώνονται τά μέλη τής Εκκλησίας γιά νά προσευχηθούν στόν Θεό καί νά τελέσουν τά ιερά Μυστήρια, ιδιαιτέρως τό μέγα Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας. Λέγεται Ναός γιατί εκεί κατοικεί ο Θεός, μέ τήν έννοια ότι στόν χώρο αυτόν εκδηλώνεται η ενέργεια τού Θεού.

Γιά τήν καθιέρωση τού Ιερού Ναού γίνεται η τελετή τών εγκαινίων, κατά τήν οποία αγιάζεται τό ιερό Θυσιαστήριο καί ευλογείται όλος ο χώρος τού Ιερού Ναού. Οι ευχές τίς οποίες αναγινώσκει ο Αρχιερεύς κατά τήν τελετή τών εγκαινίων, είναι πολύ εκφραστικές, γιατί δείχνουν τήν αξία καί τήν σπουδαιότητα τού Ιερού Ναού. Πάντως, ο Ιερός Ναός είναι λιμάνι πνευματικό γιά όσους βασανίζονται στό πέλαγος τής ζωής, είναι ιατρείο πνευματικό γιά όσους τραυματίσθηκαν από τήν αμαρτία, είναι ιερός τόπος όπου κανείς δέχεται τήν δωρεά τού Θεού.

Προσευχόμαστε γιά τόν Ιερό Ναό, γιατί πράγματι είναι ευλογία πού υπάρχει αυτός ο ιερός χώρος, πού είναι ανοικτός γιά νά προσευχηθούμε στόν Θεό, νά γαληνεύση η ψυχή μας, η οποία ταράσσεται από διάφορους πειρασμούς. Καί αυτό τό καταλαβαίνουμε όταν σκεπτόμαστε ότι οι πρώτοι Χριστιανοί, κατά τήν περίοδο τών διωγμών, κατέβαιναν κάτω στήν γή, στίς Κατακόμβες, προκειμένου νά βρούν έναν τόπο ήσυχο γιά νά προσευχηθούν ελεύθερα στόν Θεό, ή ταξίδευαν καί ταξιδεύουν καί σήμερα ημέρες καί ώρες γιά νά βρούν έναν Ορθόδοξο Ναό γιά νά εκκλησιασθούν.

Έπειτα, μέ τήν δέηση αυτή προσευχόμαστε γι’ αυτούς πού εισέρχονται στόν Ιερό Ναό, ώστε νά τό κάνουν μέ τόν κατάλληλο τρόπο καί τόν απαραίτητο σεβασμό. Εφ’ όσον ο Ναός είναι Ιερός, αυτό σημαίνει ότι πρέπει νά εισερχόμαστε μέ τόν πρέποντα σεβασμό. Η δέηση αυτή πού ερμηνεύουμε μάς δείχνει τόν κατάλληλο τρόπο μέ τόν οποίο πρέπει νά εισερχόμαστε στόν Ναό καί αυτός είναι η πίστη, η ευλάβεια καί ο φόβος τού Θεού.

Τό «μετά πίστεως» δείχνει ότι πρέπει νά εισερχόμαστε στόν Ναό μέ απόλυτη πίστη ότι είναι ο Οίκος τού ζωντανού Θεού. Δέν είναι ένας κοινός οίκος, δέν είναι κοινός χώρος, αλλά ιερός χώρος. Η πίστη αναφέρεται καί στόν Ορθόδοξο Ναό, αφού η λατρεία καί η θεία Λειτουργία γίνονται μέ τόν ορθόδοξο τρόπο, σύμφωνα μέ τά δόγματα τής Εκκλησίας.

Τό «μετ’ ευλαβείας» δηλώνει ότι εισερχόμαστε καί μένουμε μέσα στόν Ναό μέ ευλάβεια, τάξη, ησυχία. Δέν ομιλούμε, δέν συζητούμε, δέν φωνάζουμε, δέν μετακινούμαστε άσκοπα, δέν αφήνουμε τά παιδιά νά τρέχουν στόν Ιερό Ναό, ωσάν νά είναι ένα γήπεδο ή μιά «παιδική χαρά», δέν έχουμε ανοικτά τά κινητά τηλέφωνα, πού όταν ενεργοποιούνται κάνουν θόρυβο, μερικές φορές μάλιστα μέ τήν κλήση τους ακούγεται καί σύγχρονη μουσική, τήν ώρα πού γίνεται η θεία Λειτουργία!

Τό «μετά φόβου Θεού» δείχνει όλα τά προηγούμενα, ότι δηλαδή πρέπει νά έχουμε φόβο Θεού, νά έχουμε απόλυτο σεβασμό ότι αυτός ο χώρος είναι αφιερωμένος στόν Θεό. Πρέπει νά σεβόμαστε τόν χώρο αυτόν περισσότερο από ό,τι σεβόμαστε μεγαλοπρεπή καί πλούσια σαλόνια ή μέγαρα εξουσίας, γιατί στόν χώρο αυτόν είναι έκδηλη η παρουσία τού Θεού.

Είναι πράγματι ευλογία τό ότι οι πρόγονοί μας έκτισαν καί μάς κληροδότησαν ωραίους Ναούς καί γι’ αυτό έχουμε υποχρέωση νά συντηρούμε αυτά τά καταπληκτικά μνημεία πολιτισμού. Πρέπει δέ νά έχουμε αγαθή διάθεση νά κτίζουμε καί νά συντηρούμε Ιερούς Ναούς, όπου θά δοξάζεται ο Θεός. Πάνω δέ από όλα θά πρέπει νά αγαπάμε τούς Ιερούς Ναούς καί νά εκκλησιαζόμαστε κάθε Κυριακή καί μεγάλη Εορτή «μετά πίστεως, ευλαβείας καί φόβου Θεού».

Ο Μητροπολιτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 18 Ιουλίου

Ερμηνεύουμε σέ αυτά τά ευχαριστιακά κηρύγματα, κατά τίς Κυριακές τού Καλοκαιριού, τίς δεήσεις πού απευθύνουμε στόν Θεό, στήν έναρξη τής θείας Λειτουργίας, κάθε Μυστηρίου καί ιεράς Ακολουθίας. Σήμερα θά δούμε τήν δέηση πού καλούμαστε νά απευθύνουμε στόν Θεό γιά όλα τά μέλη τής Εκκλησίας. Μάς προτρέπει ο Ιερεύς: «Υπέρ τού Αρχιεπισκόπου ημών, τού Τιμίου Πρεσβυτερίου, τής εν Χριστώ διακονίας, παντός τού Κλήρου καί τού λαού, τού Κυρίου δεηθώμεν», δηλαδή άς προσευχηθούμε γιά τόν Αρχιεπίσκοπο, ήτοι τόν Μητροπολίτη τής περιοχής αυτής -καί αναφέρουμε τό όνομά του- γιά τούς Πρεσβυτέρους καί Διακόνους, γιά όλους τούς Κληρικούς καί τούς λαϊκούς τής Ιεράς Μητροπόλεως.

Στήν δέηση αυτή φαίνεται τό πολίτευμα τής Εκκλησίας, πού τό αποτελούν τά μέλη τής Εκκλησίας πού έχουν βαπτισθή, χρισθή καί μετέχουν τής θείας Κοινωνίας. Πρόκειται γιά τρείς Κατηγορίες, ήτοι τόν «Ανώτερο Κλήρο», στόν οποίο συμπεριλαμβάνονται οι Επίσκοποι, οι Πρεσβύτεροι καί οι Διάκονοι, τόν «Κατώτερο Κλήρο», στόν οποίο ανήκουν οι υποδιάκονοι, οι ψάλτες, οι αναγνώστες, καθώς επίσης καί τούς λαϊκούς.

Οι Κληρικοί είναι οι πνευματικοί αξιωματικοί τού Στρατεύματος τής Εκκλησίας. Η Εκκλησία δέν είναι ένας άτακτος πνευματικός στρατός, δέν είναι ένας χώρος αναρχίας στόν οποίο κανείς κάνει ό,τι θέλει, αλλά είναι ένας ευλογημένος στρατός πού διευθύνεται από τόν Χριστό, διά τών Κληρικών. Αλλά καί στούς Κληρικούς υπάρχει διαβάθμιση διακονίας, αφού άλλο είναι τό έργο τού Μητροπολίτου, άλλο τό έργο τών Πρεσβυτέρων καί άλλο τό έργο τών Διακόνων. Σέ κάθε Ιερά Μητρόπολη υπάρχει μόνον ένας Μητροπολίτης, πού συνιστά τήν ενότητα τής Εκκλησίας, όπως ένας είναι ο Χριστός, πού είναι κεφαλή τής Εκκλησίας. Μέ τήν ευχή καί τήν ευλογία τού Επισκόπου εργάζονται ποιμαντικά οι Κληρικοί, τελούν τά ιερά Μυστήρια, αγιάζουν τόν λαό καί τόν προφυλάσσουν από κάθε κακό.

Οι λεγόμενοι Κατώτεροι Κληρικοί (υποδιάκονοι, ψάλτες, αναγνώστες κλπ.) δέν έχουν τήν ιερατική Χάρη, δέν μπορούν νά τελούν τά ιερά Μυστήρια, αλλά βοηθούν, ανάλογα μέ τό χάρισμά του ο καθένας. Τελείται ειδική τελετή από τόν Επίσκοπο σέ αυτούς πού αναλαμβάνουν ένα έργο διακονίας, γιατί μέσα στήν Εκκλησία κανένας δέν μπορεί νά αυτοσχεδιάζη. Έτσι, τό χάρισμα τού καθενός προσφέρεται, διά τής Εκκλησίας, στόν Θεό. Οι υποδιάκονοι, όπου υπάρχουν, βοηθούν τούς Κληρικούς στό Ιερό Βήμα, οι ψάλτες ψάλλουν εξ ονόματος τού λαού, οι αναγνώστες διαβάζουν τά αναγνώσματα, αποστολικά καί προφητικά, οι θυρωροί προσέχουν τίς θύρες-πόρτες γιά νά μήν εισέλθη κανένας αμύητος στήν θεία Λειτουργία.

Ο λαός είναι οι λεγόμενοι λαϊκοί πού είναι μέλη τής Εκκλησίας, έχουν βαπτισθή, έχουν χρισθή καί έχουν τήν εξαιρετική τιμή νά μετέχουν στήν θεία Ευχαριστία καί στήν όλη εκκλησιαστική ζωή. Οι λαϊκοί δέν είναι απλώς παρόντες, αλλά συμμετέχουν μέ τόν τρόπο τους στήν λατρεία. Προσεύχονται στόν Θεό, ενώνονται μέ τά άλλα μέλη τής Εκκλησίας, κοινωνούν τών Αχράντων Μυστηρίων.

Αυτό είναι τό πολίτευμα τής Εκκλησίας, ο περιούσιος λαός τού Κυρίου, οι ελεηθέντες από τόν Θεό νά είναι μέλη τής Εκκλησίας. Έχουμε καθήκον νά προσευχόμαστε γιά όλη τήν εν Χριστώ αδελφότητα, γιά τόν Επίσκοπο, τούς Κληρικούς καί τούς λαϊκούς, ώστε νά ανταποκρίνωνται στήν διακονία τους, νά αποδειχθούν άξιοι τής αποστολής τους, νά δοξάζουν τόν Θεό μέ όλη τους τήν ζωή.

Πρέπει νά αισθανόμαστε ότι δέν είμαστε ξένοι, ορφανοί, μόνοι, αλλά ανήκουμε σέ μιά παγκόσμια οικογένεια, αφού η Εκκλησία απλώνεται σέ ολόκληρο τόν κόσμο καί συμπεριλαμβάνει ως μέλη ανθρώπους από όλες τίς φυλές, τίς εθνότητες, τίς γλώσσες. Αυτό τό γεγονός είναι μεγάλη ευλογία γιά μάς.

Ο Μητροπολιτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance