• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - ΓΡΑΠΤΑ ΚΥΡΗΓΜΑΤΑ

Κυριακή 31 Αυγούστου (ΙΑ Ματθαίου)

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι η γνωστή παραβολή των μυρίων ταλάντων που είπε ο Χριστός. Σύμφωνα με την παραβολή ο άρχοντας χάρισε στον δούλο του τα μύρια τάλαντα που του χρωστούσε, όμως στην συνέχεια ο δούλος αυτός όχι μόνον δεν χάρισε στον σύνδουλό του το ευτελέστερο ποσό των εκατό δηναρίων, αλλά φάνηκε και πολύ σκληρός απέναντί του. Αυτή η παραβολή φανερώνει την φιλανθρωπία του Θεού απέναντί μας, αλλά και την σκληροκαρδία που δείχνουμε εμείς στους συνανθρώπους μας. Δεν συγκινούμαστε καθόλου από την αγάπη και την φιλανθρωπία του Θεού και είμαστε σκληροί.

Όμως η παραβολή αυτή δείχνει και την κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε την εποχή εκείνη, αφού ο Χριστός για να δείξη την φιλανθρωπία και την σκληροκαρδία χρησιμοποιεί εικόνες από την εποχή του. Μια τέτοια κατάσταση ήταν η φτώχεια που επικρατούσε και για να την αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι εξαναγκάζονταν να δανείζωνται χρήματα από διαφόρους που εκμεταλλεύονταν αυτήν την ανέχεια και την δεινή κατάσταση των συνανθρώπων τους. Αυτή η τραγική κατάσταση φαίνεται από όλο το περιεχόμενο της παραβολής.

Επειδή ο οφειλέτης του ποσού δεν μπορούσε να το επιστρέψη, γι’ αυτό ο άρχοντας διέταξε να πουλήσουν τον ίδιο, την γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα τα υπάρχοντά του προκειμένου να εξοφλήση το χρέος του. Φοβερό πράγμα ολόκληρη η οικογένεια να πουληθή! Αλλά και ο δούλος εκείνος, επειδή ο σύνδουλός του δεν του επέστρεφε το χρέος, τον έπιασε από τον λαιμό και τον έσφιγγε και έπειτα τον έβαλε στην φυλακή. Και όταν ο άρχοντας πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός, τον παρέδωκε στους βασανιστές έως ότου εξοφλήσει τα οφειλόμενα. Φαίνονται, λοιπόν, οι σκληροί τρόποι που μεταχειρίζονταν οι άνθρωποι την εποχή εκείνη για την εξόφληση των δανείων, και αυτοί οι τρόποι ήταν η πώληση των σωμάτων και των οικογενειών τους, η βία εναντίον τους, η φυλακή και ο βασανισμός. Τραγική όντως κατάσταση.

Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως ο Μ. Βασίλειος, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφέρονται στις ομιλίες τους, στην τάση των ανθρώπων της εποχής τους να δανείζωνται, στην αναλγησία των τοκογλύφων και τις συνέπειες του διανεισμού από την αδυναμία των ανθρώπων να εξοφλήσουν το δάνειο και τους υπερβολικούς τόκους. Και καυτηριάζουν τόσο την ευκολία με την οποία οι άνθρωποι δανείζονται χρήματα, όσο και την σκληρότητα που εκδήλωναν οι τοκογλύφοι. Και πάνω από όλα συνιστούσαν στους ανθρώπους να επιδιώκουν να αποβάλλουν την φιλαργυρία και την φιληδονία, γιατί τα περισσότερα έξοδα και η μεγαλύτερη κατανάλωση γίνεται όχι επειδή υπάρχει ανάγκη, αλλά για να ικανοποιηθούν τα πάθη της φιλαργυρίας, της φιληδονίας και της φιλοδοξίας. Αλλά και όταν υπάρχη πραγματική ανάγκη, θα πρέπη όσοι έχουν χρήματα να δανείζουν τους συνανθρώπους τους, χωρίς να ζητούν τόκους.

Σε μια μικρότερη κλίμακα τα ίδια επικρατούν και σήμερα. Πόσοι άνθρωποι δεν υποφέρουν από το ότι δεν μπορούν να εξοφλήσουν τα δάνεια που έχουν λάβει, και πόσες οικογένειες ταλαιπωρούνται από τους δανεισμούς! Χάνουν τα σπίτια τους, τις περιουσίες τους, την αξιοπρέπειά τους, την ειρήνη τους. Όλα αυτά σημαίνουν ότι θα πρέπη να ελαττώνουμε τις πολλές ανάγκες μας, αλλά και να είμαστε ελεήμονες σε αυτούς που δυσκολεύονται να συντηρήσουν την οικογένειά τους.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η σημερινή εορτή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι μια από τις μεγαλύτερες εορτές του εκκλησιαστικού εορτολογίου, γι’ αυτό άλλωστε και προηγείται νηστεία και προσευχή, ώστε οι Χριστιανοί να προετοιμαστούν, ψυχικά και σωματικά για να την εορτάσουν, όπως θέλει ο Θεός. Η κοσμοσυρροή των ανθρώπων αυτήν την ημέρα, αλλά και όλες τις άλλες που προηγήθηκαν στις παρακλήσεις, δείχνει ότι τους συγκινεί βαθύτατα το πρόσωπο της Παναγίας μας.

Με την ευκαιρία της σημερινής εορτής θα ήθελα να παρουσιάσω στην αγάπη σας δυο σημαντικές εικόνες που περιγράφουν το πρόσωπο και το έργο της Παναγίας μας, τις οποίες αντλούμε από τις ομιλίες του αγίου Γερμανού, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος αγαπούσε πάρα πολύ την Παναγία.

Η μία εικόνα έχει σχέση με το πέλαγος, την θάλασσα. Γράφει ο άγιος Γερμανός: “Πέλαγος γαρ αχανές τα ταύτης μεγαλεία, ο εξ αυτής ουράνιος γεννηθείς σταγών ανέδειξεν”. Δηλαδή ο Χριστός, η ουράνιος σταγόνα, εδόξασε την Παναγία, αφού ανέδειξε τα μεγαλεία της τα οποία είναι ένα αχανές πέλαγος.

Αυτό το χωρίο του αγίου Γερμανού δείχνει την σχέση μεταξύ του Χριστού και της Παναγίας. Ο Χριστός είναι εκείνος που την εδόξασε, Αυτός την έκανε Μητέρα Του, Αυτός της έστειλε την Χάρη Του. Ό,τι έχει η Παναγία είναι δωρεές του Υιού της και μεγαλύνουμε την Παναγία για τον καρπό της κοιλίας της, τον Χριστό. Βέβαια και η Παναγία συνήργησε σε αυτό, αφού με την ζωή της προσείλκυσε τον Χριστό, και ο Χριστός, αυτή η ευλογημένη ουράνια σταγόνα, την έκανε ένα λαμπρό πέλαγος, την δόξασε, την ετίμησε. Αλλά και τα θαύματα που επιτελεί η Παναγία είναι αποτέλεσμα της παρρησίας της που έχει προς τον Υιό της.

Η δεύτερη εικόνα έχει σχέση με το όρος, το βουνό. Γράφει ο άγιος Γερμανός: “Χαίροις, το εκ Θεού πιότατον και κατάσκιον όρος”, δηλαδή δοξάζει την Παναγία που είναι το εύφορο και γεμάτο σκιά όρος. Και στην συνέχεια λέγει ότι σε αυτό το όρος μεγάλωσε ο λογικός αμνός, ο Χριστός, ο οποίος εβάστασε τις αμαρτίες και τις ασθένειές μας. Και στο χωρίο αυτό φαίνεται η σχέση του Χριστού με την Παναγία, αλλά και το ότι η Παναγία συνετέλεσε αποφασιστικά με την ζωή της και την υπακοή της να γεννηθή ο Χριστός.

Να λοιπόν δυο υπέροχες πραγματικότητες που περιγράφουν το έργο της Παναγίας. Το πέλαγος και το όρος. Αυτό φανερώνει και το τί προξένησε η Παναγία στον κόσμο.

Και εμείς αυτές τις ημέρες απολαμβάνουμε τις ομορφιές της φύσεως, όπως την θάλασσα και το βουνό και επιδιώκουμε να ξεκουρασθούμε από τον καθημερινό μόχθο. Παράλληλα με την ανάπαυση που την έχουμε όλοι μας ανάγκη, ας σκεφτόμαστε ότι η Παναγία είναι η πραγματική θάλασσα της αγάπης του Θεού, και το αληθινό βουνό της προστασίας και βοηθείας μας. Ας μάθουμε να κολυμπάμε μέσα στην δροσερή θάλασσα της αγάπης της Παναγίας, και να ανεβαίνουμε στα μυστήρια και τα μεγαλεία της, ώστε να βρούμε ανάπαυση στις ψυχές μας. Με αυτές τις προϋποθέσεις το Καλοκαίρι γίνεται σωτήριο και όχι ζημιογόνο. Εύχομαι σε όλους σας να έχετε την αγάπη και την προστασία της Παναγίας στην ζωή σας και να σάς χαρίζη ο Θεός με τις ακοίμητες πρεσβείες της, την σωματική και ψυχική υγεία.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μετά τον Χριστό μεγάλη τιμή και δόξα έχει η Παναγία, γιατί, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες μας, η Παναγία είναι το μεθόριο μεταξύ της ακτίστου και της κτιστής φύσεως, δηλαδή είναι το σύνορο μεταξύ του Θεού που είναι άκτιστος και όλης της δημιουργίας που είναι κτιστή. Η Παναγία είναι το ωραιότερο δώρο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, αλλά και ο καλύτερος καρπός της δημιουργίας, που δόθηκε από την κτίση στον Θεό.

Αυτή την δόξα της Παναγίας μας την βλέπουμε σε όλα τα τροπάρια που ψάλλουμε αυτές τις ημέρες στην Εκκλησία, ιδιαίτερα όμως σήμερα, εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Αλλά βέβαια, την δόξα και την τιμή της Παναγίας μας την βλέπουμε κάθε φορά που τελείται η θεία Λειτουργία. Γιατί αμέσως μετά την μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού, μνημονεύουμε όλους τους Αγίους, για τους οποίους προσφέρουμε την θυσία και τέλος ο λειτουργός εκφώνως λέγει: “εξαιρέτως της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας.” Δηλαδή, εάν προσφέρουμε την θεία Λειτουργία για να τιμήσουμε τους Αγίους αυτό το κάνουμε “εξαιρέτως”, δηλαδή εξαιρετικώς, ιδιαιτέρως για την Παναγία μας, που είναι άχραντη, υπερευλογημένη, ένδοξη, Δέσποινα Θεοτόκος και αειπάρθενος Μαρία. Και αμέσως μετά ο ψάλτης ψάλλει το “Άξιον εστίν”, που αναφέρεται στην Παναγία ή κάποιο άλλο Θεομητορικό ύμνο, όπως σήμερα ψάλαμε το “αι γενεαί πάσαι μακαρίζομέν σε την μόνην Θεοτόκον”.

Όλοι οι Άγιοι έχουν δόξα και τιμή, αλλά η δόξα και η τιμή της Παναγίας υπερέχει από όλους τους Αγίους - Προφήτας, Αποστόλους, Μάρτυρας, Οσίους, Ομολογητάς. Και αυτό γιατί η Παναγία είναι το πρόσωπο εκείνο που έδωσε την ανθρώπινη φύση στον Χριστό. Ο Χριστός συνελήφθη μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, τράφηκε με το δικό της γάλα, δέχθηκε το δικό της χάδι και φίλημα, διδάχθηκε να περπατάη και δέχθηκε τις δικές της φροντίδες όσο ήταν στην μικρή του ηλικία. Γιατί ο Χριστός ήταν μεν Θεός αληθινός, αλλά ταυτόχρονα και αληθινός και τέλειος άνθρωπος και έτσι το σώμα Του αναπτύχθηκε όπως ακριβώς το δικό μας, χωρίς όμως την αμαρτία.

Στην θεία Λειτουργία βλέπουμε το μεγαλείο της Παναγίας μας. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέγει ότι ο Χριστός στην θεία Λειτουργία είναι νυμφίος και πανηγυριάρχης. Αυτός είναι Εκείνος που νυμφεύεται με τον άνθρωπο και Εκείνος που είναι ο αρχηγός της πανηγύρεως, αλλά όμως η Παναγία είναι εκείνη που παρεσκεύασε αυτήν την τροφή και είναι εστιάτωρ και τροφός των καλεσμένων. Δηλαδή εμείς κοινωνούμε στην θεία Λειτουργία το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, αλλά αυτό το Σώμα το έδωσε η Παναγία στον Χριστό και ο Χριστός το εθέωσε. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέγει ότι εκείνος που κοινωνεί το Σώμα του Χριστού, κοινωνεί και της σαρκός της Παναγίας μας.

Έπειτα, κατά μία ερμηνεία, το αντίδωρο, το οποίο λαμβάνουμε μετά το τέλος της θείας Λειτουργίας, είναι μία ευλογία της Παναγίας μας, γιατί το αντίδωρο προέρχεται από το πρόσφορο, από το οποίο εξήλθεν ο άρτος που έγινε Σώμα Χριστού. Δηλαδή, όπως ο Χριστός γεννήθηκε και προήλθε από την Παναγία, έτσι και ο άρτος που έγινε Σώμα Χριστού προήλθε από το πρόσφορο, που συμβολίζει την Παναγία μας. Και εμείς όταν το λαμβάνουμε μετέχουμε των δωρεών και των ευλογιών της.

Μέσα στην Εκκλησία μας, αγαπητοί μου αδελφοί, έχουμε Πατέρα, τον επουράνιο Πατέρα, έχουμε αδελφό και φίλο, τον Χριστό, όπως ο Ίδιος μας αποκάλεσε και αδελφούς και φίλους Του, έχουμε μητέρα πνευματική που είναι η Παναγία, έχουμε αδέλφια που είναι όμοιοι με μάς, και αυτοί είναι οι Άγιοι. Η Εκκλησία είναι μια πνευματική οικογένεια και βέβαια σημαντική θέση σε αυτήν την οικογένεια κατέχει η Παναγία, που μας δείχνει αγάπη, στοργή και καλωσύνη. Και όταν εμείς αμαρτάνουμε εκείνη μας παρηγορεί, μας ενισχύει, μας προτρέπει με καλωσύνη και αγάπη για να μετανοήσουμε. Όποια θέση έχει στην ζωή μας η βιολογική μας μητέρα, τέτοια θέση έχει στην Εκκλησία και η πνευματική μας μητέρα. Ποιός από μας δεν έχει γευθή την Θεομητορική της στοργή; Ποιός δεν αισθάνθηκε το πνευματικό της χάδι και την τρυφερή της αγάπη; Ποιός δεν δέχθηκε τον γλυκό της λόγο, την παρθενική της ευαισθησία και την μητρόθεη χάρη; Γι’ αυτό και εμείς, ιδίως αυτήν την ημέρα, τρέχουμε στους Ναούς, μάλιστα δε σε Ναούς που τιμώνται στο όνομά της.Μας προσελκύει σαν μαγνήτης η αγάπη της, η στοργή της και η προσευχή της.

Και αισθανόμαστε σήμερα την ανάγκη να ψάλουμε: “σώζοις αεί Θεοτόκε την κληρονομίαν σου”. Παναγία μας, είμαστε η κληρονομία σου, γι’ αυτό σε παρακαλούμε να μας σώζης με την αγάπη σου και την Θεομητορική σου στοργή.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου (31 Αὐγούστου)

Ἕνας νέος, ὅπως μᾶς εἶπε τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, πλησίασε τόν Χριστό καί τόν ρώτησε τί πρέπει νά κάνη γιά νά ἀποκτήση τήν αἰώνια ζωή. Ὁ Χριστός τοῦ ὑπέδειξε ἀρχικά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, πού ὁ Ἴδιος ἔδωσε στόν Μωϋσῆ, καί στήν συνέχεια τόν προέτρεψε νά πωλήση τά ὑπάρχοντά του καί νά δώση τά χρήματα πού θά συγκεντρώση στούς πτωχούς καί ἔτσι θά ἀποκτήση θησαυρούς στόν οὐρανό. Γιατί, ὅπως εἶπε, εἶναι πολύ δύσκολο νά εἰσέλθη ὁ πλούσιος στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τό κείμενο αὐτό, παρατηρεῖ ὅτι συνδέονται στενά ἡ αἰώνια ζωή μέ τόν οὐρανό καί τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ αἰώνια ζωή δέν εἶναι ἁπλῶς τό τέλος τῆς βιολογικῆς ζωῆς καί τῆς ζωῆς τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ὁ οὐρανός δέν εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα πού περιβάλλει τήν γῆ ἤ τό διάστημα, καί ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι κάποια κτιστή πραγματικότητα, ἀλλά ἡ ζωή μέ τόν Θεό, ἡ ὅραση καί ἡ μέθεξη τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ. Ἔχω ὑπογραμμίσει σέ ἕνα ἀπό τά προηγούμενα κηρύγματα ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, τό Φῶς Του, καί αὐτό τό Φῶς λέγεται οὐρανός. Ἡ μετοχή σέ αὐτό τό Φῶς λέγεται αἰώνια ζωή, ἀφοῦ δέν θά ὑπάρχη τέλος.

 

Μπορεῖ νά ἔχουμε μεγάλους στόχους, ὑψηλές προσδοκίες, μεγάλες ἐπιθυμίες.... ὅμως δέν ἀρκεῖ αὐτό, ἀλλά θά πρέπει νά δεχθοῦμε τούς τρόπους πού ὑποδεικνύει ὁ Χριστός.

 

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στούς Χριστιανούς τῆς Κορίνθου γράφει ὅτι ἐάν τό ἐπίγειο σπίτι μας, δηλαδή τό σῶμα μας, καταργηθῆ, τότε ἔχουμε οἰκοδόμημα ἀπό τόν Θεό, οἰκία αἰώνια ἀχειροποίητη στούς οὐρανούς (Β΄ Κορ. ε΄, 1). Ἡ αἰώνια οἰκία στούς οὐρανούς εἶναι ἀχειροποίητη, δηλαδή δέν ἔχει κατασκευασθῆ ἀπό χέρι ἀνθρώπου, εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό πνευματικό νόημα φαίνεται σέ ἕνα ἄλλο χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τόν Τιμόθεο, στόν ὁποῖο γράφει ὅτι ὅλα τά ὑπομένει πρός χάρη τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ «ἵνα καί αὐτοί σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μετά δόξης αἰωνίου» (Β΄ Τιμ. β΄, 10). Στό χωρίο αὐτό συνδέεται στενότατα ἡ σωτηρία πού γίνεται ἐν Χριστῷ μέ τήν αἰώνια δόξα.

Τά ἴδια διδάσκει καί ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὁ ἄλλος Πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος. Στήν Β΄ Καθολική Ἐπιστολή του προτρέπει τούς Χριστιανούς νά δείξουν μεγαλύτερο ζῆλο καί νά κάνουν βέβαιη τήν κλήση τους καί τήν ἐκλογή τους, γιατί τότε δέν θά ἁμαρτήσουν ποτέ. Μέ τόν τρόπο αὐτό θά τούς χορηγηθῆ πλουσίως «ἡ εἴσοδος εἰς τήν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καί σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Πέτρ. α΄, 11).

Ἔτσι, ἡ αἰώνια ζωή, ὁ οὐρανός, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ αἰώνια δόξα εἶναι ταυτόσημες ἔννοιες καί κυρίως ἴδιες πραγματικότητες. Ὁ πλούσιος νέος ζητοῦσε ἀπό τόν Χριστό νά τοῦ ὑποδείξη τόν τρόπο νά εἰσέλθη σέ αὐτή τήν ζωή. Ἀλλά, δυστυχῶς, δέν μποροῦσε νά ἀπελευθερωθῆ ἀπό τά δεσμά τοῦ πλούτου καί γενικά τήν ἕλξη πού ἀσκεῖ ὁ παρών βίος μέ τά θέλγητρά του καί τίς προκλήσεις του. Ἔτσι, ἀρνήθηκε νά ὑπακούση στόν Χριστό καί νά ἀποδεχθῆ τόν τρόπο γιά νά κληρονομήση τά αἰώνια ἀγαθά.

Αὐτό σημαίνει ὅτι καί ἐμεῖς μπορεῖ νά ἔχουμε μεγάλους στόχους, ὑψηλές προσδοκίες, μεγάλες ἐπιθυμίες γιά νά ἐκπληρώσουμε τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο ἔχουμε δημιουργηθῆ, ὥστε ἀπό τό κατ’ εἰκόνα νά φθάσουμε στό καθ’ ὁμοίωση, ὅμως δέν ἀρκεῖ αὐτό, ἀλλά θά πρέπει νά δεχθοῦμε τούς τρόπους πού ὑποδεικνύει ὁ Χριστός. Θά πρέπει νά ἀποδεσμευθοῦμε ἀπό τήν ἐξάρτηση καί τήν ὑποδούλωση στά κτίσματα καί κυρίως στά πάθη. Ἡ κτίση εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά συγχρόνως γίνεται καί ἀπάτη τοῦ διαβόλου. Ἄλλωστε, ὁ διάβολος διά μέσου τῆς κτίσεως, διά τῆς βρώσεως τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, ἐξαπάτησε τούς Προπάτορες καί ἔχασαν τήν ζωή τοῦ Παραδείσου.

Ἄν ἔχουμε τέτοιες ὑψηλές ἐπιθυμίες πού εἶναι φυσικές, γιατί ἀνταποκρίνονται στόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς μας, θά πρέπει νά ἐφαρμόζουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τίς διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.

Ο Μητροπολιτης
+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή Στ΄ Ματθαίου (20 Ἰουλίου)

Ὁ Χριστός στόν παραλυτικό, τόν ὁποῖον προσέφεραν ἐνώπιόν Του οἱ ἄνθρωποι, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα στό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, πρῶτα ἔδωσε τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί στήν συνέχεια ἔδωσε καί τήν ὑγεία τοῦ σώματος. Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, ἀλλά χρειάζεται καί τό Ἅγιον Πνεῦμα πού θά τά ἐξαγιάση, διαφορετικά ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνολοκλήρωτος, ἐλλιπής.

Κάνοντας λόγο γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν δέν πρέπει νά τό βλέπουμε ἁπλῶς δικανικά, δηλαδή ἀπό τήν εἰκόνα τῶν δικαστηρίων, τά ὁποῖα ἐξετάζουν τά παραπτώματα τῶν ἀνθρώπων καί τούς ἀθωώνουν ἤ τούς καταδικάζουν. Οὔτε πρέπει νά τό βλέπουμε ἠθικολογικά, δηλαδή νά ἐξετάζουμε κάθε παράπτωμα ἐξωτερικά, ἀπό μερικά γεγονότα πού φαίνονται, καί νά μή ἀσχολούμαστε μέ τόν ἐσωτερικό κόσμο, δηλαδή τά ὅσα γίνονται μέσα στήν σκέψη μας καί τίς ἐπιθυμίες μας. Ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι κάτι ἄλλο, βαθύτερο.

Κατ’ ἀρχάς, ὅταν κάνουμε λόγο γιά ἁμαρτίες τῆς ψυχῆς, ἐννοοῦμε τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς, πού εἶναι ἡ ἀπιστία στόν Θεό, ἡ ὑπερηφάνεια, ὁ ἐγωισμός, ἡ κενοδοξία καί ὅσα ἔχουν σχέση μέ τήν φιλοδοξία, τήν φιληδονία καί τήν φιλαργυρία. Πρόκειται γιά ἀσθένειες πού ἐκκολάπτονται μέσα στόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου καί ἐκφράζονται καί ἐξωτερικά, ἀφοῦ ὑπάρχει ἄμεση σχέση μεταξύ ψυχῆς καί σώματος. Ἔτσι, οἱ ψυχικές ἀσθένειες ἐκδηλώνονται καί πράττονται μέ τό σῶμα. Ὁπότε, ὅταν γίνεται λόγος γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἐννοεῖται ὅτι ἀλλάζει αὐτός ὁ ἐσωτερικός κόσμος τοῦ ἀνθρώπου, καί ἀντί νά στρέφεται πρός τήν κτίση, στρέφεται πρός τόν Θεό. Ἑπομένως, πρόκειται γιά μιά θεραπεία ἐσωτερική, πού ἔχει συνέπειες καί στό σῶμα, στήν οἰκογένεια καί τήν κοινωνία. Αὐτή τήν ἀλλαγή, τήν μεταμόρφωση, τήν προξενεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Κανένα φάρμακο πού δίνουν οἱ γιατροί δέν μπορεῖ νά κάνη αὐτές τίς ἐσωτερικές ἀλλαγές. Τά φάρμακα τό μόνο πού κάνουν εἶναι νά κρατοῦν τόν ἄνθρωπο σέ μιά ἰσορροπία. Μόνον ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μεταμορφώνει τίς ἐνέργειες τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί τίς κάνει νά κατευθύνωνται στόν Θεό καί νά χαριτώνωνται ἀπό Αὐτόν.

Ἔπειτα, ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν συνδέεται μέ κάτι ἄλλο βαθύτερο, συνδέεται καί μέ αὐτό πού εἴπαμε προηγουμένως. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «πάντες γάρ ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ΄, 23). Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν σκεφθοῦμε ὅτι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, γιατί ὅσοι εἶδαν τόν Θεό ὡς Φῶς, ὁμιλοῦν γιά τήν δόξα Του, τότε καταλαβαίνουμε ὅτι στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν βλέπει αὐτό τό Φῶς, καί αὐτό εἶναι ἁμαρτία.

Αὐτό λέγεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν βλέπη τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, τότε εἶναι στό σκοτάδι. Καί εὑρισκόμενος μέσα στό σκοτάδι, ἡ ψυχή του ἀγριεύει, καί ὅλα τά πάθη του ἐκδηλώνονται μέ ἀγριότητα. Ἔτσι πρέπει νά ἑρμηνευθῆ τό ψαλμικό χωρίο «ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, καί συνήχθησαν καί εἰς τάς μάνδρας αὐτῶν κοιτασθήσονται» (Ψαλμ. 103, 22). Δηλαδή, τά ἄγρια θηρία, ὅταν ἐπικρατῆ σκοτάδι κυκλοφοροῦν στήν φύση καί εἶναι ἐπιθετικά, ὅταν, ὅμως ἀνατέλλη ὁ ἥλιος, τότε φοβοῦνται τό φῶς καί ἀποσύρονται στίς φωλιές τους. Αὐτό συμβαίνει καί μέ τά πάθη. Ὅταν ἔρχεται τό Φῶς τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, τά πάθη ἡμερώνονται, ἐνῶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος φεύγη μακρυά ἀπό τό Φῶς, τότε τά πάθη ἀγριεύουν.
Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα πρίν τήν ἁμαρτία ζοῦσαν μέσα στό Φῶς, ἔβλεπαν τόν Θεό, ἄκουγαν τήν φωνή Του, ἀλλά, βέβαια, ἔπρεπε νά δοκιμασθοῦν μέ τήν ὑπακοή γιά νά φθάσουν σέ ὁλοκληρωμένη κοινωνία μαζί Του. Ὅμως, μετά τήν ἁμαρτία βγῆκαν ἀπό τόν Παράδεισο, ἔχασαν αὐτήν τήν εὐλογημένη ζωή καί ἀγρίεψαν ὅλες οἱ ἐνέργειες τοῦ ἀνθρώπου, ὅλα τά πάθη του.

Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, πού εἶναι τό Φῶς τό ἀληθινό, θεραπεύει τόν ἄνθρωπο πού θέλει τήν θεραπεία, καί τήν ἀναζητᾶ μέ τήν πίστη, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά δῆ πάλι τόν Θεό ὡς Φῶς, καί ἔτσι ὅλος ὁ ἐσωτερικός του κόσμος φωτίζεται. Αὐτό ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά θεραπεύωνται ὅλες οἱ ψυχικές ἐνέργειες καί αὐτό λέγεται ἄφεση ἁμαρτιῶν. Στήν κατάσταση αὐτή καί τό σῶμα λαμπρύνεται, ἀφοῦ ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ ψυχῆς καί σώματος. Ἔτσι, ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος εἶναι αὐτός, τοῦ ὁποίου ὅλες οἱ δυνάμεις του –ψυχικές καί σωματικές– φωτίζονται ἀπό τό Φῶς τοῦ Θεοῦ.

Σήμερα ἑορτάζουμε τόν Προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εἶχε ἐπικοινωνία μέ τόν ἄσαρκο Λόγο, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά ἀξιώθηκε νά παρευρίσκεται καί στό ὄρος Θαβώρ δίπλα στόν Σεσαρκωμένο Λόγο, τόν Χριστό, μέσα στό Φῶς Του.

Ἑπομένως, ἁμαρτία εἶναι ἡ στέρηση τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ, καί ἄφεση ἁμαρτιῶν εἶναι ἡ μέθεξη καί ἡ ὅραση τοῦ θείου Φωτός. Αὐτό εἶναι τό ἐσωτερικό πνευματικό Πάσχα.

Ο Μητροπολιτης
+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή Η΄ Ματθαίου (3 Αὐγούστου)


Εἶναι γνωστό τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων, τούς ὁποίους ἄρτους εὐλόγησε ὁ Χριστός καί τούς μοίρασε, μέ ἀποτέλεσμα νά χορτάσουν πέντε χιλιάδες ἄνθρωποι, χωρίς νά ὑπολογισθοῦν οἱ γυναῖκες καί τά παιδιά. Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος γράφει: «λαβών τούς πέντε ἄρτους καί τούς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τόν οὐρανόν εὐλόγησε» (Ματθ. ιδ΄, 18). Ἀποτέλεσμα τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ πολλαπλασιασμός τῶν ἄρτων καί τῶν ἰχθύων.

Ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἐνέργειά Του μέ τήν ὁποία εὐεργετεῖ τόν κόσμο. Ὁ Χριστός κατά τήν Ἀνάληψή Του ἀνερχόταν στόν οὐρανό καί εὐλογοῦσε τούς παρισταμένους Μαθητές Του, ὅπως γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς: «καί ἐπάρας τάς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καί ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καί ἀνεφέρετο εἰς τόν οὐρανόν» (Λουκ. κδ΄, 50-51). Μᾶς ἄφησε τήν εὐλογία Του, δηλαδή τήν Χάρη καί ἐνέργειά Του, γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει στούς Χριστιανούς τῆς Ἐφέσου: «Εὐλογητός ὁ Θεός καί πατήρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ εὐλογήσας ἡμᾶς ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ πνευματικῇ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ» (Ἐφ. α΄, 3).

Αὐτή ἡ εὐλογία μᾶς δίνεται στήν θεία Λειτουργία διά τῶν Κληρικῶν πού λειτουργοῦν, ὅταν λέγουν «εἰρήνη πᾶσι» καί εὐλογοῦν μέ τό χέρι τους. Τότε μεταδίδεται στούς Χριστιανούς ἡ Χάρη τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι Φῶς. Αὐτό τό Φῶς ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά τό δοῦν μερικοί ἄνθρωποι γιά κάποιον ἰδιαίτερο σκοπό, ὅπως ἔγινε μέ τόν νεομάρτυρα Ἀχμέτ τόν Κάλφα. Ἦταν Μουσουλμάνος καί ἔζησε στήν Κωνσταντινούπολη τόν 17ο αἰώνα, καί ὅταν πῆγε στόν Πατριαρχικό Ναό ἀξιώθηκε νά δῆ ἕνα θαυμαστό γεγονός, ὅπως τό περιγράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «ὅταν ἐλειτούργει ὁ Πατριάρχης οὗ γενομένου ἔβλεπεν, ὤ θαύματος! ὅταν εὐλόγει ὁ Πατριάρχης τόν λαόν, καί ἔβγαιναν ἀπό τό κριτήριον (ἀπό τό Ἱερό Βῆμα ὅπου εἶναι ὁ θρόνος), καί ἀπό τά δάκτυλά του ἀκτῖνες καί ἔπιπτον ἐπάνω εἰς ὅλων τῶν Χριστιανῶν τάς κεφαλάς, αὐτοῦ δέ μόνον τήν κεφαλήν ἄφηναν ἄμοιρον». Αὐτό τόν παρεκίνησε νά βαπτισθῆ Χριστιανός, καί ὅταν τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία ὁμολόγησε ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ πίστη τῶν Χριστιανῶν καί μαρτύρησε γιά τόν Χριστό.

 

Τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καί τῶν δύο ἰχθύων προτύπωνε τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, μέσα στό ὁποῖο αἰσθανόμαστε τήν μεγάλη δωρεά τοῦ Θεοῦ.

 

Σέ ὅλα τά Μυστήρια ὁ Κληρικός ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ εὐλογεῖ καί τά ὑλικά ἀντικείμενα, ὅπως τό νερό στό Βάπτισμα, τόν ἄρτο καί τόν οἶνο στήν θεία Εὐχαριστία καί μεταβάλλονται σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, τό ἀνδρόγυνο στό μυστήριο τοῦ Γάμου, πού ἑνώνονται εἰς σάρκα μία, καί στά ἄλλα Μυστήρια.

Ἐμεῖς βλέπουμε τήν εὐλογία τοῦ Ἱερέως καί τοῦ Ἀρχιερέως ὡς μιά κίνηση τοῦ χεριοῦ καί ἀκοῦμε ἕναν λόγο, ἀλλά ἡ ψυχή αἰσθάνεται τήν Χάρη τοῦ Χριστοῦ, καί ἐάν ὑπάρχουν οἱ δυνατότητες καί ἐάν ἐπιτρέψη ὁ Θεός, μερικοί μποροῦν νά δοῦν καί τό Φῶς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ πού μεταδίδεται μέ τήν ἱερατική καί ἀρχιερατική εὐλογία. Αὐτό τό αἰσθανόμαστε καί κατά τό Μυστήριο τῆς μετανοίας καί τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ὅταν ἡ ψυχή θεραπεύεται ἀπό τίς πληγές τῆς ἁμαρτίας καί εὐφραίνεται πνευματικά.

Τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καί τῶν δύο ἰχθύων προτύπωνε τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, μέσα στό ὁποῖο αἰσθανόμαστε τήν μεγάλη δωρεά τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό τό γεγονός εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερο ἀπό τό γεγονός πού ἔγινε τότε μέ τόν πολλαπλασιασμό τῶν πέντε ἄρτων, γιατί ἡ θεία Εὐχαριστία γίνεται σέ κάθε τόπο καί χρόνο, τελεῖται σέ ὅλον τόν κόσμο «κατά πάντα» (τόπο καί χρόνο) «καί διά πάντα», δηλαδή γιά ὅλες τίς εὐεργεσίες πού μᾶς δίνει ὁ Θεός, καί ἑκατομμύρια ἄνθρωποι κάθε Κυριακή καί κάθε μέρα σέ ὅλο τόν κόσμο γεύονται τοῦ ἑνός Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, καί ὁμολογοῦν: «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν». Ἐπίσης, ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι μετοχή τῆς οὐράνιας θείας Εὐχαριστίας πού γίνεται στόν οὐρανό, καί εἶναι ἡ μετοχή τοῦ Θεοῦ μέσα στό Φῶς, ὅταν εἴμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι.

Πέρα ἀπό τήν εὐλογημένη κατάσταση τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ἐπευλόγηση τῶν πέντε ἄρτων ἐπαναλαμβάνεται κάθε φορά πού τελεῖται ἡ ἀκολουθία τῆς ἀρτοκλασίας ὑπέρ ὑγείας τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τούς πέντε ἄρτους καί λαμβάνουν τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ προσφέρεται μέσα στήν Ἐκκλησία διαρκῶς, αὐτή ὡς φῶς φωτίζει τόν νοῦ, θερμαίνει τήν καρδιά καί ἐνισχύει τήν θέλησή μας, ἀρκεῖ νά ἔχουμε πνευματικές αἰσθήσεις νά τήν αἰσθανόμαστε.

Ο Μητροπολιτης
+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή Θ΄ Ματθαίου (10 Αὐγούστου)

 

Μετά τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων, πού εἴδαμε τήν προηγούμενη Κυριακή, ὁ Χριστός ἀνάγκασε τούς Μαθητές Του, ἐπειδή προφανῶς δέν ἤθελαν νά ἀποσπασθοῦν ἀπό κοντά Του, νά ἀνεβοῦν στό πλοῖο καί νά περάσουν ἀπέναντι, ἐνῶ Ἐκεῖνος ἀνέβηκε πάνω στό ὄρος γιά νά προσευχηθῆ. Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος γράφει: «καί ἀπολύσας τούς ὄχλους ἀνέβη εἰς τό ὄρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι» καί βεβαιώνει ὅτι ὅταν βράδυασε, ἦταν ἐκεῖ μόνος Του (Ματθ. ιδ΄, 23).

Βέβαια, κατά τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός ἦταν πάντοτε ἑνωμένος, ὡς Θεός, μέ τόν Πατέρα Του, ἀφοῦ ἦταν ὁμοούσιος μέ Αὐτόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, καί δέν χρειαζόταν ἀπομόνωση γιά προσευχή, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς. Μέ αὐτήν, ὅμως, τήν πράξη ἤθελε νά διδάξη τούς Μαθητές Του ὅτι ἔπρεπε νά βρίσκουν εὐκαιρία γιά νά ἡσυχάζουν κατά μόνας καί νά προσεύχωνται. Ὁ ἱερός Θεοφύλακτος παρατηρεῖ: «πάντα δι’ ἡμᾶς ποιεῖ, οὐ γάρ αὐτός ἐδεῖτο προσευχῆς».

Πάντως, στόν Χριστό ἡ θεότητά Του ἦταν πάντα ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρωπότητα, χωρίς νά χωρισθῆ ἀπό αὐτήν, χωρίς οἱ δύο φύσεις νά ὑποστοῦν κάποια ἀλλοίωση. Πάντοτε ὑπῆρχε μέσα στό Σῶμα Του τό Φῶς τῆς θεότητος, καί κάποτε-κάποτε ἐπέτρεπε νά φανερωθῆ, ὅπως ἔγινε ἐπάνω στό ὄρος Θαβώρ, πού οἱ παριστάμενοι Μαθητές εἶδαν ὅλο τό Σῶμα Του φωτεινό. Ἔτσι καί ἐδῶ, κατά τήν διάρκεια τῆς προσευχῆς Του, ἄν ὑπῆρχε κάποιος ἀπό τούς Μαθητές Του, θά ἔβλεπε τόν Χριστό νά προσεύχεται μέσα στό Φῶς, καί αὐτό τό γεγονός ἦταν μιά ἄλλη Μεταμόρφωση. Ἄλλωστε, καί στό ὄρος τό Θαβώρ πού μεταμορφώθηκε, αὐτό ἔγινε κατά τήν διάρκεια τῆς προσευχῆς Του (Λουκ. θ΄, 29).

 

Ὁ Χριστός, τό Φῶς τοῦ κόσμου, ἠρεμεῖ, εἰρηνεύει, ἐνδυναμώνει τόν ἄνθρωπο, πού βρίσκεται στό σκοτάδι καί σέ μεγάλους κινδύνους.

 

Ὅμως, ἐκείνη τήν ὥρα πού ὁ Χριστός ἦταν στό ὄρος, οἱ Μαθητές Του ἦταν μέσα στήν λίμνη Γενησαρέτ, πού λεγόταν καί θάλασσα λόγῳ τοῦ μεγέθους της, καί τό πλοῖο συνταρασσόταν ἀπό τόν ἀέρα καί τά κύματα. Τό βράδυ, λοιπόν, κατά τήν τετάρτη φυλακή τῆς νυκτός, περίπου μεταξύ 3-6 ἡ ὥρα μετά τό μεσονύκτιο, οἱ Μαθητές εἶδαν κάποιον νά βαδίζη πάνω στά κύματα. Ἐπειδή νόμισαν ὅτι ἦταν κάποιο φάντασμα, φοβήθηκαν καί φώναξαν. Ἀμέσως, ὁ Χριστός τούς εἶπε: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμί· μή φοβεῖσθε» (Ματθ. ιδ΄, 27). Στήν συνέχεια διόρθωσε τήν ὀλιγοπιστία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος βυθιζόταν λόγῳ τῆς ὀλιγοπιστίας αὐτῆς, καθώς ἐπίσης ἔδωσε ἐντολή νά σταματήση ὁ ἄνεμος καί ἡ θαλασσοταραχή.

Οἱ Μαθητές ἔβλεπαν κάποιον νά περπατᾶ πάνω στά κύματα, μέσα στό σκοτάδι τῆς νύκτας καί τόν θεώρησαν ὡς φάντασμα. Δέν ἀναγνώρισαν τόν Χριστό ἀπό τό Σῶμα Του, «οὐ γάρ ἀπό τοῦ εἴδους ἐγνώρισαν αὐτόν», λόγῳ τῆς νύκτας καί τοῦ φόβου, ἀλλά εἶδαν κάποια μορφή. Φαίνεται ἐκείνη τήν ὥρα ὁ Χριστός ἐπέτρεψε νά ἐξέρχωνται ἀπό τό Σῶμα Του μερικές ἀκτῖνες τῆς θεότητάς Του, γι’ αὐτό μέσα στήν νύκτα οἱ Μαθητές νόμισαν ὅτι εἶναι φάντασμα. Πάντως, ὁ λόγος «θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μή φοβεῖσθε», μετέδωσε στούς Μαθητές δυνατή ἐνέργεια, ἀληθινό φῶς, πού ἐξεδίωξε τόν φόβο καί τούς μετέδωσε ἀκράδαντη πίστη. Καί ἡ παρουσία Του μέ τόν λόγο «ἐγώ εἰμι» ἦταν σάν νά τούς ἔλεγε: «ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου», «ἐγώ εἰμι ὁ ὤν», «ἐγώ εἰμι ἡ ζωή». Αὐτό γέμισε μέ ἐλπίδα καί θάρρος τούς Μαθητές, ἀλλά εἰρήνευσε καί ὁλόκληρη τήν κτίση. Ὁ Χριστός, τό Φῶς τοῦ κόσμου, ἠρεμεῖ, εἰρηνεύει, ἐνδυναμώνει τόν ἄνθρωπο, πού βρίσκεται στό σκοτάδι καί σέ μεγάλους κινδύνους.

Ἕνα τέτοιον Θεό ἔχουμε, ὁ Ὁποῖος προχέει τό θεῖο Φῶς, προσεύχεται γιά μᾶς, μᾶς ἐνδυναμώνει σέ ὅλες τίς δυσκολίες στήν ζωή μας, ὅσο μεγάλες κι ἄν εἶναι. Αὐτός ὁ Θεός μᾶς προτρέπει νά προσευχόμαστε, ὥστε μέ τήν προσευχή νά λαμβάνουμε τό θεῖο Φῶς Του καί νά ἔχουμε θάρρος καί δύναμη, νά ἔχουμε πίστη καί τότε θά Τόν βλέπουμε νά ἔρχεται κοντά μας ὡς Φῶς, ζωή καί εἰρήνη, ἀκόμη καί στίς πιό σκοτεινές καί ταραγμένες στιγμές τῆς ζωῆς μας.

Ο Μητροπολιτης
+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εωθινό Η´ Ιων. κ´ 11-18

Γραπτά Κυρήγματα: Κυριακή 10 Αυγούστου, Εωθινό Η´ Ιων. κ´ 11-18Στο Εωθινό Ευαγγέλιο που ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, γίνεται λόγος για την εμφάνιση του Αναστάντος Χριστού στην Μαρία την Μαγδαληνή, που επισκέφθηκε τα ξημερώματα τον τάφο του Χριστού, σύμφωνα με την περιγραφή του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι πρώτα είδε τους αγγέλους μέσα στον τάφο και στην συνέχεια είδε τον Αναστάντα Χριστό. Θα δούμε μερικά ενδιαφέροντα σημεία αυτών των εμφανίσεων.

Κατ’ αρχάς πρέπει να σημειωθή ότι η Μαρία η Μαγδαληνή είχε μεγάλο ζήλο και αγάπη για τον Χριστό. Ο Χριστός της είχε βγάλει επτά δαιμόνια και ήταν μία καθαρή ύπαρξη. Αυτά που γράφουν μερικοί άθεοι λογοτέχνες, που αποδίδουν στην Μαρία την Μαγδαληνή αμαρτωλά αισθήματα προς τον Χριστό είναι βλάσφημα και αρρωστημένα, και βεβαίως δείχνουν τις εμπαθείς και αρρωστημένες καταστάσεις αυτών που τα γράφουν. Η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν αγία γυναίκα, είχε φθάσει σε μεγάλη πνευματική κατάσταση και έτσι αξιώθηκε να δη τον Αναστάντα Χριστό. Άλλωστε, είναι γνωστόν ότι ο Χριστός εμφανίσθηκε σε αυτούς που είχαν φθάσει σε ένα μεγάλο επίπεδο πνευματικής ζωής και ήσαν ικανοί να Τον δούν.

Ο ζήλος και η μεγάλη αγάπη της προς τον Χριστό εκφράστηκε με το κλάμα. Γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ότι στεκόταν μπροστά στον τάφο του Χριστού και έκλαιγε. Τότε, είδε δύο αγγέλους, που ήταν ντυμένοι στα λευκά και την ρώτησαν γιατί έκλαιγε. Και όταν εκείνη τους είπε ότι κλαίει γιατί έκλεψαν τον Χριστό και δεν ξέρει που τον έβαλαν, απότομα στράφηκε πίσω και βλέπει τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος την ερώτησε γιατί έκλαιγε και ποίον ζητούσε. Η Μαρία η Μαγδαληνή αισθανομένη ότι αυτός είναι η κηπουρός του τόπου εκείνου του ζήτησε αν εκείνος έβαλε κάπου αλλού το σώμα του Χριστού να της το πη για να πάη να το πάρη. Και τότε ο Χριστός την φώναξε με το όνομά της, «Μαρία» . Τότε ανεγνώρισε τον Χριστό και της έδωσε εντολή να πάη και να ανακοινώση στους μαθητάς ότι θα ανέβη στον Πατέρα Του, που είναι και Πατέρας των μαθητών, στον Θεό Του, που είναι και δικός τους Θεός. Στην συνέχεια, η Μαρία έγινε απόστολος των Αποστόλων, λέγουσα «εώρακα τον Κύριον» .

Η περίπτωση της Μαρίας της Μαγδαληνής δείχνει μια πορεία προς τον Αναστάντα Χριστό, που πρέπει να γίνη και δική μας πορεία. Πρόκειται για μια μέθοδο που ακολούθησαν οι άγιοι της Εκκλησίας μας και πραγματικά είναι εμπειρία της Εκκλησίας.

Μνημείο δεσποτικό είναι η Εκκλησία και ειδικώς η αγία Τράπεζα πάνω στην οποία τελείται η αναίμακτη μυσταγωγία. Όποιος έχει μεγάλη αγάπη προς τον Χριστό και κάθεται μέσα στην Εκκλησία και στην θεία Λειτουργία και μάλιστα εκφράζει την αγάπη του με το κλάμα, που είναι κλάμα μετανοίας, γιατί θέλει να αποκτήση κοινωνία με τον Χριστό, αλλά και κλάμα αγάπης, διότι η μετάνοια γίνεται μέσα στο κλίμα της αγάπης, τότε θα αξιωθή να δη τους φωτοειδείς αγγέλους που θα τον παρηγορούν. Τότε εκεί θα παρευρίσκεται και ο Χριστός. Η Μαρία η Μαγδαληνή στράφηκε εκείνη την ώρα χωρίς να της το πη κανείς, αλλά είχε μια μεγάλη έλξη, μια μεγάλη αίσθηση και είδε τον Χριστό, που ακόμη δεν τον ανεγνώρισε, τον κατάλαβε ως κηπουρό. Έτσι και εμείς θα δούμε μέσα στην Εκκλησία αγίους, αγγελοειδείς ανθρώπους, που θα μας παρηγορήσουν, οπότε σε κάποια στιγμή θα μας πλησιάση ως άλλος φλογερός και δυνατός ήλιος, ο Χριστός, που θα ελκύση την προσοχή μας στον εαυτό Του. Και όπως η Μαρία άκουσε το όνομά της, αλλά μέσα από την φωνή μεταδόθηκε και θεία ενέργεια και δι’ αυτής ανεγνώρισε τον Χριστό, έτσι θα ακούσουμε και εμείς το όνομά μας, θα λάβουμε την ενέργεια του Θεού και δι’ αυτής θα Τον αναγνωρίσουμε. Αλλά ακόμη και τότε δεν θα μας αφήση να Τον αγγίξουμε, δηλαδή δεν θα μας δώση την πληρότητα της κοινωνίας Του, γιατί θέλει να αυξήση τον πόθο για την μεγαλύτερη πορεία και ανάβαση.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι Εκκλησία της Αναστάσεως και Εκκλησία των αναστημένων ανθρώπων και γι’ αυτό είναι Εκκλησία των εκπλήξεων και των εμπειριών. Όποιος ζη μέσα στην Εκκλησία πραγματικά και όχι επιφανειακά συναντά διαρκώς εκπλήξεις, αναβάσεις πνευματικές, φωτοχυσίες λαμπρές.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Όταν επισκέπτεται τον τόπο μας ένας αξιωματούχος, ακολουθεί συνήθως η ακρόαση, δηλαδή η συνάντηση, στην οποία του αναφέρουμε τα αιτήματά μας, του ζητάμε ικανοποίηση μερικών επιθυμιών μας που αναφέρονται στην ζωή και την κοινωνία στην οποία ζούμε. Το ίδιο συμβαίνει και με την θεία Ευχαριστία. Μετά την έλευση του Χριστού επάνω στην Αγία Τράπεζα ακολουθούν τα αιτήματά μας και η έκφραση των εσωτερικών αισθημάτων μας. Κυρίως θα αναφερθούν τρία βασικά γεγονότα.

Πρώτον, αμέσως μετά την μεταβολή των Τιμίων Δώρων αισθανόμαστε την ανάγκη να πούμε στον Πατέρα - Θεό μας - ότι προσφέρουμε την θεία Λειτουργία για να τιμήσουμε και τους Αγίους, τους Προφήτας, τους Δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, τους Οσίους και Ομολογητάς και κάθε δίκαιο άνθρωπο που τελείωσε την ζωή του εν Χριστώ. Πάνω από όλους προσφέρουμε την θεία Λειτουργία και στην Παναγία μας, γι’ αυτό και λέμε “εξαιρέτως”, δηλαδή εξαιρετικώς - ιδιαιτέρως “τής Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας”. Οι Άγιοι ενώθηκαν με τον Χριστό. Την ώρα αυτή μνημονεύουμε και τον άγιο που εορτάζει εκείνη την ημέρα, γιατί πιστεύουμε ότι αυτήν την ημέρα ιδιαιτέρως βρίσκεται ανάμεσά μας.

Δεύτερον, μνημονεύουμε τους ζώντας και τους κεκοιμημένους αδελφούς μας. Πρώτα μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους, γιατί αυτοί έχουν μεγάλη ανάγκη από τις προσευχές μας, επειδή τώρα δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για τον εαυτό τους και τα περιμένουν από μάς. Αυτήν την στιγμή γίνεται η μνημόνευση - το μνημόσυνο για τους αδελφούς μας, τους συγγενείς μας. Γι’ αυτό και θα πρέπει εκείνη την ώρα που ο ψάλτης ψάλλει το “άξιον εστίν” να μνημονεύουμε τα ονόματα των προσώπων που αγαπούμε και έχουν φύγει από τον κόσμο αυτόν. Έπειτα μνημονεύουμε και τα ονόματα των ζώντων, προσευχόμαστε για την οικουμένη, την Εκκλησία που είναι σε όλο τον κόσμο, για τους ιερείς και διακόνους, για όσους αγωνίζονται να ζουν με αγνότητα και σεμνότητα και για τους άρχοντας, ώστε να υπάρχη ειρήνη στο Κράτος. Ακόμη ευχόμαστε για την Πόλη, στην οποία ζούμε και για όσους κατοικούν σε αυτήν με πίστη, για εκείνους που ταξιδεύουν με ποικίλους τρόπους, για τους αρρώστους και τους δαιμονισμένους, τους αιχμαλώτους, για όσους βοηθούν ποικιλοτρόπως την Εκκλησία, όσους βοηθούν τους πτωχούς και τέλος προσευχόμαστε για τους εαυτούς μας, να δεχθούμε τα ελέη του Θεού.

Τρίτον, μνημονεύουμε τον Επίσκοπό μας, στο όνομα του οποίου ο ιερεύς τελεί την θεία Λειτουργία. “Εν πρώτοις μνήσθητι Κύριε του Αρχιεπισκόπου ημών... όν χάρισαι ταις αγίαις σου Εκκλησίαις εν ειρήνη, σώον, έντιμον υγιά, μακροημερεύοντα και ορθοτομούντα τον λόγον της σής αληθείας”.

Οι Μητροπολίτες μνημονεύουν την Ιερά Σύνοδο στην οποία ανήκουν, οι αρχηγοί των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και οι Πατριάρχες, μνημονεύουν “πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων”. Η εκφώνηση αυτή δείχνει το εκκλησιαστικό μας πολίτευμα. Η Εκκλησία δεν είναι μια αφηρημένη πίστη και ιδεολογία, αλλά ένας συγκεκριμένος οργανισμός, που διαρθρώνεται σε Πατριαρχεία, Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, Μητροπόλεις και Ενορίες. Όλοι μνημονεύουν τον αμέσως ανώτερό τους, στον οποίο έχουν αναφορά. Δεν νοείται ατομική εκκλησιαστική ζωή. Και ο Ιερομόναχος που λειτουργεί στην έρημο του Αγίου Όρους μνημονεύει τον Οικουμενικό Πατριάρχη, στην δικαιοδοσία του οποίου ανήκει το Άγιον Όρος. Αν παραλείπεται αυτή η μνημόνευση τότε η θεία Λειτουργία πάσχει από κανονικότητα. Και το λέμε αυτό, γιατί μια Ευχαριστία που γίνεται έξω από την Εκκλησία δεν είναι πραγματική θεία Ευχαριστία, αλλά μια παρασυναγωγή. Και βέβαια δεν είναι αρκετό το να μνημονεύη κανείς τον Επίσκοπό του και να μη έχει ουσιαστική κοινωνία μαζί του.

Η Εκκλησία είναι ένα σώμα, το Σώμα του Χριστού. Στο Σώμα αυτό ανήκουν οι Άγιοι, οι Άγγελοι, οι κεκοιμημένοι που έφυγαν με μετάνοια και οι ζώντες που αγωνίζονται για να είναι ενωμένοι με το Σώμα του Χριστού. Δεν μπορεί κανείς να ζη μόνος του και ανεξάρτητα από τους αδελφούς του. Επίσης, δεν μπορεί κανείς να ζη έξω από τον Επίσκοπό του, που είναι εις “τύπον και τόπον της κεφαλής της Εκκλησίας, δηλαδή του Χριστού”. Και το ακόμη χειρότερο δεν μπορεί κάποιος ιερεύς να τελή την θεία Λειτουργία στο όνομα του Επισκόπου του, να τον μνημονεύη, ώστε να τον διαφυλάττη ο Θεός εν ειρήνη, σώον, έντιμον, υγιά, μακροημερεύοντα και ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας, και όμως με τις καθημερινές του πράξεις να τον συκοφαντή, να τον διαβάλλη, να τον πολεμά με ποικίλους τρόπους.

Σήμερα δεν έχουμε ανάγκη από μια ατομική θρησκευτικότητα, αλλά από ένα σταθερό εκκλησιαστικό βίωμα και φρόνημα. Πρέπει να ζούμε μέσα στην πνευματική οικογένεια που λέγεται Εκκλησία και να σεβόμαστε τους Επισκόπους που ο Θεός έθεσε στον Εκκλησιαστικό οργανισμό.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μετά τήν αἴσθηση τῆς πνευματικῆς πτωχείας, πού ἔρχεται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπισημαίνεται στόν πρῶτο μακαρισμό τοῦ Χριστοῦ πού εἴδαμε τήν προηγούμενη Κυριακή, ἀκολουθεῖ ὁ δεύτερος μακαρισμός, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στό πένθος, τήν μετάνοια, τά δάκρυα, τό κλάμα. Πράγματι, ὅποιος καταλάβει τήν πνευματική του κατάσταση, ὅτι ἐξέπεσε ἀπό τήν πνευματική ζωή, τότε ἀρχίζει νά πενθῆ.

Οἱ ἄνθρωποι συνήθως ἐπαινοῦν καί μακαρίζουν αὐτούς πού χαίρονται, πού ἔχουν ἄφθονα ὑλικά ἀγαθά καί ἀπολαμβάνουν τήν τιμή καί τήν ὑπόληψη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἐπαινεῖ τούς πενθοῦντες. Αὐτό πράγματι ἠχεῖ παράδοξα στά αὐτιά τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων.

Γνωρίζουμε ὅτι πένθος εἶναι ἡ μεγάλη ψυχική ὀδύνη ἀπό τόν θάνατο ἑνός ἀγαπητοῦ μας ἀνθρώπου. Μάλιστα, τό πένθος κρατᾶ ἕνα χρονικό διάστημα, ἀνάλογα μέ τήν ψυχική καί πνευματική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί ἐκφράζεται μέ διάφορους τρόπους. Συνήθως, αὐτός πού πενθεῖ ἐκφράζει μερικές ἀντικοινωνικές συμπεριφορές, δηλαδή ἀπομακρύνεται ἀπό τούς συνανθρώπους του, κλείνεται στόν ἑαυτό του, σκέπτεται συνεχῶς τό ἀγαπητό του πρόσωπο, κλαίει γοερά καί πολλά ἄλλα.

Ὅμως, ὁ Χριστός δέν ἐπαινεῖ αὐτό τό κοσμικό πένθος, ἀλλά ἕνα ἄλλο πένθος πού ἔχει ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα καί ἔχει διαφορετικά ἀποτελέσματα. Ὁ Χριστός δέν ἐπαινεῖ ἁπλῶς τούς πενθοῦντες, ἀλλά τούς πενθοῦντες γιά τά ἁμαρτήματά τους, κυρίως ἐπειδή κατάλαβαν ὅτι ἔχουν στερηθῆ τόν Θεό καί τήν ζωή Του, ἔχουν χάσει τόν Παράδεισο. Ἐπίσης, ἐδῶ δέν μακαρίζονται οἱ λυπούμενοι, ἀλλά οἱ πενθοῦντες. Ἡ λύπη εἶναι μιά ψυχολογική κατάσταση. Ἐνῶ τό πένθος ἐκφράζεται μέ ὅλον τόν ὀργανισμό τοῦ ἀνθρώπου, δέν εἶναι μιά συναισθηματική κατάσταση, ἀλλά μιά πνευματική κατάσταση στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου πού καταλαβαίνει ὅτι βρίσκεται μακριά ἀπό τόν Θεό.

 

Oἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, πού πενθοῦν γιά τίς ἁμαρτίες τους, ἐλευθερώνονται ἀπό ὅλες τίς ἐξαρτήσεις τους, κινοῦνται πρός τόν Θεό καί γι’ αὐτό παρηγοροῦνται ἀπό τόν Θεό.

 

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κάνει λόγο γιά τήν κατά κόσμο λύπη καί τήν κατά Θεό λύπη. Γράφει: «ἡ γάρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται· ἡ δέ τοῦ κόσμου λύπη, θάνατον κατεργάζεται» (Β΄ Κορ. ζ΄, 10). Ἡ κοσμική λύπη εἶναι ψυχολογικῆς καταστάσεως, προέρχεται ἀπό τήν ἀπώλεια τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀπό τήν διάλυση τῶν σχέσεων μέ κάποιον ἄνθρωπο, ἀπό τήν ἀποτυχία σέ διαφόρους τομεῖς τῆς ζωῆς. Ὅμως, ἡ κατά Θεό λύπη προέρχεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ, ὅταν αὐτή φωτίζη τόν ἄνθρωπο, τότε καταλαβαίνει τήν κατάστασή του καί ἀμέσως ζητᾶ ἀπό τόν Θεό τήν βοήθειά Του γιά νά ἐπανέλθη στήν ἀρχική του κατάσταση.

Τό κατά Θεόν πένθος εἶναι ἰσχυρότερο ἀπό τήν λύπη καί προέρχεται ἀπό τήν αἴσθηση τῆς τριπλῆς πτωχείας, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Ὅταν ὁ ἅγιος κάνη λόγο γιά τριπλῆ πτωχεία τοῦ πνεύματος, ἐννοεῖ τήν ταπείνωση στό πνεῦμα, τήν κακοπάθεια στό σῶμα καί τήν ἀκτημοσύνη στόν βίο. Τό πνευματικό πένθος ἔρχεται ἀπό αὐτήν τήν πτωχεία, γεννᾶ δάκρυα καί θεραπεύει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί κατ’ ἐπέκταση θεραπεύει τόν ὅλον ἄνθρωπο. Ἔτσι, τό πνευματικό πένθος δέν δημιουργεῖ θλίψη, ἄγχος, ἀπόγνωση, ἀπελπισία, γιατί γίνεται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, καί αὐτό συνιστᾶ πνευματική ὑγεία, θεραπεύει τόν ἄνθρωπο.

Αὐτό φαίνεται ἀπό τήν παράκληση πού προέρχεται ἀπό τό πνευματικό πένθος. Ὁ Χριστός εἶπε: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται». Ὅταν κανείς πενθῆ γιά κάποια ἀπώλεια ἀνθρώπων, ὑλικῶν ἀγαθῶν, κοινωνικῶν θέσεων, εἶναι δύσκολο νά παρηγορηθῆ. Ὅταν, ὅμως, πενθῆ γιά τήν πνευματική του κατάσταση καί ἀναζητᾶ βοήθεια ἀπό τόν Θεό, τότε ἀναλαμβάνει ὁ Θεός νά τόν παρηγορήση. Κατά ἕναν εὐλογημένο τρόπο ὅποιος πενθεῖ γιά τίς ἁμαρτίες του, ὅποιος συναισθάνεται τήν πνευματική του κατάσταση καί μετανοεῖ καί ἐξομολογεῖται, αὐτός χαίρεται πνευματικά. Αὐτή ἡ παράκληση, πού γίνεται ἀπό τόν Θεό, εὐφραίνει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί στήν ζωή αὐτή, πολύ δέ περισσότερο στήν ἄλλη ζωή.

Εἶναι εὐνόητο ὅτι τό πένθος εἶναι πνευματικό, ἡ χαρά πνευματική καί ὁ κόσμος ἀγνοεῖ καί τά δύο.

Ὁ ἄνθρωπος συνδέει τήν εὐτυχία, τήν εὐδαιμονία μέ τήν ἐξωτερική ἐπίπλαστη χαρά, τήν χαρά πού προέρχεται ἀπό τίς αἰσθήσεις καί τήν κοσμική ζωή. Ὅμως, μιά τέτοια χαρά εἶναι προσωρινή, εἶναι σάν νά παίρνη ἕνας καρκινοπαθής μιά ἀσπιρίνη ἤ ἕνα ἀναλγητικό φάρμακο. Ὅμως, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, πού πενθοῦν γιά τίς ἁμαρτίες τους, ἐλευθερώνονται ἀπό ὅλες τίς ἐξαρτήσεις τους, κινοῦνται πρός τόν Θεό καί γι’ αὐτό παρηγοροῦνται ἀπό τόν Θεό. Στήν περίπτωση αὐτή Παρακλήτωρ εἶναι ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἑνοποιεῖ τήν διασπασμένη ὕπαρξή τους, ἁπλοποιεῖ ὅλη τήν ζωή τους καί γίνονται ἀληθινοί ἄνθρωποι, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καἰ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εωθινό Θ´ Ιωάν. κ´ 19-31

Γραπτὰ Κυρήγματα: Κυριακὴ 17 Αυγούστου, Εωθινό Θ´ Ιωάν. κ´ 19-31Το Εωθινό που διαβάστηκε σήμερα είναι πολύ γνωστό γιατί το πρώτο τμήμα του το διαβάζουμε στην Εκκλησία κατά τον εσπερινό της Αγάπης, την πρώτη ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού και μάλιστα όπου υπάρχει η δυνατότητα διαβάζεται και σε πολλές γλώσσες, καθώς επίσης διαβάζεται ολόκληρο το κείμενο την Κυριακή του Θωμά, επειδή αναφέρεται σε εκείνον.

Στο Ευαγγελικό αυτό ανάγνωσμα περιγράφονται δύο εμφανίσεις του Χριστού στους μαθητάς Του. Η πρώτη εμφάνιση έγινε το απόγευμα της πρώτης ημέρας της Αναστάσεως, ενώ απουσίαζε ο Θωμάς και η δεύτερη εμφάνιση έγινε την επομένη Κυριακή, μετά από οκτώ ημέρες, με την παρουσία του Θωμά.

Στην πρώτη εμφάνισή Του ο Χριστός στους μαθητάς Του εδωσε τρία μεγάλα δώρα. Το πρώτο είναι η ειρήνη. Τους είπε «ειρήνη υμίν» . Είναι μία ειρήνη εσωτερική, που με την Χάρη του Θεού ελευθερώνει τον άνθρωπο από τις εσωτερικές αμφιβολίες, την ταραχή, τον φόβο, την ανασφάλεια. Είναι η ειρήνη της Αναστάσεως και τέτοια ειρήνη δημιουργεί στην ψυχή χαρά, γι’ αυτό λέγεται «εχάρησαν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον» . Το δεύτερο δώρο είναι η αποστολή στον κόσμο. Τους έδωσε την δύναμη να αποσταλούν σε όλο τον κόσμο. Τους είπε: “Καθώς εμένα απέστειλε ο πατέρας μου, έτσι και εγώ αποστέλλω εσάς στον κόσμο”. Απόστολος ο Χριστός, Απόστολοι οι μαθητές του Χριστού. Αλλά η αποστολή αυτή των μαθητών στον κόσμο δεν ήταν να κάνουν ό,τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, αλλά να κάνουν αυτό που δεν μπορούν οι άλλοι να κάνουν, ήτοι να συγχωρήσουν τις αμαρτίες τους. Και αυτό είναι το τρίτο δώρο που τους έδωσε. Έτσι, τους έδωσε το άγιον Πνεύμα να συγχωρούν αμαρτίες. Οπότε, όποιοι δέχονται αυτήν την αποστολή τους θα αποκτούν την εμπειρία της συγχωρήσεως των αμαρτιών τους, ενώ όσοι δεν θα τους δέχονται δεν θα συγχωρούνται οι αμαρτίες τους.

Όποιος βλέπει τον Αναστάντα Χριστό λαμβάνει αυτά τα τρία δώρα, ήτοι ειρηνεύει ο ίδιος, υπερβαίνει τον θάνατο, οπότε γίνεται ευεργετικός άνθρωπος στην κοινωνία και σε ολόκληρο τον κόσμο. Όταν μάλιστα λαμβάνη και το αποστολικό αξίωμα, δηλαδή την ιερωσύνη του Χριστού, δια της Εκκλησίας, τότε ευεργετεί τους ανθρώπους ποικιλοτρόπως με την συγχώρηση των αμαρτιών τους.

Στην δεύτερη εμφάνισή Του μετά από οκτώ ημέρες, παρόντος του Αποστόλου Θωμά, ο Χριστός έδειξε την φιλανθρωπία Του και την αγάπη Του, αφού δέχθηκε να ψηλαφηθή από τον Θωμά, και βέβαια έδωσε στην συνέχεια την μεγάλη πίστη που είναι καρπός της εμπειρίας της Αναστάσεως. Κατά την διδασκαλία των Πατέρων μας ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος Απόστολος, όπως εμείς νομίζουμε και εννοούμε την απιστία, αλλά ήθελε να προχωρήση από την πίστη εξ ακοής στην πίστη εκ θεωρίας. Η πίστη εξ ακοής είναι η πίστη που συνδέεται με τις πληροφορίες που μας δίνουν οι άλλοι. Οι Μαθητές διαβεβαίωναν τον Απόστολο Θωμά ότι είδαν τον Χριστό, όμως εκείνος δεν αρκέστηκε στην πίστη αυτή αλλά ήθελε να προχωρήση στην πίστη εκ θεωρίας, ήθελε να δη προσωπικά τον Χριστό. Οπότε ο Χριστός τον άφησε μια ολόκληρη εβδομάδα να είναι κατηχούμενος και στην συνέχεια εμφανίσθηκε για να του δώση την πίστη εκ θεωρίας. Τότε ο Θωμάς είπε: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου» .

Η Ανάσταση του Χριστού, αγαπητοί μου αδελφοί, που πανηγυρίζουμε κάθε Κυριακή, είναι η πληρότητα της ζωής, είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να αποκτήση ο άνθρωπος στην ζωή του. Είναι μύηση σε ένα μυστήριο, που είναι ταυτόχρονα μυστήριο αναγεννήσεως της υπάρξεώς μας. Μια τέτοια αλλοίωση δημιουργεί ειρήνη, πίστη, χαρά μέσα σε όλη μας την ύπαρξη. Η οικονομία και η αγάπη του Θεού, όμως, μας κάνει ώστε να μυούμαστε σταδιακά μέσα σε αυτό το γεγονός ίσως γιατί δεν θα μπορούσαμε διαφορετικά να το αντέξουμε. Δεχόμαστε τον λόγο των αυτοπτών μαρτύρων της Αναστάσεως του Χριστού, παραμένουμε σε αυτό και ύστερα μπορούμε να αποκτήσουμε και προσωπική εμπειρία της Αναστάσεως. Ο εκκλησιασμός μας κάθε Κυριακή και η ακρόαση των λόγων των συγχρόνων αποστόλων θα μας δώσουν την βεβαιότητα της υπάρξεως του αναστημένου Χριστού.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μετά την ευχή της αναφοράς, αγαπητοί μου αδελφοί, που είναι το κεντρικότερο τμήμα της θείας Λειτουργίας και κατ’ αυτήν μεταβάλλεται, με το Άγιο Πνεύμα, ο άρτος και ο οίνος σε Σώμα και Αίμα του Χριστού, και τις δεήσεις μας, που απευθύνουμε στον Χριστό, για το εκκλησιαστικό μας πολίτευμα, η Εκκλησία μας μας προετοιμάζει για να κοινωνήσουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.

Η θεία Λειτουργία δεν γίνεται απλώς για να προσευχηθούμε, γιατί αν είχε αυτόν τον σκοπό, τότε θα μπορούσαμε να την αντικαταστήσουμε με άλλες ακολουθίες, ήτοι τον Εσπερινό, τον Όρθρο, την Παράκληση κ.λ.π. Αλλά η θεία Λειτουργία γίνεται για να κοινωνήσουμε, δηλαδή να λάβουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και να αποκτήσουμε κοινωνία με τον Χριστό. Δεν νοείται να λειτουργούν οι Κληρικοί μέσα στο άγιον Βήμα και να μη κοινωνούν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Και στην παλαιότερη εποχή όλοι οι Χριστιανοί κοινωνούσαν, εννοείται, βέβαια, εάν δεν είχαν κάποιο εμπόδιο για την θεία Κοινωνία.

Ερμηνεύοντας κάπως περισσότερο αυτό το γεγονός θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι, όπως φαίνεται στις επιστολές των αγίων Αποστόλων, οι Χριστιανοί στην αρχαία εποχή είχαν μέσα στην καρδιά τους ενεργούσαν την Χάρη του Θεού. Και αυτή η παρουσία του Αγίου Πνεύματος γινόταν φανερή από τους ψαλμούς και τους ύμνους που άδονταν μέσα στην καρδιά, από την καρδιακή νοερά προσευχή, οπότε έχοντας αυτήν την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, και όντας πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού προχωρούσαν για να λάβουν τον Χριστό και να αποκτήσουν κοινωνία μαζί Του. Όταν όμως αμάρταναν και έπαυε να ενεργή η Χάρη του Αγίου Πνεύματος έπρεπε να μετανοήσουν και να εξομολογηθούν και τότε ο πνευματικός τους προετοίμαζε κατάλληλα για να μπορέσουν να αντέξουν αυτήν την μεγάλη δωρεά. Για παράδειγμα: αν ο άνθρωπος δεν έχει καλό στομάχι δεν θα μπορέση να φάγη ισχυρές τροφές, γιατί θα ζημιωθή ακόμη περισσότερο. Αυτήν την έννοια έχει ο λόγος του Αποστόλου Παύλου “δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω”. Και συνεχίζει ότι εκείνος που τρώγει και πίνει αναξίως ,“κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου” (Α' Κορ. ια', 28-30).

Μετά την μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού ο λειτουργός μας προετοιμάζει για να κοινωνήσουμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού με καθαρή συνείδηση, ώστε η κοινωνία να συντελέση στην άφεση των αμαρτιών, την συγχώρηση των πλημμελημάτων, την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, την κληρονομία της Βασιλείας των Ουρανών, την παρρησία με τον Θεό και όχι σε κρίμα και καταδίκη. Γιατί η μεταβολή των Τιμίων Δώρων μπορεί να είναι ευλογία, μπορεί όμως να είναι και καταδίκη, όπως γίνεται και με το φάρμακο, που σε έναν προξενεί υγεία και σε άλλον δημιουργεί άλλες αντιδράσεις που προξενούν κακό. Δεν φταίει το Σώμα του Χριστού, αλλά η δική μας πνευματική κατάσταση.

Μέσα στο στάδιο αυτό της προετοιμασίας ο λειτουργός προσφέρει μερικά αιτήματα στον Θεό, απαγγέλλουμε την Κυριακή Προσευχή “Πάτερ ημών”, κυρίως γιατί έχει το αίτημα “τόν άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον”, αλλά και διότι έχει την αίτηση “άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών” και βεβαίως γιατί μετά την θεία Κοινωνία αισθανόμαστε τον Θεό Πατέρα μας και ιδίως οι άγιοι βιώνουν την Βασιλεία του Θεού, αφού μπορούν να δούν το Φώς του Θεού. Γι’ αυτό μετά από κάθε θεία Λειτουργία ψάλλουμε: “είδομεν το φως το αληθινόν ελάβομεν πνεύμα επουράνιον”.

Μέσα στο άγιο Ποτήριο είναι τα Άγια, δηλαδή το άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Γι’ αυτό ο ιερεύς λέγει: “πρόσχωμεν. Τα άγια τοις αγίοις”. Μόνον όσοι αγωνίζονται ποικιλοτρόπως, στον αγώνα για την μεταμόρφωση των παθών, μπορούν να κοινωνήσουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Και αυτοί που αγωνίζονται χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, κατά την προτροπή του διακόνου ή του ιερέως, “μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε”. Δηλαδή προσέρχονται να κοινωνήσουν όσοι έχουν φόβο Θεού, όσοι δηλαδή αγωνίζονται από φόβο να μη καταδικασθούν στην Κόλαση και συμπεριφέρονται ως δούλοι, όσοι έχουν πίστη, αγωνίζονται δηλαδή και ελπίζουν να εισέλθουν στον Παράδεισο και συμπεριφέρονται ως μισθωτοί, και όσοι έχουν τελεία αγάπη και αισθάνονται ως υιοί του Θεού.

Η θεία Λειτουργία λέγεται θεία Ευχαριστία, γιατί ευχαριστούμε τον Θεό, και θεία Κοινωνία γιατί κοινωνούμε του Χριστού. Μακάρι να μας αξιώση ο Θεός να τελειώσουμε την ζωή μας, μετά από μια αξία, κατά το δυνατόν, θεία Κοινωνία, ώστε να είναι εφόδιο ζωής αιωνίου.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ὁ τρίτος μακαρισμός τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται σέ ἐκείνους πού ἔχουν τήν πραότητα καί εἶναι πραεῖς. Καί ἐπειδή ὑπάρχει μιά ἀλληλουχία μεταξύ τῶν μακαρισμῶν, φαίνεται καθαρά ὅτι μετά τήν ταπείνωση καί τό πένθος, διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος δέχεται τήν παράκληση-παρηγοριά ἀπό τόν Θεό, ἀκολουθεῖ ἡ πραότητα. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πραότητα δέν εἶναι μιά φυσική ἀρετή, ἀλλά εἶναι πνευματικό χάρισμα πού δίνεται σέ αὐτούς πού μετανοοῦν.

Πραεῖς ἄνθρωποι δέν εἶναι αὐτοί πού δέν ὀργίζονται καθόλου, γιατί αὐτοί εἶναι ἀναίσθητοι. Καί φυσικά ὁ Χριστός μέ τόν μακαρισμό τῆς πραότητος δέν ἐπαινεῖ τήν ἀναισθησία. Ἀλλά πραεῖς εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν θυμό καί τόν κρατοῦν, ἤ μᾶλλον καλύτερα τόν χρησιμοποιοῦν γιά τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, τήν ἐξάσκηση τῆς ἀρετῆς.

Κατά τήν θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τρεῖς δυνάμεις, ἤτοι τό λογιστικό, τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό. Οἱ σκέψεις ἐπεξεργάζονται στό λογιστικό, ἔπειτα γίνονται ἐπιθυμία καί τελικά ἡ ἐπιθυμία πραγματοποιεῖται μέ τήν δύναμη τοῦ θυμικοῦ. Ἑπομένως, τό θυμικό εἶναι ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς πού πραγματοποιεῖ τίς ἐπιθυμίες της. Ὅταν οἱ λογισμοί καί οἱ ἐπιθυμίες κινοῦνται παρά φύση, τότε τό θυμικό πραγματοποιεῖ ὅλες τίς παρά φύση ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς, ἐνῶ, ὅταν οἱ λογισμοί καί οἱ ἐπιθυμίες κινοῦνται κατά φύση καί ὑπέρ φύση, τότε τό θυμικό βοηθᾶ τίς ἐπιθυμίες γιά τήν πραγματοποίησή τους.

Αὐτό σημαίνει ὅτι, ὅταν ἡ ψυχή ἀσθενῆ, τότε ἀσθενεῖ καί τό θυμικό μέρος τῆς ψυχῆς, ἐνῶ, ὅταν ἡ ψυχή ὑγιαίνη, τότε καί τό θυμικό μέρος τῆς ψυχῆς εἶναι ὑγιές, ὁρμᾶ πρός τόν Θεό καί βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά ἀποκτήση τήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό.

Ἔτσι, ἡ πραότητα δέν εἶναι ἡ ἀπραξία, ἡ ἀναισθησία, ἡ ἀδιαφορία, ἀλλά ἡ μεγάλη ἐκείνη δύναμη ἡ ὁποία κρατᾶ τά πάθη καί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑγιής, δέν ἀφήνει τίς κακές ἐπιθυμίες νά πραγματοποιηθοῦν. Ἡ πραότητα ἐλέγχει τά πάθη καί στήν καλύτερη περίπτωση τά καταστέλλει καί ὁδηγεῖ τίς ἐνέργειές τους πρός τόν Θεό. Δηλαδή, ἡ θεραπεία τῶν παθῶν μπορεῖ νά ἀρχίση ἀπό τούς καλούς λογισμούς ἤ μπορεῖ νά ἀρχίση καί ἀπό τήν καλή λειτουργία τοῦ θυμικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ὅταν αὐτό ἐλέγχη τά ἄλλα μέρη τῆς ψυχῆς καί δέν πραγματοποιῆ τούς λογισμούς καί τίς ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς. Ὑπάρχει καί συνδυασμός μεταξύ τῶν δύο.

 

Οἱ πραεῖς δέν εἶναι οἱ ἀναίσθητοι, ἀλλά ἐκεῖνοι πού χρησιμοποιοῦν τόν θυμό γιά τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.

 


Μέ αὐτά τά σοβαρά θέματα ἀσχολεῖται ἡ λεγομένη νηπτική-ἡσυχαστική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία, δυστυχῶς, ἀγνοοῦν οἱ Χριστιανοί, μέ ἀποτέλεσμα νά ἔχη μεγάλη διάδοση στήν ἐποχή μας ἡ ψυχολογία καί ἡ ψυχανάλυση. Ἄν εἴχαμε γνώση τῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, τότε θά γνωρίζαμε τόν τρόπο θεραπείας τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, πού συνίσταται ὄχι στήν ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη, ἀλλά τήν μεταμόρφωσή τους γιά νά ἐργάζωνται γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Στό θέμα τοῦ θυμοῦ ἡ νηπτική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας διδάσκει ὅτι ὁ θυμός δόθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά μπορῆ ὁ ἄνθρωπος μέ τήν δύναμή του νά στρέφεται πρός Αὐτόν καί νά πολεμᾶ τόν διάβολο, καί ὄχι νά στρέφεται ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων. Δέν λάβαμε τόν θυμό γιά νά ἀντιδικοῦμε μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, ἀλλά γιά νά πολεμᾶμε ἐναντίον τῶν πονηρῶν πνευμάτων.

Ὁ Χριστός εἶπε στούς ἀκροατές Του: «ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. ια΄, 29). Ἡ πραότητα συνδέεται μέ τήν ταπείνωση. Ὁ Χριστός εἶναι πρᾶος καί ταπεινός στήν καρδιά καί ὅσοι μαθαίνουν ἀπό τόν Χριστό νά εἶναι πρᾶοι καί ταπεινοί στήν καρδιά, σηκώνουν τόν ζυγό τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί βρίσκουν ἀνάπαυση στήν καρδιά τους.

Ὁ Χριστός ἦταν πρᾶος, ἀλλά, συγχρόνως, ἤλεγξε τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους, ἔδιωξε ἀπό τό Ἱερό τούς ἐμπόρους πού μετέτρεψαν τόν Ναό τοῦ Θεοῦ σέ οἶκο ἐμπορίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ πραεῖς δέν εἶναι οἱ ἀναίσθητοι, ἀλλά ἐκεῖνοι πού χρησιμοποιοῦν τόν θυμό γιά τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, οἱ πραεῖς ἔχουν θυμό, ἀλλά τόν κρατοῦν καί ὀργίζονται, ὅταν πρέπει, ἐναντίον τῶν παθῶν καί δι’ αὐτοῦ ἀκολουθοῦν τόν Χριστό.

Οἱ πραεῖς, κατά τόν μακαρισμό τοῦ Χριστοῦ, θά κληρονομήσουν τήν γῆ, δηλαδή καί τήν νοητή γῆ, τόν οὐρανό, ἀλλά καί τήν γῆ αὐτή. Θά κληρονομήσουν τόν οὐρανό, τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιατί κινοῦντες τόν θυμό γιά νά πολεμήσουν τόν διάβολο καί νά τηρήσουν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἑνώνονται μέ τόν Θεό, φθάνουν στήν θέωση. Ἀλλά κληρονομοῦν καί τήν γῆ αὐτή, διότι, καίτοι θεωροῦνται καταφρονεμένοι ἀπό τούς ἀνθρώπους καί στερημένοι ἀπό ὅλα τά ὑπάρχοντα, ἐν τούτοις ἔχουν τά πάντα. Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει τά πάντα, ἔχει εἰρήνη καί πραότητα στήν καρδιά του, ἀντιμετωπίζει μέ ὀρθό λογισμό, μέ καλές ἐπιθυμίες καί θεραπευμένο θυμό ὅλες τίς δύσκολες καταστάσεις τῆς ζωῆς του καί εἶναι ἕνας ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος.

Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καἰ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Το πρόσωπο του Προφήτου Σαμουήλ, που εορτάζουμε σήμερα, κατέχει μεγάλη θέση στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και στην Εκκλησία του Χριστού. Είναι από τα πρόσωπα εκείνα που προετοίμασαν το έδαφος για την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού και υπήκουσε κατά πάντα στο θέλημα του Θεού σε όλη του την ζωή. Στην σημερινή ομιλία θα τονίσουμε μερικά σημεία από την ζωή του.

Κατ’ αρχάς ο Προφήτης Σαμουήλ ήταν καρπός της πίστεως και της προσευχής των γονέων του, αφού οι γονείς του, Ελκανά και Άννα, τον συνέλαβαν ύστερα από προσευχή και υπακοή στον Θεό, και οι ίδιοι οι γονείς του τον αφιέρωσαν στον Ναό, αμέσως μετά τον απογαλακτισμό του.

Έπειτα, αξιώθηκε σε μικρή ηλικία, όταν ευρισκόταν μέσα στον Ναό, να ακούση την φωνή του Θεού, που του ζήτησε να μεταφέρη ένα μήνυμα στον ιερέα Ηλεί. Ο Προφήτης Σαμουήλ είχε συνεχή επικοινωνία με τον Θεό σε όλη την ζωή του, γι’ αυτό και ο λαός τον αποκαλούσε «ο βλέπων». Ο λαός αποκαλούσε τους Προφήτας «βλέποντας» και «ορώντας», διότι έβλεπαν τον Θεό και μετέφεραν στον λαό τις εντολές Του.

Ο Σαμουήλ έζησε τον ενδέκατο (11ο) αιώνα π. Χ. και αναδείχθηκε Κριτής και μάλιστα ήταν ο τελευταίος χρονικά από τους Κριτές, πριν την εγκαθίδρυση της Βασιλείας. Ο Σαμουήλ διηύθυνε τον Ισραηλιτικό λαό, και όταν ο λαός του ζήτησε να εγκαθιδρύση βασιλέα, κατά το πρότυπο των άλλων εθνών, έλαβε πληροφορία από τον Θεό να το πράξη. Στην αρχή έχρισε ως βασιλέα τον Σαούλ και μετά την πτώση του Σαούλ έχρισε ως βασιλέα τον Δαυΐδ. Είχε μεγάλο κύρος στον λαό και θαυμάζει κανείς τόσο την παρρησία που είχε προς τον Θεό, όσο και το κύρος που είχε στον λαό.

Όλοι μπορούν να ωφεληθούν όταν διαβάσουν τον βίο και την πολιτεία του Προφήτου Σαμουήλ. Οι σύζυγοι μπορούν να μάθουν πως πρέπει να διάγουν μεταξύ τους, οι γονείς πως θα γεννούν και θα ανατρέφουν τα παιδιά τους, οι νέοι πως θα πρέπη να συμπεριφέρωνται έναντι του Θεού και των πνευματικών πατέρων, οι Κληρικοί πως θα ποιμαίνουν το ποίμνιο που τους έδωσε ο Θεός, οι κοσμικοί άρχοντες πως θα πρέπη να κυβερνούν τον λαό στον οποίο έχουν τοποθετηθή. Γενικά, όλοι οι άνθρωποι μπορούμε να διδαχθούμε πως να συμπεριφερόμαστε έναντι του λαού, των συνανθρώπων μας και τι πρέπει να κάνουμε για την σωτηρία μας. Τα χαρίσματα του Προφήτου Σαμουήλ ήταν μεγάλα, ήτοι καθαρότητα της καρδιάς, υπακοή στον Θεό, ανεξικακία, αγάπη προς τον λαό και πολλά άλλα.

Τα τροπάρια της Εκκλησίας που αναφέρονται στο πρόσωπό του χρησιμοποιούν πολλές φράσεις για να τονίσουν την μεγάλη του αξία. Σε ένα τροπάριο προσευχόμαστε σε αυτόν: «Προφήτα πανσεβάσμιε, των προφητών ισοστάσιε, των δικαίων συνόμιλε, των αγγέλων συμμέτοχε».

Είπαμε προηγουμένως ότι ο Προφήτης Σαμουήλ ήταν καρπός προσευχής και υπακοής των γονέων του προς τον Θεό. Η Άννα ήταν στείρα και ο Ελκανά συμπεριφερόταν απέναντί της με πολύ μεγάλη αγάπη, χωρίς να την υποτιμά, αν και τότε η ατεκνία εθεωρείτο όνειδος. Και η Αννα ήταν αγία γυναίκα, που είχε μεγάλη πίστη στον Θεό, αλλά είχε και νοερά προσευχή, αφού προσευχόταν με την καρδιά της στον Θεό για να της δώση παιδί. Η Αγία Γραφή γράφει για το θέμα αυτό: «Και αύτη ελάλει εν τη καρδία αυτής και τα χείλη αυτής εκινείτο, και φωνή αυτής ουκ ηκούετο» (Α’, Βασ. α, 13). Αν προσέξη κανείς κάθε λέξη αυτού του χωρίου και την συνδέση με τα όσα λέγουν οι άγιοι Πατέρες για την νοερά-καρδιακή προσευχή, τότε θα καταλάβη ότι η Άννα, μητέρα του Προφήτου Σαμουήλ, είχε εμπειρία αυτής της προσευχής, γι’ αυτό ο ιερός Χρυσόστομος γράφει ότι η αρχή της γεννήσεως του Σαμουήλ ήταν οι προσευχές, τα δάκρυα και η πίστη της μητέρας του.

Τελικά καταλαβαίνουμε ότι η αγωγή των παιδιών είναι μεγάλη υπόθεση, που δεν γίνεται μόνο με συμβουλές και ανθρώπινες σκέψεις, αλλά με την όλη προσωπικότητα των γονέων, με την πίστη τους στον Θεό και κυρίως με την προσευχή τους.

Ας έχουμε τις πρεσβείες του μεγάλου αυτού Προφήτου, «του βλέποντος», και των γονέων του, για να μπορέση ο καθένας μας να ανταποκριθή στην αποστολή του και το έργο του.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εωθινό Ι´ Ιω. κα´ 1-14

Γραπτά Κυρήγματα: Κυριακή 24 Αυγούστου, Εωθινό Ι´ Ιω. κα´ 1-14Το σημερινό Εωθινό Ευαγγέλιο που διαβάστηκε στην Ακολουθία του όρθρου αναφαίρεται στην τρίτη εμφάνιση του Χριστού στους μαθητάς Του, όπως την παρουσιάζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Η πρώτη εμφάνιση είναι το βράδυ της πρώτης ημέρας, η δεύτερη εμφάνιση είναι την επομένη Κυριακή παρόντος και του Θωμά και η τρίτη εμφάνιση είναι η σημερινή στην όχθη της λίμνης της Τιβεριάδος.

Μια ομάδα μαθητών, δηλαδή επτά μαθητές, πήγαν για να ψαρέψουν. Οι μαθητές όμως δεν μπορούσαν να πιάσουν κανένα ψάρι αν και πέρασε ολόκληρη η νύκτα. Τότε τα ξημερώματα, εμφανίστηκε ο Χριστός στον γιαλό και τους ερώτησε αν έχουν κάτι για προσφάγι. Και όταν εκείνοι του έδωσαν αρνητική απάντηση, Εκείνος τους προέτρεψε να ρίξουν τα δίκτυα στα δεξιά μέρη του πλοίου. Κάνοντας υπακοή βρήκαν πολλά ψάρια, που αργότερα τα μέτρησαν σε εκατόν πενήντα τρία. Τότε κατάλαβαν ότι αυτός είναι ο Χριστός. Είναι ένα περιστατικό, που δείχνει ότι ο Χριστός φανέρωσε τον εαυτό Του. Είναι μια μικρή, θα λέγαμε, μεταμόρφωση. Πρώτος που το κατάλαβε ήταν ο Ιωάννης, ο οποίος το είπε στον Πέτρο και εκείνος ζώστηκε το ιμάτιο και άρχισε να κολυμπά μέσα στο νερό για να φθάση στον Χριστό. Στην συνέχεια, ήλθαν και οι άλλοι μαθητές και εκεί στον γιαλό γευμάτισαν με τον Χριστό.

Πολλά μπορεί κανείς να σημειώση από αυτήν την θαυμάσια αναστάσιμη περικοπή. Όμως ο περιορισμένος χρόνος των πρωϊνών αυτών κηρυγμάτων θα μας επιτρέψη να υπογραμμίσουμε τρία σύντομα σημεία.

Το πρώτο, είναι ότι οι μαθητές, καίτοι είχαν δη τον Χριστό όσο ζούσε, εν τούτοις δεν Τον ανεγνώρισαν όπως καθόταν στον γιαλό. Αυτό δείχνει ότι η γνώση και η αναγνώριση του Χριστού είναι θέμα αποκαλυπτικής εμπειρίας και όχι εξωτερικής αισθήσεως. Ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτό Του στους ανθρώπους. Άλλοτε κρατά τον νού των ανθρώπων στο να μη Τον αντιληφθούν και άλλοτε τους φωτίζει για να αποκτήσουν εμπειρική γνώση και αυτό, βέβαια, εξαρτάται και από την πνευματική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι. Έτσι, άλλοι τον θεωρούν ως κοινόν άνθρωπο και άλλοι ως Θεόν αληθινόν.

Το δεύτερο, είναι ότι ο Χριστός, ως Θεός, κυβερνά την κτίση. Βλέπει τα πάντα, πού βρίσκονται τα ψάρια, πού είναι τα ζώα. Αυτός όχι μόνον κυβερνά τον κόσμο, αλλά και τον ζωοποιεί. Όλα υπακούουν στις εντολές Του και τον λόγο Του. Δυστυχώς ο άνθρωπος πολλές φορές δεν υπακούει στις εντολές Του, ακριβώς επειδή διαθέτει την ελευθερία, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρείται, να βασανίζεται, να πάσχη και να υποφέρη. Οι μαθητές όλη την νύκτα χωρίς την παρουσία του Χριστού ταλαιπωρήθηκαν, όμως κάνοντας υπακοή στον Χριστό ευλογήθηκαν πλουσιοπάροχα.

Το τρίτο σημείο είναι ότι ο Ιωάννης που είναι έκφραση της θεωρίας ανεγνώρισε πρώτος τον Χριστό και στην συνέχεια ο Πέτρος, εκφραστής της πράξεως, με τον ζήλο του, έτρεξε για να Τον συναντήση. Έχει πολύ μεγάλη σημασία η αγάπη προς τον Χριστό και όλα τα άλλα ακολουθούν. Βέβαια, πρέπει και το θυμικό της ψυχής να εφαρμόση το θέλημα του Χριστού, να αγωνισθή για να έλθη ο άνθρωπος στον Χριστό. Γιατί αν κανείς έχη μόνον την αγάπη, αλλά όμως δεν ανταποκρίνεται σε αυτά που λέγει ο Χριστός, τότε δεν μπορεί να πραγματοποιήση την επιθυμία του και την αγάπη του. Μόνον τότε ο άνθρωπος αξιώνεται να συνδειπνήση μαζί με τον Χριστό.

Και επειδή το κήρυγμα αυτό γίνεται κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας πρέπει να πούμε ότι το περιστατικό αυτό μας διδάσκει ότι η αγάπη μας στον Χριστό εκφράζεται κυρίως με πράξεις και με την προσπάθεια να τηρήσουμε το θέλημα του Θεού και να συμμετέχουμε στην θεία Ευχαριστία κάθε Κυριακή. Μερικοί λένε ότι αγαπούν τον Χριστό, αλλά δεν εκκλησιάζονται. Πώς θα εκφράζουμε όμως την αγάπη μας; Ο Χριστός συνδειπνεί με αυτούς που τον αγαπούν και έχουν διάθεση να τον συναντήσουν στην θεία Ευχαριστία.

Κάθε Κυριακή, λοιπόν, γίνεται συνάντηση με τον Αναστάντα Χριστό στην θεία Ευχαριστία. Εάν δεν γίνεται αυτό τότε η Κυριακή δεν έχει κανένα νόημα.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η Εκκλησία, αγαπητοί μου αδελφοί, ενδιαφέρεται για όλες τις στιγμές του ανθρωπίνου βίου και ευλογεί όλες τις ενέργειες του ανθρώπου και βεβαίως και τον γάμο, διά του οποίου- αναπτύσσεται η οικογένεια και διαιωνίζεται η ζωή, αλλά και γίνεται ο προθάλαμος της Βασιλείας του Θεού.

Ο γάμος, δηλαδή η κοινωνία του ανδρός με την γυναίκα με συνέπεια την γέννηση των παιδιών, ευλογήθηκε δύο φορές από τον Θεό. Τήν μία, αμέσως μετά την δημιουργία της Εύας. Γράφει η Παλαιά Διαθήκη ότι ευλόγησεν αυτούς ο Θεός και είπε: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γήν» (Γεν. α', 28). Βέβαια, κατά την ερμηνεία των Πατέρων, ο Θεός ευλόγησε το ανδρόγυνο την ώρα εκείνη, έδωσε την δυνατότητα να προέλθουν από το ανδρόγυνο τα παιδιά, αλλά αυτό πραγματοποιήθηκε μετά την πτώση του ανδρογύνου. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο γεννιούνται σήμερα οι άνθρωποι είναι καρπός και αποτέλεσμα της πτώσεως. Τήν δεύτερη φορά που ευλογεί ο Θεός τον γάμο είναι κατά την διάρκεια του μυστηρίου του γάμου. Ακριβώς επειδή προηγήθηκε η πτώση του Αδάμ και της Εύας γι’ αυτόν τον λόγο ο γάμος πρέπει να περάση μέσα στην Εκκλησία και να ευλογηθή, γιατί ο εκτός και έξω από την Εκκλησία κόσμος είναι ο κόσμος της πτώσεως και της φθοράς. Άλλωστε ο Χριστός το πρώτο θαύμα επιτέλεσε στον γάμο της Κανά, όπου ευλόγησε το νερό και το μετέτρεψε σε κρασί, και αυτό φανερώνει ότι ο Χριστός μετατρέπει την βιολογική ένωση σε ευλογημένη σχέση.

Ο σκοπός του γάμου, όπως φαίνεται καθαρά μέσα στο μυστήριο του γάμου, είναι διπλός. «Ίνα σωφρονώμεν και ίνα πατέρες γενώμεθα». Ο πρώτος σκοπός είναι η σωφροσύνη. Εάν κανείς δεν μπορεί να ακολουθήση τον δρόμο της παρθενίας, όπως το έκαναν οι Απόστολοι και οι ασκητές, μπορεί να αποκτήση την αρετή της σωφροσύνης, διά της οποίας θεραπεύεται ποικιλοτρόπως η αμαρτία και το πάθος της φιληδονίας. Ο δεύτερος σκοπός του γάμου είναι η γέννηση των παιδιών, που είναι αποτέλεσμα της αγάπης των συζύγων και τα οποία παιδιά όχι απλώς διαιωνίζουν την ζωή, αλλά μπορούν να γίνουν μέλη της Εκκλησίας και άγιοι. Γι’ αυτό και ο γάμος αποκαλείται πατήρ αγίων. Οι γονείς δεν αποβλέπουν μόνον στην διαιώνιση της ζωής, αλλά στην ανάδειξη αγίων.

Τό μυστήριο του γάμου έχει καταπληκτικές ευχές, που δείχνουν τον σκοπό του γάμου, όπως τον έχει προσδιορίσει η Εκκλησία. Έχει ακόμη και πολλά συμβολικά γεγονότα και πράξεις, όπως το δακτυλίδι, το στεφάνι, το νυφικό, τις λαμπάδες, το ποτήριο κ.λ.π. Κάθε ένα από αυτά έχει υψηλό και βαθύ συμβολικό νόημα και μεγάλη σημασία. Θά ήθελα να σταθώ σε ένα από αυτά.

Στό τέλος της τελετής γίνεται ο λεγόμενος χορός του Ησα|α και μαζί με άλλα τροπάρια ψάλλεται και το τροπάριο «άγιοι Μάρτυρες οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες πρεσβεύσατε προς Κύριον ελεηθήναι τάς ψυχάς ημών». Μάλιστα του χορού προηγείται ο ιερεύς κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο. Αυτό θέλει να πή ότι τα βήματα της ζωής του ανδρογύνου θα είναι μαρτυρικά, γι’ αυτό και επικαλούμαστε τις πρεσβείες των αγίων Μαρτύρων. Γιά να μπορέση το ανδρόγυνο να βαδίση αισίως τον δρόμο αυτόν, απαιτείται να προηγήται της ζωής του ο πνευματικός πατέρας, ο οποίος θα τούς καθοδηγή με το ιερό Ευαγγέλιο, δηλαδή με τις εντολές του Χριστού. Άλλωστε σε όλα τα πράγματα απαιτείται η ύπαρξη ενός ειδικού. Γιά τα αθλήματα χρειάζεται ο προπονητής και ο διαιτητής, για την απόκτηση της ανθρώπινης γνώσης είναι αναγκαίος ο επιστήμονας, ο διδάσκαλος, ο καθηγητής. Γιά την θεραπεία των σωματικών ασθενειών είναι απαραίτητος ο θεραπευτής ιατρός. Έτσι και στον γάμο είναι απαραίτητος ο πνευματικός πατέρας, ο οποίος θα τούς καθοδηγή διακριτικά, σοφά, με πνεύμα σοφίας και διακρίσεως, χωρίς να καταργή την ελευθερία τους.

Η βοήθεια του πνευματικού πατέρα δεν περιορίζεται και δεν εξαντλείται σε μερικές λεπτομέρειες του συζυγικού βίου, αλλά κυρίως στο πώς ο γάμος θα συνδεθή με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και θα αντλή από αυτήν δύναμη και φωτισμό. Άλλωστε όλα τα μυστήρια έχουν σκοπό να οδηγήσουν τούς ανθρώπους στην θεία Ευχαριστία, στην θεία Κοινωνία, αφού το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι το κέντρο και ο σκοπός όλων των μυστηρίων. Χωρίς τον Χριστό κανένα πράγμα δεν έχει αξία. Μέ τον Χριστό, όλα τα πράγματα και όλες οι στιγμές και οι πτυχές του ανθρώπινου βίου λαμβάνουν νόημα και σκοπό. Η αγάπη του ανδρογύνου πρέπει να εμπνευσθή από την αγάπη του Χριστού προς την Εκκλησία και οι δυσκολίες και το μαρτύριο του γάμου πρέπει να λαμβάνη δύναμη από την κένωση και την θυσιαστική προσφορά του Χριστού.

Επίσης, ο πνευματικός πατέρας προσπαθεί να οδηγήση την αγάπη των συζύγων και γενικά όλη την οικογενειακή ζωή προς την πνευματική αγάπη και την ζωή του πνευματικού γάμου, της Βασιλείας του Θεού, όπως το τονίζουν πολλές παραβολές που είπε ο Χριστός. Μέσα από την προοπτική της Βασιλείας του Θεού και μέσα στο πνεύμα της θείας Ευχαριστίας, ο γάμος αποκτά νόημα και σκοπό. Τό πώς θα γίνη αυτό είναι θέμα της διαθέσεως του ανδρογύνου, αλλά και της σοφίας του πνευματικού πατέρα.

Άς ευχηθούμε και άς αγωνισθούμε η ζωή μας να αγιάζεται από τα μυστήρια της Εκκλησίας, κυρίως από την ίδια την Βασιλεία του Θεού.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ 25 Ιουλίου

Επειδή ο Χριστός είναι ο Σωτήρας των ανθρώπων, και προξένησε την μεγαλύτερη ευεργεσία σε όλο τον κόσμο, γι’ αυτό και η Παναγία, η Μητέρα του Χριστού, είναι η χαρά όλης της κτίσεως. Γιατί αυτή έδωσε την σάρκα της στον Χριστό, αυτή τον κράτησε εννέα μήνες μέσα στην κοιλιά της, και αυτή με την αγάπη και την στοργή της τον θήλασε, τον μεγάλωσε.

Αλλά τιμώντας την Παναγία παράλληλα πρέπει να τιμούμε και την μητέρα της Παναγίας, την αγία Άννα. Η Εκκλησία αιωνίως αποδίδει την ευγνωμοσύνη της και την τιμή της στα πρόσωπα εκείνα που συνετέλεσαν στην δόξα του Θεού. Έτσι, λοιπόν, σήμερα εορτάζουμε και την αγία Άννα, την Μητέρα της Παναγίας μας, η οποία παρέδωσε την ψυχή της σαν αυτή την ημέρα.

Εφ’ όσον η αγία Άννα ήταν Μητέρα της Παναγίας αυτό σημαίνει ότι ήταν η Προμήτωρ, δηλαδή η γιαγιά του Χριστού κατά το ανθρώπινο. Από την πείρα μας γνωρίζουμε την μεγάλη αγάπη της γιαγιάς στα εγγόνια, αλλά και την αγάπη των εγγονών προς την γιαγιά τους. Οπότε μπορούμε να καταλάβουμε και την σχέση της αγίας Άννης με τον Χριστό. Αυτή θα του έδειχνε αγάπη, θα τον βοηθούσε, καθώς επίσης ο μικρός Χριστός θα αισθανόταν την ιδιαίτερη αγάπη και στοργή της γιαγιάς του.

Ο πατέρας της αγίας Άννης, ο ιερεύς Ματθάν είχε τρεις θυγατέρες, την Μαρία, την Σοβήν και την Άννα. Από την Μαρία προήλθεν η Σαλώμη, η μετέπειτα μυροφόρος, από την Σοβήν γεννήθηκε η Ελισάβετ, η μητέρα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και από την Άννα γεννήθηκε η Παναγία μας. Οπότε, η Σαλώμη η μυροφόρος, η Ελισάβετ η μητέρα του Προδρόμου και η Παναγία είναι θυγατέρες τριών αδελφών και πρώτες εξαδέλφες μεταξύ τους. Βλέπουμε εδώ μια αγία οικογένεια και μια αγία συγγενική ατμόσφαιρα.

Η αγία Άννα ήταν μια ευλαβής γυναίκα, όπως διδάσκουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Το όνομα Άννα σημαίνει Χάρις και πράγματι η Χάρη κατοικούσε μέσα της. Συνέλαβε την Παναγία με προσευχή, νηστεία και υπακοή στον Θεό. Την κυοφόρησε, την γαλακτοτρόφησε με πολλή αγάπη, δίδοντας όχι μόνο το γάλα της, αλλά και την ζωή της, την προσευχή της. Όταν η Παναγία έγινε τριών ετών την αφιέρωσε στον Ναό, στερήθηκε την παρουσία της, γιατί ήξερε ότι είναι δώρο Θεού. Ολόκληρη την ζωή της η αγία Άννα την πέρασε με νηστείες, προσευχές και ελεημοσύνες.

Τα όσα είδαμε προηγουμένως δείχνουν μια πραγματικότητα, ότι όταν χαιρόμαστε έναν καρπό πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτός ο καρπός είναι αποτέλεσμα πολλών προσπαθειών και πολλών κόπων. Αυτό που γίνεται σε υλικό επίπεδο, γίνεται και σε πνευματικό επίπεδο. Τιμούμε έναν άγιο, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να τιμούμε και αυτούς που τον βοήθησαν να γίνη άγιος και την όλη ατμόσφαιρα που συνετέλεσε στον σκοπό αυτό. Στην περίπτωση που μελετάμε σήμερα, δηλαδή της αγίας Άννης, βλέπουμε μια ολόκληρη πνευματική οικογένεια, αλλά και μια ολόκληρη πνευματική ατμόσφαιρα, που συνετέλεσε στην δημιουργία αγίων προσωπικοτήτων και την εμφάνιση της Παναγίας μας.

Πόση σημασία πρέπει να δώσουμε στην ατμόσφαιρα που δημιουργείται μέσα σε μια οικογένεια! Συνήθως είμαστε έτοιμοι να κατηγορήσουμε τα παιδιά, τους νέους, αγνοώντας όμως ότι πολλές φορές φταίμε εμείς που δεν τους δημιουργούμε τις κατάλληλες συνθήκες να αναπτυχθούν σωστά.

Πάντως εφ’ όσον θεωρούμε την Παναγία ως πνευματική μητέρα μας, πρέπει να θεωρούμε και την Αγία Άννα ως πνευματική μας γιαγιά. Και να την παρακαλούμε να μας δείχνη την στοργή της, όπως την δείχνουν οι γιαγιάδες. Την έχουμε ανάγκη.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ὁ τέταρτος μακαρισμός τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται στήν πείνα καί τήν δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δικαιοσύνη χορταίνει τόν ἄνθρωπο.

Ξέρουμε τί σημαίνει πείνα καί δίψα τοῦ σώματος. Εἶναι ἀφόρητες καταστάσεις γιά τόν ἄνθρωπο. Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά κάνη τίς διεργασίες πού εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ζωή, πρέπει νά δεχθῆ τίς κατάλληλες τροφές. Ὅπως ἐπίσης χρειάζεται καί τά ἀπαραίτητα ὑγρά γιά νά κινηθῆ ὁ ὀργανισμός του, ὁ ὁποῖος στό μεγαλύτερο ποσοστό του ἀποτελεῖται ἀπό νερό. Ὅταν ὁ ὀργανισμός στερῆται τῶν καταλλήλων τροφῶν καί ὑγρῶν, τότε ἀντιδρᾶ, δημιουργώντας τό αἴσθημα τῆς πείνας καί τῆς δίψας.

Στόν μακαρισμό αὐτόν δέν μακαρίζονται ἡ σωματική πείνα καί δίψα, ἀλλά ἡ ψυχική πείνα καί δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν δικαιοσύνη. Ἡ δικαιοσύνη μπορεῖ νά νοηθῆ μέ πολλούς τρόπους, ἤτοι ἡ γενική ἀρετή, διά τῆς ὁποίας ἑνώνεται κανείς μέ τόν Θεό, ἤ ἀκόμη ἡ μερική δικαιοσύνη πού εἶναι ἀντίθετη μέ τήν πλεονεξία καί τήν ἀδικία. Καί στίς δύο περιπτώσεις τό ἀποτέλεσμα εἶναι τό ἴδιο, ἤτοι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί ἡ ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους.

Ὁ μακαρισμός αὐτός εἶναι συνέχεια καί ἀποτέλεσμα τῶν προηγουμένων μακαρισμῶν, ἀφοῦ ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, αὐτός πού μετανοεῖ καί διακρίνεται γιά τήν πραότητα, πεινᾶ καί διψᾶ γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης πάνω στήν γῆ. Ἀλλά ὁ μακαρισμός αὐτός εἶναι καί προάγγελος τοῦ ἑπομένου μακαρισμοῦ στόν ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν ἐλεημοσύνη. Αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί πρῶτα πρέπει νά εἶναι κανείς δίκαιος καί στήν συνέχεια νά εἶναι ἐλεήμων. Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί εἶναι ἐνδεχόμενο κάποιος νά εἶναι πλεονέκτης, νά εἶναι ἄδικος, νά συγκεντρώνη τόν πλοῦτο μέ παράνομους τρόπους, νά εἶναι εὔπορος διαπράττοντας διάφορες ἀδικίες καί στήν συνέχεια νά παρουσιάζεται καί ἐλεήμων, δωρητής, δῆθεν γιά τό καλό τῆς κοινωνίας καί τῶν ἀνθρώπων. Ὅμως, πάνω ἀπό ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά εἶναι δίκαιος, νά μή παρανομῆ, νά μήν ἀδικῆ τούς ἀνθρώπους, νά μή πλουτίζη σέ βάρος τους.

 

 

Νά ἐπιδιώκουμε τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί πρέπει νά πεινᾶμε καί νά διψᾶμε γιά τόν Θεό.

 

Ἐκεῖνο πού κάνει ἐντύπωση στόν μακαρισμό αὐτό εἶναι ὅτι δέν μακαρίζεται αὐτός πού εἶναι δίκαιος, ἀλλά αὐτός πού πεινᾶ καί διψᾶ τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ Φαρισαῖοι αἰσθάνονταν ὅτι ἦταν δίκαιοι, ἀφοῦ δέν ἀδικοῦσαν τούς ἄλλους, ἀλλ᾿ ὅμως δέν ἀγαποῦσαν τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι, ἐδῶ δέν ἐπαινεῖται ἁπλῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ δικαίου, πού πολλές φορές εἶναι νόμιμη, ἡ ὁποία, ὅμως, στερεῖται ἠθικῆς. Ἐπαινεῖται ἡ πείνα καί ἡ δίψα τῆς δικαιοσύνης, τό νά ἐνδιαφέρεται ὁ ἄνθρωπος γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης μέ μεγάλη ἐπιθυμία καί νά αὐξάνεται καθημερινῶς ἡ διάθεσή του γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης.

Ἡ πείνα καί ἡ δίψα γιά τήν δικαιοσύνη εἶναι ἡ ψυχική ἀνάγκη πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν ἐπικράτηση τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ Θεοῦ στίς κοινωνίες. Πέρα ἀπό τίς σωματικές ἀνάγκες, ὑπάρχουν καί οἱ ψυχικές ἀνάγκες καί, δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι δίνουν μεγάλη σημασία στίς ἀνάγκες τοῦ σώματος καί λιγότερη ἤ καθόλου σημασία στίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν καί δέν πρέπει νά περιορίζεται ἁπλῶς στό σῶμα.

Στήν ἐποχή μας ὑπάρχει μιά ἀνισορροπία στό θέμα αὐτό, γιατί οἱ ἄνθρωποι δίνουν προτεραιότητα στά ὑλικά πράγματα, στίς βιολογικές ἐπιθυμίες, καί ἀγνοοῦν τίς ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς γιά τόν Θεό, γιά τήν εἰρήνη καί τήν δικαιοσύνη, γιά τήν ἀγάπη καί τό νόημα τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνικανοποίητος, παρά τήν ἱκανοποίηση τῶν σωματικῶν ἀναγκῶν, καί αἰσθάνεται ὅτι κάτι τοῦ λείπει.

Ὁ χορτασμός γιά τόν ὁποῖο γίνεται λόγος στόν μακαρισμό αὐτό εἶναι ψυχοσωματικός, δηλαδή εἶναι ἡ ψυχοσωματική ὑγεία πού χορταίνει τόν ἄνθρωπο, τοῦ δίνει νόημα ζωῆς. Ὅμως, αὐτός ὁ χορτασμός δέν εἶναι μιά στατική κατάσταση. Αὐτό πού συμβαίνει στό σῶμα, ὅτι χορταίνει, ἀλλά μετά τήν μεταποίηση τῆς τροφῆς πάλι ἐμφανίζεται ἡ πείνα καί ἡ δίψα, πολύ περισσότερο συμβαίνει καί στά πνευματικά ζητήματα. Ὁ χορτασμός ἀπό τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης δημιουργεῖ ἀκόμη μεγαλύτερη πείνα καί δίψα, εἶναι «ὁ ἀχόρταγος χορτασμός» τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ διαρκής πορεία πρός τήν τελειότητα πού εἶναι ἀτέλεστη.

Ἡ ἐπικαιρότητα τοῦ μακαρισμοῦ εἶναι μεγάλη, γιατί στήν κοινωνία μας, παρά τήν ὕπαρξη πολυνομίας, ὑπάρχει μεγάλη ἀδικία καί ἀνισότητα. Γι’ αὐτό θά πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης. Ἐπειδή, ὅμως, οἱ κοινωνίες ἀποτελοῦνται ἀπό ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διακατέχονται ἀπό διάφορα πάθη καί ἀγωνίζονται γιά τήν ἱκανοποίησή τους, γι’ αὐτό πάνω ἀπό τήν λεγομένη ἀνθρώπινη καί κοινωνική δικαιοσύνη –τήν ὁποία καί αὐτή δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε– πρέπει νά ἐπιδιώκουμε τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί πρέπει νά πεινᾶμε καί νά διψᾶμε γιά τόν Θεό. Χωρίς τόν Θεό καί τήν Χάρη Του θά εἴμαστε διαρκῶς πνευματικά πεινασμένοι καί διψασμένοι.

Ἡ ἁγία Παρασκευή, πού ἑορτάζεται σήμερα, αὐτήν τήν δικαιοσύνη πεινοῦσε καί διψοῦσε. Ἀγάπησε πολύ τόν Χριστό, διέθεσε ὅλη τήν περιουσία της στούς πτωχούς καί ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικά σέ Αὐτόν μέχρι μαρτυρίου. Νά τήν ἔχουμε διαρκῶς ὡς ὑπόδειγμα ἀληθινῆς ζωῆς.

Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καἰ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ο όσιος Ποιμήν, που σήμερα εορτάζει η Εκκλησία μας, ανήκει στην μεγάλη χορεία των οσίων και ασκητών, που υπήρξαν συνεχιστές των Μαρτύρων, οι οποίοι μαρτύρησαν κατά την διάρκεια των διωγμών, κατά τους πρώτους αιώνας του Χριστιανισμού. Δηλαδή, όταν τελείωσαν οι διωγμοί, τότε το μαρτυρικό «πνεύμα» του Χριστιανισμού συνεχίσθηκε με τους οσίους και ασκητάς, που προσπάθησαν σε όλη τους την ζωή να τηρήσουν τις εντολές του Χριστού, και μάλιστα στον πιο τέλειο βαθμό.

Ο όσιος Ποιμήν γεννήθηκε στην Αίγυπτο περί το 340 μ.Χ. και από την νεότητά του έζησε ασκητικά, ενώ δε βρισκόταν στην ηλικία των 15 ετών εγκαταβίωσε σε Ιερά Μονή στην Λιβύη. Στην αρχή φάνηκε «σκληρός» στην μητέρα του, που πήγε να τον συνάντηση στην Σκήτη και εκείνος το απέφυγε, αλλά αυτό το έκανε μέσα στα πλαίσια της ασκήσεως, πράγμα που κατάλαβε και η ίδια του η μητέρα του, η οποία απεχώρησε με χαρά, παρ’ ο,τι δεν τον συνάντησε. Στην συνέχεια, ο όσιος Ποιμήν γνώρισε όλη την μέθοδο της ορθοδόξου ασκητικής ζωής, καθάρισε τα πάθη του με πολλές πνευματικές ασκήσεις και απέκτησε αγάπη για όλον τον κόσμο. Παροιμιώδης είναι η αγάπη του οσίου Ποιμένος, όπως φαίνεται στα αποφθέγματά του που διασώζονται στο βιβλίο που λέγεται «Γεροντικό».

Θα αναφέρω μερικά από αυτά, που είπε στους επισκέπτας του και δείχνουν την πνευματική του ωριμότητα.

Όταν κάποιος αδελφός τον ρώτησε τι είναι η πίστη που καθαρίζει τον άνθρωπο από τα πάθη, εκείνος απάντησε: «πίστη είναι το να διάγη κανείς με ταπεινοφροσύνη και να κάνη ελεημοσύνη». Βεβαίως, η πίστη είναι η αποκεκαλυμμένη αλήθεια που παρέδωκε ο Χριστός στους Αποστόλους και εκείνοι στους διαδόχους τους και διεφύλαξε η Εκκλησία με τα δόγματα. Αλλά εδώ εννοείται η εμπειρική πίστη, που είναι βίωση της αποκεκαλυμμένης αλήθειας, που είναι η ταπείνωση και η αγάπη προς τους άλλους.

Κάποιος αδελφός είχε πονηρούς λογισμούς και ήθελε να απαλλαγή από αυτούς. Ρώτησε τον αββά Ποιμένα γι’ αυτό και εκείνος τον οδήγησε έξω στον αέρα και του είπε να απλώση το χέρι του και να πιάση τους ανέμους, γιατί σαν τον άνεμο ομοιάζουν οι λογισμοί. Και όταν εκείνος του απάντησε ότι δεν μπορούσε να το κάνη, ο όσιος Ποιμήν, απάντησε: «Εάν δεν μπορής να πιάσης τους ανέμους, τότε ούτε τους λογισμούς μπορείς να τους εμποδίσης να έλθουν, αλλά μπορείς όμως να αντισταθής σε αυτούς», δηλαδή να μη κάνης αυτό που σου λέγουν. Πόση αλήθεια κρύβει αυτή η συμβουλή του οσίου Ποιμένος και πόσο μας βοηθά που συνήθως ταρασσόμαστε από διαφόρους λογισμούς!

Ο αββάς Ποιμήν δίδαξε ότι οι άνθρωποι μπορούν να σωθούν όπου κι αν ευρίσκονται και όποιο έργο κι αν εξασκούν. Είπε: «Εάν βρίσκονται μαζί τρεις άνθρωποι, και ο ένας ησυχάζει καλώς, δηλαδή ζη την ησυχαστική μέθοδο, μακρυά από τους ανθρώπους και προσευχόμενος αδιαλείπτως, ο άλλος είναι άρρωστος και ευχαριστεί τον Θεό, και ο τρίτος υπηρετεί τους ανθρώπους με καθαρό λογισμό, χωρίς υπερηφάνεια και υστεροβουλία, και οι τρεις εξασκούν την ίδια εργασία». Ετσι, λοιπόν, όπου ζη κανείς και σε όποια κατάσταση βρίσκεται, μπορεί να σωθή αν ζη με πίστη στον Θεό, αγάπη στους αδελφούς και καθαρό λογισμό.

Στους πνευματικούς αγώνες χρειάζεται να υπάρχη μέτρο, να μη γίνωνται υπερβολές. Ο αββάς Ποιμήν με την διάκριση που τον χαρακτήριζε, και γι’ αυτό ονομάσθηκε «λύχνος διακρίσεως», και αυτό ήταν απόρροια του μακροχρονίου αγώνα του εναντίον των παθών και του διαβόλου, είπε κάποτε: «τα υπέρμετρα πάντα των δαιμόνων εστίν», δηλαδή όσα ξεπερνούν το μέτρο είναι των δαιμόνων. Ο άνθρωπος και στην αμαρτία και στον πνευματικό του αγώνα πρέπει να διακρίνεται για το μέτρο, να μη καταλαμβάνεται ούτε από απελπισία, ούτε από υπερηφάνεια. Πάντοτε τα υπερβολικά είναι επικίνδυνα.

Ο αββάς Ποιμήν έδινε μεγάλη σημασία στην μετάνοια του ανθρώπου. Γνώριζε την τρεπτότητα της ανθρωπίνης φύσεως και ότι ο άνθρωπος αμαρτάνει με την επήρεια του διαβόλου και την αιχμαλωσία της θελήσεώς του, γι’ αυτό έδειχνε μεγάλη αγάπη στους αμαρτωλούς και τους συνιστούσε να μετανοήσουν. Σε κάποιον αδελφό που τον ρώτησε τι σημαίνει μετάνοια από την αμαρτία, απάντησε ότι μετάνοια «είναι το να μη διαπράττη κανείς (την αμαρτία) στο εξής. Γι’ αυτό μάλιστα εχαρακτηρίσθηκαν άμωμοι οι δίκαιοι, διότι εγκατέλειψαν τις αμαρτίες και έγιναν δίκαιοι».

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της μεγάλης αγάπης του οσίου Ποιμένος προς τους ανθρώπους είναι και η απάντηση που έδωσε σε κάποιους αδελφούς που τον ρώτησαν αν έπρεπε να ξυπνούν τους αδελφούς που νυστάζουν κατά την διάρκεια της συνάξεως. Είπε: «Εγώ πάντως εάν ίδω τον αδελφόν να νυστάζη, τοποθετώ την κεφαλή του στα γόνατά μου και τον αναπαύω».

Αυτήν την συμπάσχουσα καρδία για όλον τον κόσμο είχε ο αββάς Ποιμήν και αυτό ήταν απόρροια της εσωτερικής του καθαρότητος, της μεταμορφώσεως των παθών σε αγάπη προς τον Θεό και τους αδελφούς. Γι’ αυτό ο ιερός υμνογράφος τον αποκαλεί «πολίτην των Αγγέλων και συνόμιλον», «της άνω μητροπόλεως οικήτορα», «των αρετών ενδιαίτημα» και «της ερήμου κοσμήτορα».

Να έχουμε τις ευχές του και τις πρεσβείες του προς τον Θεό.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εωθινό Ζ´,Ιων. κ´, 1-10

Συνεχίζοντας να ερμηνεύουμε τα Εωθινά Ευαγγέλια, τα οποία διαβάζονται κατά την διάρκεια του Όρθρου των Κυριακών, σήμερα θα πούμε μερικά λόγια για το Εωθινό που διαβάστηκε το πρωΐ στην Εκκλησία και αναφέρεται στην επίσκεψη στο μνημείο πρώτα της Μαρίας της Μαγδαληνής και ύστερα των δύο μαθητών του Χριστού, ήτοι του Αποστόλου Πέτρου και του Αποστόλου Ιωάννου, σύμφωνα με την περιγραφή του Ευαγγελιστού Ιωάννου.

Κατ’ αρχάς, όπως είπαμε και άλλη φορά, κατά θεία οικονομία πρώτες που πληροφορήθηκαν το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού και είδαν τον Αναστάντα Χριστό είναι οι Μυροφόρες γυναίκες. Σε άλλο κήρυγμα αναλύσαμε ότι αυτό έγινε για να αποκατασταθή η γυναικεία ύπαρξη και να διορθωθή το λάθος που έκανε η Εύα. Όπως φαίνεται από τα Ευαγγέλια που περιγράφουν τα γεγονότα της Αναστάσεως του Χριστού, οι Μυροφόρες γυναίκες πήγαιναν καθ’ ομάδες στον τάφο του Χριστού τα ξημερώματα της Κυριακής. Στην αρχή πήγαν για να αλείψουν με αρώματα τον Χριστό, ύστερα, όταν διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε μέσα στο μνημείο το σώμα του Χριστού, αισθάνθηκαν έκπληξη, πράγμα το οποίο τις εξανάγκασε να έρχονται επανειλημμένως στον τάφο. Και στην συνέχεια ανακοίνωναν ό,τι έβλεπαν στους Αποστόλους, οπότε και εκείνοι έτρεχαν στο μνημείο.

Αυτό δείχνει ότι η ύπαρξη και η παρουσία των γυναικών μέσα στην Εκκλησία δεν είναι ταπεινή και ευκαταφρόνητη. Σύμφωνα με την πίστη που έχουν και την πνευματική τους ανδρεία γνωρίζουν τον Χριστό -άλλωστε κανείς δεν αποκλείεται από αυτήν την εμπειρία είτε άνδρας είναι είτε γυναίκα- και στην συνέχεια οι μεταμορφωμένες γυναίκες αναφέρουν στους Αποστόλους τα όσα είδαν, δηλαδή δεν περιφρονούν το Αποστολικό αξίωμα, επειδή εκείνες είχαν πρώτες την μεγάλη αυτή εμπειρία, αλλά σέβονται τους Αποστόλους και τους τιμούν.

Έτσι η Μαρία η Μαγδαληνή, λέγει το σημερινό Εωθινό, βλέποντας την πέτρα που υπήρχε μπροστά στο μνημείο μετατοπισμένη, έτρεξε και το ανακοίνωσε στους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη λέγοντάς τους: «πήραν τον Κύριο από το μνημείο και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν» . Αυτό παρεκίνησε τους δύο Αποστόλους να επισκεφθούν το μνημείο, στο οποίο ετέθη ο Χριστός.

Είναι χαρακτηριστικό και πώς πήγαν στο μνημείο οι δύο Απόστολοι. Ο άλλος μαθητής, που είναι ο Ιωάννης, ο οποίος από ταπείνωση δεν αναφέρει το όνομά του, έτρεξε πιο γρήγορα από τον Απόστολο Πέτρο, είδε μόνον τα οθόνια, χωρίς το σώμα του Χριστού, αλλά δεν μπήκε μέσα στο μνημείο. Στην συνέχεια, ήλθε και ο Απόστολος Πέτρος, ο οποίος μπήκε πρώτος μέσα στο μνημείο και είδε τα οθόνια, με τα οποία τύλιγαν το σώμα του νεκρού, καθώς και το σουδάριο, που ήταν το ύφασμα με το οποίο τύλιγαν την κεφαλή του νεκρού. Το σουδάριο, όμως, δεν ήταν μαζί με τα οθόνια, αλλά χωρίς αυτά και τυλιγμένο χωριστά σε ένα άλλο σημείο. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός αναστήθηκε, αφού βγήκε μέσα από τα σάβανα με τα οποία τον είχαν τυλίξει και αφού δίπλωσε το σουδάριο με το οποίο ήταν τυλιγμένη η κεφαλή Του. Αυτό διαπίστωσε ο Απόστολος Πέτρος. Το διαπίστωσε όμως και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, που μπήκε στο μνημείο μετά από τον Απόστολο Πέτρο. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι πρώτος έτρεξε στο μνημείο ο Ιωάννης, ακολούθησε ο Πέτρος, αλλά πρώτος μπήκε ο Πέτρος και έπειτα ακολούθησε ο Ιωάννης.

Οι άγιοι Πατέρες λένε ότι ο Πέτρος είναι ο εκφραστής της πράξεως και ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού, είναι ο εκφραστής της θεωρίας. Η θεωρία έχει τον ζήλο και τρέχει προς τον Χριστό, στην συνέχεια, με την πράξη εισέρχεται ο άνθρωπος στο δεσποτικό μνημείο, οπότε ακολουθεί και η θεωρία, που τον κάνει να πιστεύση στον Αναστάντα Χριστό. Η πράξη είναι η μετάνοια και ο αγώνας να τηρήσουμε τις εντολές του Χριστού. Η θεωρία είναι η εσωτερική καρδιακή νοερά προσευχή και η θέα του Θεού.

Επομένως, υπάρχει μία πορεία για την εύρεση του Αναστάντος Χριστού. Αρχίζουμε με τον ζήλο και την έμπνευση, παρακινούμενοι από κάποιο θεόπτη άγιο, όπως οι Απόστολοι παρακινήθηκαν από την Μαρία την Μαγδαληνή, στην συνέχεια τηρούμε το θέλημα του Θεού, τις εντολές του Θεού και μετά από αυτήν την νόμιμη πορεία διαπιστώνουμε και βεβαιωνόμαστε για την Ανάσταση του Χριστού και την ανάστασή μας από τα νεκρά έργα της αμαρτίας.

Ο Χριστός αναστήθηκε για να αναστήση εμάς από τα έργα της αμαρτίας. Γι’ αυτό εορτάζουμε κάθε Κυριακή την Ανάσταση του Χριστού. Είθε να το διαπιστώσουμε προσωπικά, ακολουθώντας την μέθοδο της πνευματικής πορείας που μας υπέδειξαν οι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance